Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ -ΑΦΙΕΡΩΣΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ 2ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ – ΑΦΙΕΡΩΣΗ. Αξέχαστες παιδικές αναμνήσεις…

Κώστας Κωνσταντίνος Κομιανός κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
23 Οκτωβρίου
Αξέχαστες παιδικές αναμνήσεις…
Ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του πατρικού μου γύρω στα 7-8 μου χρόνια και από δίπλα ο πατέρας μου να παίζει αυτό το τραγούδι στην κιθάρα και να το τραγουδάει με την μελωδική του φωνή και έμμεσα να με νανουρίζει…
Αχ!Αυτά ήταν ανέμελα χρόνια!
Εύχομαι η οικογένειαά μου να είναι πάντα καλά και ας μας χωρίζει η απόσταση σε 3 μέρη!!!
Στίχοι και μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

Μία η άνοιξη ένα το σύννεφο χρυσή βροχή
βροχή που χόρευε σε κάμπο ώριμο ως το πρωί
σαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιά
σαν στάχυ χόρεψες σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιά.Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή.
Μία η θάλασσα ένας ο ήλιος της γλάροι λευκοί
ήλιος και θάλασσα γλυκό κορίτσι ζεστό πρωί
πρωί κι ορθάνοιξα τα δυο σου πέταλα μ’ ένα φιλί
κι εσύ μου χάρισες όλη την άνοιξη σ’ ένα κορμί.
Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή.
Χθες ήταν έρωτας χθες ήταν σύννεφο χρυσή βροχή
χθες ήταν θάλασσα γλάρος που χόρευε με το πρωί
τώρα είναι η σιωπή τώρα είναι η λησμονιά κι ο χωρισμός
κι όλα τα αστέρια του θαρρείς πως έσβησε ο ουρανός.
Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Πατρικό – προσωπικό σχόλιο : ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ…. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΙΩΠΟΥΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ, ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΟΥ. ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ, ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ. Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ ΘΑ ΣΕ ΣΥΝΤΡΟΦΕΥΟΥΝ!!! Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΥ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ.

Advertisements

Δεκέμβριος 17, 2015 Posted by | ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ

ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ 1

ΓΛΥΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ ΟΙ ΠΑΤΕΡΑΔΕΣ ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ. ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΤΙ ΜΟΥ ΘΥΜΗΣΕΣ ΜΙΚΡΟΥΛΗ ΜΟΥ !!!!! ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΦΕΡΝΟΥΝ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ. ΜΗΠΩΣ ΕΙΧΑΜΕ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΓΙΑ ΝΑ ΨΥΧΑΓΩΓΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΣΤΙΣ ΑΛΑΝΕΣ, ΣΤΑ ΧΩΜΑΤΙΝΑ ΣΤΕΝΟΣΟΚΑΚΑ, ΣΤΗΝ ΑΜΑΚΑ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ;;;;; ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ. ΠΙΠΗΣ ΚΟ0ΜΙΑΝΟΣ

ΡΟΔΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΔΥΚΤΙΑΚΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ, ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Δεκέμβριος 13, 2015 Posted by | ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΚΟΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ – ΑΦΙΕΡΩΣΗ. Αξέχαστες παιδικές αναμνήσεις…

Αξέχαστες παιδικές αναμνήσεις…
Ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του πατρικού μου γύρω στα 7-8 μου χρόνια και από δίπλα ο πατέρας μου να παίζει αυτό το τραγούδι στην κιθάρα και να το τραγουδάει με την μελωδική του φωνή και έμμεσα να με νανουρίζει…
Αχ!Αυτά ήταν ανέμελα χρόνια!
Εύχομαι η οικογένειαά μου να είναι πάντα καλά και ας μας χωρίζει η απόσταση σε 3 μέρη!!!

Στίχοι και μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

Μία η άνοιξη ένα το σύννεφο χρυσή βροχή
βροχή που χόρευε σε κάμπο ώριμο ως το πρωί
σαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιά
σαν στάχυ χόρεψες σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιά.Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Μία η θάλασσα ένας ο ήλιος της γλάροι λευκοί
ήλιος και θάλασσα γλυκό κορίτσι ζεστό πρωί
πρωί κι ορθάνοιξα τα δυο σου πέταλα μ’ ένα φιλί
κι εσύ μου χάρισες όλη την άνοιξη σ’ ένα κορμί.

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Χθες ήταν έρωτας χθες ήταν σύννεφο χρυσή βροχή
χθες ήταν θάλασσα γλάρος που χόρευε με το πρωί
τώρα είναι η σιωπή τώρα είναι η λησμονιά κι ο χωρισμός
κι όλα τα αστέρια του θαρρείς πως έσβησε ο ουρανός.

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή.    

ΠρΟΣΩΠΙΚΌ ΣΧΟΛΙΟ : ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ…. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΙΩΠΟΥΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ, ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΟΥ. ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ, ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ. Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ ΘΑ ΣΕ ΣΥΝΤΡΟΦΕΥΟΥΝ!!! Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΥ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ.

Οκτώβριος 27, 2012 Posted by | ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ «Καλημερα στα παιδιά τούτου του κόσμου του μικρού του μέγα «

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ, ΚΟΡΗ ΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΟ-ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ

Λόγια της ιδίας: ΘΕΛΩ ΚΑΙ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΓΩΝΙΣΘΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ, ΣΤΟΛΙΔΙ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑ.

Τι όμορφο που είναι να μιλάμε φίλοι μου άγγελοι, σαν να γνωριζόμαστε από πάντα με λόγια αγάπης και ανθρωπιάς σε εποχές που το ανθρώπινο ”είδος” ψάχνει την ταυτότητα του…

Anna Bithikotsi

Μια καλημερα μεσα απο αντι σιωπης… λογια ζωης!
Καλημερα στα παιδιά τούτου του κόσμου του μικρού του μέγα και και σε σας λατρεμενοι φιλοι μου!
Καλή Κυριακή!
Η Αννούλα σας!

Οκτώβριος 7, 2012 Posted by | ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ-ΠΟΙΗΤΡΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ-ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΜΕΤΑ 40 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΣΥΜΜΑΘΗΤΩΝ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ 1970, Αναδημοσίευση από ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com

ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΔΩ. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ 1970 ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ.
Συγκέντρωση συμμαθητών

ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΑΝΤΕΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟ ΕΤΟΣ 1970

Οι αποφοιτήσαντες το 1970 μαθητές του Γυμνασίου Κοπανακίου διοργανώνουν «συγκέντρωση συμμαθητών» στις 13 Αυγούστου 2011 στο Κοπανάκι. Παρακαλούνται οι ακόλουθοι αποφοιτήσαντες μαθητές της εποχής εκείνης όπως παρευρεθούν στο γεγονός αυτό.
Μας το έστειλε ο Θέμης Γκούντρας. http://goodras.tripod.com

Απόφοιτοι 6ης Τάξης Γυμνασίου Κοπανακίου – 1970

ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ 1970

Βελισσαροπούλου Παναγιώτα
Γιαννόπουλος Γιάννης
Γιαννόπουλος Δημήτρης
Γκοτσόπουλος Γιάννης
Γκούντρας Θέμης
Καλατζόπουλος Σωτήρης
Καράμπελας Βασιλης
Καράμπελας Κώστας
Καράμπελας Μήτρος
Κωνσταντινίδης Μπάμπης
Κωνσταντόπουλος Παναγιώτης
Κωνσταντοπούλου Παναγιώτα
Λιόγα Σοφία
Λυμπερόπουλος Νίκος
Μαραβελής Κώστας
Μιχαλόπουλος Δημήτρης
Μιχαλοπούλου Φωτεινή
Μπάλτα Αγγελική
Μπερδούση Δήμητρα
Μυλωνάς Δημήτρης
Πανουσάκη Ευσταθία
Πανουσάκη Φωτούλα
Παπαναγιώτου Γεωργία
Πουλούλη Άννα
Σιούτη Βασιλική
Σταθόπουλος Τάσος
Στρατίκης Γιάννης
Τζανέτου Βούλα
Τζώρτζης Δήμος
Χρονόπουλος Κώστας
Για περισσότερες πληροφορίες οι απόφοιτοι μπορούν να έρθουν σ’επαφή με τον Βασίλη Καράμπελα στο 6974 048 938 η με τον Θέμη Γκούντρα στο email: tomgountras@frontier.com

Ιουλίου 15, 2011 Posted by | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΙΣ ΛΙΜΝΕΣ ΤΟΥ «ΜΠΛΟΥΚΟΥΜΠΛΟΥΤΣΟΥ». Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΜΠΑΝΙΟ  ΚΑΒΟΥΡΙΑ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, ΣΤΟΥ «ΓΚΛΟΥΚΟΥΜΠΛΟΥΤΣΟΥ»

Σε απόσταση 300 μέτρων από το τελευταίο σπίτι του Λιθερού, εκεί που είναι το γεφύρι στην πέρα ρούγα του Κάτω Κοπανακίου της Ορεινής Τριφυλίας, Συναντιούνται τα ποτάμια  από τις πηγες Σανοβά το λεγόμενο Αγριλαίικο ποτάμι , το Αετοβουναίικο και την πηγή του Μίκαρι, στην συνέχεια ενώνονται με την πηγή του Κρο – Κοπανακι και όλα μαζί χαμηλότερα σμίγουν με τα καθάρια νερά  στην τοποθεσία Μπρουσταίικα που πηγάζουν από την πηγή του Σκορπετσιού, και το Μαλικαίικο ποτάμι που πηγάζει από το κρο – Ιμάδι. Όλα μαζί ενώνονται δύο περίπου χιλιόμετρα πιο κάτω από τις δύο φυσικές πισίνες την μικρή και την μεγάλη γούρνα του ποταμιού, το περίφημο «Μπλουκουμπλούτσου». Στη συνέχεια σε απόσταση 4 – 5 χιλιόμετρα στη θέση διπόταμα ενώνονται με το Αρτικαίικο που πηγάζει από τη Μαχάνα και το Κριτσαίικο ποτάμι. Τα παλιά χρόνια από τα νερά του ποταμού λειτουργούσαν δύο αλευρόμυλοι ο μύλος του Σοφού και ο μύλος του Παπαστασμάτη.  Ακόμη και σήμερα σώζονται μισογκρεμισμένα και ερειπωμένα κτήρια και τα πέτρινα αυλάκια που έφερνε το νερό στους μύλους για να κινούν τις ξύλινες φτερωτές τους και να αλέθουν τα σιτηρά τους. Όπως και τα αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τους οι κάτοικοι της περιοχής. Σήμερα βέβαια σώζονται ίχνη από αυτά τα αυλάκια και τα περισσότερα κομμάτια τους είναι γεμάτα βάτα, ακαθάριστα και χορταριασμένα. Σήμερα και πάλι οι κήποι

ΠΕΤΡΙΝΟ ΑΥΛΑΚΙ ΠΟΤΙΣΜΑΤΟΣ

ποτίζονται από το ποτάμι αλλά με μηχανές και λάστιχα.  Στην συνέχεια όλο το ποτάμι διασχίζοντας μία απόσταση 16 χιλιομέτρων ανάμεσα σε μαγευτικά καταπράσινα τοπία από βαθύσκιωτα πλατάνια, αδιαπέραστους καλαμιώνες, ιτιές, λυγαριές, πουρναριές, σκίντα και αγριελιές, καταλήγει στην θαλάσσια περιοχή του Καλού Νερού. Είναι καλοκαίρι, ο ήλιος ζεματάει στην κυριολεξία, τα τζιτζίκια τρελαμένα από την καλοκαιρινή λαύρα με το βουϊτό τους, βάλσαμο υπνωτικό για τους κουρασμένους μεροκαματιάρηδες γονείς. Τα πιτσιρίκια καιροφυλακτούν πότε θα αποκοιμηθούν για τα καλά οι γονείς τους, κάθε λεπτό που περνά και η αγωνία τους κορυφώνεται. Επιτέλους ή κούραση και η ζέστη από την μια μεριά και ο ήχος των τζιτζικιών από την άλλη έφεραν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η αγωνία τελείωσε… η δράση αρχίζει! Σηκώνονται από τα κρεβάτια τους, και στις μύτες των ποδιών τους προσέχοντας μην κάνουν θόρυβο σηκώνουνε με προσοχή το ξύλινο μάνταλο της πόρτας. Για να κατέβουνε από τα ξύλινα σκαλιά ούτε που το σκέπτονται, στο κατέβασμα κάποιο σκαλί μπορεί να τρίξει και ο θόρυβος θα ξυπνήσει τους νοικοκυραίους. Με προσοχή δρασκελίζουν τα κάγκελα του χαγιατιού και με ένα πήδημα βρίσκονται στην αυλή του σπιτιού. Από εκεί και πέρα όλα τα υπόλοιπα είναι παιχνίδι. Πιο πέρα τα απαραίτητα «εκστρατευτικά» εργαλεία και σύνεργα, η σφεντόνα, το ξύλινο πρωτότυπο καμάκι, τα δόκανα, οι κολοκύθες δεμένες με σχοινί για τους άπειρους κολυμβητές, τα ξύλινα τσιγκλιά και οι κόπανοι για να τρομάζουν τα ψάρια, τα λιναρόδυκτια και τόσα άλλα σύνεργα κρυμμένα κάτω από τις πουρναριές ή τα σκίντα κριμένα Περιμένουν. Με μοναδικό ρούχο ένα σώβρακο από ύφασμα κάμποτο. Για παπούτσια ούτε λόγος, η ξυπολησιά στο μεγαλείο της! Οι πατούσες είχαν σκληρήνει λες και ήταν από σολόδερμα. Πατάγαμε τις αγκορτσές και λύγιζαν τα αγκάθια αντί να μας πληγώνουν, που και που έβλεπες κανένα πιτσιρικά με τσαρούχια από λάστιχα αυτοκινήτων. Μου έλεγε ο Κώστα – Μυλωνάς στο καφενείο της κάτω ρούγας, ότι όλα τα παιδιά ροβολάγαμε προς την πηγή του Κρε- Κοπανάκι, εκεί ήταν και ο τόπος συναντήσεως μας. Με γέλια, καλαμπούρια και χαρούμενα πρόσωπα συναντιώμαστε όλη η μαρίδα εκεί, ο Χρήστος Μαυροειδής, Αρίστος Ματζώρος, ο Γιαννούλης του Χρήστο- Χάση, ο Αντώνη Μπεμπόνης, τα  Τσακόπουλα, τα Παντελάκια, τα χριστοφιλάκια, ο Γιαννη Δριμής ο (Δράτσακας) και τόσα άλλα παιδιά μέχρι και σταθμαίικα από το Πάνω Κοπανάκι ενώνονταν με την παιδοπαρέα. Και όλα μαζί κινούσαμε ακολουθώντας το πέτρινο αυλάκι που ήταν στην αριστερή πλευρά του ποταμού, από το κεφαλάρι στο Κρο- Κοπανάκι με προορισμό τις δύο λίμνες την μικρή και την μεγάλη του «Μπλουκουμπλούτσου». Το μονοπάτι ήταν στενό και είμαστε αναγκασμένοι να βαδίζουμε σε φάλαγγα κατά άνδρα ο ένας πίσω από τον άλλο. Στην διαδρομή κάποια από τα παιδιά ξέφευγαν από την παρέα και απλωνόντουσαν στη θέση «πουρνάρι» ή στη θέση «νησιά» και στον «Άι – Νικόλα» για να μαζέψουν τον απαραίτητο για το ψάρεμα «φλώμο», ένα φυτό με βελούδινα φύλλα και ανθάκια κίτρινα. Μόλις έφταναν στην μικρή λίμνη του «Μπλουκουμπλούτσου» που ήταν πιο ρηχά τα νερά, εκεί άρχιζε ή μάλλον

ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

γινόταν γλέντι. Τα σώβρακα κατεβαίνανε και η ντροπές μπρός στην χαρά του μπάνιου, μένανε πίσω. Χωρίς κόμπλεξ και ταμπού, όλα τα παιδιά ξεβράκωτα βουτάγανε στα κρυσταλλένια νερά της λιμνούλας, το νερό μπούζι, αλλά ποιο παιδί χαμπάριζε από τέτοια. Όποια παιδιά δεν ξέρανε μπάνιο φοράγανε δύο κολοκύθες δεμένες με σχοινί και περασμένες στο στήθος τους για να στέκονται στην επιφάνεια, τα άλλα κολυμπούσανε χωρίς τα βοηθητικά ιδιόρυθμα σωσίβια. Οι πρωτάριδες το βάπτισμα το έπερναν αφού πρώτα τους φορούσαν τις κολοκύθες για ασφάλεια, και στη συνέχεια με μια σπρωξιά εκεί που δεν το περίμεναν έπεφταν στα κρύα νερά της λίμνης, τα υπόλοιπα παιδιά ήταν έτοιμα να επέμβουν αν κάτι πήγαινε στραβά. Άλλος τρόπος για να μάθουν μπάνιο δεν υπήρχε…  Στην επάνω μεριά της βαθειάς λίμνης ήταν ένας μεγάλος πλάτανος  όποιος έριχνε βουτιά από την πάνω μεριά της λίμνης, όλα τα άλλα παιδιά τον θαυμάζανε, ήταν και ο πρώτος, ήταν ο ατρόμητος, ο άφοβος, γιατί  ήταν πιο βαθειά και τα νερά της σκοτεινά και κατάμαυρα, και η θέα τους προκαλούσε φόβο. Ενώ ή επάνω ήταν ξέβαθη. Εκεί τα παιδιά γίνονταν άσσοι στο κολύμπι και ποτέ κανένα παιδί δεν είχε κινδυνέψει να πνιγεί. Όσο για το νερό και στις δύο λίμνες του «Μπλουκουμπλούτσου», ήταν πολύ κρύο παρά την καλοκαιριάτικη ζέστη και ποτέ δεν το βρίσκαμε πεντακάθαρο πάντα με θολωμένα νερά. Βασική αιτία ήταν ότι τους καλοκαιρινούς μήνες δεν έπεφταν αρκετές βροχές και γέμιζαν με το νερό μόνο από την «δέση» του Κρο – Κοπανάκι και από όσο περίσσευε από το Αγριλαίικο ποτάμι. Κατά μήκος στις όχθες δεξιά και αριστερά εκείνα τα χρόνια βουτάγανε τα φύλλα από λίνάρια για να μαλακώσουν, και μετά με ειδική επεξεργασία να τα πλέξουν λιναρένια πανιά, τσουβάλια η και δύκτια. Με συνέπεια το νερό να θολώνει. Και στη δέση οι γυναίκες πλένοντας τις μπουγάδες τους επιδείνωναν την θολούρα του νερού στις λίμνες. Βέβαια αυτά για μας τα παιδιά μπρός την απόλαυση και το παιχνίδι δεν μετρούσαν καθόλου…. Μα σαν βγαίναμε από το παγωμένο  νερό… τρέμαμε σαν τα ψάρια από το κρύο, ούτε πετσέτες για να σκουπιστούμε δεν είχαμε. Στην αριστερή όχθη ήταν δύο μεγάλες πέτρινες πλάκες που τα καλοκαιριάτικα απογεύματα γύρω στις 4-5 ώρα έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου και ζέσταινε ο τόπος. Εκεί μαζευόμαστε το ένα παιδί δίπλα στο άλλο και στέγνωνε το παγωμένο κορμάκι μας κάτω από τις ευεργετικές ζεστές ακτίνες. Μετά φορούσαμε το σώβρακό μας, αν το βρίσκαμε… πάντα κάποιος κογιόνης της παρέας εύρισκε την ευκαιρία να μας τα κρύψει και να ψάχνουμε γύρω ξεβράκωτοι σαν τρελοί να τα βρούμε… ήταν και αυτό ένα παιχνίδι γιατί ξέραμε ότι στο τέλος θα μας έλεγε που τα είχε κρύψει. Κάποτε κάποιος είχε κρύψει το σώβρακο ενός παιδιού από το χωριό Αγριλιά και δεν το φανέρωνε με τίποτα, είχανε προηγούμενα και του το φύλαγε «Αρβανίτικο», ούτε τα κλάματα αλλά ούτε και τα παρακάλια έπιασαν τόπο… στο τέλος ξεπάτωσαν ένα καλάθι και το έδωσαν στον «Φρατζόλα» να σκεπάσει την γύμνια του. Κάποτε περνώντας από την δέση κρύψανε για να κάνουνε πλάκα την μπουγάδα της «Μπρουσδούμαινας». Αυτή που κατάλαβε τι είχε συμβεί τους έκανε το χουνέρι και μετά την κυνηγάγανε να τους τα δώσει. Το τι γέλιο είχε πέσει τότε δεν λέγεται, τέτοιες πλάκες τελειωμό δεν έχουν. Ύστερα πέρναμε τα εργαλεία μας και προχωρούσαμε κατά μήκος του ποταμού άλλοι προς την επάνω μεριά και άλλοι προς την κάτω. Πολλές φορές αφού βουτάγαμε με τους άλλους μετά ομάδες – ομάδες εξορμούσαμε για ψάρεμα. Άλλα παιδιά έχωναν τα χέρια τους μέσα σε τρύπες στις όχθες του ποταμού και ψαχουλεύοντας έπιαναν ψάρια μικρά ή μεγάλα, άλλα παιδιά έπιαναν χέλια που εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλά, άλλα παιδιά ψάχνανε για καβούρια που τα ξετρύπωναν από τις τρύπες ή σηκώνοντας με γυμνά χέρια πέτρες μέσα στο ποτάμι και άλλα παιδιά με αυτοσχέδια καμάκια ή μαχαίρια. Οι πιο μαγκιώροι ψαράδες ήταν αυτοί που ήξεραν τις λίμνες που μάζευαν τα περισσότερα ψάρια και είχαν μικρό άνοιγμα στην έξοδο τους. Τέτοιοι ψαράδες ήταν ο Κώστα – Μυλωνάς, ο Αρίστος Ματζώρος, ο Γιάννης Δριμής (Δράτσακας), ο Χρήστος Μαυροειδής κ.α. Έτσι έκλειναν με καλαμωτές την δυνατότητα διαφυγής από δεξιά και αριστερά, και στη μέση τοποθετούσαν σάκο από αραιά πλεγμένο λινάρι με μήκος 1-2 μέτρα, που είχε ένα αρκετά μεγάλο οριζόντιο σχίσιμο στο μπροστινό μέρος. Τότε με τα ξύλινα τσιγλιά και με τα καμάκια έβγαζαν τα ψάρια από τα θολάμια τους και με τα κοπάνια κτύπαγαν την επιφάνεια της λίμνης στέλνοντας τα φοβισμένα ψάρια προς την λιναρένια παγίδα. Το πιο αποδοτικό ψάρεμα όμως ήταν με τον «φλώμο» ή την «Γαλατσίδα». Αφού έκλειναν τελείως με καλαμωτές το άνοιγμα της λίμνης για να μην παρασυρθούν με το ρεύμα τα ψάρια, πέρνανε μία χεριά από φλώμο και στην άκρη του ποταμού τσοκάνιζαν τον φλώμο μέχρι να τρέξει άφθονο ζουμί σαν γάλα. Μετά έριχναν νερό για να τρέξει το ζουμί μέσα στο νερό και το ανακάτεβαν με το νερό της λίμνης. Το τι γινότανε σε λίγο δεν περιγράφετε! Ότι ζωντανός οργανισμός βρισκόταν στην λίμνη φλωμομένος έβγαινε στην επιφάνεια και εμείς μου έλεγαν ο Κώστα Μυλωνάς και ο Γιάννης Δριμής (Δράτσακας), με τα χέρια ή με απόχες τα μαζεύαμε στα σακούλια όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε για να μη τα χάσουμε. Τα χέλια τα σκοτώναμε κτυπώντας τα στο κεφάλι και στη συνέχεια τα περνάγαμε στα βούρλα, τα βουτάγαμε μέσα στα κρυσταλλένια νερά του ποταμιού για να μην τα ξεράνει η ζέστη και να διατηρηθούν φρέσκα, μέχρι να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, προορισμός το τσουκάλι. Εκτός από τις τεχνικές που αναφέρω οι πρωτόγονοι ψαράδες του ποταμού και των παραποτάμων χρησιμοποιούσαν και ένα πιο δημοφιλές ψάρεμα για μικρούς και μεγάλους. Αυτό ήταν το λεγόμενο το «ψάρεμα του παρακλαδιού». Σε κάποιο κατάλληλο σημείο που στένευε το ποτάμι, έσκαβαν ένα παράλληλο ρυάκι στην αρχή αρκετά βαθύ και σιγά σιγά το ρήχαιναν. Μετά έφραζαν την παλιά κοίτη με καλαμωτές λίγο πριν την παράλληλη κοίτη. Και κτυπώντας με ξύλα ή τα χέρια τα ανάγκαζαν να παγιδευθούν στα ρηχά νερά του τεχνικού παρακλαδιού. Τότε υπήρχε πολύ ψάρι πριν δηλητηριασθούν τα νερά από διάφορα απόβλητα. Να φαντασθείς στην «Δέση» έρχονταν και μεγάλοι ψαράδες με καμάκια και ξύλινες «Δέμπλες», ξετρύπωναν τα ψάρια από τις όχθες και τα έπιαναν με τις απόχες, ψάρια να δουν τα μάτια σου. Πολλές φορές φεύγανε έχοντας γεμίσει δύο και τρία καλάθια ψάρια. Πολλές φορές τοποθετούσαν πολύ ελαφριά δίκτυα από κατεργασμένο αραιά λινάρι σε σχήμα κυκλικό και μετά με το σαματά που κάνανε τα ψάρια φοβισμένα έπεφταν στα δίκτυα, οι ψαράδες τα τραβούσαν από τις δύο μεριές με σχοινιά και τα έφερναν στην όχθη. Στην επιστροφή βέβαια περιττό να σου πω μου έλεγαν στο καφενείο ότι αν συναντούσαν κανένα μποστάνι αφύλακτο έπεφταν σαν τις ακρίδες και το ρήμαζαν στην κυριολεξία. Συκιές, μπουρνελιές, αχλαδιές, το αγαπημένο μας φρούτο ήταν τα σταφύλια, άσε που αν βρίσκαμε αφύλακτο κτήμα με αραποσίτια από δύο «λούκια» να έπαιρνε το κάθε παιδί ο νοικοκύρης το άλλο πρωί τράβαγε τα μαλλιά του από την καταστροφή. Στο μεταξύ οι πατεράδες και οι μανάδες είχαν ξυπνήσει και βλέποντας τα αγόρια τους να λείπουν από το σπίτι, έρχονταν αγριεμένοι προς το ποτάμι… αν τα συναντούσαν με τα νεύρα που είχαν θα τα σακάτευαν από το ξύλο. Όμως αυτά ξέροντας την καταιγίδα που ερχόταν έπαιρναν άλλα μονοπάτια και αποφεύγανε το κακό συναπάντημα, μέχρι να περάσει η κακιά η ώρα, το ξύλο βέβαια δεν θα το γλύτωναν… αλλά τι είναι λίγες ξυλιές μπρος το παιχνίδι! Σήμερα το χωριό και η γύρω περιοχές έχουν καταντήσει χωριά γερόντων, τα νέα παιδιά τράβηξαν τον δικό τους δρόμο, οι χαρούμενες παιδικές  φωνές δεν ακούγονται πλέον, τα χωράφια ερήμωσαν, το πέτρινο αυλάκι και το μονοπάτι για το Μπλουκουμπλούτσου πνίγηκαν στα χόρτα, έγινε αδιάβατο και  το ποτάμι βρόμισε από τα λύματα των εργοστασίων, τα πλατάνια που κάποτε ήταν το καμάρι του ποταμιού μας αργοπεθαίνουν, η φυσική του ομορφιά σιγά και αργά δυστυχώς χάνεται… Μια φωνή απόγνωσης υψώνεται. Κάτι πρέπει να γίνει!!… πληγώνει η ερημιά και η λησμονιά!!!

Σας παραθέτω ένα ποίημα με τίτλο «ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ» από το βιβλίο «Τα χωριάτικα»,  του ποιητή και λογοτέχνη πατριώτη μας από το Κοπανάκι Μεσσηνίας, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΕΛΤΕΜΗ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Κ. Παπαδόπουλου)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Η "ΜΕΛΤΕΜΗΣ"

                     ΤΑ  ΚΑΒΟΥΡΙΑ

ΑΜΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΑΠΟ ΧΑΡΑ ΠΕΤΑΓΑΜΕ, ΤΡΕΧΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΦΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΗ ΔΡΙΖΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΣΑΝΟΒΑ ΣΙΑΠΕΡΑ ΣΚΑΠΕΤΑΓΑΜΕ ΝΑ ΠΙΑΣΟΥΜΕ ΚΑΒΟΥΡΙΑ.

ΓΙΑ ΚΑΒΟΥΡΑΚΙΑ ΜΙΑ ΧΑΨΙΑ, ΜΙΚΡΟΥΛΙΑ, ΤΟΣΟΔΟΥΤΣΙΚΑ

ΜΑΣ ΧΑΝΑΝΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ, ΠΟΙΟΣ ΡΩΤΑΓΕ ΤΙΣ ΜΑΝΝΕΣ –

ΠΟΥ ΑΜΑ ΤΑ ΨΕΝΑΜΕ ΜΕΤΑ ΤΑ ΒΡΙΣΚΑΝΕ «ΚΑΛΟΥΤΣΙΚΑ»

ΚΑΙ ΚΑΒΟΥΡΙΝΕΣ ΠΙΑΝΑΜΕ, ΜΕ ΤΟΣΕΣ ΔΑ ΔΑΓΚΑΝΕΣ.

ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΣ ΤΡΟΥΠΕΣ ΨΑΧΝΑΜΕ, ΠΕΤΡΕΣ ΑΛΛΑ ΣΗΚΩΝΑΝΕ,

ΜΑΤΩΝΑΜΕ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΤΕ ΓΟΝΑ,

ΑΜΑ ΚΑΙ ΚΕΙΝΑ ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΔΑΓΚΩΝΑΝΕ,

ΚΙ ΕΥΡΙΣΚΕ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ Η ΝΟΝΑ….

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com         

Ιουλίου 14, 2011 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, Uncategorized | Σχολιάστε