Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΣΤΑΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ TOY ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΛΙΤΣΗ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

  ΚΑΣΤΑΝΙΑΤο όνομά της έχει δοθεί ως φόρος τιμης και εκτίμησης, σε πολλά χωριά της πατρίδας μας. Είναι το μοναδικό δένδρο που μας δίνει αλεύρι, εξ΄αιτίας αυτής της ιδιότητος την ονομάζουν «ψωμόδενδρο». Γνωστή η καστανιά από τα αρχαία χρόνια και μάλιστα από την εποχή του χάλκού, αρχαιολογικά ευρήματα το αποδεικνύουν. Ήταν η τροφή για όλες τις κοινωνικές ταξεις πλούσιων και φτοχών. Οι καστανιές γίνονται ψηλά δένδρα μπορεί να φτάσουν τα 35 μέτρα ύψος. Φυτρώνουν από μόνα τους ή καλιεργούνται. Πέραν του καρπού που μας χαρίζουν, το ξύλο τους είναι πολύτιμο με όμορφα χρώματα και νερά. Δεν ευδοκιμούν σε τόπους χαμηλότερους των 300 μέτρων.  Μου έλεγε η πεθερά μου Κατερίνα Καρακήτσου σύζυγος του Γιώργη Καπάμπελα (Κατσουλόγιαννη) ότι οι χωρικοί μάζευαν στο δάσος κάστανα στα περίχωρα των χωριών Κερασιά (Αρβανιτοκερασιά) και Βλαχοκερασιά του νομού Αρκαδίας και ότι οι περισσότεροι παραγωγοί τα έφερναν ωμά για πούλημα στο παζάρι του Κοπανακίου. Εμείς τα αγοράζαμε ωμά. Άλλες φορές τα βραζαμε στον τέντζερη σε αλατισμένο ελαφριά νερό. Πολλές φορές τα τρώγαμε αφού τα καθαρίζαμε από την φλούδα. Σπάνια ανάλογα με την όρεξη του κύρη μου τα περιλούζαμε με πετιμέζι ή με σιρόπι από ζάχαρι. Τις περισσότερες φορές αφού τα χαρακώναμε ελαφριά τα βάζαμε στην χόβολη στην πυρογωνιά μαγειρεύοντας συχρόνως το φαγητό. Δεν χρειαζόταν να τα γυρίσουμε ψηνόντουσαν ομοιόμορφα και σε λίγη ώρα. Επίσης νόστιμα και μεγάλου μεγέθους ήταν τα παραγώμενα στα χωριά Μαντέικα Στεμνίτσας και Βατεσινού. Ο κύριος Ματζούνης από τα Πλατάνια της Ορεινής Τριφυλίας μου έλεγε πως ο Λυμπερόπυλος Σπύρος, ήταν ο μόνος που είχε φυτεύσει καστανιές, δεν ήταν αυτοφυή δένδρα. Από το απόγευμα τα έβραζε, τα έβαζε σε τσουβάλια τα φόρτωνε στο μουλάρι του και τα έφερνε στο παζάρι της κυριακης για πούλημα. Ήταν ο μοναδικός που πουλούσε κάστανα βρασμένα. Μόλις άνοιγε ένα τσουβάλι έβγαινε ένας ατμός τόσο ευωδιαστός που σου έσπαζε την μύτη. Λένε πως είχε δικό του τρόπο στο βράσιμο. Το μυστικό ήταν πως πριν τα ρίξει στην κατσαρόλα, τα χάραζε κατά μήκος από την κυρτή πλευρά τους, χωρίς να τα σχίσει και τα βούτάγε όλα μαζί για 5-6 λεπτά σε βραστό κι αλατισμένο νερό, αρωματισμένο με ένα κλαράκι δεντρολίβανο, ρίγανι, θυμάρι και θρούμπι. Το μυστικό για να καθαρίζοντε εύκολα είναι να τα βγάζουμε από το καυτό νερό μετά από αρκετό βράσιμο. Συμπερασματικά το κάστανο αποτελεί καρπό μεγάλης διατροφικής αξίας και είναι πολύ ευεργετικό για την υγεία μας. Αν πρόκειται να αγοράσετε κάστανα για ψήσιμο ή βράσιμο, αγάστε φρέσκα και μεγάλα ανοίχτε και ελέγξτε την ψίχα τους, να είναι σκληρή και χρώματος ανοικτού. Εάν πρόκειται να τα αποθηκεύσουμε στο σπίτι τα τοποθετούμε σε μια νάυλον σακούλα και αφαιρούμε τον αέρα τα βάζουμε στο ψυγείο και μπορούν να διατηριθούν για μερικές εβδομάδες.

ΚΑΣΤΑΝΑΣΟ καστανάς, η φουφού και οι κρύες μέρες του Χειμώνα ! Ο Καστανάς ήταν εποχιακό επάγγελμα. Ξεκινούσε τη δουλειά του στις αρχές του Φθινοπώρου και δούλευε μέχρι το τέλος του Χειμώνα. Είναι από τα λίγα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν τα εξαφάνισε ο χρόνος και η «εξέλιξη». Μόλις έπιαναν τα πρωτοβρόχια ο Καστανάς ετοίμαζε τη Φουφού, προμηθεύονταν τα κάστανα κι έπιανε τη γωνιά κάποιου πολυσύχναστου δρόμου. Η Φουφού (φορητό μαγκάλι) ήταν τσίγκινη και στρογγυλή, χωρισμένη συνήθως σε τρία μέρη, όπου τοποθετούσε κατά μέγεθος τα κάστανα. Κάθε μέγεθος και διαφορετική τιμή. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χαράκωνε μ’ ένα μαχαίρι τα κάστανα και ύστερα τα έριχνε στη Φουφού να ψηθούν. Οι καστανάδες έρχονταν συνήθως από την Καλαμάτα, από τα γύρω χωριά της Αρκαδίας, (Κερασιά, Αρβανιτοκερασιά κ.α.), καστανάδες έρχονταν και από το πανέμορφο- ονομαστό δάσος της Αμπελιώνας. (τόπος για επίσκεψη, διδασκαλία και πεζοπορία.Τα κάστανα  συνήθως έρχονταν από την περιοχή της Αρκαδίας και της Αμπελιώνας. έρχονταν τις καθημερινές κοντά στα σχολεία και τις Κυριακές στο καθιερομένο παραδοσιακό παζάρι της Κυριακής. Καθισμένος σ΄ ένα χαμηλό σκαμνάκι ο Καστανάς περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά και τα γύριζε απ’ την άλλη μεριά. Αφού ψήνονταν τα απομάκρυνε από τη Φουφού. Έπιανε τότε την τσιμπίδα ο Καστανάς και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.  Φόρτωνε στο μουλάρι του την φουφού, τα εργαλεία του, τα κάρβουνα απαραίτητα για το ψήσημο των κάστανων και το εμπόρευμά του. Από την ημέρα του Σαββάτου ξεκινούσε με τα πόδια από το χωριό του, το βραδυ προς τα ξημερώματα Κυριακής είχε φτάσει στο Κοπανάκι, Έπιανετον τόπο του σε κάποια γωνιά για να απαγκιάζει, κοντά στην κεντρική πλατεία. Μετά εύρισκε κάποιο μπαλκόνι έστρωνε μια παλιά μπατανία να ξεκουράσει το κουρασμένο του κορμί από την ολοήμερη πεζοπορία.
«Tο κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι». Διαλαλούσε την πραμμάτειά του ο κυρ Μπάμπης Καρακήτσος από την Βλαχοκερασιά.

Mε τα πρώτα κρύα κάποτε, σε μια γωνιά της Aπλωταριάς του παζαριού και ο κυρ-Μένηςναπό την Αμπελιώνα έστηνε τη φουφού του, άναβε τη φωτιά και έψηνε τα κάστανα διαλαλώντας την ποιότητα και την γεύση τους, καλώντας τους πελάτες μικρούς και μεγάλους. O Aλέκος ένα άλλο καλοκάγαθο ανθρωπάκι μια ζωή πάλευε για τον επιούσιο κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά, μεταξύ αυτών το φθινόπορο πούλαγε ψητά στην φουφύ κάστανα. Ένα βράδυ αντίκρισε τους νεολαίους σε έξαρση αγάπης, αγκαλίτσες ο Aλέκος, χαμογελώντας άρχισε, εδώ το… «ζεστό φιστικάκι, Όμως οι κακουχίες της ζωής τον κατέβαλαν, τον απέσυρε σ’ ένα κρεβάτι, τα αρθρητικά δεν αστειεύονται η ανημπόρια τον έστειλε στον άλλο κόσμο, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Γι’ αυτό και δεν τον βλέπανε πια. O καστανάς είναι μια συμπαθητική φιγούρα που σε κάθε πόλη ζεσταίνει με την παρουσία του την παγωνιά του χειμώνα όχι μόνο σε μικρές πόλεις αλλά και σε μεγαλουπόλεις Nέα Yόρκη, Παρίσι κ.α. Kάστανα στο νησί μας έχουμε πολύ λίγα στα βόρεια Aμάδες, Bίκι, Kαμπιά και είναι χάρμα να βρεθείς κάτω από μια καστανιά μια φθινοπωρινή λιακάδα να παιχνιδίζουν οι ηλιαχτίδες πάνω στο αγκαθωτό περίβλημα που ζηλότυπα κρύβουν τον καρπό. Tο μάζεμα και ο αποχωρισμός απ’ το περίβλημα είναι μια δύσκολη διαδικασία.
Aυτά που βλέπουμε στα καφάσια στην αγορά είναι συνήθως απ’ την Kρήτη που θεωρούνται τα καλύτερα, και του Πηλίου, ακόμα υπάρχουν στην Eύβοια, στη Nάξο, την Πίνδο και B.A. της Πελοποννήσου. Tα κάστανα ήταν γνωστά από την αρχαιότητα, εκλεκτή τροφή για Θεούς και ανθρώπους. Σήμερα; Πού πήγε εκείνο το μαγκάλι που περιμέναμε με λαχτάρα ανυπόμονα γύρω του να ψηθούν στη χόβολή του τα κάστανα, και ‘κείνο το… αξέχαστο «ποιος θα βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά» που έπαιρνε προεκτάσεις και στον τρόπο ζωής. Θέλει τόλμη και θάρρος να βγάλεις τα κάστανα, θέλει τόλμη να ξεσκεπάσεις τη βρομιά, την αδικία, το ψέμα, την υποκρισία… ξεχάστηκε, χάθηκαν οι γενναίοι που σήμερα από κάθε άλλη εποχή χρειάζονται άνθρωποι να βγάλουν απ’ τη φωτιά ―και τη φωτιά― τα κάστανα της συμφοράς.
άπό  Το κάστανο είναι ένας μοναδικός, αμυλούχος γλυκός καρπός με εξαιρετική γεύση και πλούσιο άρωμα, υψηλής θρεπτικής αξίας, τον οποίο μπορούμε να γευτούμε και να καταναλώσουμε κατά την διάρκεια του χειμώνα.  Τα κάστανα αποτελούν μια τροφή με υψηλή θερμιδική αξία. Οι περισσότεροι από εμάς αποφεύγουμε τα κάστανα λόγω του υψηλού θερμιδικού φορτίου, με αποτέλεσμα να μην τα εντάσσουμε στο καθημερινό μας διαιτολόγιο, χάνοντας έτσι τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά που προσφέρει ο συγκεκριμένος καρπός. Σε σύγκριση με τους άλλους ξηρούς καρπούς, τα κάστανα έχουν τις λιγότερες θερμίδες.

Χρήστος Μηλίτσης: Ιστορίες του χωριού μας. Εκτύπωση E-mail. Μία ωραιότατη ανάρτηση (ανέγδοτο περιστατικό), που πήρα το θάρρος να την δημοσιεύσω στον ιστότοπό μου.

ΚΑΣΤΑΝΑΦθινόπωρο. Ξημέρωνε Κυριακή. Βαθειά χαράματα. Η νύχτα δεν είχε μαζέψει ακόμα τα σκοτάδια στην ποδιά της. Τα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό. Προμήνυμα ότι η μέρα θα ερχόταν χαρούμενη και ηλιόλουστη. Τα κοκόρια άρχισαν τα λαλήματα και δεν είχαν σταματημό. Έξαφνα ακούστηκε η καμπάνα του χωριού να χτυπά γρήγορα και δυνατά.΄Έστειλε στους χωριανούς το μήνυμα ότι κάτι το σοβαρό θα συμβεί στο χωριό μας. Μερικοί παραξενεύτηκαν και διερωτώνταν, τι να συμβαίνει άραγε;. Οι περισσότεροι όμως το γνώριζαν και το περίμεναν μάλιστα από καιρό. Ο μακαρίτης Στάθης Σύψας που έκανε τότε κοντά στα άλλα και τον αγγελιοφόρο στο χωριό, δεν άργησε να ξεδιαλύνει την υπόθεση. Έτρεχε από γειτονιά σε γειτονιά και φώναζε όσο μπορούσε με μισοκομμένη καταλαλιά γιατί ο δυστυχής ήτα ανάπηρος και η γλώσσα του δεν τον Βοηθούσε.
–«ε.ε.ε.ε.ε.ε.ε. χωριανοί. Τα’ αμόλσαν τα κάστανα».
Αυτό ήταν. Όλοι οι άνθρωποι ξύπνησαν, άνδρες γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν στους δρόμους. Ακόμα και τα σχολιαρούδια κοντά στους δικούς τους κι’ αυτά. Γέμισαν οι στράτες και τα στενορύμια του χωριού. Φωνές, καλημερίσματα και χαιρετίσματα,πανζουρλισμός στους δρόμους. Όλοι τραβούσαν για τα καστανόδασα. Ήρθε η μέρα που περίμεναν από καιρό να μαζέψουν κάστανα. Έτρεχαν βιαστικά να προλάβουν να μαζέψουν, όσα πιο πολλά μπορούσαν. Το κάστανο τότε, ακόμα και σήμερα αποτελούσε βασική τροφή για τους ξωμάχους. Όταν μάλιστα συνοδεύετε με κάνα δυο ποτηράκια κρασί γίνεται πιο ευχάριστο και κρατάει χορτάτο τον άνθρωπο σχεδόν όλη τη μέρα.
Ότι το κάστανο τραβάει το κρασί το λέει και τι δίστιχο.
Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι
Και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι.
Άρχιζαν από τα κοντινά καστανόδασα και έφταναν στα πιο απομακρυσμένα. Εκεί μεταφέρονταν τώρα οι φωνές, τα πειραχτά και τα καλαμπούρια. Πολύ φασαρία. Η κουβέντα –κουβέντα και η δουλειά- δουλεία. Μάζευαν τα σκορπισμένα κάστανα, σπάζανε με τα πόδια τα καβούκια και τα έβγαζαν. Τα μάζευαν στις ποδιές ή στα κοφίνια και τα έριχναν στα σακουλάκια που κουβαλούσαν μαζί τους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μάζευαν σακιά ολόκληρα και τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια ή και στα μουλάρια που έσερναν μαζί τους.
Δυο γειτονόπουλα, που ήταν καλοί φίλοι και μάλιστα Γυμνασιόπαιδα, άργησαν παρ’ όλη τη φασαρία να σηκωθούν απ’ τα κρεβάτια τους. Ήταν πολύ κουρασμένα από την προηγουμένη μέρα, το Σάββατο το απόγευμα, που ήρθαν πεζοπορώντας από τη Καρδίτσα που ήταν το Γυμνάσιο,- έτσι τα μάθαμε τα λίγα γράμματα εμείς οι παλιοί με ανέχειες, κόπους και σκοτούρες- και αποφάσισαν να πάνε κι αυτά για συλλογή. Προτίμησαν το κοντινό καστανόδασο, τις πλάκιες, όπως λέγεται μια τοποθεσία κοντά στο χωριό.
Σαν έφτασαν εκεί, δεν υπήρχε πλέον ψυχή. Αυτοί που προηγηθήκαν μάζεψαν ότι υπήρχε και τραβήχτηκα στα ενδότερα. Στη ρίζα μιας γέρικης καστανιάς, είδαν ένα σακουλάκι κοντόγιομο με κάστανα που στηρίζονταν στον κορμό της. Έριξαν μια ματιά ολόγυρα δεν υπήρχε κανένας. Σκέφτηκαν, πήραν την απόφαση και το έπραξαν «το καλό». Άδειασαν στα γρήγορα στα δικά τους τσουβαλάκια το περιεχόμενο, ήταν δεν ήταν περίπου 12ως 15 οκάδες, η οκά ήταν τότε η μονάδα μέτρησης του βάρους, γέμισαν το σακουλάκι που άδειασαν με χαλίκια μελίστρας, που είναι ελαφρά Έβαλαν πέντε έξι φούχτες κάστανα από πάνω για να μην φαίνονται τα χαλίκια. και από δω πήγαν κι’ άλλοι.
Ύστερα από λίγη ώρα να και ο Βασιλάκης, ο κάτοχος. Είχε μαζέψει τρεις –τέσσερες οκάδες κάστανα ακόμα τα άδειασε πάνω στα άλλα, γέμισε το σακούλι, το έδεσε καλά και σε λίγο έφτασε κατάκοπος και καταϊδρωμένος, αλλά και πολύ ευχαριστημένος στο σπίτι.
-Έλα μάνα να δεις τι καστανάρες που σου έφερα!.
Έτρεξε η μάνα του στο μπαλκόνι, έστρωσε μια ψάθα να ρίξουν πάνω τα κάστανα να στεγνώσουν για να μη σαπίσουν και είπε στο Βασιλάκη μας να αδειάσει το σακούλι. Αλλά τι έκπληξη. Δεν φαίνονταν πουθενά κάστανο. τα είχαν σκεπάσει τα χαλίκια. Τότε αγανακτισμένη η μάνα του που φημίζονταν για τις κατάρες και τη κακογλωσσιά της ξεφώνισε αγανακτισμένη.
-Βρε Θεοσκοτωμένε χαλίκια με κουβάλησες;
Δεν άργησε η ιστορία αυτή, ύστερα από λίγες μέρες να γίνει βούκινο στο χωριό.

Αυγούστου 29, 2014 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΑΣΤΑΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΣΤΑΝΑ, Uncategorized | Σχολιάστε

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ

  Η γιαγιά  Μαρίτσα

 Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή,

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟΗ ζωή κρύβει πολλούς δρόμους και πολλά μονοπάτια. Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή, συγκαταλέγεται ατην ομάδα με τις ιστορίες των ανθρώπων που άφησαν στο πέρασμά τους τα ίχνη τους. και παρουσιάζει την προσπάθεια του ανθρώπου να αντιμετωπήσει τις δυσκολίες  στους δύσκολους δρόμους της ζωής. Πολλοί από τους ανθρώπους απογοητεύθηκαν, δεν τα κατάφεραν, Άλλοι πάλευσαν ή παλεύουν ακομη να ξεφύγουν από τις  κακές σκέψεις και αναμνήσεις τους  φόβους και τις ανασφάλειειες. Άλλοι κρύβουν μέσα τους ένα έφχλεκτο κερί, γιαυτό πονάνε τα σούρουπα σαν λοιώνουν οι αναμνήσεις μιας μίζερης και φτωχικής προηγούμενης ζωής τους και χύνουν τα λύματά τους βιαστικά στους βρόμικους υπονομους, έτσι εξηγείται γιατί η κωμόπολη αυτή λίγο πριν βραδυάσει μυρίζει ματαιότητα. Η ιστορία μιας πέρα για πέρα αληθινή που χρονολογείται από τα χρόνια που οι κάτοικοι των γύρω περιοχών της Ορεινής Τρυφυλίας άρχισαν να μετακινούνται και να κτίζουν δειλά δειλά τα φτωχικά κονάκια τους στους γύρω συνοικισμούς, πριν κτίσουν τα κυρίως σπίτια τους δεξιά και αριστερά από τον κεντρικό δρόμο του Κάτω Κοπανακίου.Κλείνω τα μάτια κι από το μυαλό μου περνάει μια παλιά ιστορία για κάποια μακρινή κυρία. Μια κυρία που την είδα για πρώτη φορά όταν ήμουν σε ηλικία έξη χρόνων.
Θα ήταν γύρω στα είκοση επτά της με μια υπέροχη γλυκιά ομορφιά  στο της πρόσωπο της.
Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που μοιάζαν σαν δύο θάλασσες από φωτιά και κρύσταλλο που ακόμη κια ο καταγάλανος ουρανός θα ζήλευε  την ομορφιά τους . Με ένα καλίγραμο σώμα που φάνταζε υπέροχο κάτω από το φθηνό τσίτινο φόρεμά της, φτοιαγμένο από λιγαριά και ρόδα, έμοιαζε με πραγματική θεά.
Τόσο όμορφη φάνταζε στην ακουμπισμένη επάνω στο κομοδινο του σαλονιού μας φωτογραφία.
Ένα λευκό κολιέ  διακοσμούσε τον λαιμό της.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες με λιοκαμένα, ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου που να βρουν καιρό για τετοιες πολυτέλειες, μόνο σαν γυνόντουσαν νύφες η σε μεγάλες  οικογενειακές χαρές. Μου άπλωσε τα χέρια και εγώ τρύπωσα στην ποδιά της. Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια πρωτόγνωρη γλυκιά ζεστασιά να με γεμίζει σαν με πήρε στην αγκαλιά της, μου έλυσε τον φιόγκο και πέρασε τα τρυφερά της χέρια στα λυτά μου μαλλιά.
Με φίλεψε μερικές καραμέλες, σταφίδες και στραγάία που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην αγκαλιά της κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδί ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η αξιοπρεπής κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη κυρία με φίλησε κι η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν καταλάβαινα τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα . Πρίν αναχωρήσει έδωσε στην μητέρα μου ένα φουσκωτό φάκελο.
Δεν ήταν συγγενής μας, έτσι μου είπε η μάνα μου, απλά παλιά γειτόνισα, που της είχε διηγηθεί την ιστορία της .
Στα δεκαοκτώ της παντρεύτηκε, και έκανε ένα κοριτσάκι .Ήταν δεν ήταν δυό χρονών ,όταν ο συζυγός της αποφάσισε να την παρατήσει. Ένα πρωί της είπε να ετοιμάσει τα μπογαλάκια του γιατί σκεφτότανε να πάει στην μεγάλη πόλη να κοιτάξει για δουλειά για μια καλύτερη ζωή.
Με την προίκα του στον ώμο πέρασε από το καφενείο όπου και εκεί πίνωντας το τελευταίο καφέ και φουμάροντας το σέρτικο τσιγάρο του χαιρέτησε τους παρευρισκόμένους  συχωριανούς του λέγοντάς τους ότι έφευγε για τα καλά.
-Θα έρθεις πίσω να πάρεις αργότερα την γυναίκα και το παιδί σου έτσι δεν είναι; τον ρώτησαν.
-Α όχι δεν το έχω σκοπό. Χαλάλι σας η γυναίκα μου και η ομορφιά της εγώ πέτρα θα ρίξω πίσω μου είπε χωρίς την παραμικρή τύψη κι εξαφανίστηκε.
Κι έμεινε η Μαρίτσα μόνη από τότε, με το κοριτσάκι και την κατάρα της ομορφιάς της. Με τον κάθε ένα  άνδρα να την κορτάρει….. Κι τότε αν δεν είχες ένα προστάτη σε έπαιρνε το ποτάμι.
Ζητούσε παντού δουλειά μα εκείνοι που είχαν τις δουλιές, για να την προσλάβουν ζητούσαν σεξουαλικό αντάλλαγμα.
Στην αρχή αντιστάθηκε προσπαθώντας να μείνει στον ίσιο δρόμο . Μα πώς; χωρίς ένα εισόδημα πως να ζούσε η καημένη κι έτσι πέρασε ένας χρόνος. Τα ρούχα της πάλιωσαν και μέχρι υπηρέτρια πήγαινε έστω για ένα κομμάτι ψωμί  να ταΐζει το κοριτσάκι της που το άφηνε σε μιά γειτόνισσα,  μέχρι και χαμολόη μάζευε για να ζήσει. Μια μέρα η τύχη της χαμογέλασε και βρήκε μια δουλειά . Δεν ήταν πολλά τα χρήματα μα απο τίποτε καλυτερο το κάτι .
Όταν όμως τελειωσε η βδομάδα, το αφεντικό την άφησε τελευταία να την πληρώσει . Ολοι οι άλλοι είχαν φύγει
Το εργοστάσιο σκοτεινά κι εκεί μέσα στο μικρό γραφείο ο αφεντικός της τα έριξε στα ίσια. Ή τον έκανε εραστή της ή η εργασία τέλειωνε . Να κοιτάξει για αλλού δουλειά .
-Μα κύριε εσύ είσαι παντρεμένος την γυναίκα σου δεν την σκέπτεσαι; Κι εγώ πρέπει να ταΐσω το παιδί .Χρωστάω στο νοίκι της καμαρούλας μου ,την γυναικα που μου το προσέχει .Δεν με λυπάστε;
Μαρίτσα είσαι όμορφη .Πολύ όμορφη κι η γυναίκα μου κοντά σου δεν αξίζει τίποτες. Σε θέλω πάρα πολύ κι αν δεχτείς , θα σου δίνω τον μισθό σου και μάλιστα παραπάνω που παίρνουν οι άλλες .θα σου πλερώνω και το ενοικιο ,έτσι δεν θα’χεις ενοια για τίποτε ποιά.
-Τότε δώστε μου τον μισθόν μου και θα φύγω και να ‘χετε το κρίμα μου αρνήθηκε πεισματικά η Μαρίτσα.
Της πέταξε τον πενιχρό μισθό λέγοντάς της
Αν σε αφήσω να πιάσεις αλλού δουλεια σφύρα μου κλέφτικα . Θα ρτεις μόνη σου να με παρακαλείς .είπε σφυρικτά σαν φίδι. Αλλος ένας πεινασμένος αρσενικός για την σάρκα κι ας καταπατούσε ψυχές
Χωρίς αλλη κουβέντα μάζεψε τον φάκελλο από χάμω, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Πόσο θα αντεχε ακόμα; Την ώρα που έσκυβε να μαζεύψει το φάκελλο με τα λιγοστά λεφτά, το αφεντικό της την έπιασε από την μέση και την έριξε στη στίβα με τα σακιά. Της έκλεισε το στόμα, γεροδεμένος  όπως ήταν τι μπορούσε να κάνει; Της έσκισε τα ρούχα της ξέσκισε το κορμί παρά τα παρακάλια τηςν και την αντίστασή της. Σαν τελείωσε την άφησε ένα ράκος με μια μια ψυχούλα δολοφονημένη. Αφού περασε λίγη ώρα σηκώθηκε, έσφιξε τα δόντια τιλύκτικε στο καταξεσκιμένο παλιό παλτό της και άρχισε να περπατά γρήγορα τυλιγμένη στα ξεσκισμένα ρούχα της και το κρύο να διατρυπά το κορμί της μέχρι το κόκκαλο. Σαν έφτασε στο φτωχικό της έβελε όρκο για εκδίκηση.
Μπορει να σκότωσε το αφεντικό της  την ψυχή της όμως ‘όχι και το μυαλό της . Κι έτσι απο κείνη την μέρα έγινε η μαντάμ Σούλα.
Με πρώτο πελάτη το πρώην αφεντικό της που πλήρωνε αρκετά τσουκτεράτις υπηρεσίες της.
Κι η τιμωρία του, να βλέπει κι όλους τους άλλους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι που αυτός πλήρωνε , από φόβο πια μην μάθει κάτι η γυναίκα του.
Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Η μαντάμ πάμπλουτη επένδυσε τα χρήματα απο την βρωμικη δουλειά της , σε σπίτια χρήματα κοσμήματα . Κι ‘οσο για το κοριτσάκι το έστειλε να μάθει γράμματα και να σπουδάσει με την βοήθεια μιάς γειτόνισας και όχι πολύ μακριά της. Το κοριτσάκι μορφώθηκε, τότε που οι γυναικες καλά καλά δεν ξέραν γράμματα και ποτέ δεν έμαθε το επάγγελμα της μητέρας της . Οταν τέλειωσε το σχολείο, η Μανταμ Σούλα έκλεισε ένα πρωί το σπίτι με τα κόκκινα φωτάκια κια κανείς δεν την ξανάδε εκεί. Εγινε πάλι η κυρία Μαρίτσα .Μια γυναίκα που χήρεψε νωρίς και μετακόμισε δίπλα απο της μάνας μου το σπίτι . Μια καλοκαιριάτικη νύκτα κτύπησε η πόρτα μας μόλις ανοιξε η μητέρα μου μια κυρία γύρω στα εβδομήντα που τα χρόνια δεν είχαν σβύσει την παλιά ομορφιά και γλύκα, την καλησπέρισε. Στο κομοδίνο από μικρή θυμάμαι μια κυρία σε μια φωτογραφία που τόσο έμοιαζε στηνη κυρία Μαρίτσα και κρατούσε στην αγκαλιά της ένα κοριτσάκι με ένα φιόγκο στα μαλάκια της και την οποία η μητέρα μου δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που κι ο πιο ξάστερος ουρανός θα ζήλευε την ομορφιά τους .
Τόσο όμορφα και τόσο όμοια με τα δικά μου που τα απεικόνιζε η φωτογραφία του κομοδίνου ακριβώς απέναντι από τον καναπέ που καθόταν η γιαγια  Μαρίτσα.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες είχαν απεριποιητα ηλιοκαμμένα και ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου .
Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια ζεστασιά να με τυλίγει που τρύπωσα στην ποδιά της
Με φίλεψε μερικές καραμέλες που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην γέρικη αγκαλιά κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδούλα ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η «αξιοπρεπής» κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ‘ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη γιαγιά με φίλησε, εγώ κρεμάστηκα επάνω της και στην σκέψη ότι θα έφευγε η καρδιά μου σφιγκόταν, η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα.
Δεν ήταν απλά γειτόνισσα με την μάνα μου, όπως έμαθα αργότερα που της είχε διηγηθεί την ιστορία της, αλλά είχε εμπιστευθεί στα χέρια της ότι πιο πολύτιμο έχει κάθε μια μάνα στη ζωή.Η μάνα μου ήταν κι η μόνη που γνώριζε το μυστικό της και η γιαγιά Μαρίτσα την είχε σαν δική της κόρη . Μετά η μάνα μου παντρευτηκε έφυγε απ εκεί μα πάντα με έβαζε να της γράφω. Κι επειτα απο την γνωριμία μας κάθε Χριστούγενα θα ερχόταν και το πακέτο με δώρα για μένα. Πότε μια κούκλα, πότε ενα πουλόβερ πλεγμένο από τα χέρια της μαζί με ένα φάκελο φουσκωτό.
Ωσπου μια μερα δεν απάντησε στο γράμμα μου κι η μάνα μου ανήσυχη
πήγε να την δεί. Ομως η γιαγια Αναστασία είχε φυγει για το αγύριστο ταξίδι . Η ψυχή της σίγουρα στην παράδεισο καθώς εκείνη κανένας αμαρτωλός αρσενικός μπόρεσε να την μολύνει ποτέ .
Τότε μόνο έμαθα κι εγώ την θλιβερή ιστορία της και την ιστορία που με συνέδεαι με την γιαγιά Μαρίτσα.


Αυγούστου 22, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΣΕΡΚΟΣ Ο ΑΡΜΕΝΗΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ- Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos.wordpres’s.com

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΗ

Πίνοντας το καφεδάκι μου στο κεντρικό καφενείο της Μηλιάς Μητρογιανοπούλου στο χωριό Κοπανάκι Ορεινής Τριφυλίας. Ν’ασου και εφανίζεται ο Κυρ΄Γιώργης Παπαδάκης. «Έμαθα ότι με ψάχνεις Σπύρο» μου λέει.. Του λέω ότι: «είχα ακούσει απλά μια ιστορία για κάποιον «ξέμπαρκο» Αρμένη που είχε πριν από πολλά χρόνια στην δούλεψή του ο θείος σου Σταύρος και ο πατέρας σου ο Νικολός. «Καί βέβαια τόν είχαμε στην δούλεψή μας, το όνομά του ήταν Σέρκος αλλά τον φωνάζαμε και Σωτήρη. Άνδρας σκληραγωγημένος, γεννημένος για όλες τις δουλειές, δεν ήταν μεγαλόσωμος, ήταν κοντός, χοντρός και μαλιαρός.Ε ίχε κάτι παλάμες σαν μέγγενη, να φαντασθείς από την πολλή και σκληρή δουλειά και τους κάλλους, δεν κλείνανε μέχρι το τέρμα. Από την πάνω μεριά τα δάκτυλά του ήταν γεμάτα με πυκνές τρίχες. Δεν ξέρω και πολλά για τον Σέρκο. Πριν τον Μικρασιατικό πόλεμο είχε έλθει με την γυναίκα του στον Πύργο από τα Προύσσα της Μικράς Ασίας, και δούλευε με μαεστρία την πέτρα στα γεφύρια της σιδηροδρομικής εταιρίας και τους πέτρινους σταθμούς. Όπως έλεγε και ο ίδιος, κάποτε γυρνώντας από την δουλειά του ύστερα από μακρύ διάστημα, βρήκε την γυναίκα του να τον κερατώνει με τον καλύτερό του φίλο, το μυαλό του θόλωσε πηρε ένα κουζινομάχαιρο και την έσφαξε. Μετά παρεδόθηκε στην αστυνομία ομολογώντας το έγκλημά του,  και πήγε φυλακή. Όταν τελείωσε η ποινή του ξαναβρήκε δουλειά στον ΟΣΕ.Συνεχίζοντας να δουλεύει την πέτρα και να κτίζει γεφύρια όπως πρώτα. Στο τελευταίο γεφύρι που εργάσθηκε ήταν αυτό το υπέροχο γεφύρι στο «κακόρεμμα» που σώζεται μέχρι σήμερα βοηθώντας τους Ιταλούς τεχνίτες, σε ένα άλλο μικρότερο λίγο πιο κατω στον παλιό αυτοκινητόδρομο Κοπανακι-Κυπαρυσσίας. Τέλευταία εργασία του γύρω στο 1925 ήταν το κτίσημο του κτηρίου του σιδηροδρομικού σταθμού στο κοπανάκι. Ο θείος μου ο Σταύρος τον εμάζεψε και η θεία μου χαρίκλεια ανέλαβε τα υπόλοιπα. Του έδωσε για να κοιμάται τα απαραίτητα, κρεβάτι, κουβερτες, βελέντζες, ρουχισμό για να ντύνευαι και λιάπικα για να δουλέυει. Το σπιτάκι αυτό ήταν στη θέση «Γιουρούκι» κτισμένο με πλίνθες, κάτω από τις γραμμές του τραίνου απέναντι στις αποθήκες του Α.Σ.Ο. Ο Σέρκος σιγά σιγά το κατεδάφησε, εφτοιαξε τα θεμέλια με ένα και μισό μέτρα ύψος και στην συνέχεια κτίζοντας τσιμεντόλιθους και την σκεπή, σένια πράγματα. Τον Σέρκο τον είχαν υπό την προστασία τους ο θείος μου Σταυρος και ο Νικολός ο πατέρας μου, που σκοτόθηκε αργότερα στο Μελιγαλά. Ο Σέρκος έζησε εδώ 30 – 35 συνεχή χρόνια. Συχνά τον χάναμε για αρκετές ημέρες, έκανε το μπάνιο του, λουζόταν έβαζε και μια φτηνή κολώνια λεμόνι, ντυνόυταν σαν γαμπρός και τα μεσάνυχτα τον χάναμε. Κάποιος που το είχε βάλει σκοπό να δει που πήγαινε τον είχε δει να μπαίνει κρυφά κτυπώντας συνθηματικά την εξώπορτα μιας ζωντοχήρας στην κάτω ρούγα και άλλης μιας στην πάνω ρούγα κάτω από τις γραμμές, το είχε δύπορτο… Από εκεί πάλι έβγαινε κρυφά μετά τρεις με τέσσερες ημέρες, πάλι μετά τα μεσάνυχτα, για να ενφανισθεί φρέσκος και ξανανιωμένος πρωί πρωί στην πιάτσα με το καμτσίκι στο χέρι να οδηγεί το κάρο του. Είχε πατριώτισσα την γριά Κλεάνθη γυναίκα του Γιώργη την  Καλλούπενα την Σμυρνιά του Μήτσου την μάνα. Όταν μιλάγανε στην γλώσσα τους, χαιρώσουνα να τους ακούς, η γλώσσα τους πήγαινε πολυβόλο, είχε βρει ο γύφτος την σειριά του που λέι και ο λαός. Εμείς τον είχαμε και δούλευε στα κτήματα, στο ζευγάρι, στο μάζευμα της ελιάς, στα αμπέλια, τις σταφίδες, το χαράκωμα, τον τρύγο, τον κλάδο, το ψιλοκάθαρο. Του είχαμε δώσει ένα μουλάρι τον φώναζε»Μαλτέζο» και ένα κάρρο. Εκτός από το μουλάρι είχαμε και την «νύφη» μια μουλάρα που την λέγαμε «Κούλα». Ο Σέρκος έσωσε την οικογένειά μου στην κυριολεξία από την πείνα στην κατοχή.

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Κάθε ημέρα πήγαινε με το κάρο στην Καλαμάτα και φόρτωνε σακιά με αλεύρι από το βαπόρι- αποθήκη στο λιμάνι. Σαν τελείωνε το φορτίο που είχε φέρει περιμένανε να έλθει το επόμενο βαπόρι. Μαζί με άλλα κάρα από το Κοπανάκι, του Ματζώρου, του Σοφού (ντίντιρη), του Ρήγα κ.α. που προορισμό είχαν την τροφοδοσία των ανδρών του Ε.Α.Μ. στο Κοπανανάκι, τον Μελιγαλά και όπου αλλού είχε ανάγκη το Ε.Α.Μ. και πληρονώταν σε είδος για το αγώϊ του δηλαδή αλεύρι. Με αυτό το αλεύρι από το αγώϊ που έπερνε ο Σέρκος έζησε όλη η οικογένεια. Επίσης όταν είχαμε συνεταιρικό το ελαιοτριβείο με τον Καπέλιο στο κάτω Κοπανάκι, πήγαινε και γέμιζε ένα σιδεροβάρελο με νερό από την πηγή στο Κρο-Κοπανάκι για τις ανάγκες του λιοτριβιού. Φόρτωνε, μετέφερε και ξεφόρτωνε τα τσουβάλια με τις ελιες. Παλαιότερα δούλευε στο ελαιοτριβείο της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο κάτω Κοπανάκι στα μέσα και στα έξω. Από την στιγμή που τον πηρε στην δούλεψή του ο θείος μου ο Σταύρος, δεν έφυγε πια μέχρι που πέθανε. Η δουλειά του ήταν μόνο για εξωτερικές δουλειές, ποτέ δεν δούλεψε μέσα στο λιοτρίβι ή στον φούρνο. Του άρεσε το φαί και το κρασί, άμα εύρισκε κάνουλα κρασοβάρελου έπινε μέχρι σκασμού. Τον Σταύρο και τον Νικολό τους φώναζε πατέρα και την Χαρίκλεια μάνούλα. Όσο για φαί, έτρωγε όσο τρώει ένας βούβαλος. και κρασί σαν νεροφίδα, κάποτε τύφλα στο μεθύσι πηγαίνοντας για Καλαμάτα, έπεσε στο έδαφος και η ρόδα του κάρου πέρασε από πάνω του, παρ’ όλα αυτά σηκώθηκε με έλαφρές γρατζουνιές και συνέχισε το αγώϊ του μεχρι το Κοπανάκι. Στον γυρισμό μαθένοντας ο γέρο Σταύρος τι είχε συμβεί, τον πλάκωσε στο ξύλο, αλλά που να αλλάξει συνήθειες. Οι μόνες βρισιές που έλεγε ήταν: ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ!!! Το σπιτάκι στο γιουρούκι το χρησιμοποιούσαμε στην κατοχή γιατί το σπίτι πάνω από τον φούρνο το είχαν επιτάξει οι γερμανοί. Στον ανταρτοπόλεμο τον έπιασαν αιχμάλωτο ο στρατός του ΕΛΛΑΣ. Επειδή δούλευε σε σπίτι ταγματασφαλίστικο και τον κρατούσαν στου Χαλβάτσου. Σαν έπεσε το ΕΛΛΑΣ με τις εκκαθαρίσεις στα Δεκεμβριανά τον άφησαν ελεύθερο και ξαναγύρισε στο Κοπανάκι. Μου εξιστορούσε η γυναίκα του Θανάσω, πόσο δεμένοι ήταν το μουλάρι με το Σέρκο. Εάν έπεφτε κάτω το μουλάρι δεν έφευγε, αντίθετα στεκόταν στα τέσσερα από πάνω του με κρύο, ήλιο η βροχή και τον προστάτευε με το σώμα του. Δεμένοι στη ζωή και στο θάνατο, σαν πέθανε το μουλάρι στην εβδομάδα επάνω απεδήμησε εις Κύριον και ο Σέρκος. Τον βρήκε η θεία μου χαρίκλεια να ψυχομαχάει στο Γιουρούκι, γύρω στο 1960 ψελίζοντας τα ονόματα του Σταύρου, του Νικολού που είχε χαθεί στον Μελιγαλά, και ζητώντας στο παραμιλητό του, τον αγαπημένο φίλο του «Μαλτέζο». Μαζί μας έζησε 30 χρόνια κοντά. Όταν πέθανε τον φέραμε για να τον κλαψουμε και να τον μοιρολογήσουμε στο σημερινό μας σπιτικό. Όλοι  οι Κοπανακαίοι  πέρασαν να του ανάψουν ένα κεράκι και για να του πουν το στερνό αντίο. Ο Σέρκος ήταν σε όλους τους κατοίκους αγαπητός. Τον θάψαμε μου έλεγε η Αθανασία δίπλα στα Παπαδακαίϊκα στο κοιμητήριο, σαν άνθρωπο της οικογένειας. Εκανε και μεταφορες με το κάρρο, αλλά δεν έπερνε ούτε μία, εμείς τον χαρτζιλικόναμε. τον ντύναμε, του αγοράζαμε τα τσιγάρα του, τον ταίζαμε και κρασί με την τσότρα. Πριν φύγει γέμιζε και μια μπουκάλα κρασί και κινούσε για το «Γιουρούκι». Αυτός μόνο για ότι μετέφερε από Καλαμάτα αντί για αγώϊ έφερνε τρόφημα και ποτέ χρήματα. Μου έλεγε ο Μήτσο-Σταύρος ο Μιχόπουλος πως άνθρωπο δεν είχε πειράξει. Μια φορά αποκριές ήταν θυμάμαι, είχε ντυθεί μασκαράς και ο Σέρκος, δεν γνωρίζω για ποιο λόγο κάποιος χωροφύλακας τον χαστούκισε και τον κλώτσησε άγρια. Την επομένη το όργανο της τάξεως είχε μαζέψει τα μπογαλάκια του και είχε εξαφανισθεί. Γιατί μετά από αυτό που συνέβει, αν τον έπιανε στα χέρια του ο μπάρμπα Σταύρος θα γινόταν χαμός. Όντως για οποιαδήποτε μεταφορά έκανε δεν πληρωνόταν. Θυμάμαι κάποτε είχε κολήσει στις λάσπες ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας volvo, στην αλάνα του Τσατσούλη κοντά στις αποθήκες. Κόσμος είχε μαζευτεί με τα κάρα τους και τα μουλάρια τους, αλλά δεν κατόρθωναν να το τραβήξουν έξω από τις λάσπες. Πλησιάζει και ο Σέρκος με το κάρρο του και τον «Μαλτέζο», δένει με χονδρή τριχιά τον άξονα του φορτηγού, ΧΑΪ – ΧΟ, ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ….Ο καψερός ‘Μαλτέζος» από το πολύ το ζόρι γονάτισε. Στο τέλος όμως το τράβηξε! Ο οδηγός για να τον ευχαριστήσει βγάζει από το πορτοφόλι του 300 δραχμές, την εποχή εκείνη ήταν σοβαρό ποσο. «Πάρε για να πιεις ένα ποτηράκι ρε φίλε και βρώμη για το άξιο μουλάρι σου, το αξίζεις και συ και ο σύντροφός σου» του λέει. Ο Σέρκος όμως δεν τα δέχτηκε με τίποτα!!! Η συνεργασία με το μουλάρι του ήταν άριστη, Να φαντασθείς στην στροφή της Καραχάλιενας στην ρεματιά είχε μεγάλη ανηφόρα. Δύσκολο να ανεβεί φορτωμένο κάρρο με ένα μουλάρι. Ο «Μαλτέζος» όμως με τις οπλές του έσκαβε το μαλακό χώμα μέχρι να βρει στέρεο έδαφος, μετά με μια δυνατή όθηση την ανέβαινε με την μια. Το παρουσιαστικό του ήταν το φόβητρο των παιδιών. Για να μην κάνουν ατασξίες και να διαβάζουν τα φοβέριζαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες  λέγοντάς τους: «Καθίστε φρόνιμα γιατί θα έρθει να σας πάρει ο «Μεσημεράς» εννοώντας τον Σέρκο!!!  Πάντα θα σε θυμόμαστε με αγάπη εργατικέ Σέρκο και σενα και το φιλότιμο φιλο σου «Μαλτέζο». Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει. Πιστεύω να σου βάλανε για συντροφιά εκεί που πας, καμιά μπότσα με κρασί που τόσο αγαπούσες ..

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ- komianos.wordpres’s.com

Απριλίου 17, 2013 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΣΒΗΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ, «ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ» “ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ”, ή ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ» ή “ΓΑΝΩΤΗΣ” ή “ΓΑΝΩΜΑΤΖΗΣ” και το ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΟΥ “ΠΡΟΥ – ΠΡΟΥ” Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΣΒΗΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ,»ΓΑΝΩΤΗΣ» ή “ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ” ή «ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ» ή “ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ” ή “ΓΑΝΩΜΑΤΖΗΣ” και το ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΟΥ “ΠΡΟΥ – ΠΡΟΥ” Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ- ΚΑΛΑΤΖΗΣ

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ- ΚΑΛΑΤΖΗΣ

Μία  από τις αρκετά μεγάλες  επαγγελματικές τάξεις εκείνη την εποχή, ήταν οι γανωματήδες ή καλαϊτζήδες όπως τους έλεγαν. Ήταν μία τάξη εργατική που είχε μάθει να δουλεύει, να συντηρει και επιδιορθώνει τις χάλκινες οικοσκευές και όχι μόνο. Οι πρώτες οικιακές συσκευές ήταν φτοιαγμένες από χαλκό, αργότερα χρησιμοποιήθικαν ή μάλλον ανακαλήφθηκαν και άλλα μέταλλα. Τους τεχνίτες αυτής της τέχνης τους ονόμαζαν «καζαντζήδες», επειδή μεταξύ των άλλων κατασκευών κατασκεύαζαν καζάνια και τα μαγαζιά τους «καζανζίδικα». Όμως δεν πρέπει να ευσταθεί η ονομασόα από την κατασκευή των καζανιών. Γιατί εκείνη την εποχή το μεγάλο καζάνι το ονόμαζαν «Λεβέτι» το δε μικρό «χαράνι». Σε αντίθεση με το χάλκινο καζάνι που έβραζαν τα στάμφυλλα (τσίπουρα),έτσι ονόμαζαν τον αποστακτήρα για τσίπουρο. Ίσως επειδή η λέξη προέρχεται από την Τουρκία, τετρακόσια χρόνια ίσως ήταν αρκετά για να πάρει αυτή την ονομασία το επάγγελμα. Μία άλλη δοξασία, αν και δεν μπορούμε να την πάρουμε σοβαρά, είναι η ονομασία να προήλθε από το πολύ «καζάντι» της, βλέπεται εκείναη την εποχή η τέχνη του καλαντζή είχε μεγάλη πέραση και εξοικονομούσαν αρκετά χρήματα. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα ως προς την προέλευση της ονομασίας αυτού του κλάδου που ανθούσε εκείνη την εποχή. Οι εξωρμήσεις τους γίνονταν ομαδικά τα ονομαζόμενα «Μπουλούκια» ή «κομπανίες», συνήθως από δύο έως τέσσερα άτομα. κυρίως για λόγους οικονομικούς, ασφαλείας και τεχνικούς. Η αναχώρηση συνήθως γινόταν μετά τα μεσάνυχτα, κατά προτίμηση Δευτέρα, Τετάρτη ή Παρασκευή. Το φεγγάρι έπρεπε να είναι στη γέμισή του ή να έχει πανσέληνο. Πίστευαν ότι έτσι θα γύριζαν με γεμάτο φράγκα πουγκί στο σπιτικό τους. Άλλοι τεχνίτες έριχναν ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ή κάτι σχετικό στην αυλή του σπιτιού τους. Αυτό γινόταν για να το δρασκελήσουν το πρωί οι κότες που ήταν ζώα γόνιμα και παραγωγικά. Γενικά στίς εξορμήσεις τους αυτές ακόμα και η συνάντηση με τα πρώτα πρόσωπα που τα θεωρούσαν σαν κακό συναπάντημα, μπορούσε να γίνει αιτία να αναβάλλουν το ταξείδι τους αυτό για άλλη μέρα. Το να συναντήσουν Παπά στο διάβα τους, ήταν μεγάλη χρουσουζιά και το αποφευγαν με κάθε τρόπο. Για να αποφεύγουν τέτοιου είδους κακά συναπαντήματα και με συνέπεια να αναβάλλουν το ταξείδι τους, ξεκινούσαν πάντα την νύχτα. Καλή προυπόθεση

ΚΑΖΑΝΙ-ΤΡΟΚΑΝΙΑ-ΤΡΟΧΟΣ Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΚΑΖΑΝΙ-ΤΡΟΚΑΝΙΑ-ΤΡΟΧΟΣ Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

εθεωρείτο ο καλός «σεφτές», ήταν η καλή αρχή στην δουλειά τους.  Οι κατασκευές τους πολλές και η τεχνες τους διαφόρων ειδών και χρήσεων, στις φωτογραφίες από το  προσωπικό μουσείο της οικογενείας μου μπορείται να δείτε μερικά από τα παραδοσιακά χάλκινα σκεύη της εποχής εκείνης.  Οι κατασκευές τους διακρίνονται από την χαρακτηριστική απλότητας τους. Είναι δημιουργίες μετρίων τεχνικών και κατασκευασμένα από φτωχά τεχνικά μέσα. Τελικά με την πάροδο του χρόνου τελειοποίησαν την τέχνη τους και  τις κατασκευές τους, Σήμερα θεωρούνται αξιόλογα έργα και σπάνιες αντίκες. Οι κατασκευές των τεχνιτών αυτών, που τις ονόμαζαν χαλκώματα ήταν πολλές. Λεβέτια και χαρανιά, τεντζερέδες με τα καπάκια τους. σίνια ή λαδικά για μικρές ποσότητες, σκανταλέτα, αυτά ήταν σαν φαράσια και τα χρισημοποιούσαν για σιδέρωμα, οι μουρχούτες (σουπιέρες), τα σαγάνια (μεγάλα πιάτα), τεψιά, λαγίνες, μπρικολέγενα, λυχνάρια, λυχνοστάτες, μαγκάλια, σοφράδες (μεγάλα ταψιά με χαμηλά χείλια, τιγάνια, κανάτια, μαστραπάδες (μεγάλες κανάτες), τρίφτες για τυρί, ξέστρες ή ξύστρες για την σκάφη του ζυμώματος, φυσούνες για να φυσάνε την φωτιά από μακρυά, μπότσες χωραγαν δυομισι οκάδες για το μέτρημα του μούστου από το πολύμνι του πατητηριού, μικρά πιάτα τα πινάκια, σουρωτήρια, κουταλια. πιρούνια, κεψέδες (τρυπητές χάλκινες κουτάλες), τροκάνια, κουδούνια, καζάνια για απόσταξη ρακί, κηροπήγια, καντήλια, λιβανιστήρια και τόσες άλλες κατασκευές.  Πρωϊνή συζήτηση πίνωντας τον μερακλίδικο καφε μου στην αυλή του προσφάτως καμμένου παραδοσιακού καφενείου της Σπυρούλας Σοφού του Γεωργίου. Γύρω από ένα τύπο τον “Πρου -Πρού”,  που εργαζόταν σαν γανωματής και επιδιορθωτής χάλκινων κατασκευών. Ο πεθερός σου ο Γιώργη Καράμπελας ή (Κατσουλόγιαννης), συνήθιζε να λέει ότι οι ζουρλοί και οι παράλυτοι, εδώ μπροστά  στην δημοσιά του Κάτω Κοπανακίου καταλήγουν. Το πέρασμά του από την πόλη του Κοπανακίου ήταν πολύ γρήγορο, όπως και η εμφάνησή του στα μέρη μας, γύρω 1925 μέχρι περίπου το 1930.  Παλαιότερα πολλοί μαστόροι που ασχολούνταν με δουλειές του ποδαριού, μετακομίζανε σε διάφορα μέρη για να βγάλουν το ψωμί τους. Για κατάλυμμα όπου βρίσκανε και είχε κανένα “πλινθογώνιασμα” όπως το λέγανε, βάζανε καμιά πρόχειρη στέγη από  πρόχειρα υλκά, καλάμια, τσίγγους, σανίδες με κλαδιά και λύνανε το στεγαστικό τους πρόβλήμα. Εκεί στήνανε και το μαγαζάκι τους, την φου-φού τις τανάλιες, τις πένσες, τα σφυριά τους, το απαραίτητο κασσίτερο ή  καλάϊ και το ειδικό “μπρικοκατσάρολο” για να λιώνουν τα υλικά τους για το γάνωμα. Μετά πέρνανε σβάρνα τις ρούγες και τα γύρω χωριά κουβαλώντας στους ώμους τα εργαλεία τους και  διαλαλώντας την τέχνη τους … “Εδώ ο καλός γανωματής!!…Όλα τα γανώνει… Όλα τα “σταγκώνει”!!… ( Στάγκωμα θα πεί στη γλώσσα τους το γάνωμα).  Ο

ΧΑΛΚΙΝΑ ΣΚΕΥΗ ΟΙΚΙ;ΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ Από το οικογενειακό προσωπικό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΧΑΛΚΙΝΑ ΣΚΕΥΗ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ Από το οικογενειακό προσωπικό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

κασσιτερωτής έκανε και την δουλειά του γανωτζή, δηλαδή έλιωνε τον κασσίτερο με την βοήθεια της φουφούς στο μπρικοκατσάρολο και αφού καθάριζε καλά καλά τα κουζινικά σκεύη, άλειφε το εσωτερικό του με το λεγόμενο “Σπίρτο” και το έτριβε με τριμένο κεραμίδι ή ψιλή άμμο το λεγόμενο “Κουρασάνι”. Μετά με την τσιμπίδα το κράταγε πάνω από την φωτιά να κάψει, μέχρι που σε μια στιγμή άλλαζε χρώμα ο χαλκός, τότε εριχνε μέσα  το λεγόμενο “Νησταντήρι” μία χημική ουσία, για να στρώσει καλύτερα το καλάϊ. Αφού το σκούπιζε με προσοχή και προσέχοντας μην κάψει τα δάκτυλά του, αλειφε το λιωμένο καλάϊ με ένα χοντρό βαμβακερό κουρέλι. Μετά το βουτούσε στο νερό και ήταν έτοιμο για χρήση. Τα κουτάλια, τα μαχαιρια και τα πίρουνα τα γάνωνε βουτώντας τα ολόκληρα μέσα στον κασσίτερο από την μία μεριά και μετά από την άλλη, στο τέλος τα σκούπιζαν καλά με βαμβακερό ύφασμα και γινόντουσαν σαν καινούργια.  Ετσι και ο Πρου – Πρού γανωτζής στο επάγγελμα αλλά και φιλότιμος εργάτης της γης, έκανε καλό ζευγάρι , ήταν και άριστος αμπελουργός. βρήκε κατάλυμμα και αγκαταστάθηκε στον χαμοκέλλα (παλιό χάλασμα), στο πίσω μέρος του σπιτιού της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο Κάτω Κοπανάκι δίπλα στο καφενείο του μπαρμπα Χρήστου Σοφού του (Ντίντιρη). Στο πέρασμά του όλο και κάποιο παιδικό κεφαλάκι από κάποια γωνιά, θα του φώναζε κοροϊδευτικά το γνωστό σε όλους παρατσούκλι του. Γιατί  ξέχασα να σας πω ότι επειδή πριν από κάθε πρότασή του συνήθιζε να λέει Πρου – πρού, αυτό χρησιμοποιούσαν τα παιδιά και γελούσαν μαζί του. Όμως αυτός αντιμετώπιζε τα παιδικά πειράγματα με στοϊκώτητα και καλοσυνάτο χαμόγελο. Σιγά σιγά τα παιδιά τον συμπάθησαν και σταμάτησαν τα πειράγματα. Όταν τον ρωτούσαν οι χωρικοί από που ερχόταν και πόσο καιρό καθόταν σε ένα τόπο, τους απαντούσε:  ” ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΕΔΩ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΕΚΕΙ, ΑΥΡΙΟ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ;…..ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΓΩ Ο ΙΔΙΟΣ !!!…  ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΔΩ, ΕΙΝΑΙ…ΠΑΝΤΟΥ”. Ώσπου μια μέρα ήρθε η καταστροφή…την ώρα που έψηνε τον καφέ, του ακουσε προειδοποιητικά τριξίματα. Πετάχτηκε αλαφιασμένος έξω από την χαμοκέλλα της Αρισταίας με τα σωβρακοφάνελλα. Πίσω του ακολούθησε η καταστροφή…η χαμοκέλλα είχε γίνει ίσωμα!!! ένας κουνιαρχτός από σκόνη γέμισε τον τόπο. Βάζοντας τα χέρια του στην μέση λέει ο άνθρωπός μας: ΚΑΙ ΠΡΟΥ, ΚΑΙ ΠΡΟΥ… ΚΑΙ ΠΡΟΥ, ΠΡΟΥ, ΠΡΟΥ…ΜΩΡ’ ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΟΜΟΥΝ ΕΓΩ ΝΑ ΜΕ ΠΛΑΚΩΣΕΙΣ!!!…. Σκάβοντας με την βοήθεια των χωρικών μέσα στα χαλάσματα της χαμοκέλλας, μάζεψε όσα από τα εργαλεία του ήταν σε καλή κατάσταση, τα σκεπάσματά του και τέλος την πολύτιμη φουστανέλλα του. Μέχρι εκείνη την στιγμή για να μην γυρίζει με τα σωβρακοφάνελλα του είχαν δανείσει κάποιο παντελόνι. Το ίδιο βράδυ ο γνωστός “Κογιώνης” , (χωρατατζής) ο μπαρμπα Γιώργης Μαραβελής του Θοδωρή από το Βαρυμπόπι, στην ταβέρνα του χωριού, του σκάρωνε στην στιγμή όπως συνήθιζε το στιχάκι του.. ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ Η ΧΑΜΟΚΕΛΛΑ- ΤΟΥ ΠΡΟΥ ΠΡΟΥ ΤΟΥ ΗΡΘΕ ΤΡΕΛΑ / ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΗΝ ΤΟΝ ΠΛΑΚΩΣΕΙ- ΧΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ / ΤΥΧΕΡΕ ΠΡΟΥ ΠΡΟΥ ΓΙΑ ΒΙΟΣ ΣΟΥ- ΣΟΥΜΕΙΝΕ ΤΟ ΣΩΒΡΑΚΟ ΣΟΥ!!! Το άλλο πρωί,  αφού μάζεψε ότι χρήσιμο εργαλείο ξέθαψε από τα αποκαίδια, τα ‘εχωσε σε ένα μεγάλο σάκκο, την «μπετελιά», (αναγραμματισμός από την λέξη τεμπελιά). Την τσιμπίδα, τον καρφολόγο, την ψαλίδα, τον ζουμπά, τον ταβλά που μάζευε τα υπολείματα από το καλάι τα «κεβεσέδια», τις βέργες, το σπίρτο και ότι άλλο χρειαζούμενο,  πήρε τον δρόμο για άλλα μέρη, ίσως γύρισε στον τόπο του. Πολλοί λένε ότι καταγόταν από την Στεμνίτσα….Άγνωστο πως δουλεύει το απελπισμένο μυαλό του ανθρώπου.  Δεν του έφτανε η φτιώχια του και η δυστυχία του, τα πειράγματα των παιδιάν και των μεγάλων. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να χάσει και το πρόχειρο σπιτικό του. Από τότε αυτός ο φτωχός, όμως πλούσιος σε ψτχικά χαρίσματα, δεν έδωσε σημεία ζωής ξανά, ούτε κανεις έμαθε νέα του.

Πολλές φορές η δυστυχία σε κάνει φιλόσοφο. Μου έλεγε ο παππούς μπαρμπα Γιαννούλης. Όταν  ρωτούσαν τον Πρου πρού  στο καφενεδάκι της κάτω ρούγας, αν αισθάνεται ικανοποιημένος από την ζωή που έκανε τους απαντούσε: ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ Η ΕΥΤΥΧΙΑ…ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΛΙΓΑ!!!

Ας είσαι καλά άνθρωπέ μου όπου και αν βρίσκεσαι…Είσαι ένα κομάτι της ιστορίας του τόπου μας, που όμως δεν θα ξεχαστεί ποτέ!!!

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ – komianos.wordpress.com

Μαρτίου 24, 2013 Posted by | ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ-ΚΑΖΑΤΖΗΣ-ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΚΥΝΗΓΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΜΠΡΟΣΘΟΓΕΜΕΙΣ ΚΑΡΑΜΠΙΝΕΣ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΩΝ ΦΥΣΙΓΓΙΩΝ- Εργασία: ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΚΥΝΗΓΟΙ ΙΕΡΟΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

Παπάδες κυνηγοι : Παπά Σωκράτης Τσιώτσιος από το χωριό Κεφαλόβρυση Ορεινής Τριφυλίας. Παλιός ταξιτζης στην Αθήνα. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την θρησκεία και χειροτονήθηκε ιερωμένος. Καλός , απλός και ταπεινός παπάς, λειτουργούσε στην εκκλησία του Ριζοχωρίου (Λάπη) στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος μέχρι το 1993. Δεινός κυνηγός με σκυλιά πουλόσκυλα και κυρίως λαγόσκυλα. «Παπά, θα ‘ρθεις για κυνήγι αύριο;». «Ναι ευλογημένε μου, θα ξεπετάξω γρήγορα τη θεία λειτουργία και θα ‘ρθω!». Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Και σαν καλός και έμπειρος κυνηγός που ήταν, είχε και τα σκύλιά του. Συνήθιζε να λέει εάν ζεις κινηγός στο χωριό και χωρίς σκυλιά, είναι σα να λέμε, σπίτι χωρίς παρεθύρι και πόρτα. Τον τρέλαινε στην κυριολεξία η μυρωδιά του μπαρουτιού. Μου έλεγε ο Δημήτρης Αραμπατζής από το χωριο Λάπη, την ημέρα της Αναστάσεως, του έλεγε, «ευλογημένε μου να έχεις υπ΄όψην ότι έχω αφήσει την πορτα του Ιερού ανοικτή, πέστο και στους άλλους. Ρίξτε και κανενα βαρελότο μεσα στην εκκλησιά να μυρίσει και λίγο μπαρούτι». Τόσο του άρεσε η μυρωδιά του καμμένου μπαρουτιού. Μετά το 1995 τον μεταθέσανε στην Φαρακλάδα, εκεί ιερουργεί μέχρι και σήμερα. Πιστεύω ότι συνεχίζει να ριχνει και καμιά ντουφεκιά ακόμη και σήμερα.

Ένας άλλος καλός και συμπαθής κυνηγός ήταν ο Παπά Γιώργης Λυμπερόπουλος. Η καταγωγή του ήταν από το Καλογερέσσι. Συζητώντας με την γυναίκα του την κυρά Χριστίνα την  παπαδιά Καλογεραιϊσα και αυτή. Μου έλεγε ότι: Ο  παπάς ξεκίνησε να λειτουργεί από το Καλογερέσι, στο χωριό καθήσαμε περίπου πέντε χρόνια, Λατζουνάτου, Σελά, σε όλα κει σάπάνου τα χωριά. Μετά εδώ ήρθαμε από το 1982 μέχρι 1983 και πήρε Σαρακινάδα και Βρυμπόπι για ένα χρόνο και μετά πηρε το Χρυσοχώρι και καθήσαμε περίπου 25 χρόνια.Είχε και πολύ κυνήγι εκείνα τα χρόνια τα παλιά, δεν υπήρχαν οι ψεκασμοί και τα φυτοφαρμακα που δεν αφήνουν τίποτα ζωντανό. Θυμάμαι με είχαν πάει να γεννήσω στο νοσοκομείο της Καλαμάτας, τότε δεν κάνανε ούτε καισσαρική ούτε τίποτα. Μου λέει ο γιατρός ή θα κάτσεις μέσα είκοσι ημέρες και μετά θα σου κάνω τεχνικούς πόνους για να γεννήσεις. Ένας συμπέθερος λέει στον Παπά, «άντε τρέξε στο ξιροκάσσι να κτυπήσεις κανένα λαγό για πεσκέσι». Που να βρεθούν λεφτά εκείνη την εποχή να πληρώσεις τον γιατρό… Ξεκίνησε ο παπάς το βραδυ με το τραίνο από την Καλαμάτα και μετα με φορτηγό έφτασε στο ξιροκάσι και έπειτα με τα ποδια στο χωριό.  Το πρωϊ αφού ζώστικε τα φυσικλίκια του ξεκίνησε πέρνωντας και τα λαγόσκυλα μαζί του. Πάντα μεγάλωνε 4 – 5 πουλοσκυλα και λαγοσκυλα επαιδευμένα, το καλύτερο ήταν ο Ταρζάν. Κάτω από μια συκιά στο μέρος (Βάτα)  που βάσταγε ακόμα σύκα συνάντησε τον πρωτο λαγό, μια μπαταριά και πάρτον κάτω, πιο κάτω συνάντησε για καλή του τυχη και τον άλλο να ξεπροβάλει  μέσα από μια πατουλιά . Το απόγευμα έφερε πεσκέσι τον έναν λαγό για τον ενα γιατρό και τον άλλον στον βοηθό του. Με το που πήρανε το πεσκέσι τους την άλλη μέρα το πρωί κιόλας μου κάνανε τεχνικούς πόνους και έφερα στον κόσμο το πρώτο μου παιδί την Κωνσταντίνα από τα παιδιά μου.  Να φαντασθείς Σπύρο μου μου έλεγε η παπαδιά, από το τραπέζι τα πουλιά ή ο λαγός δεν έλειπε τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας.Ο παπάς αγαπούσε τόσο πολύ το κυνήγι και καθώς εμείς ενώ πηγαίναμε για σπορά, αυτός τράβαγε από δικά του μονοπάτια… και πως το έκανε, ποτέ δεν γύριζε με άδεια χέρια. Μου αφηγιώταν ο παπά Γιώργης  η συχωρεμένη μάνα μου, μου  έλεγε επειδή τότε δεν υπήρχαν ψυγεία να μην φέρνω κυνήγια κάθε μέρα αλλά δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα.  Σαν γύρναγα το σούρουπο μετά το φαγητό καθόμουν δίπλα στο παραγώνι καθάριζα την καραμπίνα μου και με επιμέλεια κατασκεύαζα ταφυσίγγια μου, (που λεφτά να αγοράσουμε έτοιμα). Είχα μια μηχανή ειδική για το γέμισμα των φυσιγγών, ανάλογα με το κυνήγι γινόταν το γέμισμα και η επιλλογή των σκαγιών. Παλαιότερα κυνηγούσα με καραμπίνα μπροσθογεμή. Πρώτα ρίχναμε στην κάνη μισό κάλικα σφαίρας ΜΑΥΡΗ ΑΚΑΠΝΗ μπαρούτι, μετά μαλί από πρόβατο και με την ειδική ΒΕΡΓΑ το στουπώναμε όσο πιο πολύ μπορούσαμε, μετά ΕΝΑ ΚΑΛΙΚΑ ΣΚΑΓΙΑ, από πάνω βάζαμε πάλι μαλί από πρόβατο και καλό στούπωμα, τέλος  στην τρύπα που το λέγανε ΜΠΙΒΟ φοράγαμε το ΚΑΨΟΥΛΙ, εκεί σαν έπεφτε ο κόκκορας δημιουργόταν σπίθα. Αν το μπαρούτι ήταν στεγνό, όλα πηγαιναν καλά, αν ήταν υγρό…ο λαγός έκανε φτερά και μετά από λίγο ακολουθούσε η εκπυρσοκρότηση. Είναι αυτό που λέει ο λαός «ΜΠΑΜ ΑΚΟΥΣΘΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΙ Ο ΛΑΓΟΣ ΕΥΡΕΘΕΙ ΠΕΡΑ» (την έκανε με μικρά πηδηματάκια»). Τα σκάγια  Νο 7 ήταν για τρυγώνια, το Νο8 για τσίχλες και περδικες, το Νο 3-4 για λαγούς.  Τότε ξέραμε όλες τις «λούφες» των λαγών, των αλεπούδων, άμα σκότωνες αλεπού επειδή τις είχαν επικυρύξει εκοβες την ουρά και την πήγαινες στο δασαρχείο ως αποδεικτικό στοιχείο για να πληρωθείς την αποζημίωση. Αλλά τις περισσότερες φορές την γδέρναμε και πουλάγαμε το πλούσιο σε τρίχες χειμωνιάτικο δέρμα της με περισσότερα χρηματα στον δερματέμπορα. Επίσης τους μήνες του χειμώνα κυνήγαγα και κουνάβια που το τρίχωμά τους ήταν πλούσιο και περιζήτητο στα σαλόνια εκείνης της εποχής.  Βρίσκαμε την τρύπα της λούφας του κουναβιού, ανάβαμε φωτιά και ρίχναμε θειάφι για να μυρίζει ο καπνός. Στην τρύπα της εξόδου την κλείναμε με ενα τσόχινο τσουβάλι, με το που έβγαινε το κουνάβι φλομωμένο επεφτε στην φάκα του τσουβαλιού και έπερνε τον δρόμο για τον έμπορο για να κοσμήσει το παλτό κάποιας κυρίας. Θυμάμαι το ξύλο που είχα φάει από τον θείο μου τον μπαρμπα Αλέξη Λυμπερόπουλο, κάποια φορά που μου ξεφυγε το κουνάβι γιατί δεν είχα τοποθετήσει σωστά το τσουβάλι στην τρύπα. Το τι άκουσα μετά σε όλη το δρόμο της επιστροφής…δεν λέγεται. Τότε όπως και σήμερα ήξερα όλα τα περάσμετα  και τα στέκια των πουλιών, Π.χ. από που πέρναγαν τα τρυγώνια ή που έπρεπε να στήσουμε καρτέρι για τσίχλες, για τρυγώνια. Τα πιο πονηρά και προσεκτικά πετούμενα ήταν οι φάσες, εμένα μου έρεσε το κυνήγι της μπεκάτσας. Πολύ πονηρό και εξυπνο πουλί. Άμα κάθεται στο χώμα ούτε που το ξεχωρίζεις. Στο βουνό Στεφανή στην πλαγιά εκεί περνούσανε την νύχτα. Από το πρωί πριν φωτήσει ο θεός την μέρα ο ένας έπιανε τα ριζά του βουνού και ο άλλος την κορυφή. Περιμέναμε να κελαϊδήσουνε και με το που σηκωνόντουσαν τις κτυπούσαμε στον αέρα.Όταν πάνε να πιουν νερό σε καμιά πηγή, έρχεται πρώτα μία, άμα δεν έβλεπε κίνδυνο κελαϊδούσε και ακολουθούσε αλλη μία, και σε λιγο ακολουθούσαν και οι άλλες μπουλούκι. Αφού πίνανε νερό ψάχνανε γύρω για τροφή, εγώ που ήξερα τα χούγια τους, έριχνα και μια χούφτα ψιλοκομένο αραποσίτι (κούκλα) σε μια μεριά εκεί κοντά. Μόλις το βλέπανε ορμούσανε στην μάσα, μια μπαταριά με φυσίγγια διασποράς όπως τα λέγαμεκαι όσες σκοτώναμε.    «Παπά, θα ‘ρθεις για κυνήγι μετά την λειτουργεία;». «Οχι ευλογημένε μου,  δεν θα ‘ρθώ! σήμερα ειναι Κυριακή, ημέρα Άγια». Ούτε στις γιορτές κυνηγούσε ήταν αμαρτία. Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Απλοϊκός παπάς που δεν τον είχε χαλάσει η πόλη.  Στα χωριά  ο παπάς είναι και αγρότης, και αμπελουργός, και κτηνοτρόφος, και ξυλοκόπος, και φαμελίτης, και πότης γερός όταν το καλεί η περίσταση.  Και τα χρυσαφικά  που βλέπει είναι αυτά της εκκλησίας. Και τους πύρινους λόγους τους αφήνει για τους «μορφωμένους» δεσποτάδες. Και ο «δικός» μας ο παπάς ο παπά Γιώργης Λυμπερόπουλος  έτσι είναι και παραμένει. Ανθρώπινος, με τα καλά και τα κακά που κουβαλάμε όλοι μας.

Ο Κος Τότσης  Πέτρος παλιός κυνηγός από το χωριό Δώριο μου εξηγούσε τον τρόπο που κατασκεύαζαν χειροποίητα τα φυσίγγια με μία ειδική μηχανή τον καιρό εκείνο. Ένα τέτοιο μηχανάκι  από δωρεά κατοίκου της περιοχής, έχω και εγώ στο προσωπικό μου παραδοσιακό μουσείο. Τοποθετούσαν τον κάλυκα στη μηχανή γεμίσματος μετά ρίχνανε μια δακτυλίθρα μπαρούτι μάρκας ΣΙΤΕ  (ήταν πιο δυνατή από τις άλλες μάρκες εκείνης της εποχής). Μετά τοποθετούσαν μια ψιλή χάρτινη τάπα και στην συνέχεια μια μάλινη. Επάνω την γεμιζαν με τα ανάλογα σε νούμερα σκάγια λίγο πιο κάτω από τα χείλη του φυσιγγιού και μετά μια χάρτινη τάπα, και με την χειροκίνητη μηχανή γύριζαν τα χείλη και το φυσίγγι ήταν ετοιμο για χρήση.

‘Ενας επίσης άριστος παπάς Ολύμπιος, ο παπα Τάκης,  ένας απλοϊκός και ταπεινός ιερουργός από το Λατζουνάτου Τριφυλίας το Γκρέκα, ή αλλοιώς Παπα κόκκινος επειδή ήταν κοκκινοπρόσωπος, ζωσμένος με τα φυσικλίκια του στη μέση και την άλλη ζώνη με τα φυσίγγια περασμένη από τον ώμο, με τη μπροσθογεμή στα χέρια του καραμπίνα και τα ράσσα του να ανεμίζουν στον αέρα. με το που τον έβλεπες στο μυαλό σου περνούσε η σκέψη ότι «έπεσα σε αντάρτη». Μου έλεγε ο Κώστας Τζώρτζης  ότι: «τον συνάντησα ένα απογευματινό που είχα στήσει καρτέρι περιμένοντας πίσω από κάτι φραγκοσυκιές, στη θέση Βελανίδι στο χωριό Ριζοχώρι (Λάπι), μήπως και φανεί κανένα πετούμενο. Μπροστά μου ήταν μια μάντρα και πίσω της ο παπά Κόκκινος είχε στήσει καρτέρι μήπως και φανεί καμιά μπεκάτσα ή καμιά τσιχλα. Σε μια στιγμή σικώθηκε να ξεπιαστεί πρώτα εμφανίστικε το καλιμαύκι κατάμαυρο και ύστερα η φιγούρα του.  Όπως έπεσε η ματιά μου επάνω του, μου έδωσε την εντύπωση μέσα στο μισοσκόταδο, απόκοσμης! παρουσίας, Παπάς ή διάβολος, ήταν πίσω από το πεζούλι; αναρωτήθηκα…Και φωνάζω «Παπούλι!!!» Και μου απαντάει: Εδώ πάνω είσαι και συ ευλογημένε μου; Που να ήξερε ότι εγώ είχα σταυρωσει το βόλι μου, και είμουν έτοιμος να του την μπουμπουνήσωΔεν γνωρίζω ποιος έβαλε φόλες στην περιοχή και του δηλητηρίασε το αγαπημένο κυνηγόσκυλο. Το αποτέλεσμα όμως της εγκληματικής αυτής πράξης είχε θύμα το αθώο σκυλί. Αυτό δεν γίνεται και σήμερα από ορισμένους κακόβουλους;

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ – komianos.wordpress.com

Ιανουαρίου 8, 2013 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑΣ ‘H ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΜΑΝΤΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΥΠΟΜΠΙ, Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ

Το έθιμο της «ορνιθοστηθοσκοπιας» ή όπως λέγεται αλλιώς  «ορνιθοστηθομαντείας»ξεκινάει από τους αρχαίους έλληνες, οι οποίοι πίστευαν πολύ στη δύναμη των οιωνών. Στα πλαίσια αυτά θεωρούσαν ότι μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον, παρατηρώντας τα καλά και τα κακά μαντάτα ήταν «γραμμένα ανεξίτηλα» στο κόκαλο του ζώου.
ΧαρακτηριστΙκή πρόβλεψη  «Ορνιθοστηθοσκοπίας» είναι κατά την παράδοση η ιστορία του κλέφταρματωλού Μπουκουβάλα από το χωριό Βαρυπόμπι της Ορεινής Τριφυλίας πριν την περίφημη μάχη στο Μανιάκι. Η γυναίκα του κρυφά, ζητάει από την γριά μπάμπω την γειτόνισσα, να της διαβάσει την τύχη του άνδρα της στο κόκαλο της κότας. Η γριά μπάμπω μελετάει προσεχτικά όσα
«προμηνύουν» οι γραμμές στο κόκαλο του στήθους της κότας. Εξετάζει τα σημάδια του και βγάζει τα «μαντέματα» που είναι δυσοίωνα αλλά και ευοίωνα συγχρόνως για το παλικάρι που λαβώθηκε κατά την διάρκεια της μάχης αλλά γύρισε ζωντανός στο σπιτικό του. Ο Γιάννο – Μπουκουβάλας ήταν ένας από τους γενναιότερους αγωνιστές της ελευθερίας, γνωστός μεταξύ των πρώτων κλεφταρματωλών. Καταγόταν από το χωριό Βαρυμπόπι σημερινό Μοναστήρι. Το σπίτι του ήταν πάνω από την βρύση στο πάνω μερος του χωριού κοντά στο σπίτι του πρωτοπαλλήκαρου του Ζαχαριά, του ονομαστού Μήτρο-Ντόγκα, είναι η πρώην κατοικία του Λεωνίδα Πετρούλια και μετά του Αναστάση Κακίση και Τάση Παντελή. Μαζί με άλλους συνχωριανούς του Ντόγκα, Μπεμπόνη, κοσμά, Κακίση, Χρήστο Κώνστα, Μακαντάση, Γιάννη Ντούλη, Τάση Καράμπελα, Μπιμπινέλη ή Πανούση, Ροβόλα ή Κοκοβέκη και έναν Ρήγα Κώτσια που αλλοι των φώναζαν και Κούτσια ή Κότζια, πολέμησαν δίπλα – δίπλα στη μάχη στο Μανιάκι. Όμως σαν είδε ή μάλλον κατάλαβε ο Παπαφλέσας ότι η μάχη θα χανόταν, με αποτέλεσμα να χαθούν πολλές ζωές από τους 2000 άνδρες που είχε μαζί του, έδωσε εντολή έντολή να μείνουν μόνο 300 πολεμιστές παραδειγματιζόμενος από την θυσία των  300 του Λεωνίδα. Μεταξύ αυτών που αποχώρησαν ήταν ο Γιάννης Μπουκουβάλας και ο Ρήγας Κώτσιας. Σώθηκαν και οι δύο καταδιωκόμενοι από έφφιπη ομάδα   τουρκαλβανών του Ιμπραήμ . Κατά την καταδίωξη χώρισαν σε ομάδες και πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις για να γλυτώσουν διασπώντας έτσι των αριθμό των διωκτών τους. Ο Γιαννο – Μπουκουβάλας καταδιωκόμενος αμυνόταν αντιπυροβολώντας. Στο τέλος κατάφερε να διαφύγει αφού προηγουμένως σκότωσε και τον τελευταίον έφιππο αράπη, ό οποίος πριν αφήσει την τελευταία του πνοή του είπε: « ΑΝΤΕ ΡΕ ΓΚΙΑΟΥΡΗ!… ΦΑΙΝΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΣΕ ΕΠΛΥΝΕ ΟΥΤΕ ΣΕ ΕΛΟΥΣΕ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ». Σαν έφτασε στο Βαρυμπόπι το αγαπημένο του χωριό, χρειάστηκε να του αλλείψουν το χέρι του με λάδι και λίπος για να του αποσπάσουν την πιστόλα που κρατούσε. Κατά άλλη ντόπια παράδοση, έφτασε στο χωριό τρέχοντας και αφρισμένος από την ένταση της μάχης τόσο πολύ, που χρειάστηκε για να τον συγκρατήσουν και να τον συνεφέρουν, να του ρίξουν μπροστά στα πόδια του και να τον τυλίξουν με κάπες (κουβέρτες πλεκτές στον αργαλιό μάλινες). Χρειάσθηκε πολύς κόπος να του βγάλουν το καρυοφίλι που είχε πιασμένο στην χούφτα του τόσο πολύ σφικτά, που τα δάκτυλά του μάτωσαν όταν επί τέλους κατόρθωσαν να του το αποσπάσουν. Σε ένδειξη σεβασμού η πατρίδα του πρότεινε να πάρει εκτάσεις γύρω από την περιοχή της Κυπαρισσίας, όμως αυτός προτίμησε την περιφέρεια του για να μην απομακρυνθεί από το χωριό του και τα γνώριμα βουνά του. Απόγονοί του είναι οι Μπουκουβαλαίοι στο Κοπανάκι, στον Κακόβατο, Αθήνα και αλλού.

Πηγή : Φωτάκος (Απομνημονευματα 5ον βιβλίον) Και

Βιβλίο Κοσμά Εμμ. Αντωνόπουλου «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» σελίς 403-404

Ιουλίου 13, 2012 Posted by | ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Η ΤΡΥΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑ- Ο ΗΡΩΪΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ- Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ. Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Η ΤΡΥΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΠΕΙΚΟΝΗΣΗ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙΟ Γιάννος Γιαννόπουλος  ήταν ο πατέρας του ονομαστού σημαιοφόρου Ηλία Γιαννόπουλου  που υπερετησε υπό τις διαταγές του καπετάνιου Αθανασίου Γρηγορίου μαζί με έναν Κατσικάρη από το χωριό Ψάρι της ορεινής τριφυλίας. Ο Γιάννος άξιος και γεναίος  πολεμιστής είχε πολεμήσει υπέρ της λευτεριάς της πατρίδας μας κατά την επανάσταση του 1769 – 1770. Καταγώταν από το Κρυονέρι (Σαρακινάδα). Είχε μαλώσει με τον τούρκο Αγά της περιοχής για οικονομικούς και οικογενειακούς λόγους, Στον οποίο είχε στείλει ειδοποίηση ότι αν τύχει και συναντηθούν οι δρόμοι τους θα τον χαλάσει. Μετά από αυτό ο Αγάς τον είχε επικυρήξει με μεγάλο χρηματικό ποσό και τον κατεδίωκε. Λιμέρι και κρυψώνα του είχε την περίφημη σπηλιά ή (τρύπα) του Γιαννόπουλου, στα βουνά της Μάλης. Ακόμη και σήμερα οι γεροντώτεροι με αυτό το όνομα την γνωρίζουν και ξέρουν την τοποθεσία. Οσοι την έχουν επισκεφτεί ακόμη και σήμερα μπορούν να δουν ίχνη φωτιάς και απομεινάρια από κόκκαλα τροφής. Εκεί βρίσκαν καταφύγιο οι τσοπαναραίοι σε κακοκαιρίες και σε περίπτωση που τους έπιανε το βράδυ για να προφυλάξουν τα ζωντανά τους. Από εκεί εξορμούσε και έσπερνε τον τρόμο και την κατστροφή στα τούρκικα φουσάτα, μέχρι την ημέρα που στην πόλη των Φιλιατρών  μετά από συννενόηση με τον φίλο και πατριώτη Γιώργη Παναγιώταρο, τον βοήθησε και μπόρεσε να περάσει οικογενειακώς με καϊκι στο νησί της Ζακύνθου. Σαν πέρασαν στο νησί οι κάτοικοι τους δέχτηκαν με αγάπη και ζεστασιά, το μέρος που κτίσαν το κονάκι τους το ονόμασαν χωριό Σαρακινάδου προς τιμήν της γενναιότητας του Γιάννου. Σε αυτό το μέρος άφησε την τελευταία του πνοή. Τα παιδιά του επέστρεψαν στην Τριφυλία το 1821 για να λάβουν μέρος στην επανάσταση.Μεταξύ των παιδιών του ήταν και ο Ηλίας Γιαννόπουλος.

ΗΛΙΑΣ  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ- ΚΑΙ Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ.

Ο Ηλίας Γιαννοπουλος ένα από τα παιδιά του Γιάννου, το 1821 γύρισε με την οικογένειά του στην Ορεινή Τρυφυλία και πολέμησε σαν σημαιοφόρος του οπλαρχηγού Θανάση Γρηγορίου. Γεναίος πολεμιστής πήρε μέρος σε πολλές συμπλοκές με τους τουρκαλβανούς. Τέλος έλαβε μέρος στις 20 Μαίου 1825 στην περίφημη μάχη στο

ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Μανιάκι. Λέγεται ότι πριν οκτώ με δέκα μέρες είχε επισκεφτεί την οικογένειά του. Αφού αποφάγανε η μάνα του πήρε στα χέρια της το κόκκαλο από το στήθος της κότας που είχαν φάει και με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να μαντέψει τα μελλούμενα διαβάζοντας τα σημάδια του. Απότομα έχασε τον κόσμο γύρω της, το πρόσωπό της χλωμιασε, όμως δεν είπε λέξη… η νύφη της αισθανόμενη ότι κάτι κακό είχε μαντέψει στην «ορνιθοστηθομαντεία» όπως την ονομάζουνε, δεν είπε τίποτα εκείνη την ώρα αλλά σαν συναντήθηκε αργότερα με την πεθερά της την ώρα που πλένανε τα πιάτα, έμαθε πως στο κόκαλο του στήθους της κότας τα σημάδια ήταν άσχημα, οι γραμμές του σκοτεινές και έδειχναν θάνατικό! Συνεννοήθηκαν με την νύφη της να κάνει την βαριά άρρωστη για αρκετές ημέρες μήπως και γίνει αιτία αυτό για να μην πάει στο Μανιάκι ο Λιάκος μέχρι και της περάσει η «θέρμη». Όμως είχε δώσει τον λόγο του στον Γρηγορίου και στους συμπολεμιστές του να παραβρεθεί στη μάχη στο Μανιάκι. Πριν έρθει το μούσγομα, φόρεσε την καλή φρεσκοπλυμένη στολή του. Η μάνα του στην πόρτα μαζί με την γυναίκα προσπάθησαν μάταια να τον κρατήσουν κοντά τους σαν τις αποχαιρετούσε για να πάει να συναντήσει τους συντρόφους του,λέγοντάς του το σχετικό δημοτικό τραγούδι: ΛΙΑ ΜΑΣ ΤΙ ΟΡΔΥΝΙΑΖΕΣΑΙ ΚΑΙ ΒΑΖΕΙΣ Τ΄ ΑΡΜΑΤΑ ΣΟΥ; / ΛΙΑΚΟ ΣΕ ΓΑΜΟ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΣ ΜΗΔΕ ΣΕ ΠΑΝΗΓΥΡΙ…/ΕΓΩ ΠΑΩ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΝΑ ΧΑΛΑΣΩ!/ ΚΙ ΑΝ ΑΠΟΘΑΝΕΙΣ ΔΥΣΜΟΙΡΕ ΛΙΑΚΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΣΕ ΚΛΑΨΕΙ; /ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΕΙ Η ΝΥΧΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ / ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΕΙ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΔΟΛΙΑ ΜΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ/ ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΟΥΝ ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ. Και ύστερα βάζοντας φτερά στα πόδια του μέσα από μυστικά μονοπάτια και στενά περάσματα κίνησε να συναντήσει το πεπρωμένο του στη περίφημη μάχη στο Μανιάκι. Η μάνα του  μετά την μάχη σαν έμαθε για το κακό που βρήκε τον γιο της, επήγε στον τόπο του χαμού παίρνοντας μαζί της κρασί και λάδι για να καθαρίσει το σώμα του νεκρού παιδιού της. Τον βρήκε μαυρισμένο από την κάπνα του μπαρουτιού και δίπλα το σπαθί του σπασμένο από την μανία της μάχης. Μοιρολογώντας καθάρισε τις πληγές του με τα δάκρυά της, έπλυνε το σώμα του με κρασί, το άλειψε με λάδι και μετά τον μετέφερε από εκεί μέχρι το χωριό στην πλάτη της, «ζαλιά». Από το πολύ βάρος και την κούραση έμεινε πιασμένη – κυρτή και καμπουριασμένη για όλη την υπόλοιπη ζωή της! Ο θρήνος και το μοιρολόϊ μάνας και της γυναίκας του ράγιζαν καρδιές σε όλη την Ορεινή Τριφυλία! Το μοιρολόϊ τους  έγινε τραγούδι αργότερα που το τραγουδούσαν με περηφάνια οι συχωριανοί τιμώντας την ανδρειωσύνη και τον ηρωϊκό του αγώνα. Σ΄ΟΥΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΞΑΣΤΕΡΙΑ / Σ’ ΟΥΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΛΙΟΣ / ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ / ΒΑΡΙΑ ‘ΝΑΙ ΣΚΟΤΙΣΜΕΝΑ / Ο ΛΙΑΚΟΣ ΕΛΑΒΩΘΗΚΕ / ΠΟΘΑΝΕ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ / ΤΟΝ ΚΛΑΙΕΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ Η ΓΛΥΚΕΙΑ / ΚΑΙ Η ΔΟΛΙΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ / ΣΗΚΩ ΡΕ ΛΙΑΚΟ ΜΑΣ ΓΛΥΚΕ/ ΚΑΙ ΜΗΝ ΒΑΡΙΟΚΟΙΜΑΣΑΙ / ΝΑ ΠΑΣ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ / ΚΑΙ ΟΥΛΟ ΤΟ ΝΤΟΥΒΛΕΤΙ…

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης αναφέρει: Ο Ηλίας Γιαννόπουλος υπηρέτησε σπουδαίως καθ΄όλον τον αγώνα(Ιστορικαί αλήθειαι σελ.261)

Ο Φωτάκος αναφέρει το περιστατικό,  Εφθάσαμε εις το αλώνι του    Κολοκοτρώνη. Τα σώματα ήρχοντο το ένα κατόπιν του άλλου. Ο Γρηγοριάδης είχε τότε τον περίφημο σημαιοφόρο του Ηλίαν ονομαζόμενον, όστις διεκρίθει κατά την μάχην ταύτην δια την παληκαριά του, ήτις ήτο γνωστή εξ άλλων προηγουμένων πολέμων                                                                                         (Απομνημονεύματα 5ον βιβλίον σελ. 102).

Ο Αμβρόσιος Φραντζης  γράφει: Εις εκείνη την μάχη διεκρίθη ο σημαιοφόρος Γιαννόπουλος εκ Κυπαρισσίας, το ατρόμητο παλληκάρι…(Β΄τόμος σελ. 381-382).  

Πηγή : Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» του Κοσμά Εμμ. Αντωνόπουλου (σελ. 397-398).

Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Μαΐου 20, 2012 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΟ ΤΟΥ ΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ «ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ» Ή «ΑΡΑΤΑΝΤΟΥΡ» ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ. Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ΤΟ ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΟ ΤΟΥ ΑΙ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ «ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ» ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

Στις 26 Οκτωβρίου γιορτάζουμε την μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου. Ανάμεσα στα σπίτια του κοπανακαίικου συνοικισμού «Ραχηντουρ», είναι κτισμένο το εξωκκλήσιο του Άι-Δημήτρη. Εκεί που είναι κτισμένο σήμερα, υπήρχαν πέτρινα ίχνη από παλιά εκκλησία. Λέγεται ότι η Καψαλίνα η μητέρα του Κώστα Μακαντάση του αγροφύλακα, κάποια νύκτα είδε όνειρο τον Άγιο Δημήτρη, που της υπέδειξε αυτόν τον χώρο,και της είπε να του ξανακτίσουν το σπίτι του και να  ονομάσουμε την εκκλησά Άγιο Δημήτρη. Η Καψαλίνα συγκλονισμένη από το όνειρο που είδε και χωρίς να χάσει καιρό το συζήτησε με τις άλλες γειτόνισες το απόγευμα στην «ρούγα». Αποφάσισαν λοιπόν να το συζητήσουν με τους δικούς τους και μετά ξεκινήσανε μαζί με μπροστάρη τον Κοσμά όλοι μαζί. Άρχισαν να σκάβουν στο σημείο που είχε υποδείξει Ο Άγιος Δημήτρης. Για τον ιερό αυτό σκοπό χρήματα μπορεί να μην υπήρχαν αλλά ο ενθουσιασμός τους ήταν μεγάλος, άλλος μάζευε στάρια. άλλος τομάρια από ζώα, λίγο λάδι από εδώ λίγο κρασί από εκεί, άλλοι δίναν χρήματα, η φέρναν πέτρες, χορίδι, κορμούς από κυπαρίσια για την στέγη  και προσωπική εργασία για να κτιστεί η εκκλησούλα. Σαν άρχισαν να σκάβουνε θεμέλια δεν βρέθηκαν παρά μόνο μερικές πέτρες που έδειχναν ότι κάποτε υπήρχε κάποιο κτίσμα,

ΠΑΛΙΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΙ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ "ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ" Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

όμως στην συνέχεια βρήκαν τον κύκλο του Ιερού του παλιού ναού και την βάση της Αγίας Τράπεζας. Στο πίσω μέρος του ναού κατά την ανασκαφή βρήκαν και ένα τάφο μάλλον Ιερέως μαζί και ένα δακτυλίδι και ένα εικονισματάκι.  Ο τάφος γύρω γύρω είχε πέτρες και από πάνω πλάκες. Τον ξανασκεπάσανε φέρανε και τον παπά και έκανε τρισάγιο. Εκεί επάνω στα παλιά θεμέλια άρχισε να κτίζεται το εκκλησάκι αφού βρήκαμε τέσσερες μαστόρους, ο ένας ήταν από το Βαρυμπόμπη ο Μήτσο-μάστορας ο Κοντούλης  ” ο Λαγκαδιανός” και με “ξέλαση” (έτσι λέγανε την αλληλοβοήθεια εκείνη την εποχή στα μέρη μας), άρχισε το κτίσημο της εκκλησίας. Το 1957 επιτέλους τελειώσαμε. Η πέρα ρούγα απόκτισε την δική της εκκλησία με την βοήθεια του θεού και των πιστών κατοίκων της. Η εικόνα που βρέθηκε στον τάφο ήταν του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Όπως με πληροφόρησαν την πήρε ο γέρο Αλέξης Τάγαρης και το δακτυλίδι η γριά Κοσμίνα. Ο Κώνστας Περικλής μου έλεγε ότι από τότε που πρωτολειτούργησε ο ναός του Άϊ-Δημήτρη, και κάθε χρόνο  το πρωί της παραμονής της εορτής του Άι – Δημήτρη ο δάσκαλος Αγγελής Αναγνωστόπουλος, έπερνε τους μαθητές του  Α! Δημοτικού Σχολείου από το «Λιθερό» στο κάτω Κοπανάκι και, τους πήγαινε εκδρομή στον Άϊ Γιάννη στο Ραχηντούρ, και καθαρίζανε το προαύλιο της εκκλησίας. Το τερπνό μετά του ωφελίμου…

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Οκτωβρίου 25, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΙΣ ΛΙΜΝΕΣ ΤΟΥ «ΜΠΛΟΥΚΟΥΜΠΛΟΥΤΣΟΥ». Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΜΠΑΝΙΟ  ΚΑΒΟΥΡΙΑ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, ΣΤΟΥ «ΓΚΛΟΥΚΟΥΜΠΛΟΥΤΣΟΥ»

Σε απόσταση 300 μέτρων από το τελευταίο σπίτι του Λιθερού, εκεί που είναι το γεφύρι στην πέρα ρούγα του Κάτω Κοπανακίου της Ορεινής Τριφυλίας, Συναντιούνται τα ποτάμια  από τις πηγες Σανοβά το λεγόμενο Αγριλαίικο ποτάμι , το Αετοβουναίικο και την πηγή του Μίκαρι, στην συνέχεια ενώνονται με την πηγή του Κρο – Κοπανακι και όλα μαζί χαμηλότερα σμίγουν με τα καθάρια νερά  στην τοποθεσία Μπρουσταίικα που πηγάζουν από την πηγή του Σκορπετσιού, και το Μαλικαίικο ποτάμι που πηγάζει από το κρο – Ιμάδι. Όλα μαζί ενώνονται δύο περίπου χιλιόμετρα πιο κάτω από τις δύο φυσικές πισίνες την μικρή και την μεγάλη γούρνα του ποταμιού, το περίφημο «Μπλουκουμπλούτσου». Στη συνέχεια σε απόσταση 4 – 5 χιλιόμετρα στη θέση διπόταμα ενώνονται με το Αρτικαίικο που πηγάζει από τη Μαχάνα και το Κριτσαίικο ποτάμι. Τα παλιά χρόνια από τα νερά του ποταμού λειτουργούσαν δύο αλευρόμυλοι ο μύλος του Σοφού και ο μύλος του Παπαστασμάτη.  Ακόμη και σήμερα σώζονται μισογκρεμισμένα και ερειπωμένα κτήρια και τα πέτρινα αυλάκια που έφερνε το νερό στους μύλους για να κινούν τις ξύλινες φτερωτές τους και να αλέθουν τα σιτηρά τους. Όπως και τα αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τους οι κάτοικοι της περιοχής. Σήμερα βέβαια σώζονται ίχνη από αυτά τα αυλάκια και τα περισσότερα κομμάτια τους είναι γεμάτα βάτα, ακαθάριστα και χορταριασμένα. Σήμερα και πάλι οι κήποι

ΠΕΤΡΙΝΟ ΑΥΛΑΚΙ ΠΟΤΙΣΜΑΤΟΣ

ποτίζονται από το ποτάμι αλλά με μηχανές και λάστιχα.  Στην συνέχεια όλο το ποτάμι διασχίζοντας μία απόσταση 16 χιλιομέτρων ανάμεσα σε μαγευτικά καταπράσινα τοπία από βαθύσκιωτα πλατάνια, αδιαπέραστους καλαμιώνες, ιτιές, λυγαριές, πουρναριές, σκίντα και αγριελιές, καταλήγει στην θαλάσσια περιοχή του Καλού Νερού. Είναι καλοκαίρι, ο ήλιος ζεματάει στην κυριολεξία, τα τζιτζίκια τρελαμένα από την καλοκαιρινή λαύρα με το βουϊτό τους, βάλσαμο υπνωτικό για τους κουρασμένους μεροκαματιάρηδες γονείς. Τα πιτσιρίκια καιροφυλακτούν πότε θα αποκοιμηθούν για τα καλά οι γονείς τους, κάθε λεπτό που περνά και η αγωνία τους κορυφώνεται. Επιτέλους ή κούραση και η ζέστη από την μια μεριά και ο ήχος των τζιτζικιών από την άλλη έφεραν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η αγωνία τελείωσε… η δράση αρχίζει! Σηκώνονται από τα κρεβάτια τους, και στις μύτες των ποδιών τους προσέχοντας μην κάνουν θόρυβο σηκώνουνε με προσοχή το ξύλινο μάνταλο της πόρτας. Για να κατέβουνε από τα ξύλινα σκαλιά ούτε που το σκέπτονται, στο κατέβασμα κάποιο σκαλί μπορεί να τρίξει και ο θόρυβος θα ξυπνήσει τους νοικοκυραίους. Με προσοχή δρασκελίζουν τα κάγκελα του χαγιατιού και με ένα πήδημα βρίσκονται στην αυλή του σπιτιού. Από εκεί και πέρα όλα τα υπόλοιπα είναι παιχνίδι. Πιο πέρα τα απαραίτητα «εκστρατευτικά» εργαλεία και σύνεργα, η σφεντόνα, το ξύλινο πρωτότυπο καμάκι, τα δόκανα, οι κολοκύθες δεμένες με σχοινί για τους άπειρους κολυμβητές, τα ξύλινα τσιγκλιά και οι κόπανοι για να τρομάζουν τα ψάρια, τα λιναρόδυκτια και τόσα άλλα σύνεργα κρυμμένα κάτω από τις πουρναριές ή τα σκίντα κριμένα Περιμένουν. Με μοναδικό ρούχο ένα σώβρακο από ύφασμα κάμποτο. Για παπούτσια ούτε λόγος, η ξυπολησιά στο μεγαλείο της! Οι πατούσες είχαν σκληρήνει λες και ήταν από σολόδερμα. Πατάγαμε τις αγκορτσές και λύγιζαν τα αγκάθια αντί να μας πληγώνουν, που και που έβλεπες κανένα πιτσιρικά με τσαρούχια από λάστιχα αυτοκινήτων. Μου έλεγε ο Κώστα – Μυλωνάς στο καφενείο της κάτω ρούγας, ότι όλα τα παιδιά ροβολάγαμε προς την πηγή του Κρε- Κοπανάκι, εκεί ήταν και ο τόπος συναντήσεως μας. Με γέλια, καλαμπούρια και χαρούμενα πρόσωπα συναντιώμαστε όλη η μαρίδα εκεί, ο Χρήστος Μαυροειδής, Αρίστος Ματζώρος, ο Γιαννούλης του Χρήστο- Χάση, ο Αντώνη Μπεμπόνης, τα  Τσακόπουλα, τα Παντελάκια, τα χριστοφιλάκια, ο Γιαννη Δριμής ο (Δράτσακας) και τόσα άλλα παιδιά μέχρι και σταθμαίικα από το Πάνω Κοπανάκι ενώνονταν με την παιδοπαρέα. Και όλα μαζί κινούσαμε ακολουθώντας το πέτρινο αυλάκι που ήταν στην αριστερή πλευρά του ποταμού, από το κεφαλάρι στο Κρο- Κοπανάκι με προορισμό τις δύο λίμνες την μικρή και την μεγάλη του «Μπλουκουμπλούτσου». Το μονοπάτι ήταν στενό και είμαστε αναγκασμένοι να βαδίζουμε σε φάλαγγα κατά άνδρα ο ένας πίσω από τον άλλο. Στην διαδρομή κάποια από τα παιδιά ξέφευγαν από την παρέα και απλωνόντουσαν στη θέση «πουρνάρι» ή στη θέση «νησιά» και στον «Άι – Νικόλα» για να μαζέψουν τον απαραίτητο για το ψάρεμα «φλώμο», ένα φυτό με βελούδινα φύλλα και ανθάκια κίτρινα. Μόλις έφταναν στην μικρή λίμνη του «Μπλουκουμπλούτσου» που ήταν πιο ρηχά τα νερά, εκεί άρχιζε ή μάλλον

ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

γινόταν γλέντι. Τα σώβρακα κατεβαίνανε και η ντροπές μπρός στην χαρά του μπάνιου, μένανε πίσω. Χωρίς κόμπλεξ και ταμπού, όλα τα παιδιά ξεβράκωτα βουτάγανε στα κρυσταλλένια νερά της λιμνούλας, το νερό μπούζι, αλλά ποιο παιδί χαμπάριζε από τέτοια. Όποια παιδιά δεν ξέρανε μπάνιο φοράγανε δύο κολοκύθες δεμένες με σχοινί και περασμένες στο στήθος τους για να στέκονται στην επιφάνεια, τα άλλα κολυμπούσανε χωρίς τα βοηθητικά ιδιόρυθμα σωσίβια. Οι πρωτάριδες το βάπτισμα το έπερναν αφού πρώτα τους φορούσαν τις κολοκύθες για ασφάλεια, και στη συνέχεια με μια σπρωξιά εκεί που δεν το περίμεναν έπεφταν στα κρύα νερά της λίμνης, τα υπόλοιπα παιδιά ήταν έτοιμα να επέμβουν αν κάτι πήγαινε στραβά. Άλλος τρόπος για να μάθουν μπάνιο δεν υπήρχε…  Στην επάνω μεριά της βαθειάς λίμνης ήταν ένας μεγάλος πλάτανος  όποιος έριχνε βουτιά από την πάνω μεριά της λίμνης, όλα τα άλλα παιδιά τον θαυμάζανε, ήταν και ο πρώτος, ήταν ο ατρόμητος, ο άφοβος, γιατί  ήταν πιο βαθειά και τα νερά της σκοτεινά και κατάμαυρα, και η θέα τους προκαλούσε φόβο. Ενώ ή επάνω ήταν ξέβαθη. Εκεί τα παιδιά γίνονταν άσσοι στο κολύμπι και ποτέ κανένα παιδί δεν είχε κινδυνέψει να πνιγεί. Όσο για το νερό και στις δύο λίμνες του «Μπλουκουμπλούτσου», ήταν πολύ κρύο παρά την καλοκαιριάτικη ζέστη και ποτέ δεν το βρίσκαμε πεντακάθαρο πάντα με θολωμένα νερά. Βασική αιτία ήταν ότι τους καλοκαιρινούς μήνες δεν έπεφταν αρκετές βροχές και γέμιζαν με το νερό μόνο από την «δέση» του Κρο – Κοπανάκι και από όσο περίσσευε από το Αγριλαίικο ποτάμι. Κατά μήκος στις όχθες δεξιά και αριστερά εκείνα τα χρόνια βουτάγανε τα φύλλα από λίνάρια για να μαλακώσουν, και μετά με ειδική επεξεργασία να τα πλέξουν λιναρένια πανιά, τσουβάλια η και δύκτια. Με συνέπεια το νερό να θολώνει. Και στη δέση οι γυναίκες πλένοντας τις μπουγάδες τους επιδείνωναν την θολούρα του νερού στις λίμνες. Βέβαια αυτά για μας τα παιδιά μπρός την απόλαυση και το παιχνίδι δεν μετρούσαν καθόλου…. Μα σαν βγαίναμε από το παγωμένο  νερό… τρέμαμε σαν τα ψάρια από το κρύο, ούτε πετσέτες για να σκουπιστούμε δεν είχαμε. Στην αριστερή όχθη ήταν δύο μεγάλες πέτρινες πλάκες που τα καλοκαιριάτικα απογεύματα γύρω στις 4-5 ώρα έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου και ζέσταινε ο τόπος. Εκεί μαζευόμαστε το ένα παιδί δίπλα στο άλλο και στέγνωνε το παγωμένο κορμάκι μας κάτω από τις ευεργετικές ζεστές ακτίνες. Μετά φορούσαμε το σώβρακό μας, αν το βρίσκαμε… πάντα κάποιος κογιόνης της παρέας εύρισκε την ευκαιρία να μας τα κρύψει και να ψάχνουμε γύρω ξεβράκωτοι σαν τρελοί να τα βρούμε… ήταν και αυτό ένα παιχνίδι γιατί ξέραμε ότι στο τέλος θα μας έλεγε που τα είχε κρύψει. Κάποτε κάποιος είχε κρύψει το σώβρακο ενός παιδιού από το χωριό Αγριλιά και δεν το φανέρωνε με τίποτα, είχανε προηγούμενα και του το φύλαγε «Αρβανίτικο», ούτε τα κλάματα αλλά ούτε και τα παρακάλια έπιασαν τόπο… στο τέλος ξεπάτωσαν ένα καλάθι και το έδωσαν στον «Φρατζόλα» να σκεπάσει την γύμνια του. Κάποτε περνώντας από την δέση κρύψανε για να κάνουνε πλάκα την μπουγάδα της «Μπρουσδούμαινας». Αυτή που κατάλαβε τι είχε συμβεί τους έκανε το χουνέρι και μετά την κυνηγάγανε να τους τα δώσει. Το τι γέλιο είχε πέσει τότε δεν λέγεται, τέτοιες πλάκες τελειωμό δεν έχουν. Ύστερα πέρναμε τα εργαλεία μας και προχωρούσαμε κατά μήκος του ποταμού άλλοι προς την επάνω μεριά και άλλοι προς την κάτω. Πολλές φορές αφού βουτάγαμε με τους άλλους μετά ομάδες – ομάδες εξορμούσαμε για ψάρεμα. Άλλα παιδιά έχωναν τα χέρια τους μέσα σε τρύπες στις όχθες του ποταμού και ψαχουλεύοντας έπιαναν ψάρια μικρά ή μεγάλα, άλλα παιδιά έπιαναν χέλια που εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλά, άλλα παιδιά ψάχνανε για καβούρια που τα ξετρύπωναν από τις τρύπες ή σηκώνοντας με γυμνά χέρια πέτρες μέσα στο ποτάμι και άλλα παιδιά με αυτοσχέδια καμάκια ή μαχαίρια. Οι πιο μαγκιώροι ψαράδες ήταν αυτοί που ήξεραν τις λίμνες που μάζευαν τα περισσότερα ψάρια και είχαν μικρό άνοιγμα στην έξοδο τους. Τέτοιοι ψαράδες ήταν ο Κώστα – Μυλωνάς, ο Αρίστος Ματζώρος, ο Γιάννης Δριμής (Δράτσακας), ο Χρήστος Μαυροειδής κ.α. Έτσι έκλειναν με καλαμωτές την δυνατότητα διαφυγής από δεξιά και αριστερά, και στη μέση τοποθετούσαν σάκο από αραιά πλεγμένο λινάρι με μήκος 1-2 μέτρα, που είχε ένα αρκετά μεγάλο οριζόντιο σχίσιμο στο μπροστινό μέρος. Τότε με τα ξύλινα τσιγλιά και με τα καμάκια έβγαζαν τα ψάρια από τα θολάμια τους και με τα κοπάνια κτύπαγαν την επιφάνεια της λίμνης στέλνοντας τα φοβισμένα ψάρια προς την λιναρένια παγίδα. Το πιο αποδοτικό ψάρεμα όμως ήταν με τον «φλώμο» ή την «Γαλατσίδα». Αφού έκλειναν τελείως με καλαμωτές το άνοιγμα της λίμνης για να μην παρασυρθούν με το ρεύμα τα ψάρια, πέρνανε μία χεριά από φλώμο και στην άκρη του ποταμού τσοκάνιζαν τον φλώμο μέχρι να τρέξει άφθονο ζουμί σαν γάλα. Μετά έριχναν νερό για να τρέξει το ζουμί μέσα στο νερό και το ανακάτεβαν με το νερό της λίμνης. Το τι γινότανε σε λίγο δεν περιγράφετε! Ότι ζωντανός οργανισμός βρισκόταν στην λίμνη φλωμομένος έβγαινε στην επιφάνεια και εμείς μου έλεγαν ο Κώστα Μυλωνάς και ο Γιάννης Δριμής (Δράτσακας), με τα χέρια ή με απόχες τα μαζεύαμε στα σακούλια όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε για να μη τα χάσουμε. Τα χέλια τα σκοτώναμε κτυπώντας τα στο κεφάλι και στη συνέχεια τα περνάγαμε στα βούρλα, τα βουτάγαμε μέσα στα κρυσταλλένια νερά του ποταμιού για να μην τα ξεράνει η ζέστη και να διατηρηθούν φρέσκα, μέχρι να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, προορισμός το τσουκάλι. Εκτός από τις τεχνικές που αναφέρω οι πρωτόγονοι ψαράδες του ποταμού και των παραποτάμων χρησιμοποιούσαν και ένα πιο δημοφιλές ψάρεμα για μικρούς και μεγάλους. Αυτό ήταν το λεγόμενο το «ψάρεμα του παρακλαδιού». Σε κάποιο κατάλληλο σημείο που στένευε το ποτάμι, έσκαβαν ένα παράλληλο ρυάκι στην αρχή αρκετά βαθύ και σιγά σιγά το ρήχαιναν. Μετά έφραζαν την παλιά κοίτη με καλαμωτές λίγο πριν την παράλληλη κοίτη. Και κτυπώντας με ξύλα ή τα χέρια τα ανάγκαζαν να παγιδευθούν στα ρηχά νερά του τεχνικού παρακλαδιού. Τότε υπήρχε πολύ ψάρι πριν δηλητηριασθούν τα νερά από διάφορα απόβλητα. Να φαντασθείς στην «Δέση» έρχονταν και μεγάλοι ψαράδες με καμάκια και ξύλινες «Δέμπλες», ξετρύπωναν τα ψάρια από τις όχθες και τα έπιαναν με τις απόχες, ψάρια να δουν τα μάτια σου. Πολλές φορές φεύγανε έχοντας γεμίσει δύο και τρία καλάθια ψάρια. Πολλές φορές τοποθετούσαν πολύ ελαφριά δίκτυα από κατεργασμένο αραιά λινάρι σε σχήμα κυκλικό και μετά με το σαματά που κάνανε τα ψάρια φοβισμένα έπεφταν στα δίκτυα, οι ψαράδες τα τραβούσαν από τις δύο μεριές με σχοινιά και τα έφερναν στην όχθη. Στην επιστροφή βέβαια περιττό να σου πω μου έλεγαν στο καφενείο ότι αν συναντούσαν κανένα μποστάνι αφύλακτο έπεφταν σαν τις ακρίδες και το ρήμαζαν στην κυριολεξία. Συκιές, μπουρνελιές, αχλαδιές, το αγαπημένο μας φρούτο ήταν τα σταφύλια, άσε που αν βρίσκαμε αφύλακτο κτήμα με αραποσίτια από δύο «λούκια» να έπαιρνε το κάθε παιδί ο νοικοκύρης το άλλο πρωί τράβαγε τα μαλλιά του από την καταστροφή. Στο μεταξύ οι πατεράδες και οι μανάδες είχαν ξυπνήσει και βλέποντας τα αγόρια τους να λείπουν από το σπίτι, έρχονταν αγριεμένοι προς το ποτάμι… αν τα συναντούσαν με τα νεύρα που είχαν θα τα σακάτευαν από το ξύλο. Όμως αυτά ξέροντας την καταιγίδα που ερχόταν έπαιρναν άλλα μονοπάτια και αποφεύγανε το κακό συναπάντημα, μέχρι να περάσει η κακιά η ώρα, το ξύλο βέβαια δεν θα το γλύτωναν… αλλά τι είναι λίγες ξυλιές μπρος το παιχνίδι! Σήμερα το χωριό και η γύρω περιοχές έχουν καταντήσει χωριά γερόντων, τα νέα παιδιά τράβηξαν τον δικό τους δρόμο, οι χαρούμενες παιδικές  φωνές δεν ακούγονται πλέον, τα χωράφια ερήμωσαν, το πέτρινο αυλάκι και το μονοπάτι για το Μπλουκουμπλούτσου πνίγηκαν στα χόρτα, έγινε αδιάβατο και  το ποτάμι βρόμισε από τα λύματα των εργοστασίων, τα πλατάνια που κάποτε ήταν το καμάρι του ποταμιού μας αργοπεθαίνουν, η φυσική του ομορφιά σιγά και αργά δυστυχώς χάνεται… Μια φωνή απόγνωσης υψώνεται. Κάτι πρέπει να γίνει!!… πληγώνει η ερημιά και η λησμονιά!!!

Σας παραθέτω ένα ποίημα με τίτλο «ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ» από το βιβλίο «Τα χωριάτικα»,  του ποιητή και λογοτέχνη πατριώτη μας από το Κοπανάκι Μεσσηνίας, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΕΛΤΕΜΗ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Κ. Παπαδόπουλου)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Η "ΜΕΛΤΕΜΗΣ"

                     ΤΑ  ΚΑΒΟΥΡΙΑ

ΑΜΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΑΠΟ ΧΑΡΑ ΠΕΤΑΓΑΜΕ, ΤΡΕΧΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΦΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΗ ΔΡΙΖΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΣΑΝΟΒΑ ΣΙΑΠΕΡΑ ΣΚΑΠΕΤΑΓΑΜΕ ΝΑ ΠΙΑΣΟΥΜΕ ΚΑΒΟΥΡΙΑ.

ΓΙΑ ΚΑΒΟΥΡΑΚΙΑ ΜΙΑ ΧΑΨΙΑ, ΜΙΚΡΟΥΛΙΑ, ΤΟΣΟΔΟΥΤΣΙΚΑ

ΜΑΣ ΧΑΝΑΝΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ, ΠΟΙΟΣ ΡΩΤΑΓΕ ΤΙΣ ΜΑΝΝΕΣ –

ΠΟΥ ΑΜΑ ΤΑ ΨΕΝΑΜΕ ΜΕΤΑ ΤΑ ΒΡΙΣΚΑΝΕ «ΚΑΛΟΥΤΣΙΚΑ»

ΚΑΙ ΚΑΒΟΥΡΙΝΕΣ ΠΙΑΝΑΜΕ, ΜΕ ΤΟΣΕΣ ΔΑ ΔΑΓΚΑΝΕΣ.

ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΣ ΤΡΟΥΠΕΣ ΨΑΧΝΑΜΕ, ΠΕΤΡΕΣ ΑΛΛΑ ΣΗΚΩΝΑΝΕ,

ΜΑΤΩΝΑΜΕ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΤΕ ΓΟΝΑ,

ΑΜΑ ΚΑΙ ΚΕΙΝΑ ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΔΑΓΚΩΝΑΝΕ,

ΚΙ ΕΥΡΙΣΚΕ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ Η ΝΟΝΑ….

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com         

Ιουλίου 14, 2011 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΩΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ (ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ) ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΡΥΜΠΟΠΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ

Στη Δυτική πλευρά του βουνού Κιάφα που βρίσκεται πάνω από το χωριό Βαρυμπόπι το σημερινό Μοναστήρι και σε ύψος 960 μέτρα, έχουν κτίσει την πετρόκτιστη Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος. Εκεί πρέπει να υπήρξε ναός και στα παλαιότερα χρόνια, όταν υπήρχε το χωριό Μαζάτι, πριν το 1770, όμως υπάρχουν ενδείξεις ότι και από την Μηκυναϊκή εποχή πρέπει να ήταν κτισμένος ναός αφιερωμένος στον Σωτήρα Δία, ίσως για αυτόν τον λόγο οι κάτοικοι των γύρω περιοχών αποκαλούν το μοναστήρι  ο ναός της «Αγιά Σωτήρας». Λέγεται ότι παλαιά υπήρχε ένα πολύ μεγάλο μοναστήρι που υπαγόταν στην Μητρόπολη των Χριστιάνων.  Η τοποθεσία σου εμπνέει αισθήματα ελευθερίας και θείας γαλήνης, αισθάνεσαι ότι αγγίζεις τον Θεό και πλημυρίζει η ψυχή σου με αισθήματα θείας γαλήνης. Κανείς δεν γνωρίζει πότε καταστράφηκε. Ίσως να εγκαταλήφθη  από τους τότε μοναχούς γιατί φοβήθηκαν τους διωγμούς των αλλοθρήσκων, ή διάφοροι επιδρομείς να κατάστρεψαν τον ναό. Με πρωτόγονα μεταφορικά μέσα και εργαλεία εκείνης της εποχής, που διέθεταν οι κάτοικοι του χωριού και των γειτονικών προς αυτό χωριών, με ευλάβεια και υπομονή κατόρθωσαν στην πλαγιά του βουνού να κτίσουν χοντρούς τοίχους με καμάρες, ένα μέρος της αριστερής πλαγιάς χρειάστηκε να σκαφτεί, και το δεξιό να το επιχωματώσουν για να διαμορφωθεί μία μεγάλη πλατεία, καθώς και μία φαρδιά μακρόστενη είσοδος δενδροφυτευμένη από σκιερά καταπράσινα πλατάνια που οδηγεί στον Ναό. Επάνω σε αυτήν την πλατεία έμπειροι τεχνίτες λιθοξώοι έκτισαν μεγαλοπρεπή εκκλησία ψηλοτάβανη σε ρυθμό Βασιλικής μετά τρούλου. Η ακουστική της εκκλησίας είναι τέλεια, σε αυτό βοηθά  ο τρούλος και η αρχιτεκτονική του ναού. Τα κελιά για τους μοναχούς ή τις μοναχές κτιστήκαν  σε τρία ξεχωριστά κτήρια. Τα οποία χάρη στην αγάπη και ευλάβεια των ντόπιων συντηρούνται σε αρίστη κατάσταση μέχρι σήμερα. Στο αριστερό μέρος του Ναού ο επισκέπτης αντικρίζει την πηγή με το κρύο νερό, που πηγάζει μέσα από τα σπλάχνα

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ Η ΚΡΗΝΗ ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΝΕΡΟ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ Κοπανάκι Μεσσηνίας

του βουνού Κιάφα, ποτέ δεν έχει στερέψει χειμώνα ή καλοκαίρι. Όταν το 1882 άρχισαν τα έργα ο Παπαδημητρίου Δημήτρης ένα θαυμάσιος ραβδοσκόπος, ήταν αυτός που υπέδειξε το μέρος που θα βρίσκανε το πολύτιμο νερό για να προχωρήσουν οι εργασίες του κτισίματος και των αναγκών τις εργατιάς. Αυτή ήταν και η αιτία που οι συγχωριανοί του έδωσαν τον χαρακτηρισμό «Τρανό – Μήτρος». Με τα πρώτα σκαψίματα ήρθε στην επιφάνεια το πολύτιμο νερό, για να συνεχισθούν οι εργασίες. Αλλά συγχρόνως  βρήκαν και πολλούς τάφους μοναχών, και ίσως κλεφτών και αρματολών που ζητούσαν καταδιωκόμενοι κατά καιρούς λόγω τοποθεσίας, καταφύγιο. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι κάποτε το μοναστήρι γνώρισε μεγάλες δόξες. Επίσης κατά την διάρκεια των ανασκαφών βρήκαν κοντά στους τάφους των μοναχών πολλά κειμήλια. Ευρήκαν επίσης και τα ερείπια του παλιού μοναστηριού και της Αγίας Τράπεζας. Δίπλα στην πηγή είναι κτισμένη μια κολυμπήθρα, έκεί μέσα βουτούσαν όσους είχαν σωματικά και ψυχικά προβλήματα για να γιατρευτούν από την ασθένειά τους. Το νερό περνούσε μέσα από τον τοίχο της εκκλησίας, και οι επισκέπτες πίνανε νερό από την πηγή που έτρεχε από την κρήνη στο αριστερό μέρος της κεντρικής εισόδου του ναού. Με το πέρασμα του χρόνου η ροή του νερού άρχισε να διαβρώνει τους πέτρινους τοίχους, αποτέλεσμα να διακόψουν το πέρασμα από τον τοίχο από φόβο μήπως και μεγαλώσει η διάβρωση. Η πίστη των χωρικών έχει θεραπεύσει κατά καιρούς πολλούς πιστούς από διάφορες ασθένειες. Πολλοί προσκυνητές έφτιαχναν τις καλύβες τους γύρω από τον χώρο του Μοναστηριού, και έμεναν ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες με τις οικογένειές τους λόγω του θαυμάσιου κλήματος που επικρατούσε στην περιοχή. Το ιστορικό της Μονής έχει ως εξής: Γύρω στο 1879-1880 έκανε την πρώτη του εμφάνιση Ο Άγιος. Με ράσα καλογέρου παρουσιάστηκε σε μια κοπέλα την Διαμάντω Φίλιου από το χωριό, την ώρα που κοιμόταν. Και της είπε αφού της υπέδειξε την θέση: « Πήγαινε να πεις στους ιερείς, τους επιτρόπους και στον Δήμαρχο» (τότε δήμαρχος ήταν ο Παναγιώτης Παπασταμάτης), «Ότι ήρθε ο καιρός να ξαναφτιάξουν την εκκλησία που είναι θαμμένη σε αυτό το μέρος εδώ και πολλά χρόνια». Η Διαμάντω δεν έχασε καιρό και αφού τους πλησίασε τους είπε τι της είχε παραγγείλει ο Άγιος. Αυτοί όμως δεν επίστεψαν ούτε λέξη και αντίθετα την ειρωνεύτηκαν. Η Διαμάντω όμως σε πείσμα όλων συνέχισε να πηγαίνει στο σημείο που της είχε υποδείξει ο Άγιος κάθε γιορτή και σχόλι να προσεύχεται με ευλάβεια μόνη της. Δεν έζησε όμως αρκετά γιατί άφησε τον μάταιο κόσμο πριν αρχίσουν τις εργασίες για τις ανασκαφές. Μετά από λίγο καιρό αφού είχε πεθάνει η Διαμάντω Φίλιου, ένας πολύ αγνός και ευλαβής βοσκός ο Πανάγος Κώνστας – Ανεστόπουλος, ενώ έβοσκε τα ζωντανά του κάποιο μεσημέρι είδε τον Άγιο ντυμένο σαν μοναχό, και του υπέδειξε την τοποθεσία λέγοντάς του να δώσει εντολή για την ανασκαφή, έπειτα εξαφανίσθηκε. Ο Πανάγος σαν πήγε στο χωριό το είπε στους κατοίκους και στον ιερέα το ίδιο βράδυ, αλλά και πάλι αυτοί αδιαφόρησαν. Δεν πέρασαν λίγες ημέρες και καθώς ήταν ανεβασμένος σε ένα δένδρο και έκοβε ξύλα, εμφανίσθηκε πάλι ο καλόγερος, και του έδωσε εντολή να σταματήσει να κόβει ξύλα  από το δένδρο, να τρέξει αμέσως στο χωριό και να επαναλάβει την παραγγελία του. Για δεύτερη φορά ο Πανάγος εισέπραξε την αδιαφορία των κατοίκων. Κάποτε αρρώστησε ο Πανάγος και είδε στον ύπνο του πάλι τον καλόγερο. Όμως αυτή την φορά από την μέση και πάνω φορούσε άμφια και από την μέση και κάτω ήταν κουρελής και ξυπόλυτος! Και του λέει : «Πανάγο μην τρομάζεις. Με βλέπεις έτσι για να σου δώσω να καταλάβεις ότι κάτι μου λείπει…. Μίλα πάλι στους συγχωριανούς σου και τον δήμαρχο και προσπάθησε να τους πείσεις να κάνουν την ανασκαφή στον τόπο που σου είπα και κτίσουν την εκκλησία. Ο Πανάγος αισθάνθηκε να τον διαπερνούν ρίγη και φόβος, του απαντάει : «Εγώ πολλές φορές τους είπα την εντολή σου, αλλά δεν με ακούνε για τι δεν έχουν χρήματα». Ο καλόγερος τότε του

ΕΤΟΣ 1959 Πάνω από την κρήνη του Μοναστηριού.ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ (ΓΙΑΝΝΗ-ΜΑΝΩΛΗΣ)-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)-Ιερέας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ -ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ-Ιερέας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ-ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΤΣΕΡΠΕΣ)-ΜΠΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΩΣΤΑ-ΠΑΠΠΑΣ)-ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΒΑΣΙΛΗ-ΠΑΠΠΑΣ), Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

λέει: Να τους πεις να κάνουν αρχή και με τα πρώτα σκαψίματα θα βρουν μια καμπάνα με τόσο μεγάλη αξία, που όλα τους τα έξοδα θα καλυφθούν». Τότε ο Πανάγος Κώνστας κάλεσε στο σπίτι του τους ιερείς, τους επιτρόπους και τον δήμαρχο Ζιώτη Παπασταμάτη στο κονάκι του και τους είπε για το όνειρο που είχε δει. Μετά τους είπε να το σκεφτούν καλά, και εάν αδιαφορήσουν πάλι, τότε τους είπε ότι θα ξεκινούσε το σκάψιμο μόνος του μαζί με την οικογένειά του και όποιον άλλο θέλει να βοηθήσει από τους συγχωριανούς. Η επιμονή του Πανάγου σε συνδυασμό με τα λεγόμενα από παλιά της Διαμάντως τους έπεισαν και άρχισαν τις εργασίες στον τόπο που τους έδειξε ο Πανάγος. Όλοι οι κάτοικοι δέκα οκτώ χωριών του τότε δήμου Αετού και Τριπύλας έτρεξαν να προσφέρουν με προσωπική εργασία άλλα και οικονομική βοήθεια τον ιερό σκοπό. Με τις πρώτες ανασκαφές βρήκαν πολλούς τάφους μοναχών και πολλά κειμήλια, πράγμα που δείχνει ότι κάποτε το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη ακμή, επίσης βρήκαν και τα θεμέλια του παλαιού ναού και της Αγίας Τράπεζας. Με τα χρήματα εκείνη την εποχή που μάζεψαν από προσφορές των ευσεβών Χριστιανών, έκτισαν την εκκλησία και τα κελλιά των καλογέρων. Επίσης με τα χρήματα που μάζεψαν κατασκευάσθηκε μιά μεγάλη καμπάνα και τοποθετήθηκε στο πλέον κατάλληλο σημείο στην δεξιά πλευρά στην ακρη της πλατείας του Μοναστηριού, όταν κτυπάει ακούγεται καθαρά από πάντού και το βουνό Κιάφα αντιλάλει την ομορφιά του υπέροχου ήχου της. Από τις δωρεές των πιστών περίσσευσε ένα αρκετά μεγάλο ποσό για άλλα έργα του μοναστηριού, ένα από τα αξιολογώτερα  έργα ήταν το Ελληνικό Σχολείο στο χωριό Βαρυμπόπι. Σήμερα η Θεία Λειτουργία γίνεται με εντολή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Τριφυλίας κάθε Σαββάτο και μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Κατά το παλαιό έθιμο συνεχίζονται οι λειτουργίες μέχρι και σήμερα την Δευτέρα του Πάσχα, την ημέρα της Πεντηκοστής, του Αγίου Πνεύματος και του Αγίου Γεωργίου. Το πανηγύρι γινόταν στις 6 Αυγούστου κάθε χρόνο, οι προσκυνητές ξεκινούσαν από τις γύρω περιοχές για να έλθουν σε αυτόν τον θαυματουργό τόπο, να κάνουν τα τάματά τους, να προσευχηθούν, να βαπτίσουν τα παιδιά τους, να εξομολογηθούν και να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων. Όλοι τους δεν ξεχνούσαν να επισκεφθούν το δένδρο που ο σεβάσμιος βοσκός Πανάγος Κώνστας συνάντησε τον Άγιο, και να κόψουν ένα κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν φυλακτά. Σε λίγα χρόνια μου έλεγε Βαρυμπομπαίος θείος μου Γιάννης Καράμπελας (Κατσουλόγιαννης), από το μεγάλο αυτό δένδρο δεν είχε μείνει τίποτα, ούτε και οι ρίζες. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν ένα πλούσιο μοναστήρι, με πολλά σιδοπρόβατα, κτήματα με ελιές, αμπέλια και γαϊδουρομούλαρα. Κάτω από την πλατεία υπήρχαν πέτρινες καμάρες, σε αυτές σταύλιζαν τα ζωντανά τους,

τυροκομούσαν το γάλα από τα γιδοπρόβατα, σε άλλες καμάρες αποθήκευαν τα κρασιά τους, σε άλλες τους καρπούς από τα σιτηρά τους και γενικά τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα τους. Ο Πανάγος Κώνστας χειροτονήθηκε μοναχός, έζησε την υπόλοιπη ζωή του εκεί στο μοναστήρι, είναι δε ο μοναδικός μοναχός που ετάφη στο προαύλιο του μοναστηριού και ο επισκέπτης μπορεί να δει τον τάφο του. Μετά από τον Πανάγο ένας καλός και εργατικός μοναχός τον διαδέχθηκε ο Πανάγος Μπουκουβάλας, λέγεται ότι πέθανε σε ηλικία 100 χρονών. Πάντως πλήθος από ιερείς και επιτρόπους που ο κατάλογος είναι μακρύς, υπηρέτησαν με αφοσίωση, ευλάβεια, αφοσίωση και αγάπη ειλικρινή. Η ομόνοια, η πίστη και η εξυπηρέτηση με χριστιανική αγάπη συντέλεσαν στην ακμή του μοναστηριού. Πολλά τα θαύματα που έχουν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια σε ευσεβείς επισκέπτες. Ο Ιερέας Περικλής Καράμπελας μας διηγείται πολλές θεραπείες σε ασθενείς… (ιστορία Ιεράς Μονής Μοναστηρίου (Βαρυμπόπι) Τριφυλίας – 1953. Η ιαματική δύναμη του πηγαίου νερού διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσσηνίας… Ο Ιερέας Λάμπρος Θεοδωρακόπουλος μας διηγείται από παλιά πολλά θαύματα θεραπευθέντων ασθενών. Επίσης ο Ιερέας Γεώργιος Καράμπελας αναφέρει πολλά θαύματα που έγιναν στο μοναστήρι στην έκθεσή του την 30-3-1963 και βεβαιώνουν οι Ιεροψάλτες Σταμάτης Μαραβελής, ο Μήτρος Καράμπελας (Μητσο-Μπερνακάκης), ο Γεώργιος Κώνστας κ.α. (Μεταμόρφωση του Σωτήρος Μοναστηρίου Τριφυλίας σελ. 5 – 6 έτος 1963). Στην

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 1970-ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΟΡΟ Ο ΙΕΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΟΣ Ο ΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ-Η ΣΟΥΛΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. Στο προαύλιο της Εκκλησίας-Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

φωτογραφία που παραθέτω είναι από ένα πολύ ωραίο χριστιανικό αλλά και παραδοσιακό έθιμο, το έθιμο της ΑΓΑΠΗΣ. Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα και εάν την επόμενη ημέρα έπεφτε η γιορτή του Άη-Γιώργη, τότε οι πιστοί φέρνανε μαζί τους το ψωμί τους, το κρασί τους, διάφορα φαγητά και κόκκινα αυγά για τσούγκρισμα. Άναβαν το κερί τους, γινόταν ο εσπερινός  της Αγάπης και στην συνέχεια στο προαύλιο γλεντούσαν. Τον χορό τον άνοιγε ο Παπάς, με το τραγούδι: ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΕΥΡΕΘΗ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ- ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΣΑΝ ΔΕΣΠΟΤΑΔΕΣ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ-ΣΗΜΕΡΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΝΥΦΑΔΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΦΑΔΕΣ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΤΙΣ ΛΑΜΠΑΔΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ  ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ- ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΕΣ…στην φωτογραφία πρώτος στο χορό είναι ο Παπά-Γιώργης Καράμπελας το πάσχα του 1970, ακολουθεί ο Τάκης Γιαννοπουλος, η Τούλα Γιαννοπούλου κ.α. Ο σεβάσμιος αυτός Ιερέας χειροτονήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων στο χωριό Βαρυμπόπι (Μοναστήρι Τριφυλίας) το 1950, και υπηρέτησε ευλαβικά και αδιαλείπτως μέχρι το 1978. Όμως εντυπωσιακό και επιστημονικά ανεξήγητο φαινόμενο είναι ο περίφημος βράχος. Κοντά στην κορυφή του βουνού Κιάφα, ακριβώς πάνω από την θέση του Ιερού της εκκλησίας, ευρίσκεται ένας τεράστιος βράχος βάρους 45 τόνων σε μια πλαγιά με 45 μοίρες κλίση. Δεν στηρίζεται πουθενά, λέγεται ότι παλιά δεν ήταν σε αυτή την θέση αλλά έχει μετακινηθεί περίπου 5 μέτρα λίγο πιο κάτω από την παλιά θέση, και σταμάτησε πάνω σε μια πέτρα μισού κυβικού μόνο, από τότε μέχρι σήμερα παραμένει αμετακίνητος σε αυτή τη θέση, παρά τους ισχυρούς σεισμούς, τις καταρρακτώδεις βροχές, την διάβρωση του εδάφους και τους δυνατούς ανέμους… Ένας διακεκριμένος πολιτικός μηχανικός ειδικευμένος στις στατιστικές μελέτες είπε : «Κανείς μηχανικός δεν θα μπορούσε χρησιμοποιώντας τα σημερινά μέσα και γνώσεις να στηρίξει σε έδαφος με αυτή την κλίση ένα τέτοιο βράχο 45 τόνων σε μια πέτρα μισού κυβικού! Όχι για σειρά ετών, ούτε για λίγες μέρες! Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους μου να μην αναφέρω ότι τα έργα έγιναν επί Μητροπολίτου Νεοφύτου και επί δημαρχίας Ζιώτη Παπασταμάτη, Κωνσταντή Σοφού, Γεωργίου Γκότση, Ιωάνου Λυμπερόπουλου, Οικονόμου Ποτόνη και Αθανασίου Σοφού. Όχι ότι και οι μετά από αυτούς προέδροι δεν έκαναν συμπληρωματικά έργα. Κατάλογος δωρητών και ευεργετών δεν έχει δυστυχώς κρατηθεί, πάντως το έργο αυτό δεν έγινε μόνον από τους Βρυμποπαίους αλλά και με την βοήθεια όλων των κατοίκων των 26 περίπου χωριών της γύρω περιοχής και των ευλαβών επισκεπτών από πιο μακρινές περιοχές του Ελλαδικού χώρου.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com


Ιουνίου 14, 2011 Posted by | ΔΗΜΟΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε