Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΤΕΡΖΗΣ-ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ-ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ-ΚΕΤΣΕΤΖΙΔΕΣ Η ΠΙΛΗΤΕΣ-ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΕΡΖΗΣ – ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ – ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ –  ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ Ή ΠΙΛΗΤΕΣ – ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

 

ΤΣΟΠΑΝΟΣ ΜΕ ΚΑΠΑ ή ΚΑΠΟΤΑ

«ΤΕΡΖΗΣ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ» λεγόταν αυτός που έφτιαχνε κάπες από χοντρό υφασμένο στον αργαλειό «δίμητο», ύφασμα με πλέξιμο πυκνό και σφικτό. Ένας από τους πιο καλούς τερζήδες εκείνης της εποχής γύρω στο 1920 ήταν ο Κώστα Τσώνος ο (γέρο Λοχαγός)όπως τον φωνάζανε. Η καταγωγή του από το Σιτοχώρι (Πιτσά) της Ορεινής Τριφυλίας, παππούς του καθηγητή Γιώργου Τσώνου. Έφτιαχνε «Καπότες» δηλαδή κάπες για τσοπάνους και «Γιουρντιά» για γυναίκες. Όπως μου έλεγε ο Σιτοχωραίος Λεωνίδας Πολίτης, ο μπάρμπα Κώστας ήταν ένας πολύ μαγκιώρος  και περιζήτητος  τεχνίτης εκείνη την εποχή, και η κάπα ήταν ένα απαραίτητο πανωφόρι. Ήταν το ένδυμα των φτωχών αγροτών και βοσκών. Δύο άλλοι τερζήδες και αυτοί περιζήτητοι μαστόροι σε κάπες και σεγκούνες, από τον Αετό της Ορεινής τριφυλίας όπως μου έλεγαν ο Παπα – Γιάννης Κοράκης και ο Χρήστος Κοσμάς, ήταν οι αδελφοί Γρηγόρης και Πασίλης Παπαδημητρίου, και αργότερα εμαθε κοντά τους και ο γαμπρός τους  Αθανασόπουλος Δημήτριος ο (Μπερεκλαίος) από το χωριό Μπέρεκλα. Με την κάπα προφυλαζόντουσαν από το κρύο και την βροχή, με την κάπα στρώνανε καταγής για να κοιμηθούν ή να ξαποστάσουν από την σκληρή δουλειά της ημέρας. Για το ύφασμα της «ΚΑΠΑΣ» ή της «ΚΑΠΟΤΑΣ» την ύφαιναν στον αργαλειό οι υφάντρες με κλωνές από μαλλί προβάτου. Για την κάπα ή καπότα που την ονομάζαν «ΤΑΛΑΓΑΝΙ» την ύφαιναν στον αργαλειό αφού στο στιμόνι περνάγανε κλωνές «ιδιασμένες» από μαλλί προβάτου και υφαίνανε με κλωνές από μαλλί γιδήσιο ή τραγήσιο. Αυτού του είδους την ύφανση την λέγανε «ΜΑΤΕΡΟ». Από αυτά τα υφαντά υφάσματα πάχους ενάμιση πόντου, κατασκεύαζαν οι τερζήδες κάπες από μαλλί προβάτου για τους βοσκούς ή τσοπαναραίους και ταλαγάνια όπως συνηθιζόταν να τα λένε από γιδήσιο

ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΚΑΠΙ ή ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ

ήτραγήσιο μαλλί. Το «ΚΑΠΙ» ή «ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ» λεγόταν η κάπα για μικρούς σε ηλικία τσοπανάκους. Πρίν να φτάσει στα επιδέξια χέρια της υφάντρας, ξεκίναγε σαν πρώτο στάδιο το κούρεμα από τις αρχές του Μάη, τότε το μαλλί των ζώων μετά την περίοδο του χειμώνα είναι μακρύτερο. Μετά το μαλλί το βράζανε στο καζάνι. Αυτό το νερό το βάσταγαν για να το ανακατέψουν με την βαφή όταν θα έβαφαν τα μαλλιά αργότερα. Ύστερα το πήγαιναν στο ποτάμι και το ξεπλένανε πολύ καλά με άφθονο νερό, γινόταν κάτασπρο σαν το χιόνι. Το άπλωναν και το άφηναν να στεγνώσει χωρίς να το βλέπει ο ήλιος για να μην κιτρινίσει. Σαν στέγνωνε το μαλλί, το καθάριζαν από διάφορα ξένα σώματα και το ξένανε. Ύστερα ερχόταν η σειρά του λαναρίσματος, πέρνανε μία ποσότητα από μαλλί προβάτου, μία τούφα, την βάζανε ανάμεσα σε δύο ξύλινες σανίδες με χειρολαβές και καρφιά και ξέμπλεκαν τις ίνες. Για το τράγινο μαλλί επειδή ήταν πολύ πιο κοντό, πρώτα το βρέχανε, μετά το ξένανε με ένα εργαλείο την «Κοτζά», είχε δύο χειρολαβές και επό έντερα γουρουνιού ή μοσχαριού μήκους 4-5 μέτρα περίπου σε δύο σειρές. Με αυτό μαστίγωναν το μαλλί για να το ξάνουνε, μέχρι που αφράτευε. Το λαναρισμένο μαλλί είτε από πρόβατο ή γίδινο το κάνανε μικρές μπάλες που τις λέγανε «τουλούμπες». Μετά με την χρήση της «ρόκας», του «αδρακτιού», του «τυλιγαδιού» του «ροδανιού» ή του «τσικρικιού» το μαλλί το στρίβανε με τα δάκτυλα και το κάνανε «κλώνα». Με την βοήθεια του «τυλιγαδιού» φτιάχναν τα «μασούρια» και ήταν έτοιμο για ύφανση στον αργαλειό. Συνήθως τις κλωνές για τις κάπες Ή τις άφηναν λευκές ή τις βάφανε με μαύρο χρώμα. Έβραζαν δηλαδή στο καζάνι φλούδες από σκλήθρο και βάπτιζαν το μαλλί μέσα στο κατάμαυρο ζεστό νερό για να πάρουν χρώμα. Εκτός από την ονομασία Τερζήδες τους λέγανε και «ΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ» ή «ΑΜΠΑΤΖΑΔΕΣ». Δουλειά τους ήταν γυρνώντας στα χωριά  να πουλάνε  υφαντό χοντρό μάλλινο ύφασμα το λεγόμενο «ΑΜΠΑ», και συγχρόνως έραβαν «ΑΜΠΑΔΕΣ» δηλαδή κάπες για αγρότες και βοσκούς. Επίσης υπήρχαν και οι «ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ» ή «ΠΙΛΗΤΕΣ», τεχνίτες που ράβανε τον «ΚΕΤΣΕ ». Και αυτό σκληρό υφαντό από μαλλί αρνιού ή προβάτου, το χρησιμοποιούσαν και οι καπιστράδες για την κατασκευή καπουλοδετών και

ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΤΟΥ

μεσιών. Οι τσομπάνηδες για τις κάπες τους τα λεγόμενα «ΚΕΠΕΝΕΚΙΑ». Τα εργαλεία τους ήταν απλά: Ο μακαράς (η κλωστή), η κάργα, ο πήχης, η χοντρή δακτυλήθρα, ο γάντζος, τα γυριστά βελόνια, (σακοράφες), η τανάλια, η ειδική μεγάλη ψαλίδα. Ο τερζής ή ο αμπατζής δεν έπαιρναν μέτρα, υπολόγιζε τις διαστάσεις με το μάτι και μετά έκοβε και έραβε. Η κατασκευή απλή, αλλά το ράψιμο δύσκολο και αργό. Η κάπα σε σχήμα τσουβαλιού και ανοικτή μπροστά. Στους ώμους ήταν ραμμένη, είχε σχήμα παλτού με κουκούλα και τα μανίκια ήταν πολύ φαρδιά. Το πάχος του υφάσματος όπως ανέφερα ήταν περίπου ενάμιση πόντο και περασμένη από την νεροτριβή την λεγόμενη (ντριστέλα). Φτιάχνανε

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΓΙΟΥΡΝΤΙ Ή ΣΕΓΚΟΥΝΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΜΙ;ΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

τρεις τάβλες σαν χαντάκι και οι γυναίκες το βρέχανε με μπόλικο χλιαρό νερό, συγχρόνως οι άνδρες το πάταγαν με τα πόδια και το τουμπάρανε για να το τρίψουνε καλά. Έτσι οι πόροι κλείνανε και η κάπα γινόταν αδιάβροχη και ούτε το κρύο την περόνιαζε. Η δουλειά που τους έπαιρνε χρόνο ήταν το στόλισμα με γιορτάνια (συρίτια), τα λεγόμενα γαϊτάνια για γαρνίρισμα από την κάπα μέχρι κάτω και στις άκρες των μανικιών. Για τους πιο φτωχούς βοσκούς γινόταν μόνο με στρίφωμα ήταν πολύ πιο οικονομικό. Τα «ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ» ραβόντουσαν πιο κοντές από το ίδιο ύφασμα και χωρίς μανίκια. Τα κεντούσαν με μαύρο μετάξένιο νήμα και γύρω για μπορντούρα τα στολίζανε με γαϊτάνι και άλλα στολίδια από χρωματιστά νήματα. Στις κάπες και στις σεγκούνες χρησιμοποιούσαν ξύλινα κουμπιά και από τις δύο μεριές, και με «θηλίκια» (κορδόνι στριφτό με θηλιά) τα κουμπώνανε μπροστά. Κάθε κάπα ήταν ασήκωτη, θα πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον 10 οκάδες… το μαλλί από ένα κοπάδι πρόβατα!. Απαραίτητη εξάρτηση εκτός από την κάπα, ήταν ο «Τρουβάς» ή «Ντορβάς», ένα μάλλινο σακούλι που το κρέμαγαν στον ώμο και εκεί έβαζαν το φαγητό τους και άλλα απαραίτητα εργαλεία, το φλασκί ή την νεροκολοκύθα με το νερό ή το κρασί και την απαραίτητη γκλίτσα του, την (στραβολέκα ή αγκούλα) που ήταν μακρύτερη από το μπόϊ τους για στήριγμα ή για να πιάνουν τα ζωντανά τους ανάλογα ή από τον λαιμό ή από τα πόδια.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ευχαριστώ τους : Λεωνίδα Πολίτη από το χωριό Σιτοχώρι Μεσσηνίας, και Σπυριδούλα Σοφού από την κάτω ρούγα Κοπανακίου.

Φεβρουαρίου 27, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ-ΘΕΜΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ-ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Τυχαία, όπως έπινα το καφεδάκι μου φτιαγμένο από τα χεράκια της κυρά Σπυρούλας Σοφού στο παραδοσιακό καφενεδάκι της στην πέρα ρούγα, άκουσα την παρακάτω ιστορία:  Ο Μπιχλιμπίδης ήταν από το χωριό  Σαρακινάδα της Ορεινής Τριφυλίας. Κατά την πληροφορίες του μπάρμπα Αποστόλη Παυλόπουλου είχε έρθει κυνηγημένος από τα χωριά της Ορεινής Μάνης γύρω στο 1885 με 1890, μπλεγμένος με γυναικοδουλειές και χαρτοπαιξία. Η Σπυρούλα Σοφού και ο Κώστα Μυλωνάς είχαν πληροφορίες από τον Κώτσο – Μακαρούνη πως το πραγματικό όνομα του Μπιχλιμπίδη ήταν Θανάσης Δημητρακόπουλος. Είχε πάρει γυναίκα από τα πίσω χωριά του Σελλά από το Καλογερέσι, και την γυναίκα του την έλεγαν Θανάσω. Γεννημένος ζωοκλέφτης, εκείνη την εποχή ήταν αντριλίκι και καμάρι να είσαι ζωοκλέφτης, είχαν ρημάξει αυτός και η συμμορία του τα μαντριά, τα κοτέτσια και τους στάβλους των κατοίκων της περιοχής. Οι νυκοκυραίοι τραβάγαν τα μαλιά τους έτσι και τους έβαζε στο μάτι η συμμορία του Μπιχλιμπίδη. Είχε ταβέρνα στην Πάνω Ρούγα του Κοπανακίου. Το ισώγειο το χρησιμοποιούσε για μαγειριό και ταβέρνα, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν διασκεδάσει με κρέας «αζύγιστο» μέχρι πρωίας από αρνιά, κατσικάκια, κότες και ότι άλλο κλέφτικο. το πατάρι το χρησιμοποιούσε για χαρτοπαικτική λέσχη, και άμα δεν είχες να πληρώσεις… έπεφτε και το σχετικό «σοπάκι»… Έλεγε ο Παπά «Χαρμούλας» ότι: Άμα κτυπήσει η καμπάνα για να καλέσει σε αγρύπνια κανείς από όλους αυτούς δεν έρχεται στην εκκλησία… όταν όμως ο Σατανάς ο Μπιχλιμπίδης καλεί για χαρτοπαίχνιο, κάθονται εκεί μέχρι τις πρωϊνές ώρες χάνοντας το χρήμα και τον χρόνο τους. Η χαρτοπαιξία είναι παιχνίδι δαιμονικό, και αυτοί που έχουν τέτοιες λέσχες σατανάδες με… εκατόν πενήντα κέρατα εννοώντας τον Μπιχλιμπίδη . Μου έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης ότι εκείνη την εποχή είχε άλλους εφτά παρέα στη συμμορία, ο ένας ήταν από το Κάτω Κοπανάκι, το Λαπι, τον Μελιγαλά, ένας άλλος στο Δυράχι, ένας στην Σαρακινάδα και ένας στα Πλατάνια και άλλος ένας  στο Μπιζό. «Παιδάκια βλαστάρια», ένα και ένα, «μπουμπούκια» με όλη τη σημασία της λέξης. Η δουλειά τους όπως ήταν διασκορπισμένοι ήταν να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να ειδοποιούν τον Μπιχλιμπίδη, και έτσι αυτός σε συνεννόηση με τους άλλους, να κάνουν τις κλεψιές τους προγραμματισμένα.  Έτσι γινόταν η δουλειά, το βράδυ κλέβανε το κοπάδι ή ότι άλλο είχαν και τα  προγραμματίσει, και σε λίγες ώρες τα είχαν μεταφέρει από το Ριπεσαίϊκο ποτάμι περνώντας πάνω από την κορυφή στα μέρη της Ολυμπίας. Από κει και πέρα τα παραλαβαίνανε οι κλεπταποδόχοι  εξαφανίζανε. Η Χριστίνα η κόρη του Βασίλη – Κώτσου  είχε πει στην Σπυρούλα Σοφού πως η γυναίκα του η Θανάσω Μπιχλιμπίδαινα μην αντέχοντας άλλο τέτοια ζωή τον παράτησε μια μέρα και χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της για να μην την υποψιαστεί ο άνδρας της, κίνησε με τα πόδια και από μονοπάτια που γνώριζε γύρισε στα γονικά της στο Καλογερέσι. Πολύ του κακοφάνει του Μπιχλιμπίδη, της μήνυσε να γυρίσει, έπιασε και τους γονείς της, όμως αυτή ήταν ανένδοτη στην απόφασή της. Οι κογιόνιδες άρχισαν να του ρίχνουν τις μπιχτές τους και να του ανάβουν τα αίματα, τέλος δεν βάστηξε, και για να αποδείξει το ανδριλίκι και την μαγκιά  του, κίνησε για το χωριό της γυναίκας του το Καλογερέσι. Σαν έφτασε στο πατρικό της σπίτι, στέκεται κάτω από τα παθύρια της και  φωνάζει της γυναίκας του: «Θανάσω! Ωρή Θανάσω!»… Ποιος είναι ρωτάει εκείνη από μέσα. «Ο άνδρας σου σου μιλάει μωρή!.. έβγα έξω!». Μόλις βγήκε η Θανάσω στο μπαλκόνι του σπιτιού της, χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώνει το τουφέκι και την αφήνει στον τόπο. Μετά από το φονικό βγήκε στο βουνό κυνηγημένος και επικυριγμένος. Εντολή στα αποσπάσματα των ευζώνων όπου τον πετύχουν να του ρίξουν στο δόξα πατρί χωρίς δισταγμό. Κατά πληροφορίες από τον μπάρμπα Ηλία Ηλιόπουλο από το Αρτίκι, ο Μπιχλιμπίδης ήταν γνωστό σε όλους ότι είχε μία σκυλίτσα μαύρη που τον ακολουθούσε όπου πήγαινε. Καλός κυνηγός κυνηγούσε κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες και ότι άλλο του βρισκόταν στο δρόμο. Άσε που δεν έβαζε «σύνορο» με φίλους, γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είχε να κάνει, έκλεβε αδιακρίτως αδιαφορώντας αν το μάθενε ή όχι ο παθών. Μου έλεγε ο άνδρας μου ότι στο κάτω Δημοτικό Σχολείο πήγαινε και ο γιός του Μπιχλιμπιδη, ήταν ένα παιδί πολύ μαλιαρό και αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Αλέκο. Όμως δεν έζησε και πάρα πολύ, σε μικρή ηλικία πέθανε από μια πληγή που είχε μολυνθεί. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του παρ΄όλο που ήταν κυνηγημένος, παντρεύτηκε και με άλλη γυναίκα την Χριστίνα από το ένα χωριό της ορεινής Τριφυλίας, για λόγους ευαισθησίας δεν αναφέρουμε όνομα και χωριό. Κάποτε μου έλεγε ο πεθερός σου Σπύρο μου ο Γιώργη Κατσουλόγιαννης, σαν ήταν μικρό παιδί 10 –  12 χρονών περίπου, γύρω στο 1912 και φύλαγε τις γίδες στα «ποτόκια» του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Θανάσης Μπιχλιμπίδης. Άγριος στην όψη και αξύριστος με όλα τα άρματά του ζωσμένος. «Την ξέρεις την Χριστίνα την Μπιχλιμπίδαινα; » τον ρωτάει. «Πως δεν την ξέρω.» του απαντάει ο Γιώργης. «Θα πας να την βρεις και θα της πεις να μαγειρέψει  και να πάρει 2 κούτες τσιγάρα χύμα, και εγώ το βράδυ θα περάσω από το σπίτι. Αλλά πρόσεξε κακομοίρη μου μην το μαρτυρήσεις σε κανένα, ούτε και στους δικούς σου… γιατί έτσι και το μάθω θα σου κόψω τα

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥΡΗ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. Άποψη από την κεντρική πλατεία Κοπανακίου.

«ΚΑΣΚΑΒΕΛΙΔΙΑ» καψερέ μου, και δεν θα σε θέλει καμιά κοπελιά!!!… Στην Κάτω Ρούγα τα σπίτια εκείνη την εποχή ήταν μετρημένα στα δάκτυλα. Πέντε με έξη σπίτια όλα και όλα, τα Ρηγαίϊκα, του Νίκο Ρήγα, του Κατσουλόγιαννη, του Αρίστου, του Μήτσο Κώτσου κ.α. Έδεσε λοιπόν τις γίδες και κίνησε να δώσει την παραγγελία στην Μπιχλιμπίδαινα. Όπως με πληροφόρησε ο μπάρμπα Λιας ο Ηλιόπουλος από ιστορίες των γωνιών του. Τον Θανάση τον σκοτώσανε οι εύζωνοι (οι χωροφύλακες εκείνης της εποχής) το 1927. Είχε πάει σε γνωστό του μάστορη μπαλωματή στο χωριό πλατάνια να του μπαλώσει τα τσαροούχια του. Επειδή όμως ήθελε πολύ ώρα για να τα μπαλώσει, τον προσκάλεσε η γυναίκα του μπαλωματή να ανέβει πάνω στο πατάρι  του μαγαζιού μην τον δει κανένα μάτι και τον προδώσει. Σαν ανέβηκε στο πατάρι, τον κέρασε, τον τάϊσε και τον άφησε να ξαποστάσει μέχρι να τελειώσει ο άνδρας της τις επισκευές. Σαν ξαπόστασε άνοιξε την πόρτα και βγήκε σε ένα μικρό μπαλκονάκι με σκαλίτσα για να κατεβή στο μαγαζί να φορέσει τα τσαρούχια και να πάρει τα μονοπάτια για το βουνό. Δυστυχώς όμως κάποιος περαστικός τον είδε και ειδοποίησε τα αποσπάσματα των ευζώνων. Το απόσπασμα πλησίασε με τρόπο και κύκλωσε την περιοχή. Με το που άνοιξε την πόρτα της βεραντούλας, πετάκτηκε έξω πρώτα το σκυλί μετά πρόβαλε στο κατώφλι και ο Μπιχλιμπίδης και έσκυψε να το χαϊδέψει, κάτι πήρε περίεργο με το πλάϊ του ματιού του όμως δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με μια ομοβροντία τον άφησαν στον τόπο. Το μυρολόϊ της Μπιχλιμπίδαινας σαν της πήγανε το άψυχο κορμί του  άνδρα της ακουγόταν μέχρι πέρα στους Κοπανακαίϊκους Λόγγους όπως μου λέγαν. Τον έκλαιγε και τον μυρολογούσε με το παρακάτω στίχο, εκτός των άλλων: ΔΕΝ ΣΤΟ΄ΠΑ ΓΩ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥ – ΑΝΔΡΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ – ΣΕ ΦΙΛΟΥ ΣΠΙΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΣ – ΜΗΤΕ ΝΑ ΣΕ ΦΙΛΕΨΟΥΝ – ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΦΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ – ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΟΙ – ΚΙ΄ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ ΘΑΝΟ ΜΟΥ – ΣΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.

Ευχαριστώ τους Κώστα Μυλωνά, Αποστόλη Παυλόπουλο, Σπυρούλα Σοφού και τον μπάρμπα Λια Ηλιόπουλο, για την όμορφη ιστορία του Θανάση Δημητρόπουλου και κατά άλλους Θανάση Μπιχλιμπίδη, τον Θανάση Κάππο. Κάθε ενδιαφερόμενος ή γνώστης τέτοιων περιστατικών ή παραδόσεων είναι ευπρόσδεκτος να τον φιλοξενήσω στο Blog μου. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Φεβρουαρίου 18, 2011 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

Ο ΒΑΡΥΜΠΟΠΑΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΚΑΚΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΒΑΡΥΜΠΟΠΑΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΑΣ  ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (Η φωτογραφία ειναι τυχαία)

Ο κατά κόσμο Θύμιος Κακίσης, από το χωριό Βαρυμπόπι της ορεινής Τριφυλίας, είχε το θρησκευτικό αίσθημα αναπτυγμένο από μικρή ηλικία. Αυτή η αγάπη για τα θεία τον έσπρωξε να αποφασίσει να ακολουθήσει την μοναστική ζωή. Οι πληροφορίες μου δεν είναι επαρκείς, οι γέροντες δεν θυμούνται αρκετά η μνήμη τους έχει προδώσει. Που να θυμούνται σε ποια ηλικία ο Θύμιος Κακίσης ξεκίνησε με το δισάκι του και με τσαρούχια φτιαγμένα από γουρουνόδερμα, με προορισμό να αφιερώσει την ύπαρξή του στον Θεό. Διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια τα βήματά του τον έφεραν στα Ιερά μέρη του Αγίου Όρους. Ο Κωνσταντής Κακίσης (Μέλκος), ένας από τους πλέον ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού, στάθηκε αδύνατο να με πληροφορήσει αρκετά. Μετά από τόσα χρόνια η μνήμη του δεν τον βοηθούσε. Πάντως άλλες έγκυρες πηγές από κατοίκους που είχαν ακούσει για τον καλογερόπαπα Κακίση, με πληροφόρησαν ότι για 20 με 25 χρόνια ασκήτευσε σε μονή του Άγιου Όρους, κοντά σε ένα σεβάσμιο γέροντα τον Πατέρα Κοσμά. Κάποτε οι κάτοικοι της περιοχής καλοδέχτηκαν ένα λεβέντη ψηλό, με κάτι πλατάρες φαρδιές, με παλάμες πλατιές σαν φτυάρια άντρακλας με τα όλα του. Ντυμένο με ρούχα παπαδίστικα να ανεμίζουν στον αέρα. Το παρουσιαστικό του σου προξενούσε δέος και ευλάβεια. Με το που άρχισε η Θεία Λειτουργία της Κυριακής, μια βροντώδης, καλήφωνη και βαρύτονη

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΘΥΜΙΟΥ ΚΑΚΙΣΗ. ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΝΑΣΤΗΡΙΟΥ. Φωτογραφικο αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ψαλμωδία  γέμισε τον χώρο της μοναδικής Εκκλησίας Πέτρου και Παύλου. Μετά το σούσουρο που δημιουργήθηκε μαθεύτηκε ότι ο Καλογερόπαπας ήταν ο Θύμιος Κακίσης ο συγχωριανός τους, ο άνθρωπος ο δικός τους που έλειπε τόσα χρόνια στο Άγιο Όρος. Το σπίτι του ήταν στην είσοδο του χωριού Βαρυμπόπι στα δεξιά όπως μπαίνουμε. Το άφησε κληρονομιά στον ανηψιό του Παπα Λάμπρο Κακίση. Αυτός με την σειρά του το έκανε δωρεά στο Μοναστήρι της Αγίας Σωτήρως, και το μοναστήρι το έκανε σχολείο για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά σε ένα σωστό χώρο με δύο αίθουσες. Τότε το χωριό Βαρυμπόπι είχε τρεις παπάδες και τρεις ενορίες, παρότι είχαν μία και μοναδική εκκλησία. Πάντως ο καλογερόπαπας Κακίσης συνλειτουργούσε με τους υπολοίπους ιερείς χωρίς προβλήματα, και στο χωριό, και στο Μοναστήρι της Αναλήψεως , και στην Κεντρική εκκλησία της Παναγίας στην πέρα ρούγα στο Λιθερό. Όποτε τον φωνάζανε ποτέ δεν αρνιόταν. Σε μεγάλες γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα κ.α. ΚΑΠΟΤΕ ανήμερα της Αναλήψεως Του Σωτήρος που

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ ΟΡ. ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

γιόρταζε το Μοναστήρι, συνέβη το εξής περιστατικό…. Λόγω της μεγάλης Ιεράς πανήγυρις  είχε πάει και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας, Σαν μπήκε και Παπά Κακίσης, οι υπόλοιποι ιερείς είχαν σφυρίξει στον Δεσπότη ότι μάλλον δεν ήταν κανονικά χειροτονημένος ιερέας. Σαν πλησίασε ο παπα Κακίσης να πάρει την ευλογία, τον ρωτάει ο Δεσπότης… «παπά χαρτιά έχεις;»….. Τι να απαντήσει ο παπάς. Του απαντάει λοιπόν ευθέως, «Όχι Σεβασμιότατε»!!! και του λέει ο Δεσπότης. «Τότε σου απαγορεύω να λειτουργήσεις». Και σε αυστηρά επιτακτικό τόνο τον διατάζει « ΠΗΓΑΙΝΕ ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ ΕΞΩ, ΑΠΟ ΤΟ ΙΕΡΟ»!!!. Όλα αυτά γίνονται μέσα στον Ιερό χώρο του Ιερού πίσω από το Τέμπλο. Ελάχιστοι πήραν είδηση τι συνέβαινε στο παρασκήνιο, πλην των δύο επιτρόπων του ναού…. Ο Παπά Κακίσης μόλις άκουσε τα λόγια του Δεσπότη και επειδή μάλλον τον είχαν προειδοποιήσει του τι επρόκειτο να συμβεί…. Δίχως να χάσει καιρό, σηκώνει τα ράσα του και από το σελάχι του τραβάει μια «τσαγκρα διμούτσουνη» (πιστόλα με δύο κάνες), που δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Και ακουμπώντας επάνω στην Άγια Τράπεζα, γυρίζει και λέει στον Δεσπότη: «ΕΑΝ ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Ο ΠΑΠΑ-ΚΑΚΙΣΗΣ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Η ΠΙΣΤΟΛΑ… ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΙ ΠΡΟΤΙΜΑΣ;». Ο Δεσπότης άλλαξε χίλια χρώματα… δεν περίμενε κάτι τέτοιο από έναν Ιερομόναχο, είδε και ότι το μάτι «γυάλιζε»… Και γυρνώντας στους παρευρισκομένους Ιερείς τους λέει ψιθυριστά, «Αφήστε τον τρελό να λειτουργήσει, και το βάρος επάνω του». Από τότε δεν τον ενόχλησε κανένας! Και εκτελούσε τα χρέη του Ιερέα απρόσκοπτα. Όσο για την δυμούτσουνη πιστόλα  είχαν γίνει ένα, μαζί κυκλοφορούσαν, μαζί κοιμόντουσαν τα βράδια, μαζί δέχονταν γνωστούς και αγνώστους επισκέπτες. Ήταν η προσωπική ασφάλειά του και της περιουσίας που πρέπει να έκρυβε στο κονάκι του. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι φεύγοντας από το Άγιο Όρος, και μετά τον θάνατο του ηγουμένου πρέπει να είχε ανακαλύψει χρυσά νομίσματα που τα είχε καταχωνιάσει σε κάποια κρύπτη. Όταν αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στο τόπο του, πήρε και τον μικρό θησαυρό μαζί του. Η αλήθεια είναι ποτέ δεν χρησιμοποίησε ούτε ένα γρόσι για να εκμεταλλευτεί κάποιον που είχε πραγματικά ανάγκη, αντιθέτως τους τα δάνειζε άτοκα και με την συμφωνία να του τα επιστρέψουν όποτε μπορούσαν,  χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση, η πίεση, για να μπορεί να βοήθήσει και άλλους που είχαν ανάγκη .  Ονομαστή έμεινε Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΚΑΚΙΣΗ. Ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη με κάποιο συγχωριανό του, που είχε οικονομική ανάγκη. Για λόγους ευθιξίας δεν αναφέρουμε το επώνυμό αλλά το όνομά του Δημήτρης… Τον βοήθησε δίνοντάς του 20 χρυσές λίρες. Ποσό αρκετά σεβαστό για εκείνη την εποχή. Κάποτε ο οφειλέτης αποφάσισε ότι ήρθε ο καιρός να επιστρέψει τα χρήματα. Όμως ο καρδιακός συγγενής του Θανάσης, του λέει : «Ο παπάς ρε συ, δεν έχει ανάγκη το φυσάει το παραδάκι… όταν πας να τον πληρώσεις ανακάτεψε μαζί με τις καλές λίρες και καμιά ψεύτικη, ούτε που θα το πάρει χαμπάρι»… Πράγματι όπως του τις έδωσε τις λίρες, έτσι και τις έριξε ο παπάς στο σεντούκι χωρίς να εξετάσει την γνησιότητά τους. Βέβαια ο μπάρμπα-Δημήτρης ήταν τίμιος, ο κακός ο σύμβουλος όμως είχε κάνει την ζημιά του, και πλέον δεν γινόταν τίποτα…. Ο θεός όμως αγαπάει τον κλέφτη αγαπάει και τον νοικοκύρη. Κάποτε που βρέθηκε στην  ανάγκη να χαλάσει μερικές λίρες εκεί του φανέρωσαν ότι μερικές από τις λίρες ήταν κάλπικες. Έπιασε ένα ένα αυτούς που είχε δανείσει και του ρώταγε αν είχε κάνει κάποιος από αυτούς την «λαδιά»… Ρώτησε και τον μπάρμπα-Δημήτρη και πήρε αρνητική απάντηση. Τότε του είπε: «Αν μου τις έδωσες καλές… έχει καλώς. Αν μου έδωσες κάλπικες… οι ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΕΡΕΣ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΒΡΟΥΝ». Ο μπάρμπα-Δημήτρης δεν πέρασαν σαράντα μέρες και άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο, αφήνοντας τρία παιδιά ορφανά και μια γυναίκα να τα μεγαλώσει. Ήταν αιτία του θανάτου του η… κατάρα του καλογερόπαπα ή σύμπτωση; Μέχρι που πέθανε ο καλογερόπαπας Κα κίσης, το έφερε βαρέως για την κατάρα που είχε πει σε μια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας, και με αιτία τα χρήματα. Όμως αυτό που τον έτρωγε και τον τυρρανούσε ήταν ότι πίστευε ότι αυτός ήταν η αιτία. Ο μπάρμπα-Δημήτρης πεθαίνοντας άφησε  πίσω του ορφανά και χήρα. Κάποτε όταν η γυναίκα του αδελφού του γέννησε αγόρι, το έλεγε με καμάρι στο χωριό ότι η γυναίκα γέννησε ΔΡΑΚΟ! Έτσι το χαραχτήριζε το αγόρι του. Πήγανε και στον παπά-Κακίση και του ευχηθήκαν: « Να σου ζήσει ο Δράκος παπά». Και τους απαντάει αυτός : «Ρε ζωντόβολα

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ, ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ-ΚΑΚΙΣΗ (ΜΕΛΚΟΥ). Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

μουρλαθήκατε ούλοι σας;… Γιατί πια παιδιά μου τσαμπουνάτε; Κάνουν παιδιά οι αρσενικοί; ». Και ύστερα αφού τους είπε να καθίσουν, έχωσε τις σαν φτυάρια χερούκλες του μέσα στο κιούπι με το μοσχομύριστο λακταριστό παστό και γέμισε τα πιάτα των μουσαφηραίων, μετά ανέβασε από το κατώϊ κρασί και κέρασε για τα συχαρίκια. Αργότερα ό ανηψιός του Λάμπρος σαν μεγάλωσε θέλησε και αυτός να ακολουθήσει τον ιερατικό κλάδο, όμως στόχευε να πάει για Δεσπότης. Τότε ο παπάς του είπε : Λάμπρο παιδί μου μην πας για Δεσπότης, καλύτερα να γίνεις παπάς, να αφήσεις πίσω σου απογόνους. Ο Λάμπρος παντρεύτηκε έγινε παπάς και άφησε πολλούς απογόνους. Οι ιστορίες του παπά ατελείωτες. Κάθε Πάσχα γέμιζε με άσφαιρα δύο πιστόλες και την ώρα που σήκωνε Ανάσταση με το Χριστός Ανέστη έριχνε από την Ωραία Πύλη πρώτος τις πιστολιές του και αντιλαλούσε όλη η εκκλησία. Τότε γινόταν χαμός από τους εκκλησιαζομένους και τους πιτσιρικάδες. Τα τριγωνάκια, τα μπομπάκια και οι κροτίδες έπαιρναν φωτιά, ο καπνός από το μπαρούτι και οι κρότοι, το κάτι άλλο. Όταν τελείωνε ο σαματάς το χαρτομάνι από τις κροτίδες σκέπαζε όλο το δάπεδο της εκκλησίας με 20 πόντους πάχος. Κάποτε μου λέγαν οι κάτοικοι της περιοχής, είχε φορτώσει το άλογό του, ένα περήφανο και δυνατό ζώο «πανοσάμαρα» με ένα βαγένι από τον Αετό και το πήγαινε στο Βαρυμπόπι για  να το γεμίσει με κρασί. Εκεί κοντά στο εκκλησάκι του Μάη – θανάση, του σπάει το σχοινί, το βαρέλι καθώς ήταν κατηφόρα άρχισε να κυλάει σαν δαιμονισμένο. Σε κάθε «αναβόλα» που ο παπάς  νόμιζε ότι θα σταματούσε,  έκανε τον σταυρό του και αναφωνούσε Παναγιά μου – Παναγιά μου!!! Όμως το βαγένι συνέχιζε την πορεία του μέχρι που πέρασε και το χωματόδρομο του Μαλικίου και τελικά γλύστρησε στο γκρέμνιο που περνάει το ποτάμι «Γκρεβόγλι». Τότε σταμάτησε τις προσευχές και τα σταυροκοπήματα και λέει: «ΑΝΤΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ, (εννοούσε την βαρέλα),  ΚΑΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΦΟΡΟ ΠΟΥ ΠΗΡΕΣ.. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΟΙΏΣΕΙ !!!»

Υπάρχουν πολλές ιστορίες γύρω από τον Παπά – Κακίση, θα αναφερθώ στο μέλλον. Yπομονή ως τότε αγαπητοί φίλοι και επισκέπτες. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , comianos.wordpress,com

Φεβρουαρίου 12, 2011 Posted by | ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΛΑΠΙ (ΡΙΖΟΧΩΡΙ) ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΩΝ 7 ΛΑΠΑΙΩΝ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

ΛΑΠΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΧΗ ΤΩΝ 7 ΛΑΠΑΙΩΝ

ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΛΑΣΜΑ ΣΤΟ ΠΑΝΩ ΛΑΠΙ ΤΟΥ ΡΙΖΟΧΩΡΙΟΥ.

Η ιστορία του χωριού Λάπι ξεκινάει από πάρα πολύ παλιά, από τους πρώτους κατοίκους τους Λιάπηδες οι οποίοι είχαν έρθει από τα νότια της Αλβανίας. Η παράδοση λέει πως οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού με αρχηγό τον Λαπη, εγκαταστάθηκαν στην θέση «Κουρώρα» η «Κρώρα», το σημερινό παλιό χωριό Άνω Λάπι, λίγο πιο κάτω από το πηγάδι του Ρούσση κοντά στη σημερινή Γρηγόραινα. Αργότερα οι ανάγκες του χωριού επέλεξαν σαν καταλληλότερη θέση τα χαμηλότερα μέρη στα ριζά του βουνού, για τον λόγο αυτό του έδωσαν και το όνομα Ριζοχώρι. Το παλιό χωριό βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού και είναι ερειπωμένο, μόνο η εκκλησιά  του αντέχει από τον χρόνο και βιγλίζει σε μια θέα μοναδική και πανοραμική, ένα μπαλκόνι με μια θέα χάρμα οφθαλμών, οι παλιοί ήξεραν να διαλέγουν τις θέσεις και να κτίζουν τα χωριά τους. Προσηλιακά, ζεστά και καθόλου υγρασία. Η θέση «Λάπι» ευρίσκεται βόρεια από το Κοπανάκι, ψηλά στο βουνό, ψηλότερα από το χωριό Ριζοχώρι. Εκεί έγινε η μεγάλη μάχη και η γνωστή θυσία των 7 Λαπαίων που αντιμετώπισαν με ηρωϊσμό τους τουρκαραπάδες του Ιμπραήμ, στις 22 Απριλίου 1827. Για αυτή τη μάχη αναφέρεται ο Αντώνιος Φραντζής, αναφέροντας ότι τα στρατεύματα του Ιμπραήμ ήρθαν από το φρούριο της πεδιάδας των Λάκκων, και επετέθησαν στο χωριό Λάπι τμήμα του Σουλιμά της επαρχίας Τριφυλίας, μέσα στην νύκτα. Σύμφωνα με την παράδοση, και συγκεκριμένα από χειρόγραφα του Μήτρου Αντώνη Παπαδόπουλου που του τις είχε εξιστορήσει στον πατέρα του Αντώνη, ο νουνός του Αντώνης Τσαφούλης που είχε πάρει μέρος στις συμπλοκές με τους τουρκαραπάδες του Ιμπραήμ εκείνη την νύκτα της επίθεσης… τα γεγονότα έγιναν ως εξής:

ΚΤΗΣΙΜΟ ΤΑΜΠΟΥΡΙΩΝ-ΑΠΟ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΙΚΗ-ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ 1821

ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΙΑ ΜΑΧΗ, ΑΛΛΑ ΔΥΟ. Το χάραμα τα νέα παιδιά άρχισαν να κτυπούν τις καμπάνες, Οι κάτοικοι άρχισαν να μαζεύουν τα απαραίτητα υπάρχοντά τους και τα ζωντανά τους για να φύγουν από το χωριό. Ο φόβος είχε σκιάσει τις καρδιές τους… Τότε εμφανίστηκε ο Γιάννης Πρίφτης, και έβαλε μια βροντερή  φωνή που τράνταξε όλο το χωριό, αλλά και συγχρόνως μίλησε στις καρδιές των δικών του, των γειτόνων του και των γνωστών του: «ΠΟΥ ΠΑΤΕ ΡΕ ΚΕΡΑΤΑΔΕΣ; ΚΑΙ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΒΑΡΑΠΑΔΕΣ ΝΑ ΠΡΟΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ; ΝΑ ΤΑ ΣΚΛΑΒΩΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΗΣΟΥΝ ΣΤΟ «ΜΙΣΙΡΙ»; ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ ΡΕ!, δεν βλέπετε ότι στο χωριό είναι ακόμα γυναίκες και παιδιά; Τι άνδρες είσαστε εσείς; Και φεύγετε σαν γυναικούλες!»; «Και τι να κάνουμε ρε Γιάννη;» τον ρώτησαν. Τους απαντάει και αυτός: «Γυρίστε ωρέ, Πίσω! Να τους πολεμήσουμε σαν παληκάρια!». Ακούγωντάς τον γύρισαν οι περισσότεροι. Μετρήθηκαν και ήταν 42 άνδρες. Μπήκαν μέσα στο γκρεμισμένο ερημοκκλήσι του Άϊ – Θανάση, ευλαβικά προσευχήθηκαν, και άρχισαν να σκάβουν στους τοίχους πολεμίστρες… Ένας τότε είπε: «Άδικα θα μας χαλάσουνε ρε Γιάννη – Πρίφτη και τίποτα δεν θα κάνουμε»… «Όχι τους απάντησε, αν τους αντισταθούμε θα τους καθυστερήσουμε και γλυτώνουν τα γυναικόπαιδά μας.» Ανάμεσά τους ήταν και 5 νέα παιδιά από 20 έως 25 χρόνων, ήταν ο Μίντζας, Μπούρος, Στέργιος, Τζανέτος και Πανοστάθης. Αποφάσισαν να τους διώξουν για να σωθούν, μαζί με τους νέους έφυγαν και 2 γέροντες ο Δήκος και ο Ματζώρης. Οι τουρκαραπάδες είχαν ήδη φτάσει στην θέση «Λουτρό». Και ετοίμαζαν την επίθεσή τους. Στην πρώτη επίθεσή τους οι απώλειες τους ήταν βαριές και οι αραπάδες ξαφνιάστηκαν. Κάθε βόλι των αμυνομένων εύρισκε τον στόχο του, κρατούσαν γερά τα ταμπούρια τους στα χαλάσματα του Άη – Θανάση. Ο Ιμπραήμ παρακολουθούσε με τα κιάλια του από το ύψωμα του Άη – Γιάννη, είχε σκυλιάσει με τις βαριές απώλιες του στρατού του. Κανένας δεν ξέρει πόσες ώρες πέρασαν όταν ξεκίνησε μια δεύτερη μάχη στα βράχια της «Κρώρας». Εκεί ήταν 7 Λαπαίοι που πολεμούσαν γενναία. Έδωσε εντολή να στείλουν στρατό και σε αυτό το σημείο. Οι Αραπάδες πέρασαν δυτικά από το βουνό Παλιόκαστρα, και προχώρησαν προς την θέση «Χούνη», εκεί που αρχίζει το βουνό της «Κρώρας». Μόλις οι 7 Λαπαίοι τους πήραν χαμπαρι, ανέβηκαν ψηλότερα στη θέση του

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΙΜΩΝ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΩΝ 7 ΛΑΠΑΙΩΝ

σταυρού που σχηματίζεται από την ράχη του βουνού και του «Γιδόστρατου». Εκεί βρίσκονται δύο μεγάλοι βράχοι όπου και κτίσανε τα ταμπούρια τους. Ο χώρος είναι στενός και δεν μπορούσαν να κάνουν γιουρούσι πολλοί αραπάδες. Ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή να γυρίσει ένα κομμάτι του σώματος που πήγαινε νε προορισμό το «Φανάρι» την (Ολυμπία). Αυτό το κομμάτι του στρατού ήρθε από την κορυφή της «Κρώρας» και επιτέθηκε από τις πλάτες τους 7 Λαπαίους. Οι 7 Ντρέδες όταν είδαν ότι ήταν κυκλωμένοι τράβηξαν τα γιαταγάνια τους και μάταια προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τους αμέτρητους αραπάδες. Σε λίγο δεν έμεινε κανένας ζωντανός εκτός από τον Μίντζα. Αφού έσπασε το γιαταγάνι του  στα σώματα των επιτιθεμένων του έμεινε μονάχα η λαβή.Τραυματισμένος όπως ήταν τον έπιασαν και προσπάθησαν να τον δέσουν. Άρχισε μεγάλη πάλη. Τότε έτρεξε και τρίτος αράπης να τους βοηθήσει, Ο Μίντζας τους έσπρωξε όλους κάτω από τον βράχο, έπεσε όμως μαζί με αυτούς και αυτός, δεν σκοτώθηκε απλά τραυματίστηκε και έσπασε το πόδι του. Τον έπιασαν, του έβγαλαν τα μάτια, του έκοψαν τα αυτιά και τον βασάνισαν μέχρι που παρέδωσε το πνεύμα του. Τον Γέρο – Δήκο τον βρήκε ένα βόλι στο κούτελο, έκοψε φύλλα από μια ασφάκα και του  έδεσαν την πληγή με το μαντήλι του. Συνέχισε να πολεμάει μέχρι που αργότερα ένα άλλο βόλι τον βρήκε στο ίδιο μέρος και του έδωσε την χαριστική βολή. Την άλλη μέρα έθαψαν τους 6 Λαπαίους στο νεκροταφείο του Άη – Θανάση στη θέση «Κορμπάρδι».

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΓΙΑΤΑΓΑΝΙ-ΑΠΟ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΙΚΗ-ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ 1821

Τον Γέρο – Δήκο τον έθαψαν επιτόπου κοντά στους δύο βράχους για φύλακα της Ιστορικής τοποθεσίας. Σε αυτή την κορυφή, σε αυτό το δοξασμένο σημείο εκεί που είναι το μνήμα του Γέρο-Δήκου υψώνεται ένας μεγάλος σταυρός σε ένδειξη μνήμης και τιμής. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 120 αραπάδες και στη μάχη του Άη – Θανάση στο «Κορμπάρδι» επίσης 120 αραπάδες. Η μάχη στον Άη-Θανάση τελείωσε ως εξής: Επτά επιθέσεις έκανε ο εχθρός και άφηναν κάθε φορά δεκάδες νεκρούς και λαβωμένους. Όσοι ήταν στα εξωτερικά ταμπούρια όταν κατάλαβαν ότι κινδύνευαν να κυκλωθούν, έκαναν έξοδο και έφυγαν προς το βουνό. Αυτοί που ήσαν μέσα στο ερημοκκλήσι απεφάσισαν να κάνουν μία ηρωϊκή έξοδο. Μα σαν βγήκαν με τα γιαταγάνια τους στα χέρια κατάμαυροι, μπαρουτοκαπνισμένοι και αποφασισμένοι να σκοτώσουν όσους βρεθούν μπροστά τους…. Άκουσαν τον επικεφαλής των Αραπάδων να φωνάζει: «ΚΑΝΤΕ ΤΟΠΟ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ!.. ΑΦΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ!… Σκέφτηκε πως θα ήταν περιτό να έχει περισσότεραθύματα από αυτούς τους μανιασμένους και αποφασιστικούς αγωνιστές. ΑΠΟ ΤΟΥΣ 35 ΑΥΤΟΥΣ, ΔΕΝ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ! (Τα χειρόγραφα διεσώθησαν από τον Παπά – Μανώλη Καράμπελα). Η μάχη στην θέση «Κρώρα» κράτησε 7 ώρες. Εκεί  έχασαν την ζωή τους ηρωϊκά μαχόμενοι οι 7 Λαπαίοι, Τα ονοματά τους θα μένουν στις μνήμες των κατοίκων. ΜΙΤΖΑΣ, ΤΖΑΝΕΤΟΣ, ΣΤΕΡΓΙΟΣ, ΜΠΟΥΡΑΣ, ΠΑΝΟ-ΣΤΑΘΗΣ η ΠΑΝΟΥΣΗΣ και οι ΔΗΚΟΣ και ΜΑΤΖΩΡΗΣ. Όλοι ήταν παιδιά 18 έως 20 ετών εκτός του Ματζώρη και Δήκου που ήταν 80 ετών. Η μάχη πρόσφερε χρόνο στα γυναικόπαιδα να απομακρυνθούν και να σωθούν. Από τους νεκρούς οΜπούρας ήταν Αγριλαίος, ο Πάνο-Στάθης, ο Μίτζας και ο Δήκος δεν άφησαν απογόνους. Ο Τζανέτος και ο Δήκος έχουν αφήσει απογόνους. Ακόμα και σήμερα η περιοχή λέγεται «μνήμα του Δήκου». Πλησίον εκεί βρήκαν μια σπάθα σπασμένη στα δύο. Και εμένα μου χάρισαν μια μικρή μαχαίρα, που βρήκαν εκεί κοντά και την έχω φυλαγμένη σαν κορη οφθαλμού στο παραδοσιακό μου μουσείο σκουριασμένη.

Πολλά από τα ανωτέρω αναφερόμενα ιστορικά γεγονότα και περιστατικά, που συνέβησαν στον χώρο του πάνω Λάπη καθώς και ημερομηνίες είναι παρμένα από το βιβλίο του τ.ΝΟΜΑΡΧΟΥ Κοσμά  Εμμ. Αντωνόπουλου, Δικηγόρου και κοινωνιολόγου. Με τον τίτλο » Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ «. Και από διηγήσεις παλαιών κατοίκων του ριζοχωρίου.

Εργασία :  ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

Φεβρουαρίου 5, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ-Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ «ΝΕΡΑΪΔΟΓΕΝΝΗΜΕΝΩΝ» ΜΑΤΖΟΥΝΑΙΩΝ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

Ο ΘΡΥΛΟΣ-ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΤΖΟΥΝΑΙΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

Τα Πλατάνια είναι ένα όμορφο και γραφικό χωριό της Ορεινής Τριφυλίας. Εκεί βρισκεται στους πρόποδες της πλαγιάς και το ιστορικό κάστρο της Είρας, εκεί που παλαιά είχαν τα λιμέρια τους οι περίφημοι αρματωλοί και κλέφτες, άνθρωποι σκληροί και αδάμαστοι. Πιο κάτω κυλούν  τα νερά της ελικόρροης Νέδας του μοναδικού θυλικού ποταμού. Εκεί εγκαταστάθηκε και ο μεγάλης φήμης χιλίαρχος ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΜΑΤΗΣ, προερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη. Αφού πρώτα πολλοί από τους απογόνους του ρίζωσαν και απλώθηκαν σε πολλά μέρη της Πατρίδος μας.  Στην όμορφη και παραδοσιακή πλατεία του χωριού Πλατάνια, του Δήμου Αυλώνος κάτω από τον βαθύσκιοτο αιωνόβιο πλάτανο απολαμβάνοντας το ποτό που οι φιλόξενοι κάτοικοι με είχαν κεράσει, δεν χόρταινα το εκπληκτικής ομορφιάς τοπίο που απλωνόταν κάτω από τα πόδια μου. Από πάνω ο ονομαστός ανακαινισμένος πύργος

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΝΕΡΑΪΔΩΝ ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

του μπάρμπα Αλέκου. Το θρόϊσμα των φύλλων, το γλυκό τιτίβισμα των πουλιών, η βουνίσια δροσερή αύρα. Κάτω το βλέμμα μου αγκάλιαζε την αγριάδα του κακοτράχαλου τοπίου, φτάνοντας μέχρι το ποτάμι τη Νέδα με τους υπέροχους και φημισμένους καταρράκτες του. Μετά ανηφόριζε στα δύο βουνά πάνω από το ποτάμι. Μήνας Μάης η φύση γεμάτη χρώματα και ζωντάνια. Η συζήτηση γύρω από την οικογένεια των Ματζουναίων και τον μύθο γύρω από το όνομα του γενάρχη της οικογένειας. Ο γέρο Κωστας Λυμπερόπουλος μου μίλησε για τους Ματζουναίους και για μία διαφορετική δοξασία της προελεύσεως του ονόματος Ματζούνη. Τα ίδια μου είπε και ο Μπάρμπα Θοδωράκης Ματζούνης στο Κοπανάκι. Μου έλεγαν λοιπόν ότι στα Πλατάνια τους έλεγαν και Νεραϊδογεννημένους….  Γιατί τα κτήματα και καλύβια  που δούλευε και καλλιεργούσε η οικογένεια του Σταύρου Αντωνόπουλου, ήταν διεσπαρμένα στις έρημες πλαγιές,  και εκεί που ήταν  ρεματιές και τα όχθια της Νέδας. Θυμάμαι  έλεγα του μπάρμπα Θοδωράκη που στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνος ένα από τα καλοκαιριάτικα απογευματάκια είχαμε μαζευτεί γύρω από τον Ανδριανό στα σκαλοπάτια του Γιώργη Ρουκουνιώτη κάτω από την υπέροχη «μπαξάνα» την

ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΟ ΞΩΤΙΚΟ ΠΛΑΣΜΑ

τριανταφυλλιά του με τα χιλιάδες άνθη που σκαρφάλωνε από την είσοδο του κήπου του μέχρι τα κεραμίδια του σπιτιού του. Και κρεμόμασταν κυριολεκτικά από τα χείλη του ακούγοντας την ιστορία γύρω από την οικογένειά του. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν σβύσει από το μυαλό μας. Είναι σαν τις ιστορίες της γιαγιάς που ακούγαμε καθισμένοι στο παραγώνι της κρύες νύκτες του χειμώνα ή στην «ρούγα». Αυτά δεν σβύνουν ποτέ… ιστορίες για φαντάσματα, βότανα θαυματουργά, παραμύθια, μαγεμένες τοποθεσίες που απαγορευόταν να επισκεφτούμε και τόσα άλλα. Μου έλεγε λοιπόν ο μπάρμπα Κώστας, πως ένας πρόγονος από το Αντωνοπουλαίϊκο, τον πρόλαβε η νύκτα και άπλωσε την κάπα του για να κοιμηθεί κάτω στην πλαγιά σε ένα αλώνι πάνω στα άχυρα δίπλα στις θυμωνιές, κοντά σε ένα μικρό καταρράκτη του ποταμού. Έβγαλε από τον τορβά του το ψωμοτύρι του, τις λιγοστές ελιές του, το απαραίτητο κρεμύδι και αφού έφαγε και ήπιε δροσερό νερό από το ποτάμι, έγειρε να ξαποστάσει. Γύρω στα μεσάνυκτα τον ξύπνησαν γλυκές φωνές, τραγούδια και γυναικεία γέλια. Άνοιξε τα μάτια του ψηλά  αντίκρισε ένα ολόγιομο φεγγάρι, να φωτίζει τον ουρανό με το λαμπρό του φως και το τοπίο γύρω του, το ποτάμι, και ανάμεσα στα νερά του καταρράκτη αιθέριες οπτασίες να λούζουν τα μαλλιά τους. Το θέαμα τον άφησε άφωνο και συνέχισε να παρακολουθεί χωρίς να βγάζει μιλιά, φοβόταν ότι αν έλεγε κάτι οι οπτασίες θα εξαφανιζόνταν. Σαν τελείωσαν τα παιχνίδια τους με τα νερά του καταρράκτη, τον πλησίασαν και ένοιωσε να τον σηκώνουν επάνω και να τον βάζουν στον χορό. Η οικογένεια ήταν

ΜΟΙΡΕΣ ΝΕΡΑΪΔΕΣ, ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟΓΕΝΗΤΟ ΜΩΡΟ

ονομαστοί χορευταράδες και καλήφωνοι. Συνέχισαν λοιπόν τον χορό με γέλια και τραγούδια, μεθυσμένος ο Αντωνόπουλος από χαρά και υπέροχα αισθήματα, δεν κατάλαβε πότε πέρασε η ώρα και τις κονταυγές ακούστηκε το πρώτο λάλημα του κόκορα. Σημάδι ότι η η μέρα φωτίζει. Οι υπόλοιπες νεράϊδες εξαφανίστηκαν  ως δια μαγείας στα κοιλώματα και στις σκιές του ποταμού. Ο Αντωνόπουλος κράτησε το μαντήλι που τον κρατούσε η τελευταία κοπέλα. Την δύναμή της!! Η νεράΪδα άρχισε να τον εκλιπαρεί να της το δώσει πίσω, όμως ο βοσκός σκληρός στις ικεσίες της, αμετάπειστος και γοητευμένος από την ομορφιά της, κράτησε το μαντήλι και την έκανε γυναίκα του. Από το γάμο τους αυτό, σε λίγο καιρό  ήρθε το πρώτο τους παιδί. Σαν γεννήθηκε ή μάνα κατέβηκε στο μέρος που συναντιώντουσαν οι νεράϊδες και τα ξωτικά της Νέδας τα μεσάνυχτα με το μωρό στην αγκαλιά της. Όμορφες νεράϊδες φίλες της μαζεύτηκαν και κάθε μια έδωσε και μια διαφορετική ευχή για το μωρό. Ένα αγοράκι τόσο πολύ γλυκό και όμορφο, που όλοι το φωνάζανε χαϊδευτικά «ματζουνέλι» ή «ματζουνάκι». Αυτός ήταν και ο γεννήτορας των Ματζουναίων. Πάντως λέγεται από τους παλιούς, ότι παρά το ότι μετά κάνανε πολλά παιδιά  αγόρια και κορίτσια, παρά την μεγάλη αδυναμία και αγάπη που της είχε, όμως στα μάτια της γυναίκα του βασίλευε μόνιμα η μελαγχολία. Και δεν σταμάταγε να του ζητάει επίμονα να της δώσει πίσω το μαντήλι. Κάποτε ο Αντωνόπουλος σκέφτηκε ότι με τόση οικογένεια που είχαν αποκτήσει, ακόμη και αν της έδινε το μαντίλι αυτή θα έμενε…. Σαν το πήρε στα χέρια της όμως, με μιας εξαφανίστηκε και δεν ξαναφάνηκε. Μάταια την γύρεψε στα μέρη που την είχε πρωτοσυναντήσει, όμως στάθηκε αδύνατο. Έχουν τους δικούς τους νόμους τα αερικά…. Από τότε μας έχουν κολήσει το παρατσούκλι «Οι Νεραϊδοπαρμένοι –  Ματζουναίοι». Έτσι μας φωνάζουν χαϊδευτικά…. οι συγχωριανοί μας στα πλατάνια και στην γύρω περιοχή.

Οι εικονες είναι από το google :  www reikecenter.gr . Και από τις εκδόσεις ΣΤΡΑΤΙΚΗ «Πινακοθήκη των ηρώων του 1821″

Ευχαριστώ τον Θοδωράκη Μαντζούνη για τις όμορφες ιστορίες και θρύλους καθώς επίσης και τον συγχωρεμένο Μπαρμπα Κώστα Λυμπερόπουλο, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , comianos.wordpress.com

Ιανουαρίου 29, 2011 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ-ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΕΙΡΑΣ-Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΑΓΑΣ-Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΤΖΟΥΝΑΙΩΝ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΕΙΡΑΣ  ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΤΖΟΥΝΑΙΟΙ

 

Κατ’ αρχάς θέλω να ευχαριστήσω τον Θοδωράκη Ματζούνη από τα Πλατάνια της ορεινής Τριφυλίας, κάτοικο Κοπανακίου. Εδώ,  σε αυτόν τον τόπο της ευλογημένης Μεσσηνιακής γης, ο μπάρμπα Θοδωρής παντρεύτηκε, μεγάλωσε και μόρφωσε τα παιδιά του, εργάστηκε και μεγαλούργησε. Παραμονή πρωτοχρονιάς 2011, το έφερε η κουβέντα γύρω από το χωριό Πλατάνια και την ιστορία της προεύλεσης του οικογενειακού ονόματος ΜΑΤΖΟΥΝΗ. Γνώριζε βέβαια για την Ναυπλιώτικη καταγωγή μου  την  οικογενειακή μας φιλία, και το πόσο δεμένοι είμαστε όλοι όσοι κατοικούσαν γύρω από την γειτονιά της πλατείας του Αγίου Σπυρίδωνα. Ανάμεσα στους οποίους είχαν εγκατασταθεί στην ιστορική γειτονιά μας, προερχόμενοι από την Μικρά Ασία οι Ματζουναίοι. Στο μυαλό μου ήρθαν γλυκές αναμνήσεις και εικόνες από τα παλιά. Απέναντι από την παραδοσιακή ταβέρνα του μπαρμπα- Νίκου Ρετάλη, οι παλιοί Ναυπλιώτες τους θυμούνται από τα χρόνια τα παλιά.  Βιοπαλαιστές , πραγματικοί πολεμιστές στη ζωή και οι δύο, σκυμένοι ο μπάρμπα-Ανδριανός και ο μπαρμπα- Γιώργης πάνω από τις παλιές ξεχαρβαλωμένες και με φθαρμένα ψαθιά  καρέκλες και πολυθρόνες εκείνης της εποχής, να προσπαθούν να τις επιδιορθώσουν . Να βγει το μεροκάματο, να ζήσει η πολυμελής φαμίλια. 4 αγόρια και 2 κορίτσια. ΟΑνδριανός  ο μικρότερος αδελφός, καλός φίλος του αδελφού μου Πέτρου , έγιναν κουμπάροι αργότερα. Ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε να βρει τις ρίζες του…. Δεν κατόρθωσε από όσο γνωρίζω να επισκεφθεί τα Πλατάνια. Όμως ερχόταν σε επαφή με συγχωριανούς και συγγενείς του. Τις περισσότερες πληροφορίες τις είχε μαζέψει από τον σεβάσμιο Ιερέα που λειτουργούσε στην Πολύχνη, Παναγιώτη Ματζούνη συνταξιούχο τα τελευταία 10 χρόνια, και βαστούσε το προσωπικό αρχείο του οικογενειακού τους

δένδρου. Μου έλεγε ο μπαρμπα-θοθωράκης ότι κάτω από το χωριό Πλατάνια στην πλαγιά, εκεί που ενώνονται τα δυο βουνά και που ανάμεσά τους κυλάει το ποτάμι η Νέδα. Βρισκόταν το χωριό Καστρο, το κάστρο της Είρας. Εκεί στο κάτω χωριό το Κάστρο έγινε μια σφαγή που δεν είχε άλλο προηγούμενο. Η αιτία το «χαράτσι». Εκεί έχει δύο περάσματα για το χωριό, το ένα πέρασμα έχει μια σκαλίτσα από την μια πλευρά, που είναι και το κάστρο. Ακόμη και σήμερα σώζεται η μία γωνιά από παλιά χαλάσματα του κάστρου. Από την άλλη μεριά το άλλο πέρασμα που υπήρχε, και σώζεται μέχρι σήμερα την λένε «πόρτα».  Έβγαινε στο αγνάντι ο αγάς Βοϊβόνας, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο «πύργος του μπάρμπα Αλέκου» στα Πλατάνια, και από εκεί ψηλά έδινε διαταγή στους υποτακτικούς ,την Δευτέρα οι κατωχωρίτες να μας φέρουν το τάδε «χαράτσι. Οι τελάληδες φώναζαν  την εντολή του Αγά Βοϊβόνα για να την ακούσουν  οι κάτω Πλατανίτες. Σαν ερχόταν η Δευτέρα, απαντούσαν οι άλλοι από κάτω: « Πέστε στον Αγά Βοϊβόνα ότι θα σας το φέρουμε το Σαββάτο»…. Περνούσε και η μέρα του Σαββάτου, αλλά το «χαράτσι» έμενε στα… λόγια. Αντί να στέλνουνε τους φόρους οχυρωνόντουσαν, πίστευαν ότι επειδή δεν τους είχε ενοχλήσει ο Αγάς ότι το κάστρο ήταν άπαρτο και τους φοβόταν οι Τουρκαλάδες… Έτσι πιστεύανε. Λοιπόν είδε και αποείδε ο Αγάς Βοϊβόνας ότι χαράτσι δεν επρόκειτο να δεί από το Κάστρο, και δίνει εντολή να τους ρίξουν με τα κανόνια από ψηλά για να καταλάβουν ότι είχε πραγματικά κακές προθέσεις. Η καταστροφή ήταν μεγάλη από την πρώτη μέρα . Οι παλιοί γέροντες λέγανε ότι κάποιος παλικαράς πετάχτηκε έτσι έχω ακούσει, από το κάτω το χωριό και τους φώναξε: «Από ευτούθε δεν μπορείτε να μας κάνετε τίποτα ωρέ Χασάνια!» Αν είναι πέρα από το Φορτιναίϊκο που λέγεται, δηλαδή από την  απέναντι Ολυμπία μπορεί να μας κάνετε κάτι. Αυτό έκανε τον Αγά Βοϊβόνα τον Ιούνιο 1742 να πάρει απόφαση και να επιτεθεί το ασκέρι του με ενισχύσεις που είχε φέρει από άλλα μέρει. Την απόφαση αυτή την μάθανε οι κάτω Πλατανίτες και ορισμένοι από αυτούς πήραν τις οικογένειές και τα υπάρχοντά τους την νύκτα, γιατί κατάλαβαν ότι δεν θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα και δεν θα αποφεύγανε το «χάλασμα». Αυτό το κομμάτι των χωρικών που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το χωριό, «Καλίγωσε» τα πόδια στα ζωντανά ανάποδα. Οπότε τα αποτυπώματα έδειχναν την αντίθετη κατεύθυνση που είχαν τραβήξει. Την άλλη μέρα τα ξημερώματα μετά από ισχυρό βομβαρδισμό έγινε η επίθεση. Οι τουρκαλβανοί είναι πολλοί και οι αμυνόμενοι πολεμούν γενναία. Από αυτούς που έμειναν πίσω στο Κάστρο δεν έμεινε κανένας, από μικρό μέχρι μεγάλο. Από τις όμορφες γυναίκες άλλες τις βίασαν, άλλες σκότωσαν και άλλες τις πήραν σκλάβες στα χαρέμια τους η τις πούλησαν στο Μισίρι (στην

αραπιά στα σκλαβοπάζαρα). Το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς. Την επόμενη μέρα της σφαγής το πρωϊ πέρασε ένας τσέλιγκας ο Σταύρος Αντωνόπουλος με τα πρόββατά του,που εκείνη την εποχή έκανε και χρέη εισπράκτορα, μαζί του ήταν και ο γιός του Χρήστος, και βρίσκει δίπλα στους σκοτωμένους μια μητέρα βουτηγμένη στα αίματα που ψυχοραγούσε και επάνω στα ματωμένα στήθη της, ένα μωρό αιματοβαμμένο να κλαίει σπαραχτικά. Ήταν η Αρετή, η γυναίκα του Καπετάν Γιαννάκη. Το μάζεψε με στοργή και το έφερε στην γυναίκα του στο χωριό στα Πλατάνια, που είχε και άλλα  οκτώ αγόρια και  ένα μωρό την Μηλίτσα, και της είπε: «Θα το μεγαλώσεις σαν να ήτανε δικό μας παιδί, μαζί με την κορούλα μας και κοντά στους λεβέντες μας». Το παιδάκι αργότερα το βαπτίσανε ΣΤΑΣΙΝΟ. Άντε – άντε, το παιδί άρχισε να μεστώνει και έγινε ένα παλικαράκι πολύ όμορφο και γλυκό. Τόσο πολύ γλυκό ήταν, που το φώναζαν Ματζουνέλη ή Ματζουνάκι χαϊδευτικά. Αυτή ήταν και η αιτία που πήρε το επόνυμο Μαντζούνης. Σαν μεγάλωσαν τα παιδιά   και επειδή η Μηλίτσα ήταν και αυτή πολύ όμορφη κοπέλα, και υπήρχε ο φόβος μήπως φθάσει στα αφτιά του Αγά Βοϊβόνα. Γιατί σίγουρα θα ζητούσε  να την φέρουνε στον οντά του στο κεφαλοχώρι την Αυλώνα, την λέγανε Καραμούσταφα, εκείνη την εποχή. Πάντρεψε τον Στασινό με την Μηλίτσα για να μην την πάρει ο Βοϊόνας στο χαρέμι του. Πράγματι έγινε ένας γάμος πρωτόγνωρος για εκείνη την εποχή. Έλαβαν μέρος όλα τα παλικάρια της περιοχής που τραγούδησαν και χόρεψαν για τρεις ημέρες. Το ζευγάρι του Στασινού Ματζούνη και της Μηλίτσας ζούσαν ευτυχισμένοι στο χωριό Πλατάνια. Όμως όπως ήταν επόμενο, στα αυτιά του Αγά έφτασε η πληροφορία ότι η στην περιοχή παντρεύτηκε  μία ωραία κοπέλα, η πεντάμορφη Μηλίτσα με τον Στασινό Ματζούνη, σκύλιασε. Ο Αγάς δεν έχασε καιρό και την κάλεσε στον οντά του για να τον υπηρετεί. Όμως ο Στασινός τέτοια προσβολή δεν μπορούσε να την ανεχτεί. Ντύθηκε με τα γυναικεία ρούχα της πεθεράς του της Αρετής, φόρεσε και τα στολίδια της,  τα είχε φυλαγμένα στο σεντούκι, και με ένα κοφίνι αυγά, καβάλα στο μουλάρι,  κίνησε για τον οντά του Αγά  στου (Κραμούσταφα), έτσι το λέγανε. Τα μεσάνυκτα με το που μπήκε στον οντά, ο Αγάς Βοϊβόνας χωρίς να χάσει ευκαιρία βούτηξε  να του βάλει χέρι. Τραβάει ο Στασινός το χατζάρι του και του το καρφώνει με  γρήγορες κίνησεις στην καρδιά. Σαν αστραπή φεύγει και χάνεται στο σκοτάδι. Δώδεκα λιάπηδες Τούρκοι τον κυνήγησαν, αλλά στάθηκε αδύνατο να τον πιάσουν. Μετά πέρασε από το Κάστρο στα Πλατάνια,  στην τοποθεσία «Κολοβούτι», όπου τον περιμέναν με αγωνία οι δικοί του.Πήρε μαζί του την Μηλίτσα, όσα από τα απαραίτητα υπάρχοντά τους μπορούσαν, αποχαιρέτησαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, και φεύγουν δυτικά από την ακροποταμιά της Νέδας, έφτασαν στο Κατάκολο. Μετά βρήκαν καϊκι και κατέληξε άγνωστος στην πόλη της Σμύρνης στην Μικρά Ασία εκεί που άλλοτε είχε ζήσει ο προππάπους του ο Γιάννος. Εκεί έμεινε περίπου είκοσι χρόνια περίπου. Έκανε πολλά παιδιά. Τον Γιάννο, τον Κωνσταντή, τον Αλέξη, τον Ανδριανό,τον Αγγελή, τον Δημήτρη, τον Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Νικόλα και την Ακριβή. Ο γιός του Αγγελής έμεινε  στην Σμύρνη. Μετά επέστρεψε στην Ελλάδα, πέρασε και από το Ναύπλιο όπου άφησε δύο παιδιά, μετά πήγε στην Τρίπολη στην Αρκαδία άφησε και εκεί δύο παιδιά τον Δημήτρη και τον Νικόλα. Τα οποία άφησαν πολιτιστική κληρονομιά στην πόλη της Τρίπολης το Ματζούνειο  Ίδρυμα. Το ίδρυμα υπάρχει ακόμη και σήμερα.Και τέλος επέστρεψε στο χωριό του Πλατάνια με την υπόλοιπη οικογένειά του και τα τρία του παιδιά τον Γιάννο, τον Παναγιώτη και την μονάκριβη κόρη του Ακριβή, για να συνεχίσουν την οικογενειακή παράδοση. Πρώτα όμως έστειλε τον γιο του Γιάννο να δει πως ήταν τα πράγματα και τι κλίμα επικρατούσε. Από εκεί και πέρα αρχίζει μία άλλη ιστορία που θα στην δώσω γραπτή εν καιρώ. Γύρω από τα ηρωϊκά κατορθώματα της οικογένιας.

Οι εικόνες είναι απο τα βιβλία, Εκδόσεις ΣΤΡΑΤΙΚΗ, «Πινακοθήκη των ηρώων του 1821″.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ιστότοπος του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , είναι ανοικτός σε τέτοιου είδους ιστορίες, παραδόσεις και άρθρα σχετικά με γεγονότα, συμβάντα, οικογενειακές ρίζες ακόμα και «δοξασίες» γύρω από τοπικά κοινωνικά και θρησκευτικά γεγονοτα.

Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων. Με εκτίμηση

ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , Κοπανάκι Μεσσηνίας.

Ιανουαρίου 20, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 3 σχόλια

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ Η ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ-ΑΡΙΑ-ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ-ΜΑΖΑΚΙ- ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΤΗΣ ΒΕΛΟΥΔΩΣ, ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΟΥ ΑΓΑ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ  Η ΒΕΛΟΥΔΩ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΚΑΙ Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΑΓΑΣ

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥ ΜΑΪ ΘΑΝΑΣΗ ΣΤΟ ΜAΖΑΚΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Το ιστορικό συμβάν έγινε στο χωριό Βαρυμπόπι το σημερινό Μοναστήρι Ορεινής τριφυλίας. Παλιά το λέγανε Αριά, βρύση του Σοφού, Μαζάκι. Κτισμένο ανάμεσα στα βουνά Πύλα, Λούστρα (Κιάφα), Νταρίδα, και Άϊ-λιά. Οι κάτοικοί του μετακινήθηκαν κατασφαγμένοι και ξεσπιτωμένοι από το χωριό Μαζάτι  που ήταν χτισμένο λίγο πιο χαμηλά. Μεταξύ Αετού και πολυθέας στην θέση «Σηκωμένο Αυλάκι» και «κλησιά –Μαζάτι» δηλ. την εκκλησία Μαζατίου. Το σημερινό εκκλησάκι του Μαϊ – Θανάση που ξανακτίστηκε το 1960. Στην πλαγιά  δεξιά και αριστερά της εκκλησίας ακόμη και σήμερα στην θέση που βρίσκεται το κτήμα του Κωνσταντή Κακίση (Μελκου), φαίνονται τα απομεινάρια των παλιών κατοικιών, τα Ρηγαίϊκα, Χριστοφιλαίϊκα, Κοντοδημαίϊκα Κορακαίϊκα κ.α. Επίσης φαίνεται και το νεκροταφείο του παλιού χωριού. Αναφέρονται από τους κατοίκους και οι ονομασίες όπως «Μαγείρι», το «Παζάρι», που πρέπει να αναφέρονται ότι στα σημεία αυτά υπήρχαν μαγειρία και χώρος που γινόταν αγορά και παζάρι εκείνα τα χρόνια. Επίσης αναφέρονται και οι θέσεις Αριά, Φέρα, Ασημένιος Λάκκος, Ξυλοκερατιά, τα Τρία Αλώνια κ.α. Το 1769-1770 πήραν μέρος οι Μαζατιώτες στην επανάσταση κατά των Τούρκων χωρίς επιτυχία. Οι Τούρκοι ως αντίποινα κατάκαυσαν το χωριό τους Μαζάτι και κατέσφαξαν τους κατοίκους χωρίς διακρίσεις, (γυναίκες ή παιδιά). Όσοι κατάφεραν να σωθούν ανέβηκαν πιο ψηλά, και βρήκαν καταφύγιο στην κορυφή του πιο πάνω λόφου την λεγόμενη «Βίγκλα» δηλ. σκοπιά. Έβαλαν σκοπούς για να προστατεύονται από τις επιθέσεις. Όμως επειδή είναι πολύ απότομη η πλαγιά οι τούρκοι και οι αλβανοί ήταν αδύνατον να επιτεθούν. Δειλά -δειλά ορισμένοι έφτιαξαν το χωριό Βαρυμπόπι λίγο πιο πάνω από τη θέση Βίγκλα. Οι υπόλοιποι σκόρπισαν σε άλλα μέρη της πατρίδας. Αργότερα ήρθανε και άλλοι κυνηγημένοι και το χωριό μεγάλωσε. Το παλαιό Μαζάτι δεν έχει πλέον κατοίκους. Τα ερείπια , η εκκλησία του Μάη-Θανάση, τα τρία αλώνια και η παράδοση, βεβαιώνουν για την ιστορία του. Από τότε χαρακτηριστικό είναι ότι σε δύο κοινοτικά συμβούλια ζήτησαν με τις αποφάσεις υπ΄αριθμόν 5 του 1947 και την υπ΄αριθμόν 8 του 1968, να αλλάξει ονομασία το χωριό από Μοναστήρι σε Μαζάκι. Τελικά παραμένει ακόμη με το όνομα το σημερινό. Το 1969 έγινε στην πλατεία του Μοναστηρίου μνημείο πεσόντων στο ηρωϊκό Μαζάκι. Μεταξύ των κυνηγημένων αργότερα προστέθηκαν και άλλες φαμίλιες κυρίως από το Σούλι. Παλιοί και νέοι κάτοικοι ενωμένοι προετοιμάζονται και παίρνουν μέρος στην επανάσταση του 1821. Μία από τις οικογένειες αυτές που ήρθαν στο χωριό ήταν και του Γιάννη – Καράμπελα. Η ιστορία της οικογένειας ξεκινάει από την πολιορκία του Σουλίου. Στις 15 Δεκέμβρη 1803, μερικές ομάδες αποφάσισαν να πάνε προς το χωριό Ζάλογγο στο βουνό Ζάλογγο. Μαζί τους ακολούθησαν και 56 γυναίκες. Το πρωί, ισχυρό σώμα με επικεφαλής τον Μπεκίρ Τζογαδώρο επιτέθηκαν μανιασμένοι. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν σθεναρά, αλλά κόντευαν να τους τελειώσουν τα πυρομαχικά. Με το μούσγωμα

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΕΛΟΥΔΩΣ, ΣΗΜΕΡΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ ΚΑΚΙΣΗ (ΜΕΛΚΟΥ). Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

επιχείρησαν να κάνουν έξοδο, τους πήραν είδηση οι τουρκαλβανοί και λίγοι κατάφεραν να γλυτώσουν, τους περισσότερους τους αφάνησαν. Όσοι γλύτωσαν κατευθύνθηκαν προς το χωριό Βουλγαρέλι. Πίσω έμειναν οι 56 περίπου γυναίκες που δεν ακολούθησαν τα παληκάρια στην έξοδο. Μεταξύ αυτών ήταν και η Χάϊδω η γυναίκα του Μήτρου Καράμπελα, που σαν πλησίασαν οι Αλβανίτες έστησαν χορό και έπεφταν μία μία στο βάραθρο τραγουδώντας. Όσοι σώθηκαν από την καταστροφή  βρήκαν καταφύγιο στο χωριό Βουλγαρέλι. Μεταξύ αυτών και ο Μήτρο-Καράμπελας, καβάλα σε ένα άλογο «ντορί» κόκκινο, βλέποντας την καταστροφή που άφησε πίσω του, είπε στο άλογό του: ΑΝΤΕ ΝΤΟΡΙ ΚΑΚΟΤΥΧΕ – ΝΤΟΡΙ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ – ΤΗΝ ΧΑΪΔΩ ΤΗΝ ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ – ΑΛΛΑ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ… Ορισμένοι από τους Σουλιώτες αργότερα ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα Σουλιμοχώρια και στο Βαρυμπόπι. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μήτρος φέρνοντας μαζί και την οικογένεια του αδελφού του, Πάνου Καράμπελα  και όλα τα ζώα τους και γιδοπρόβατά τους. Όλα πήγαιναν καλά, οι Καραμπελαίοι έμεναν στο σημερινό σπιτάκι του Κωνσταντή Κακίση (Μέλκου) που ακόμη και σήμερα σώζεται πετρόκτιστο. Όμως εκεί που λες, δόξα τον θεό όλα κυλάνε καλά… έτυχε την ώρα που πήγαινε στην πηγή για να γεμίσει τη λαϊνα της και στο μύλο να αφήσει το άλεσμά της η

Ο ΟΝΤΑΣ ΠΟΥ ΕΜΕΝΕ Ο ΑΓΑΣ ΣΤΟ ΒΑΡΥΠΟΠΙ, ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΟΥΣΗ (ΜΠΟΤΟΤΗ), Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ

γυναίκα του Πάνου Καράμπελα, να την δει από το τριόροφο σπίτι του Πανούση Αντώνη (Μποτότη), που το είχαν μετατρέψει σε τούρκικο οντά για τις ανάγκες του αγά, όταν ερχόταν για να εισπράξει τους φόρους και να μιλήσει με τους δημογέροντες τις περιοχής…έτυχε λοιπόν ο αγάς να δει την λυγερόκορμη γυναίκα του Πάνου, την όμορφη Βελούδω. Σαν άφησε το άλεσμα, γέμισε και την λαϊνα της με νερό από την πηγή, ο αγάς την περίμενε στο γυρισμό…και της ζήτησε το βράδυ να πάει στον οντά του. (Διαταγή που δεν σήκωνε αντίρηση εκείνη την εποχή). Η Βελούδω κατατρομαγμένη γυρίζοντας στο σπίτι το είπε στον πεθερό της, ο οποίος την λυπήθηκε και είπε: Ήλθε η ώρα το σπιτικό μας να κλείσει…ενοώντας μόλις το αναφέρουν στην οικογένειά του, θα εσκότωναν τον αγά και θα εγκατέλειπαν πλέον το σπιτικό τους. Το βράδυ ήλθαν τα τέσσερα παιδιά του και οΠάνος ο άνδρας της Βελούδως, ο οποίος λέγεται πως στην αρχή συμφώνησαν να ντυθεί γυναικεία και αντί αυτής να πάει στον Αγά και να τον «χαλάσει».Όμως ο μικρότερος αδελφός του Πάνου ο Θοδωρής Καράμπελας, είχε άλλη γνώμη. Είπε στα άλλα  αδέλφια του: « Το πήρα απόφαση και αντίρηση δεν σηκώνω!…Φύγετε σεις και θα αναλάβω εγώ!…όμως θα μαζέψετε από τώρα τα απαραίτητα, ετοιμάστε με τρόπο και τα γιδοπρόβατα. Θα ξεκινήσετε νωρίς με το νύκτωμα, θα περάσετε από την κορυφή του «Σέσι» και θα πάτε προς το καλογερέσι. Κανονίστε να είσαστε τουλάχιστον δύο ώρες μακρυά γύρω στις 4 η ώρα το πρωί που θα φύγω από το σπίτι του αγά. Αν δεν με πάρουν μυρουδιά οι αραπάδες (φρουροί) και με χαλάσουνε, θα σας συναντήσω στο Καλογερέσι… ,άντε, βρε! και ο θεός μαζί σας. Άλλοι λένε πως τράβηξαν προς το βουνό. Έφτασαν στο χωριό Χρυσότοπος της Μεσσήνης, όπου ήταν τα όρια δικαιοδοσίας άλλου Αγά, κ;αι εκεί πήγε αργότερα και τους συνάντησε ο θοδωρής… Μόλις βράδυασε ντύθηκε γυναικεία, έβαλε και φερετζε αφού έκοψε το μουστάκι του πρώτα, και τράβηξε μέσα στο σκοτάδι για τον οντά του αγά. Οι αραπάδες μόλις τον είδαν και έχοντας πάρει εντολή από τον αφέντη, τον άφησαν να περάσει ανενόχλητος. Μπήκε στον οντά που τον περίμενε όλο ανυπομονησία ο αγάς, και τραβώντας το μαχαίρι του τον…»χάλασε». Σαν πήγε περίπου η ώρα 4 το πρωϊ βγήκε έξω και πέρασε ανενόχλητος από τους φρουρούς. Ο Θοδωράκης έβαλε φτερά στα πόδια για να απομακρυνθεί όσο το δυνατό περισσότερο. Πίσω οι φρουροί νόμιζαν ότι ο αγάς μετά το βραδυνό όργιο κοιμότανε…αργότερα πήρανε χαμπάρι ότι ο αγάς είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, αλλά ήταν αργά για να βρούνε την οικογένεια. Τα χρόνια εκείνα οι Τούρκοι είχαν ένα φιρμάνι, εάν έφευγες από ένα τόπο και πήγαινες σε άλλη περιοχή που εξουσίαζε άλλος αφέντης, δεν είχαν δικαίωμα να σε κυνιγήσουν. Το παρακάτω τραγουδι σε ανάμνηση του γεγονότος το τραγούσαν βαριά και μακρόσυρτα στα τραπέζια. : ΓΥΡΑΝ Τ’ΑΠΟΣΚΙΑ ΓΥΡΑΝΕ – ΚΑΙ ΕΣΥ ΚΥΡΑ  ΒΕΛΟΥΔΩ – ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ ΜΗΝ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ – ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΡΚΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ – ΚΑΙ ΑΡΑΠΗΣ ΠΑΣΠΑΛΙΑΡΗΣ – ΖΗΤΑΕΙ ΑΞΑΪ ΦΙΛΗΜΑ – ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙΤΕ  ΑΝΤΑΜΑ – ΣΑΝ  Τ’ ΑΚΟΥΣΕ Ο ΘΟΔΩΡΗΣ  ΞΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ – ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΑΓΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΜΕ ΦΕΡΕΤΖΕ ΤΡΥΠΩΝΕΙ – ΚΑΙ ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΙ ΚΟΦΤΕΡΟ ΤΟΝ ΑΤΙΜΟ ΧΑΛΑΕΙ. Μετά οι οικογένειες σκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος. Άλλοι τράβηξαν για Πάτρα, προς Κακαλέτρι μεσσήνης, Χρύσοβα, Μελιγαλά κ.α.Αργότερα ένα Καράμπελας από το κακαλέτρι γύρισε στο χωριό, έμειναν όμως εκεί και άλλοι Καραμπελαίοι που πήραν μέρος στην επανάσταση 1821. Η συμπεριφορά του Πανου Καράμπελα και της Βελούδως είναι παράδοση για το χωριό Μοναστήρι, και παράδειγμα προς μίμηση για την νεώτερη γενιά.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

Ευχαριστώ τον Κωνσταντή Κακίση (Μέλκο), και τους κατοίκους του Μοναστηρίου για τις πληροφορίες που μου έδωσαν, καθώς επίσης  τις τοποθεσίες,  και τα σπίτια που κατοικούσαν εκείνη την εποχή η οικογένεια των Καραμπελαίων, ο Αγάς, και οι φοροεισπρακτορες Τουρκαλβανοί.


Ιανουαρίου 13, 2011 Posted by | ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, ΑΕΡΟΒΑΠΤΙΣΜΑ, ΤΑΜΑ ΣΤΗΝ «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΠΕΤΩ», ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΛΛΟΓΗΣ ΝΟΥΝΟΥ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ Ή ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΑ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos wordpress.com

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΛΙΘΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Οι γονείς του παιδιού,αφού πρώτα έρχονταν σε επαφή με τον κουμπάρο που τους  στεφάνωσε. Αυτός γινόταν συνήθως και ο νουνός του πρώτου παιδιού, Αφού συμφωνούσαν για το κουμπαριό, έσφαζαν τον κόκκορα σαν επιβεβαίωση, και το ρίχνανε στο γλέντι. Μετά όριζαν την ημερομηνία της βάπτισης. Αγοράζουν  ένα άσπρο σεντόνι και μια μεγάλη πετσετα. Αυτά βαστάει στα χέρια του ο νουνός ή η νουνά. Μόλις ο παππάς βγάλει το μωρό από την κολυμβήθρα, το τοποθετεί εκεί, για να  μην λαδωθούν τα ρούχα του νουνού. Αφού το πάρει στην αγκαλιά του, θα το περιφέρει γύρω από την κολυμβήθρα σύμφωνα με το μυστήριο. Επίσης αγοράζουν και μία μικρότερη πετσέτα, για να πλύνουν τα χέρια τους όσοι λαδώθηκαν κατά το λάδωμα του μωρού. Την πετσέτα αυτή την κρατούσε ο παππάς. Κάποια παλιά έθιμα μπορεί να έχουν “σβήσει” ή να έχουν αλλάξει, Όμως κάποια έθιμα και παραδόσεις, που χαρακτήριζαν στο παρελθόν το θεσμό της βάπτισης στη χώρα μας. Δεν έχουν ξεχαστεί, ούτε άλλαξαν, κάποια όμως καταργήθηκαν, κάποια παρέμειναν, και  αποτελούν συνέχεια για το μέλλον… Οι νουνοί- κουμπάροι θα αγοράσουν τα βαπτιστικά ρουχαλάκια ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Τα καλτσάκια, τα παπουτσάκια του, το κουστουμάκι του. Αυτά τα φορούν μετά την βάπτιση. Θα αγοράσουν την λαμπάδα, και βασική παράλειψη είναι το λάδι για το λάδωμα του μωρού και όσο περισσέψει για να ανάψουν τα καντήλια και το υπόλοιπο στην εκκλησία. Το

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ Ο ΠΑΠΠΑ ΒΟΓΚΑΣ, ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΝΟΥΝΟΣ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

κυριώτερο μέλημα του νουνού είναι ο σταυρός. Ο κουμπάρος-νουνός θα αγοράσει το λιβάνι και πέντε κεριά, για τον παππά, τον κουμπάρο, εκκλησία, την μητέρα και το παιδί. Όλα αυτά τα αγοράζει ο κουμπάρος εφ’ όσον οι οικονομικές του δυνατότητες «αντέχουν». Διαφορετικά αγοράζει μόνο τα απαραίτητα. Εκείνα τα χρόνια όλα αυτά ήταν πολυτέλειες για  για την φτωχή αγροτιά. Που να βρεθούν λεφτά για βαπτιστικά για χρυσό σταυρό και ακριβές λαμπάδες…Το μυστήριο να γινόταν… και όλα τα άλλα ήταν περιτά. Σημαντικός στη βάπτιση είναι ο ρόλος του αναδόχου, “ο οποίος κρεμά”, όπως έλεγαν “το παιδί στο λαιμό του”, αναλαμβάνει δηλαδή, μαζί με τους γονείς του παιδιού, το καθήκον της χριστιανικής ανατροφής του. Στην προετοιμασία για το βάπτισμα, δεσπόζουν οι εξορκισμοί και οι τελετές της απόταξης του διαβόλου και της σύνταξης του νεοφώτιστου με το Χριστό. Ο ανάδοχος αποκηρύσσει το σατανά στραμμένος προς τη δύση, που συμβολίζει το βασίλειο του σκότους, ενώ απαγγέλλει το σύμβολο της Πίστεως στραμμένος προς την ανατολή, που συμβολίζει το Χριστό, ο οποίος είναι το αληθινό φως. Το Μυστήριο του Βαπτίσματος αποτελεί την είσοδο του ανθρώπου στην Εκκλησία. Από την στιγμή που  το μωρό θα βαπτίσθεί και πάρει το όνομά του, θεωρείται Χριστιανός. αποκαθαίρεται από το προπατορικό και κάθε προσωπικό αμάρτημα μέσω του νερού, το οποίο συμβολίζει το αίμα του Ιησού Χριστού. Το βάπτισμα στο νερό συμβολίζει την είσοδο του πιστού στην Εκκλησία. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια γινόταν  σε ώριμη ηλικία, αφού προηγουμένως γινόταν η κατήχηση, η διδασκαλία της χριστιανικής πίστης. Σήμερα τα μωρά τα βαπτιζουν σε μικρή ηλικία και την Χριστιανικήδιδασκαλίατην αναλαμβάνει ο νουνός. Παλαιότερα το όνομα το έδινε ο νουνός. Αργότερα το παιδί παίρνει το όνομα κατά παραγγελία των γονιών, συνήθως παίρνουν τα

ΒΑΠΤΙΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ, ΠΑΠΑ ΣΤΕΡΓΙΟΣ-ΠΑΠΑ ΘΑΝΑΣΗΣ-ΔΗΜ. ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ- ΟΛΥΜΠΙΑ-ΓΙΑΝΝΗΣ- ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΤΑΣΙΑΣ ΑΣΗΜΩ-ΠΑΠΑ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ-ΣΚΑΛΤΣΑΣ ΚΩΣΤΑΣ-ΤΑΣΙΑ ΓΚΟΤΣΗ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΤΣΗΣ- ΤΖΕΝΗ ΓΛΟΤΣΗ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ονόματα των παπούδων και των γιαγιάδων. Τα βαπτίσια γίνονται στις εκκλησίες, αλλά αν οι γονείς τα έχουν τάξει σε μοναστήρι η σε εξωκκλήσι, τότε γίνονται εκεί. Παλιότερα κατά την διάρκεια της Λειτουργίας οι μανάδες άφηναν κάτω στο δάπεδο της εκκλησίας το μωρό. Φυσικό ήταν το μωρό να κλάψει και να ζητήσει προστατευτική αγκαλιά. Αν οι εκκλησιαζόμενοι γνώριζαν το έθιμο γινόταν καυγάς να σηκώσουν το μωρό και να το βαπτίσουν. Αν δεν ήξεραν και κάποιος σήκωνε το παιδί στην αγκαλιά του, Τότε η μάνα του του έλεγε: » Άξιος νονός, να σου ζήσει». Αυτός γινόταν και ο νουνός ή η νουνά. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε το ονομαστό μοναστήρι ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΕΠΕΤΩ, Το μοναστήρι είναι κτισμένο σε ένα βράχο, και από κάτω ένα βάραθρο πεντακόσια περίπου μέτρα που καταλήγει  σε ένα φαράγγι. Το μοναστήρι βρίσκεται στην Καληθέα. Τα παλιά χρόνια οι μανάδες που τα παιδιά τους είχαν κινδυνέψει να πεθάνουν κατά την γέννα, τα έταζαν στην «Παναγιά Σεπετώ». Έπαιρναν το παιδάκι τους πηγαίνανε στο μοναστήρι και με πίστη προσκυνούσαν στο εικόνισμα της Παναγιάς Σεπετώ. Της λέγαν με δάκρυα στα μάτια και με πίστη ότι το παιδί τους, της το είχαν ταγμένο, την θερμοπαρακαλούσαν να το προφυλάξει από κάθε κακό και μετά το έπαιρναν στην αγκαλιά, και αφού κάνανε τον σταυρό τους, πέταγαν στο βάραθρο των πεντακοσίων μέτρων το παιδί. Μετά κατεβαίνανε στο φαράγγι και βρίσκανε το παιδί τους άθικτο!!! Λέγεται ότι κάποια που είχε τις αμφιβολίες της, πέταξε στο βάραθρο για

ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΕΠΕΤΙΩΤΙΣΣΑΣ

δοκιμή ένα μπουκάλι με λάδι. Ύστερα κατέβηκε και βρήκε το μπουκάλι με το λάδι άσπαστο, ανέβηκε λοιπόν πάλι επάνω στο μοναστήρι και πέταξε το παιδί της στο βάραθρο. Όμως δυστυχώς την απιστία της αυτή την πλήρωσε ακριβά. Βρήκε το παιδί της σκοτωμένο στο φαράγγι. Δεν παριστάνω τον ευσεβή Χριστιανό, αλλά η θρισκεία μας είναι όντως μια ζωντανή θρισκεία γεμάτη θαύματα. Σε περιπτώσεις που το παιδί κινδυνεύει να πεθάνει, τότε γίνεται το λεγόμενο αεροβάπτισμα, αυτού του είδους την βάπτιση, μπορεί να την κάνει οποιοσδήποτε Χριστιανός. Σηκώνουνε το παιδί ψηλά και σταυρώνοντας στον αέρα λένε: Σε βαπτίζω Χριστιανό, στο όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του αγίου πνεύματος…και το ονομα αυτού, τάδε…Αμήν.

 

Σε πάρα πολλά χωριά της Ελλάδας, κατά το βάπτισμα οι γονείς του παιδιού δεν  ήταν στην εκκλησία, και περίμεναν στο σπίτι τη χαρμόσυνη αναγγελία του ονόματος από τα παιδιά που μόλις ακούγανε το όνομα τρέχανε να το πούνε στους γονείς. Για να πουν τα συχαρίκια, που είναι νομίσματα, γλυκίσματα,καρύδια, μύγδαλα και σύκα. Συνήθως η γιαγιά του μωρού, κυρίως η μητέρα του γαμπρού, ή η μαμή πήγαιναν το μωρό στην εκκλησία. Στα μέρη μας η μητέρα μαζί με την νουνά και τους συγγενείς πηγαίνουν το παιδί στην εκκλησία. Ο πατέρας , νομίσματα ήταν άλλο πράγμα, το κάθε παιδί προσπαθούσε να μαζέψει όσα περισσότερα μπορούσε, με σπρωξίματα, μακροβούτια και βουτιές μέσα στην παιδική μάζα. Πάντως τα μεγαλύτερα όπως ήταν φυσικό μάζευαν τα περισσότερα χρήματα. Τα μικρά σε ηλικία και αδύναμα ήταν αυτά που έμεναν στο τέλος παραπονεμένα. Όμως δεν τα άφηναν έτσι…τους γλύκαιναν το παράπονο με καμια καραμελίτσα, λουκουμάκι, χαλβά κ.α. Όσο τα παιδιά έτρεχαν, στην εκκλησία η μητέρα παραλάμβανε από το νονό ή τη νονά το μωρό της, αφού πρώτα φιλούσε το χέρι τους κι έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά τους. Και η νουνά ή ο νουνός παραδίδοντας το μωρό λένε τα ακόλουθα λόγια : «Κουμπάρα σου παραδίδω το παιδί «Βαπτισμένο», Μυρωμένο», » στον Θεό παραδωμένο» » Να το φυλσε ένα φαράγγιξεις από φωτιά, από γκρεμό, από πάσα ανάγκη και κακό μέχρι δώδεκα χρονών».Ακολουθούσαν κεράσματα της εποχής, που ήταν συνήθως περιποιημένες πίτες, τα γνωστά “μπουρέκια”, και συνήθως σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα μοιραζαν τις παραδοσιακές μελωμένες δίπλες. Δεν λείπουν βέβαια και οι δεισιδαιμονίες . σύμφωνα με  την παράδοση, μετά τη βάπτιση, η μητέρα δεν πρέπει  να ξεπλύνει το παιδί από το λάδι. Επιτρέπεται μόνο η τοπική πλύση για λόγους υγιεινής. Μετά από τρεις ημέρες, μπορεί να πλύνει το βρέφος, αλλά πρέπει να κρατήσει το νερό, το οποίο θα πετάξει είτε στη θάλασσα, είτε σε απάτητο χώμα. Σε κάποια μέρη το χρησιμοποιούσαν, για να ποτίσουν λουλούδια ή φυτά. Η παράδοση απαιτεί το παιδί να μην κουρευτεί μέχρι τη βάπτισή του. Ακόμα και τα νύχια του που κόβονταν πριν τη βάπτιση, έπρεπε να φυλαχτούν και να ριχτούν στην κολυμπήθρα. Στο βάπτισμα, λίγο πριν την τριπλή κατάδυση και ανάδυση από το νερό, ο βαπτιζόμενος αλείφεται με λάδι από τον ιερέα σε ορισμένα μέλη του σώματος και από το νονό ή τη νονά σε όλο το σώμα. Το λάδι, που συγκρατεί και μεταφέρει τη φώτιση στο βαπτιζόμενο, είναι και το βασικό υλικό για την παρασκευή του Άγιου Μύρου, με το οποίο ο ιερέας χρίζει το νεοφώτιστο, για να του μεταδώσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η βαθύτερη σημασία της άλειψης με λάδι κατά τη στιγμή της βάπτισης, είναι να τονιστεί η έννοια του αγώνα του βαπτιζόμενου μετά το βάπτισμα. Επιπλέον, σημαίνει το έλεος και τη χάρη του Θεού, καθώς και τη δύναμη που λαμβάνει ο νεοφώτιστος ενόψει των πνευματικών αγώνων για την τελείωσή του. Η επάλειψη ολόκληρου του σώματος συμβολίζει την ανάπλαση και την αναδημιουργία του ανθρώπου μέσω του βαπτίσματος. Τέλος ο νουνός έχει υποχρέωση να φροντίζεικαι να βοηθεί το παιδί. Του προσφέρει δώρα την ημέρα της γιορτής του, τα Χριστούγενα, το Πάσχα, δεν ξεχνάει ποτέ την λαμπάδα του Πάσχα και το Πασχαλινό αυγό.

Εργασία ; ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos wordpress.com

Ιανουαρίου 7, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΧΡΟΝΩΝ Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ,komianos.wordpress.com

ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Η ΠΑΡΑΓΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΦΗΜΑ ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ "ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΗ", ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ

Η κωμόπολή μας, το Κοπανάκι της Ορεινής Τριφυλίας, Αριθμεί  γύρω στους 1000 κατοίκους περίπου τους χειμερινούς μήνες. Το καλοκαίρι γεμίζει στην κυριολεξία από ντόπιους και επισκέπτες. Αποτελεί το κέντρο της περιοχής. Ήταν η πρωτεύουσα της Ορεινής Τριφυλίας, στην οποία οι κάτοικοι των γύρω χωριών από τα παλιά τα χρόνια μέχρι και σήμερα, συγκεντρώνονται αδιαλείπτως εδώ και ένα αιώνα περίπου. Τόπος  συναντήσεως  το παραδοσιακό Κυριακάτικο ζωοπανήγυρο, στην  κεντρική πλατεία και τους γύρω δρόμους  Ένας τόπος συναντήσεως όχι μόνο για τις οικονομικές τους συναλλαγές, αλλά και για την διατήριση και ανάπτυξη των κοινωνικών τους σχέσεων.

Η γεωγραφική θέση της πόλις μας, συνετέλεσε στην δημιουργία αυτού του φανταστικού σε πολυχρωμία και ζωτικότητα παζαριού. Του οποίου σκοπός είναι η οικονομική αφ’ ενός και πολιτιστική αναβάθμηση της περιοχής και αφ΄ετέρου η διάθεση των προϊόντων που παράγουν. Γνωστό από τα χρόνια τα παλιά, το παζάρι του Κοπανακίου, με βροχές ή λιακάδες, με κρύα χειμωνιάτικα, και ζέστες καλοκαιρινές. Παρ΄όλες τις αντιξοότητες από πολιτεία και εκκλησία, (για λόγους εκκλησιασμού…), ο τότε Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ολυμπίας και Τριφυλίας, Δαμασκηνός απόφάσισε σε συνεργασία με την Νομαρχία Μεσσηνίας, το παζάρι να γίνεται την ημέρα του Σαββάτου. Δεν ήταν λίγοι που πολέμησαν με λύσσα και κακία την ύπαρξη του υπέροχου και γνωστού σε όλη την Ελλάδα παζαριού. Μέχρι και πολιτικοί άνδρες και κυβερνητικοί υπάλληλοι για ώφελος ψηφοθηρικό…Για μικρό χρονικό διάστημα σταμάτησε να γίνεται την ημέρα της κυριακής. Με αποτέλεσμα το Σαββατιάτικο παζαρι να αποτύχει παταγωδώς. Ο Αποστόλης Παυλόπουλος μου έλεγε, πως οι επαγγελματίες και οι παζαριώτες, αναγκάσθηκαν να εκκλησιάζονται τις πρωϊνές ώρες και εν συνεχεία στις 10.00 να αρχίζει το παζάρι. Ο μόνος που είχε άδεια συνεχούς ωραρίου ήταν ο ίδιος, επειδή είχε το καφενείο του σταθμού. Τα μέλη του Εμπορικού Συλλόγου μετά από σύσκεψη, αποφάσισαν να γυρίσουν όλες τις γύρω περιοχές, από Ελαία μέχρι Οιχαλία. Για δύο συνεχείς Κυριακές γυρίσανε όλη την περιοχή, διαπιστώνοντας ότι την ημέρα της Κυριακής οι περισσότεροι κάτοικοι την ώρα της της Θείας Λειτουργίας, ασχολούνταν με αγροτικές ή άλλου τύπου εργασίες. Σύσωμοι λοιπόν συναντήθηκαν, αλλά την ημέρα της Κυριακής, με τον Σεβασμιώτατο Δαμασκηνό και του είπαν τα καθέκαστα. Ξεκίνησαν όλοι μαζί για να του αποδείξουν του λόγου το αλληθές. Αποτέλεσμα να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια ο Δέσποτας, ότι δούλευαν οι περισσότεροι και οι εκκλησιαζόμενοι ήταν ελάχιστοι εκείνη την ημερα. Και ότι δεν μπορείς τους ανθρώπους, να τους μαντρώσεις, αν δεν το θέλουν. Στο μεταξύ ήρθε η δικτακτορία και οι τοπικοί παράγοντες, αφού ήλθαν σε επαφή με τον Πατακό και τους ακολούθους του, στο Καλό

ΓΑΪΔΟΥΡΟΜΟΥΛΑΡΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΕΥΚΑΛΥΠΤΑ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Νερό, μετα από συζήτηση έδωσε εντολή το παζάρι να συνεχίσει την ημέρα της Κυριακής. Σε αυτή τη μικρή και ήσυχη κωμόπολη, τις Κυριακές η κεντρική πλατεία γεμίζει με ένα μοναδικής πολυχρωμίας και ζωτικότητας τόνο. Το παζάρι στηρίζει την οικονομία και την ευμάρια της κωμοπόλεως και των γύρω περιοχών. Είναι το αίμα και η ζωή του τόπου. Εδώ μπορεί ο επισκέπτης να βρει οτιδήποτε τον ενδοιαφέρει. Όλων των ειδών πουλερικά, αμνοερίφια, βόδια, γελάδια. Άλογα, μουλαρογαϊδουρά, εμπορεύματα όλων των ειδών. Οι μεταπράτες, οι αγοραστές και οι ανταλλαγές ζώων είχαν την τιμητική τους.  Χαλιά, εργαλεία και αντικείμενα για το νοικοκυριό του σπιτιού, σκεύη οικιακά, αγροτικά εργαλεία. Πάγκοι φορτωμένοι με εμπορεύματα κάθε είδους. Υφάσματα, ρούχα, παπούτσια και κυρίως  φρούτα και ζαρζαβατικά. Μέχρι και παραδοσιακά γλυκά μπορούσε κάποιος εκείνη την εποχή να βρεί. Πόσες και πόσες φορές δεν γεύτικα το περίφημο σάμαλι ή τον μπακλαβά και το καταϊφι, σερβιρισμένο σε μια κόλλα χαρτί, με το σιρόπι που ατσιγκούνευτα έριχνε ο Μπάρμπα Γιάννης Αντωνόπουλος ο Βασιλικαίος, να τρέχει στα δάκτυλα μου, μαζί με ένα ποτήρι κρύο νερό που το παγωνε ένα κομάτι παγοκολώνας τυλιγμένης σε μια λινάτσα..Ποιος δεν είχε γευθεί την νοστιμιά από  τα ψημένα καλαμάκια με την φέτα το ψωμί στην κορυφή, από τα χέρια του Κώστα Κωνστάνταρου, σου σπάζανε την μύτη με την τσίκνα τους. Μπορεί κανείς από την τότε νεολαία να ξεχάσει, με πόση προσμονή και λαχτάρα περιμέναν να γευθούν το παγωτό χωνάκι, που το γέμιζε με μπαλίτσες μέχρι πάνω ο Μελιγαλαίος Ζαραχωβίτης.Τα λακταριστά παστέλια που πουλούσε ο Ζευγολατιώτης ο

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΑΣΑΠΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ (ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΛΛΙΑΣ), ΜΕ ΜΑΕΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑ ΕΤΩΝ ΤΕΜΑΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΓΟΥΡΝΟΠΟΥΛΑ, ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ Ο ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ (ΠΑΛΛΑΣ) από το Γλυκορίζι, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Μπαρμπαμελομακαρουνάς όπως τον αποκαλούσε η μαρίδα. Πάντως την τιμητική θέση κατέχει η Γουρνοπούλα ή γουρουνοπούλα, όπου και να κοιτάξεις θα δεις πάγκους με καλοψημένες γουρνοπούλες, λαχταριστές που η γαργαλιστική τους μυρουδιά σε καλεί να τις γευθείς,οι χασάπιδες με ακονισμένες μαχαίρες και μπαλντάδες, όπως ο παραδοσιακός χασάπης μπαρμπα Κώστας Πανουσάκης (Κώστας Ζολλιάς), με μαεστρία και πείρα ετών τεμαχίζει την καλοψημένη τραγανή γουρνοπύλα, όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοί του, περιμένουν αφού την τεμαχίσουν να τυλίξουν την παραγγελία του πελάτη στην λαδόκολλα, για να την απολαύσουν με την παρέα τους και με τη συνοδεία ενός ποτηριού κρασιού, από τα γευστικώτατα μερακλίδικα κρασιά που παράγει η τριφυλιακή γη. Όλα τα υπόγεια ή ισόγεια ταβερνάκια έκαναν χρυσές δουλειές, Άνοιγαν το πρωί και κλείναν το βράδυ. Ο περαστικός άκουγε τραγούδια από τους μερακλίδες πότες. Η κάνουλες δεν σταματούσαν να γεμίζουν τα οκαδιάρικα. Το παζάρι έφερνε και φέρνει στην εσχατιά αυτής της χώρας μας, που λέγεται Κοπανάκι, Πολιτιστικά αγαθά των οποίων έχουν ανάγκη, άλλα και δικαιούνται οι κάτοικοι που εξακολουθούν να παραμένουν και να δημιουργούν σε αυτή. Συγκεντρώνει πολλούς επισκέπτες, αλλά και εμπόρους, όχι μόνο από τα γύρω χωριά, αλλά και από την κυπαρυσσία και τις κοντινές ή μακρινές πόλεις. Ποιος από τους παλιούς κατοίκους,δεν θυμάται τους λόφους από ρίγανι για πούλημα στην πλατεία, η σπιρτάδα της σε κτύπαγε από 150 μέτρα μακρυά. Το Κυριακάτικο παζάρι συνδυάζει την διασκέδαση, την εκδρομή, τα ψώνια, το κοινωνικό αντάμωμα, την επαφή των χωρικών της Ορεινής Τριφυλίας, την ανταλλαγή απόψεων και γνώσεων, το δέσιμο της γνωριμίας και της σχέσης και κυρίως την κατανάλωση παντώς είδους αγαθών και προϊόντων. Εδώ μαθαίνονται τα νέα, μετά από μερικά ποτηράκια πέφτει και το σχετικό κουτσομπολιό, Ο συνδυασμός της γευστικής γουρνοπούλας, το σουβλάκι, το καλοψημένο κοτόπουλο με την συνοδεία του ποτηριού ανοίγουν τις γλώσσες, τα βάσανα, τους καϋμούς και τις ταλαιπωρίες. Εδώ γίνεται η ανταλλαγή των προϊόντων… Τα περίφημα Αετοβουναίικα Κρομύδια, τα Σελαίικα πεπόνια και ντομάτες, τα Αρτικαίικα πορτοκάλια και τόσα άλλα.Απο βραδύς οι καφετζίδες, βλέπετε δεν υπήρχε δίκτυο νερού και εκείνη την εποχή, το μάζευαν με το μαγγάνι και τον κουβά από τα πλησιέστερα πηγάδια. Οι ντόπιοι

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ "ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ" ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΠΑΡΑΛΛΑΒΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΠΟΥΤΣΩΝ ΓΙΑ ΜΠΑΛΩΜΑ ΚΑΙ ΒΑΨΙΜΟ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

καταστηματάρχες στήνανε τις παράγγες τους στην κεντρική πλατεία ξεκινώντας από νωρίς. Τα πεθερικά μου οι «Κατσουλογιαναίοι» ο Γιώργη Καράμπελας και ο Γιάννης ο αδελφός του, μεταφέρανε τα μερίφημα τσαρούχια, από ρόδες αυτοκινήτων από το τσαγκαράδικο στην παράγκα. Καλφάδες, βοηθοί και πωλητές ήταν επί ποδός. Δεν υπήρχε και κανένας την εποχή της ανέχειας, που να μην φόρεσε τσαρούχια ή άρβυλα παλιά  φτιαγμένα και μπαλωμένα από τους Κατσουλογιαναίους. Στα γύρω χωριά οι προετοιμασίες, όσο πιο μεγάλη ήταν η απόσταση τόσο πιο νωρίς έπρεπε να ξεκινήσουν. Είχαν πολύ δρόμο να περπατήσουν, είχαν να φορτώσουν τα ζωντανά και εάν είχαν και ζώα για πούλημα θα τους καθυστερούσαν οπωσδήποτε κατά την μεταφορά. Σήμερα όλος ο κόσμος έρχεται με το τροχοφόρο, και με αυτό μεταφέρει και τα αγαθά του. Τότε έρχονταν με τα γαϊδουρομούλαρα φορτωμένα για να πουλήσουν την σοδειά τους ή να την ανταλλάξουν με κάτι άλλο που είχαν ανάγκη. Και το βράδυ πάλι πίσω με τα πόδια έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού.  Οι γύρω δρόμοι γέμιζαν από άλογα, μουλάρια,γαϊδούρια. Οι σιδεράδες, οι πεταλωτίδες κάνανε χρυσές δουλειές, οι σαμαράδες δεν προλάβαιναν από τις παραγγελίες και τις επισκευές να βάλουν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα τους,

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos wordpress.com



Δεκεμβρίου 28, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: Ο ΑΕΤΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΤΕΜΙΡΗΣ ΓΝΩΣΤΟΣ ΩΣ «ΓΙΑΤΡΟΣ», Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΤΕΜΙΡΗΣ (ΚΟΥΤΣΟΣ) ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ Ι. ΑΒΔΑΛΑ (ΜΑΤΑΚΙ), ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΌ ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Το  «Σωτήριον έτος» 1953, το ζεύγος του Σωτήρη  Ντεμίρη και της Κωνσταντίνας Ιωάννη Αβδάλα, τη γνωστή με το παρατσούκλι (Ματάκι), που ηταν η ψυχή στην κεντρική πλατεία του χωριού Αετού, κρατώντας το κεντρικώτερο παραδοσιακό καφενείο. Και ποιός δεν είχε απολαύση τον μερακλίδικο καφέ της, ή δεν είχε δροσιστή με ένα ποτήρι δροσερό νερό από τα εργατικά και ακούραστα χεράκια της. Ποιός δεν είχε απολαύσει  το πηγαίο καλαμπούρι της, το γλυκό χαμόγελό της και πάντα με  τον καλό λόγο στα χείλη της. Πραγματικά γεννημένη για την δουλειά αυτή , που μέχρι τα βαθειά γερατιά δεν ήθελε να την αποχωρησθεί. Το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ, η μυρωδιά του ούζου και του τσίπουρου, ανακατεμένες με τον καπνό από τα δεύτερης ποιότητας τσιγάρα που καπνίζαν οι πρωϊνοί θαμώνες με τα χούγια τους και τις ιδιαίτερότητές τους, της  είχε γίνει  δεύτερος εαυτός. Το σπίτι της φτωχικό άλλά έλαμπε από νοικοκυροσύνη και πάστρα. Και ο κυρ’ Σωτήρης καλός και τίμιος δουλευτής, καλός

ΝΤΕΜΙΡΗΣ ΣΩΤ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΓΙΑΤΡΟΣ), ΣΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΓΩΝΙΩΝ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΕΤΟ, Φωτογραφικό αρχείο, ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

οικογενειάρχης, που προσπαθούσε και αυτός από την πλευρά του για το καλύτερο. Το 1953 ήρθε στον κόσμο το τέταρτο  από τα πέντε παιδιά τους…»το διαμάντι τους», ο γιόκας τους  ο Παναγιώτης Σωτηρίου Ντεμίρης, γνωστός αργότερα με το παρατσούκλι ως «Γιατρός» και μάλιστα «Γυναικολόγος»…. Απολαμβάνοντας το μερακλίδικο παραδοσιακό καφεδάκι στο μικρό καφενείο του, μου είπε την ιστορία πώς του δώσανε το παρατσούκλι «Γιατρός». Μου έλεγε λοιπόν κάποτε γύρω στο 1972, είχε βγεί με κάποια κοπελίτσα στα κρυφά ραντεβουδάκι στην πίσω μεριά του Δημοτικού Σχολείου του Αετού.  Κρυμένοι από τις συστάδες των θάμνων και των καλαμποκιών (έτσι νομίζανε)… από τα βλέματα των περαστικών, και αποροφημένοι από το αίσθημά τους, δεν αντιλήφθησαν ότι δύο περαστικοί ο Παπα – Κώστας Παπαδημητρίου από τον Αετό, και ο Χρήστος Παπαδόπουλος γυναικολόγος από το χωριό Κρεμύδια, τους πήραν χαμπάρι. Σαν νύκτωσε γυρνώντας στο καφενείο τους, βρήκε να πίνουνε το κρασάκι τους και τους δύο παρέα με άλλους. «Βρε!!! Καλώς τον Παναγιώτη….» του λέει ο γυναικολόγος Χρήστος Παπαδόπουλος.» Ξέρετε»; λέει χαριτολογώντας, στους παρευρισκόμενους,  «ότι στον ουρανό γύρευα αντικαταστάτη μου γυναικολόγο, τώρα που  βγαίνω στην σύνταξη. Και που νομίζεται ότι τον βρήκα;….στις καλαμπόκιές δίπλα στις πατουλιές, πίσω απο το Δημοτικό σχολείο. Έκανε μαθήματα γυναικολογίας… «. «ΚΑΙ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΣΕ ΒΑΠΤΙΣΟΥΜΕ,  «ΓΙΑΤΡΟ» ,  ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΟ». Και στρεφόμενος προς τους άλλους λέει:» φαντάζομε ότι και ο Παπά –  Κώστας θα συμφωνήσει για την «Βάπτιση» του Παναγιώτη.»Στην ερώτησή μου πως τα πήγαινε με τα γράμματα; Η απάντησή ήταν : «Το σχολείο το τέλειωσα, αλλά από γράμματα…»Τσούκι», μεθερμηνευόμενο «Κουμπούρας»!! Κάθε μέρα «κοπάνα», πότε για καβούρια, πότε για ψάρια, πότε για πλακοπαϊδια, για κοτσύφια, φρούτα μέχρι και κουνοπίδια από μπαξέδες. Οι δάσκαλοι και οι δασκάλες τον είχαν ταράξει στο ξύλο και τις τιμωρίες. Όμως το «αγριοκάτσικο» κρατούσε καλά την επανάστασή του. Σαν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο,ασχολήθηκε με όλες τις εργασίες. αγρότης, μισακάρης, κτίστης, μπογιατζής, κλαδούχος, μπαξεβάνης. Πάντως με ότι καταπιανότανε τα έβγαζε πέρα. Καλό παιδί με καρδιά διαμάντι, του άρεσε και ο «ποδόγυρος»…Πρώτος στον χορό και στο …πιώμα, μπεσαλής και λεβέντης. Σε μια στιγμή μου λέει: » Έχω κάνει τόσα πολλά στην ζωή μου που θα γέμιζες ένα ολόκληρο βιβλίο, κάποτε θα έρθω και σου μιλήσω για την ζωή και για πολλά άλλα…»ΡΕ ΦΙΛΕ ΠΙΠΗ, ΒΑΛΕ ΓΙΑ ΤΙΤΛΟ… Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥ». Στην φωτογραφία που σου δίνω, είναι από μια παλιά «Φαρμακαποθήκη»…του Αετού.

ΠΑΛΑΙΟΙ ΑΕΤΟΒΟΥΝΑΙΟΙ ΣΤΗΝ "ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ" ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΡΕΜΠΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΗ.

(έτσι λέγαν τα παντοπωλεία που ήταν συγχρόνως μπακάλικα και ταβέρνες). Της Δήμητρας Ρέμπελου του Αγγελή, σημερινό παντοπωλείο. Ήτανε πέντε γεροντάκια και τα κουτσοπίνανε, με ένα ρέγγο ψημένο στην εφημερίδα για μεζέ. Ο Γιώργης  Καζάτζας (Χασάπης ), ο Δημήτρης Ηλιόπουλος (Ντάτσος), ο Αντώνης Παρασκευόπουλος (Βαρκάρης), ο Παναγιώτης Προκοπίου (Μουρέλος) και ο Δημήτρης Ρέμπελος (Ταμπούρας). Μπαίνει μέσα ένας νεαρός και λέει στον ταβερνιάρη: «Κέρασε όλη την παρέα»… Και στο στο πρώτο ποτηράκι λένε  όλοι «Στήν υγειά σου Γιατρέ» . Ο ένας από την παρέα που έλειπε πολλά χρόνια για τα πολιτικά του φρονήματα…Ρωτάει » ρε τίνος είναι ευτούνο το παλικάρι;» και του απαντάει ο άλλος : Του Σωτήρη Ντεμίρι (Κουτσού)…Και λέει ο άλλος με θαυμασμό…»  Μπράβο!! Κουτσέ. ΕΒΓΑΛΕΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑΤΡΟ!!!»…

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com Πιστεύω ότι σε επίσκεψή του μελλοντική, θα ακούσω και άλλες τέτοιου είδους ανεκδοτες ιστορίες του τοπου μας . Σε ευχαριστώ φίλε παναγιώτη Ντεμίρι, μακάρι και άλλοι συμπολίτες μας να ακολουθήσουν το παραδειγμά σου. Πάντως στο τέλος το Ελενάκι, η ανηψιά του γερο-Αποστόλη Παυλόπουλου, σημερινού κατοίκου της πέρα ρούγας Κοπανακίου, σου την φόρεσε την «κουλούρα», και πηγές φιλικές με πληροφόρησαν ότι αντί για τον χορό του Ησαία, το χόρευες σε στυλ τσιφτετέλι…  Με αγάπη και σεβασμό ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Δεκεμβρίου 11, 2010 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 3 σχόλια

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.