Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

Η ΤΡΥΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑ- Ο ΗΡΩΪΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ- Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ. Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Η ΤΡΥΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΠΕΙΚΟΝΗΣΗ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙΟ Γιάννος Γιαννόπουλος  ήταν ο πατέρας του ονομαστού σημαιοφόρου Ηλία Γιαννόπουλου  που υπερετησε υπό τις διαταγές του καπετάνιου Αθανασίου Γρηγορίου μαζί με έναν Κατσικάρη από το χωριό Ψάρι της ορεινής τριφυλίας. Ο Γιάννος άξιος και γεναίος  πολεμιστής είχε πολεμήσει υπέρ της λευτεριάς της πατρίδας μας κατά την επανάσταση του 1769 – 1770. Καταγώταν από το Κρυονέρι (Σαρακινάδα). Είχε μαλώσει με τον τούρκο Αγά της περιοχής για οικονομικούς και οικογενειακούς λόγους, Στον οποίο είχε στείλει ειδοποίηση ότι αν τύχει και συναντηθούν οι δρόμοι τους θα τον χαλάσει. Μετά από αυτό ο Αγάς τον είχε επικυρήξει με μεγάλο χρηματικό ποσό και τον κατεδίωκε. Λιμέρι και κρυψώνα του είχε την περίφημη σπηλιά ή (τρύπα) του Γιαννόπουλου, στα βουνά της Μάλης. Ακόμη και σήμερα οι γεροντώτεροι με αυτό το όνομα την γνωρίζουν και ξέρουν την τοποθεσία. Οσοι την έχουν επισκεφτεί ακόμη και σήμερα μπορούν να δουν ίχνη φωτιάς και απομεινάρια από κόκκαλα τροφής. Εκεί βρίσκαν καταφύγιο οι τσοπαναραίοι σε κακοκαιρίες και σε περίπτωση που τους έπιανε το βράδυ για να προφυλάξουν τα ζωντανά τους. Από εκεί εξορμούσε και έσπερνε τον τρόμο και την κατστροφή στα τούρκικα φουσάτα, μέχρι την ημέρα που στην πόλη των Φιλιατρών  μετά από συννενόηση με τον φίλο και πατριώτη Γιώργη Παναγιώταρο, τον βοήθησε και μπόρεσε να περάσει οικογενειακώς με καϊκι στο νησί της Ζακύνθου. Σαν πέρασαν στο νησί οι κάτοικοι τους δέχτηκαν με αγάπη και ζεστασιά, το μέρος που κτίσαν το κονάκι τους το ονόμασαν χωριό Σαρακινάδου προς τιμήν της γενναιότητας του Γιάννου. Σε αυτό το μέρος άφησε την τελευταία του πνοή. Τα παιδιά του επέστρεψαν στην Τριφυλία το 1821 για να λάβουν μέρος στην επανάσταση.Μεταξύ των παιδιών του ήταν και ο Ηλίας Γιαννόπουλος.

ΗΛΙΑΣ  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ- ΚΑΙ Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ.

Ο Ηλίας Γιαννοπουλος ένα από τα παιδιά του Γιάννου, το 1821 γύρισε με την οικογένειά του στην Ορεινή Τρυφυλία και πολέμησε σαν σημαιοφόρος του οπλαρχηγού Θανάση Γρηγορίου. Γεναίος πολεμιστής πήρε μέρος σε πολλές συμπλοκές με τους τουρκαλβανούς. Τέλος έλαβε μέρος στις 20 Μαίου 1825 στην περίφημη μάχη στο

ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Μανιάκι. Λέγεται ότι πριν οκτώ με δέκα μέρες είχε επισκεφτεί την οικογένειά του. Αφού αποφάγανε η μάνα του πήρε στα χέρια της το κόκκαλο από το στήθος της κότας που είχαν φάει και με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να μαντέψει τα μελλούμενα διαβάζοντας τα σημάδια του. Απότομα έχασε τον κόσμο γύρω της, το πρόσωπό της χλωμιασε, όμως δεν είπε λέξη… η νύφη της αισθανόμενη ότι κάτι κακό είχε μαντέψει στην «ορνιθοστηθομαντεία» όπως την ονομάζουνε, δεν είπε τίποτα εκείνη την ώρα αλλά σαν συναντήθηκε αργότερα με την πεθερά της την ώρα που πλένανε τα πιάτα, έμαθε πως στο κόκαλο του στήθους της κότας τα σημάδια ήταν άσχημα, οι γραμμές του σκοτεινές και έδειχναν θάνατικό! Συνεννοήθηκαν με την νύφη της να κάνει την βαριά άρρωστη για αρκετές ημέρες μήπως και γίνει αιτία αυτό για να μην πάει στο Μανιάκι ο Λιάκος μέχρι και της περάσει η «θέρμη». Όμως είχε δώσει τον λόγο του στον Γρηγορίου και στους συμπολεμιστές του να παραβρεθεί στη μάχη στο Μανιάκι. Πριν έρθει το μούσγομα, φόρεσε την καλή φρεσκοπλυμένη στολή του. Η μάνα του στην πόρτα μαζί με την γυναίκα προσπάθησαν μάταια να τον κρατήσουν κοντά τους σαν τις αποχαιρετούσε για να πάει να συναντήσει τους συντρόφους του,λέγοντάς του το σχετικό δημοτικό τραγούδι: ΛΙΑ ΜΑΣ ΤΙ ΟΡΔΥΝΙΑΖΕΣΑΙ ΚΑΙ ΒΑΖΕΙΣ Τ΄ ΑΡΜΑΤΑ ΣΟΥ; / ΛΙΑΚΟ ΣΕ ΓΑΜΟ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΣ ΜΗΔΕ ΣΕ ΠΑΝΗΓΥΡΙ…/ΕΓΩ ΠΑΩ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΝΑ ΧΑΛΑΣΩ!/ ΚΙ ΑΝ ΑΠΟΘΑΝΕΙΣ ΔΥΣΜΟΙΡΕ ΛΙΑΚΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΣΕ ΚΛΑΨΕΙ; /ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΕΙ Η ΝΥΧΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ / ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΕΙ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΔΟΛΙΑ ΜΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ/ ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΟΥΝ ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ. Και ύστερα βάζοντας φτερά στα πόδια του μέσα από μυστικά μονοπάτια και στενά περάσματα κίνησε να συναντήσει το πεπρωμένο του στη περίφημη μάχη στο Μανιάκι. Η μάνα του  μετά την μάχη σαν έμαθε για το κακό που βρήκε τον γιο της, επήγε στον τόπο του χαμού παίρνοντας μαζί της κρασί και λάδι για να καθαρίσει το σώμα του νεκρού παιδιού της. Τον βρήκε μαυρισμένο από την κάπνα του μπαρουτιού και δίπλα το σπαθί του σπασμένο από την μανία της μάχης. Μοιρολογώντας καθάρισε τις πληγές του με τα δάκρυά της, έπλυνε το σώμα του με κρασί, το άλειψε με λάδι και μετά τον μετέφερε από εκεί μέχρι το χωριό στην πλάτη της, «ζαλιά». Από το πολύ βάρος και την κούραση έμεινε πιασμένη – κυρτή και καμπουριασμένη για όλη την υπόλοιπη ζωή της! Ο θρήνος και το μοιρολόϊ μάνας και της γυναίκας του ράγιζαν καρδιές σε όλη την Ορεινή Τριφυλία! Το μοιρολόϊ τους  έγινε τραγούδι αργότερα που το τραγουδούσαν με περηφάνια οι συχωριανοί τιμώντας την ανδρειωσύνη και τον ηρωϊκό του αγώνα. Σ΄ΟΥΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΞΑΣΤΕΡΙΑ / Σ’ ΟΥΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΛΙΟΣ / ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ / ΒΑΡΙΑ ‘ΝΑΙ ΣΚΟΤΙΣΜΕΝΑ / Ο ΛΙΑΚΟΣ ΕΛΑΒΩΘΗΚΕ / ΠΟΘΑΝΕ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ / ΤΟΝ ΚΛΑΙΕΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ Η ΓΛΥΚΕΙΑ / ΚΑΙ Η ΔΟΛΙΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ / ΣΗΚΩ ΡΕ ΛΙΑΚΟ ΜΑΣ ΓΛΥΚΕ/ ΚΑΙ ΜΗΝ ΒΑΡΙΟΚΟΙΜΑΣΑΙ / ΝΑ ΠΑΣ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ / ΚΑΙ ΟΥΛΟ ΤΟ ΝΤΟΥΒΛΕΤΙ…

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης αναφέρει: Ο Ηλίας Γιαννόπουλος υπηρέτησε σπουδαίως καθ΄όλον τον αγώνα(Ιστορικαί αλήθειαι σελ.261)

Ο Φωτάκος αναφέρει το περιστατικό,  Εφθάσαμε εις το αλώνι του    Κολοκοτρώνη. Τα σώματα ήρχοντο το ένα κατόπιν του άλλου. Ο Γρηγοριάδης είχε τότε τον περίφημο σημαιοφόρο του Ηλίαν ονομαζόμενον, όστις διεκρίθει κατά την μάχην ταύτην δια την παληκαριά του, ήτις ήτο γνωστή εξ άλλων προηγουμένων πολέμων                                                                                         (Απομνημονεύματα 5ον βιβλίον σελ. 102).

Ο Αμβρόσιος Φραντζης  γράφει: Εις εκείνη την μάχη διεκρίθη ο σημαιοφόρος Γιαννόπουλος εκ Κυπαρισσίας, το ατρόμητο παλληκάρι…(Β΄τόμος σελ. 381-382).  

Πηγή : Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» του Κοσμά Εμμ. Αντωνόπουλου (σελ. 397-398).

Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Μαΐου 20, 2012 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΟ ΤΟΥ ΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ «ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ» Ή «ΑΡΑΤΑΝΤΟΥΡ» ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ. Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ΤΟ ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΟ ΤΟΥ ΑΙ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ «ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ» ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

Στις 26 Οκτωβρίου γιορτάζουμε την μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου. Ανάμεσα στα σπίτια του κοπανακαίικου συνοικισμού «Ραχηντουρ», είναι κτισμένο το εξωκκλήσιο του Άι-Δημήτρη. Εκεί που είναι κτισμένο σήμερα, υπήρχαν πέτρινα ίχνη από παλιά εκκλησία. Λέγεται ότι η Καψαλίνα η μητέρα του Κώστα Μακαντάση του αγροφύλακα, κάποια νύκτα είδε όνειρο τον Άγιο Δημήτρη, που της υπέδειξε αυτόν τον χώρο,και της είπε να του ξανακτίσουν το σπίτι του και να  ονομάσουμε την εκκλησά Άγιο Δημήτρη. Η Καψαλίνα συγκλονισμένη από το όνειρο που είδε και χωρίς να χάσει καιρό το συζήτησε με τις άλλες γειτόνισες το απόγευμα στην «ρούγα». Αποφάσισαν λοιπόν να το συζητήσουν με τους δικούς τους και μετά ξεκινήσανε μαζί με μπροστάρη τον Κοσμά όλοι μαζί. Άρχισαν να σκάβουν στο σημείο που είχε υποδείξει Ο Άγιος Δημήτρης. Για τον ιερό αυτό σκοπό χρήματα μπορεί να μην υπήρχαν αλλά ο ενθουσιασμός τους ήταν μεγάλος, άλλος μάζευε στάρια. άλλος τομάρια από ζώα, λίγο λάδι από εδώ λίγο κρασί από εκεί, άλλοι δίναν χρήματα, η φέρναν πέτρες, χορίδι, κορμούς από κυπαρίσια για την στέγη  και προσωπική εργασία για να κτιστεί η εκκλησούλα. Σαν άρχισαν να σκάβουνε θεμέλια δεν βρέθηκαν παρά μόνο μερικές πέτρες που έδειχναν ότι κάποτε υπήρχε κάποιο κτίσμα,

ΠΑΛΙΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΙ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΟ "ΡΑΧΗΝΤΟΥΡ" Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

όμως στην συνέχεια βρήκαν τον κύκλο του Ιερού του παλιού ναού και την βάση της Αγίας Τράπεζας. Στο πίσω μέρος του ναού κατά την ανασκαφή βρήκαν και ένα τάφο μάλλον Ιερέως μαζί και ένα δακτυλίδι και ένα εικονισματάκι.  Ο τάφος γύρω γύρω είχε πέτρες και από πάνω πλάκες. Τον ξανασκεπάσανε φέρανε και τον παπά και έκανε τρισάγιο. Εκεί επάνω στα παλιά θεμέλια άρχισε να κτίζεται το εκκλησάκι αφού βρήκαμε τέσσερες μαστόρους, ο ένας ήταν από το Βαρυμπόμπη ο Μήτσο-μάστορας ο Κοντούλης  ” ο Λαγκαδιανός” και με “ξέλαση” (έτσι λέγανε την αλληλοβοήθεια εκείνη την εποχή στα μέρη μας), άρχισε το κτίσημο της εκκλησίας. Το 1957 επιτέλους τελειώσαμε. Η πέρα ρούγα απόκτισε την δική της εκκλησία με την βοήθεια του θεού και των πιστών κατοίκων της. Η εικόνα που βρέθηκε στον τάφο ήταν του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Όπως με πληροφόρησαν την πήρε ο γέρο Αλέξης Τάγαρης και το δακτυλίδι η γριά Κοσμίνα. Ο Κώνστας Περικλής μου έλεγε ότι από τότε που πρωτολειτούργησε ο ναός του Άϊ-Δημήτρη, και κάθε χρόνο  το πρωί της παραμονής της εορτής του Άι – Δημήτρη ο δάσκαλος Αγγελής Αναγνωστόπουλος, έπερνε τους μαθητές του  Α! Δημοτικού Σχολείου από το «Λιθερό» στο κάτω Κοπανάκι και, τους πήγαινε εκδρομή στον Άϊ Γιάννη στο Ραχηντούρ, και καθαρίζανε το προαύλιο της εκκλησίας. Το τερπνό μετά του ωφελίμου…

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Οκτωβρίου 25, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΙΣ ΛΙΜΝΕΣ ΤΟΥ «ΜΠΛΟΥΚΟΥΜΠΛΟΥΤΣΟΥ». Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΜΠΑΝΙΟ  ΚΑΒΟΥΡΙΑ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, ΣΤΟΥ «ΓΚΛΟΥΚΟΥΜΠΛΟΥΤΣΟΥ»

Σε απόσταση 300 μέτρων από το τελευταίο σπίτι του Λιθερού, εκεί που είναι το γεφύρι στην πέρα ρούγα του Κάτω Κοπανακίου της Ορεινής Τριφυλίας, Συναντιούνται τα ποτάμια  από τις πηγες Σανοβά το λεγόμενο Αγριλαίικο ποτάμι , το Αετοβουναίικο και την πηγή του Μίκαρι, στην συνέχεια ενώνονται με την πηγή του Κρο – Κοπανακι και όλα μαζί χαμηλότερα σμίγουν με τα καθάρια νερά  στην τοποθεσία Μπρουσταίικα που πηγάζουν από την πηγή του Σκορπετσιού, και το Μαλικαίικο ποτάμι που πηγάζει από το κρο – Ιμάδι. Όλα μαζί ενώνονται δύο περίπου χιλιόμετρα πιο κάτω από τις δύο φυσικές πισίνες την μικρή και την μεγάλη γούρνα του ποταμιού, το περίφημο «Μπλουκουμπλούτσου». Στη συνέχεια σε απόσταση 4 – 5 χιλιόμετρα στη θέση διπόταμα ενώνονται με το Αρτικαίικο που πηγάζει από τη Μαχάνα και το Κριτσαίικο ποτάμι. Τα παλιά χρόνια από τα νερά του ποταμού λειτουργούσαν δύο αλευρόμυλοι ο μύλος του Σοφού και ο μύλος του Παπαστασμάτη.  Ακόμη και σήμερα σώζονται μισογκρεμισμένα και ερειπωμένα κτήρια και τα πέτρινα αυλάκια που έφερνε το νερό στους μύλους για να κινούν τις ξύλινες φτερωτές τους και να αλέθουν τα σιτηρά τους. Όπως και τα αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τους οι κάτοικοι της περιοχής. Σήμερα βέβαια σώζονται ίχνη από αυτά τα αυλάκια και τα περισσότερα κομμάτια τους είναι γεμάτα βάτα, ακαθάριστα και χορταριασμένα. Σήμερα και πάλι οι κήποι

ΠΕΤΡΙΝΟ ΑΥΛΑΚΙ ΠΟΤΙΣΜΑΤΟΣ

ποτίζονται από το ποτάμι αλλά με μηχανές και λάστιχα.  Στην συνέχεια όλο το ποτάμι διασχίζοντας μία απόσταση 16 χιλιομέτρων ανάμεσα σε μαγευτικά καταπράσινα τοπία από βαθύσκιωτα πλατάνια, αδιαπέραστους καλαμιώνες, ιτιές, λυγαριές, πουρναριές, σκίντα και αγριελιές, καταλήγει στην θαλάσσια περιοχή του Καλού Νερού. Είναι καλοκαίρι, ο ήλιος ζεματάει στην κυριολεξία, τα τζιτζίκια τρελαμένα από την καλοκαιρινή λαύρα με το βουϊτό τους, βάλσαμο υπνωτικό για τους κουρασμένους μεροκαματιάρηδες γονείς. Τα πιτσιρίκια καιροφυλακτούν πότε θα αποκοιμηθούν για τα καλά οι γονείς τους, κάθε λεπτό που περνά και η αγωνία τους κορυφώνεται. Επιτέλους ή κούραση και η ζέστη από την μια μεριά και ο ήχος των τζιτζικιών από την άλλη έφεραν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η αγωνία τελείωσε… η δράση αρχίζει! Σηκώνονται από τα κρεβάτια τους, και στις μύτες των ποδιών τους προσέχοντας μην κάνουν θόρυβο σηκώνουνε με προσοχή το ξύλινο μάνταλο της πόρτας. Για να κατέβουνε από τα ξύλινα σκαλιά ούτε που το σκέπτονται, στο κατέβασμα κάποιο σκαλί μπορεί να τρίξει και ο θόρυβος θα ξυπνήσει τους νοικοκυραίους. Με προσοχή δρασκελίζουν τα κάγκελα του χαγιατιού και με ένα πήδημα βρίσκονται στην αυλή του σπιτιού. Από εκεί και πέρα όλα τα υπόλοιπα είναι παιχνίδι. Πιο πέρα τα απαραίτητα «εκστρατευτικά» εργαλεία και σύνεργα, η σφεντόνα, το ξύλινο πρωτότυπο καμάκι, τα δόκανα, οι κολοκύθες δεμένες με σχοινί για τους άπειρους κολυμβητές, τα ξύλινα τσιγκλιά και οι κόπανοι για να τρομάζουν τα ψάρια, τα λιναρόδυκτια και τόσα άλλα σύνεργα κρυμμένα κάτω από τις πουρναριές ή τα σκίντα κριμένα Περιμένουν. Με μοναδικό ρούχο ένα σώβρακο από ύφασμα κάμποτο. Για παπούτσια ούτε λόγος, η ξυπολησιά στο μεγαλείο της! Οι πατούσες είχαν σκληρήνει λες και ήταν από σολόδερμα. Πατάγαμε τις αγκορτσές και λύγιζαν τα αγκάθια αντί να μας πληγώνουν, που και που έβλεπες κανένα πιτσιρικά με τσαρούχια από λάστιχα αυτοκινήτων. Μου έλεγε ο Κώστα – Μυλωνάς στο καφενείο της κάτω ρούγας, ότι όλα τα παιδιά ροβολάγαμε προς την πηγή του Κρε- Κοπανάκι, εκεί ήταν και ο τόπος συναντήσεως μας. Με γέλια, καλαμπούρια και χαρούμενα πρόσωπα συναντιώμαστε όλη η μαρίδα εκεί, ο Χρήστος Μαυροειδής, Αρίστος Ματζώρος, ο Γιαννούλης του Χρήστο- Χάση, ο Αντώνη Μπεμπόνης, τα  Τσακόπουλα, τα Παντελάκια, τα χριστοφιλάκια, ο Γιαννη Δριμής ο (Δράτσακας) και τόσα άλλα παιδιά μέχρι και σταθμαίικα από το Πάνω Κοπανάκι ενώνονταν με την παιδοπαρέα. Και όλα μαζί κινούσαμε ακολουθώντας το πέτρινο αυλάκι που ήταν στην αριστερή πλευρά του ποταμού, από το κεφαλάρι στο Κρο- Κοπανάκι με προορισμό τις δύο λίμνες την μικρή και την μεγάλη του «Μπλουκουμπλούτσου». Το μονοπάτι ήταν στενό και είμαστε αναγκασμένοι να βαδίζουμε σε φάλαγγα κατά άνδρα ο ένας πίσω από τον άλλο. Στην διαδρομή κάποια από τα παιδιά ξέφευγαν από την παρέα και απλωνόντουσαν στη θέση «πουρνάρι» ή στη θέση «νησιά» και στον «Άι – Νικόλα» για να μαζέψουν τον απαραίτητο για το ψάρεμα «φλώμο», ένα φυτό με βελούδινα φύλλα και ανθάκια κίτρινα. Μόλις έφταναν στην μικρή λίμνη του «Μπλουκουμπλούτσου» που ήταν πιο ρηχά τα νερά, εκεί άρχιζε ή μάλλον

ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

γινόταν γλέντι. Τα σώβρακα κατεβαίνανε και η ντροπές μπρός στην χαρά του μπάνιου, μένανε πίσω. Χωρίς κόμπλεξ και ταμπού, όλα τα παιδιά ξεβράκωτα βουτάγανε στα κρυσταλλένια νερά της λιμνούλας, το νερό μπούζι, αλλά ποιο παιδί χαμπάριζε από τέτοια. Όποια παιδιά δεν ξέρανε μπάνιο φοράγανε δύο κολοκύθες δεμένες με σχοινί και περασμένες στο στήθος τους για να στέκονται στην επιφάνεια, τα άλλα κολυμπούσανε χωρίς τα βοηθητικά ιδιόρυθμα σωσίβια. Οι πρωτάριδες το βάπτισμα το έπερναν αφού πρώτα τους φορούσαν τις κολοκύθες για ασφάλεια, και στη συνέχεια με μια σπρωξιά εκεί που δεν το περίμεναν έπεφταν στα κρύα νερά της λίμνης, τα υπόλοιπα παιδιά ήταν έτοιμα να επέμβουν αν κάτι πήγαινε στραβά. Άλλος τρόπος για να μάθουν μπάνιο δεν υπήρχε…  Στην επάνω μεριά της βαθειάς λίμνης ήταν ένας μεγάλος πλάτανος  όποιος έριχνε βουτιά από την πάνω μεριά της λίμνης, όλα τα άλλα παιδιά τον θαυμάζανε, ήταν και ο πρώτος, ήταν ο ατρόμητος, ο άφοβος, γιατί  ήταν πιο βαθειά και τα νερά της σκοτεινά και κατάμαυρα, και η θέα τους προκαλούσε φόβο. Ενώ ή επάνω ήταν ξέβαθη. Εκεί τα παιδιά γίνονταν άσσοι στο κολύμπι και ποτέ κανένα παιδί δεν είχε κινδυνέψει να πνιγεί. Όσο για το νερό και στις δύο λίμνες του «Μπλουκουμπλούτσου», ήταν πολύ κρύο παρά την καλοκαιριάτικη ζέστη και ποτέ δεν το βρίσκαμε πεντακάθαρο πάντα με θολωμένα νερά. Βασική αιτία ήταν ότι τους καλοκαιρινούς μήνες δεν έπεφταν αρκετές βροχές και γέμιζαν με το νερό μόνο από την «δέση» του Κρο – Κοπανάκι και από όσο περίσσευε από το Αγριλαίικο ποτάμι. Κατά μήκος στις όχθες δεξιά και αριστερά εκείνα τα χρόνια βουτάγανε τα φύλλα από λίνάρια για να μαλακώσουν, και μετά με ειδική επεξεργασία να τα πλέξουν λιναρένια πανιά, τσουβάλια η και δύκτια. Με συνέπεια το νερό να θολώνει. Και στη δέση οι γυναίκες πλένοντας τις μπουγάδες τους επιδείνωναν την θολούρα του νερού στις λίμνες. Βέβαια αυτά για μας τα παιδιά μπρός την απόλαυση και το παιχνίδι δεν μετρούσαν καθόλου…. Μα σαν βγαίναμε από το παγωμένο  νερό… τρέμαμε σαν τα ψάρια από το κρύο, ούτε πετσέτες για να σκουπιστούμε δεν είχαμε. Στην αριστερή όχθη ήταν δύο μεγάλες πέτρινες πλάκες που τα καλοκαιριάτικα απογεύματα γύρω στις 4-5 ώρα έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου και ζέσταινε ο τόπος. Εκεί μαζευόμαστε το ένα παιδί δίπλα στο άλλο και στέγνωνε το παγωμένο κορμάκι μας κάτω από τις ευεργετικές ζεστές ακτίνες. Μετά φορούσαμε το σώβρακό μας, αν το βρίσκαμε… πάντα κάποιος κογιόνης της παρέας εύρισκε την ευκαιρία να μας τα κρύψει και να ψάχνουμε γύρω ξεβράκωτοι σαν τρελοί να τα βρούμε… ήταν και αυτό ένα παιχνίδι γιατί ξέραμε ότι στο τέλος θα μας έλεγε που τα είχε κρύψει. Κάποτε κάποιος είχε κρύψει το σώβρακο ενός παιδιού από το χωριό Αγριλιά και δεν το φανέρωνε με τίποτα, είχανε προηγούμενα και του το φύλαγε «Αρβανίτικο», ούτε τα κλάματα αλλά ούτε και τα παρακάλια έπιασαν τόπο… στο τέλος ξεπάτωσαν ένα καλάθι και το έδωσαν στον «Φρατζόλα» να σκεπάσει την γύμνια του. Κάποτε περνώντας από την δέση κρύψανε για να κάνουνε πλάκα την μπουγάδα της «Μπρουσδούμαινας». Αυτή που κατάλαβε τι είχε συμβεί τους έκανε το χουνέρι και μετά την κυνηγάγανε να τους τα δώσει. Το τι γέλιο είχε πέσει τότε δεν λέγεται, τέτοιες πλάκες τελειωμό δεν έχουν. Ύστερα πέρναμε τα εργαλεία μας και προχωρούσαμε κατά μήκος του ποταμού άλλοι προς την επάνω μεριά και άλλοι προς την κάτω. Πολλές φορές αφού βουτάγαμε με τους άλλους μετά ομάδες – ομάδες εξορμούσαμε για ψάρεμα. Άλλα παιδιά έχωναν τα χέρια τους μέσα σε τρύπες στις όχθες του ποταμού και ψαχουλεύοντας έπιαναν ψάρια μικρά ή μεγάλα, άλλα παιδιά έπιαναν χέλια που εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλά, άλλα παιδιά ψάχνανε για καβούρια που τα ξετρύπωναν από τις τρύπες ή σηκώνοντας με γυμνά χέρια πέτρες μέσα στο ποτάμι και άλλα παιδιά με αυτοσχέδια καμάκια ή μαχαίρια. Οι πιο μαγκιώροι ψαράδες ήταν αυτοί που ήξεραν τις λίμνες που μάζευαν τα περισσότερα ψάρια και είχαν μικρό άνοιγμα στην έξοδο τους. Τέτοιοι ψαράδες ήταν ο Κώστα – Μυλωνάς, ο Αρίστος Ματζώρος, ο Γιάννης Δριμής (Δράτσακας), ο Χρήστος Μαυροειδής κ.α. Έτσι έκλειναν με καλαμωτές την δυνατότητα διαφυγής από δεξιά και αριστερά, και στη μέση τοποθετούσαν σάκο από αραιά πλεγμένο λινάρι με μήκος 1-2 μέτρα, που είχε ένα αρκετά μεγάλο οριζόντιο σχίσιμο στο μπροστινό μέρος. Τότε με τα ξύλινα τσιγλιά και με τα καμάκια έβγαζαν τα ψάρια από τα θολάμια τους και με τα κοπάνια κτύπαγαν την επιφάνεια της λίμνης στέλνοντας τα φοβισμένα ψάρια προς την λιναρένια παγίδα. Το πιο αποδοτικό ψάρεμα όμως ήταν με τον «φλώμο» ή την «Γαλατσίδα». Αφού έκλειναν τελείως με καλαμωτές το άνοιγμα της λίμνης για να μην παρασυρθούν με το ρεύμα τα ψάρια, πέρνανε μία χεριά από φλώμο και στην άκρη του ποταμού τσοκάνιζαν τον φλώμο μέχρι να τρέξει άφθονο ζουμί σαν γάλα. Μετά έριχναν νερό για να τρέξει το ζουμί μέσα στο νερό και το ανακάτεβαν με το νερό της λίμνης. Το τι γινότανε σε λίγο δεν περιγράφετε! Ότι ζωντανός οργανισμός βρισκόταν στην λίμνη φλωμομένος έβγαινε στην επιφάνεια και εμείς μου έλεγαν ο Κώστα Μυλωνάς και ο Γιάννης Δριμής (Δράτσακας), με τα χέρια ή με απόχες τα μαζεύαμε στα σακούλια όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε για να μη τα χάσουμε. Τα χέλια τα σκοτώναμε κτυπώντας τα στο κεφάλι και στη συνέχεια τα περνάγαμε στα βούρλα, τα βουτάγαμε μέσα στα κρυσταλλένια νερά του ποταμιού για να μην τα ξεράνει η ζέστη και να διατηρηθούν φρέσκα, μέχρι να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, προορισμός το τσουκάλι. Εκτός από τις τεχνικές που αναφέρω οι πρωτόγονοι ψαράδες του ποταμού και των παραποτάμων χρησιμοποιούσαν και ένα πιο δημοφιλές ψάρεμα για μικρούς και μεγάλους. Αυτό ήταν το λεγόμενο το «ψάρεμα του παρακλαδιού». Σε κάποιο κατάλληλο σημείο που στένευε το ποτάμι, έσκαβαν ένα παράλληλο ρυάκι στην αρχή αρκετά βαθύ και σιγά σιγά το ρήχαιναν. Μετά έφραζαν την παλιά κοίτη με καλαμωτές λίγο πριν την παράλληλη κοίτη. Και κτυπώντας με ξύλα ή τα χέρια τα ανάγκαζαν να παγιδευθούν στα ρηχά νερά του τεχνικού παρακλαδιού. Τότε υπήρχε πολύ ψάρι πριν δηλητηριασθούν τα νερά από διάφορα απόβλητα. Να φαντασθείς στην «Δέση» έρχονταν και μεγάλοι ψαράδες με καμάκια και ξύλινες «Δέμπλες», ξετρύπωναν τα ψάρια από τις όχθες και τα έπιαναν με τις απόχες, ψάρια να δουν τα μάτια σου. Πολλές φορές φεύγανε έχοντας γεμίσει δύο και τρία καλάθια ψάρια. Πολλές φορές τοποθετούσαν πολύ ελαφριά δίκτυα από κατεργασμένο αραιά λινάρι σε σχήμα κυκλικό και μετά με το σαματά που κάνανε τα ψάρια φοβισμένα έπεφταν στα δίκτυα, οι ψαράδες τα τραβούσαν από τις δύο μεριές με σχοινιά και τα έφερναν στην όχθη. Στην επιστροφή βέβαια περιττό να σου πω μου έλεγαν στο καφενείο ότι αν συναντούσαν κανένα μποστάνι αφύλακτο έπεφταν σαν τις ακρίδες και το ρήμαζαν στην κυριολεξία. Συκιές, μπουρνελιές, αχλαδιές, το αγαπημένο μας φρούτο ήταν τα σταφύλια, άσε που αν βρίσκαμε αφύλακτο κτήμα με αραποσίτια από δύο «λούκια» να έπαιρνε το κάθε παιδί ο νοικοκύρης το άλλο πρωί τράβαγε τα μαλλιά του από την καταστροφή. Στο μεταξύ οι πατεράδες και οι μανάδες είχαν ξυπνήσει και βλέποντας τα αγόρια τους να λείπουν από το σπίτι, έρχονταν αγριεμένοι προς το ποτάμι… αν τα συναντούσαν με τα νεύρα που είχαν θα τα σακάτευαν από το ξύλο. Όμως αυτά ξέροντας την καταιγίδα που ερχόταν έπαιρναν άλλα μονοπάτια και αποφεύγανε το κακό συναπάντημα, μέχρι να περάσει η κακιά η ώρα, το ξύλο βέβαια δεν θα το γλύτωναν… αλλά τι είναι λίγες ξυλιές μπρος το παιχνίδι! Σήμερα το χωριό και η γύρω περιοχές έχουν καταντήσει χωριά γερόντων, τα νέα παιδιά τράβηξαν τον δικό τους δρόμο, οι χαρούμενες παιδικές  φωνές δεν ακούγονται πλέον, τα χωράφια ερήμωσαν, το πέτρινο αυλάκι και το μονοπάτι για το Μπλουκουμπλούτσου πνίγηκαν στα χόρτα, έγινε αδιάβατο και  το ποτάμι βρόμισε από τα λύματα των εργοστασίων, τα πλατάνια που κάποτε ήταν το καμάρι του ποταμιού μας αργοπεθαίνουν, η φυσική του ομορφιά σιγά και αργά δυστυχώς χάνεται… Μια φωνή απόγνωσης υψώνεται. Κάτι πρέπει να γίνει!!… πληγώνει η ερημιά και η λησμονιά!!!

Σας παραθέτω ένα ποίημα με τίτλο «ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ» από το βιβλίο «Τα χωριάτικα»,  του ποιητή και λογοτέχνη πατριώτη μας από το Κοπανάκι Μεσσηνίας, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΕΛΤΕΜΗ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Κ. Παπαδόπουλου)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Η "ΜΕΛΤΕΜΗΣ"

                     ΤΑ  ΚΑΒΟΥΡΙΑ

ΑΜΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΑΠΟ ΧΑΡΑ ΠΕΤΑΓΑΜΕ, ΤΡΕΧΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΦΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΗ ΔΡΙΖΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΣΑΝΟΒΑ ΣΙΑΠΕΡΑ ΣΚΑΠΕΤΑΓΑΜΕ ΝΑ ΠΙΑΣΟΥΜΕ ΚΑΒΟΥΡΙΑ.

ΓΙΑ ΚΑΒΟΥΡΑΚΙΑ ΜΙΑ ΧΑΨΙΑ, ΜΙΚΡΟΥΛΙΑ, ΤΟΣΟΔΟΥΤΣΙΚΑ

ΜΑΣ ΧΑΝΑΝΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ, ΠΟΙΟΣ ΡΩΤΑΓΕ ΤΙΣ ΜΑΝΝΕΣ –

ΠΟΥ ΑΜΑ ΤΑ ΨΕΝΑΜΕ ΜΕΤΑ ΤΑ ΒΡΙΣΚΑΝΕ «ΚΑΛΟΥΤΣΙΚΑ»

ΚΑΙ ΚΑΒΟΥΡΙΝΕΣ ΠΙΑΝΑΜΕ, ΜΕ ΤΟΣΕΣ ΔΑ ΔΑΓΚΑΝΕΣ.

ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΣ ΤΡΟΥΠΕΣ ΨΑΧΝΑΜΕ, ΠΕΤΡΕΣ ΑΛΛΑ ΣΗΚΩΝΑΝΕ,

ΜΑΤΩΝΑΜΕ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΤΕ ΓΟΝΑ,

ΑΜΑ ΚΑΙ ΚΕΙΝΑ ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΔΑΓΚΩΝΑΝΕ,

ΚΙ ΕΥΡΙΣΚΕ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ Η ΝΟΝΑ….

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com         

Ιουλίου 14, 2011 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΩΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ (ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ) ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΡΥΜΠΟΠΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ

Στη Δυτική πλευρά του βουνού Κιάφα που βρίσκεται πάνω από το χωριό Βαρυμπόπι το σημερινό Μοναστήρι και σε ύψος 960 μέτρα, έχουν κτίσει την πετρόκτιστη Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος. Εκεί πρέπει να υπήρξε ναός και στα παλαιότερα χρόνια, όταν υπήρχε το χωριό Μαζάτι, πριν το 1770, όμως υπάρχουν ενδείξεις ότι και από την Μηκυναϊκή εποχή πρέπει να ήταν κτισμένος ναός αφιερωμένος στον Σωτήρα Δία, ίσως για αυτόν τον λόγο οι κάτοικοι των γύρω περιοχών αποκαλούν το μοναστήρι  ο ναός της «Αγιά Σωτήρας». Λέγεται ότι παλαιά υπήρχε ένα πολύ μεγάλο μοναστήρι που υπαγόταν στην Μητρόπολη των Χριστιάνων.  Η τοποθεσία σου εμπνέει αισθήματα ελευθερίας και θείας γαλήνης, αισθάνεσαι ότι αγγίζεις τον Θεό και πλημυρίζει η ψυχή σου με αισθήματα θείας γαλήνης. Κανείς δεν γνωρίζει πότε καταστράφηκε. Ίσως να εγκαταλήφθη  από τους τότε μοναχούς γιατί φοβήθηκαν τους διωγμούς των αλλοθρήσκων, ή διάφοροι επιδρομείς να κατάστρεψαν τον ναό. Με πρωτόγονα μεταφορικά μέσα και εργαλεία εκείνης της εποχής, που διέθεταν οι κάτοικοι του χωριού και των γειτονικών προς αυτό χωριών, με ευλάβεια και υπομονή κατόρθωσαν στην πλαγιά του βουνού να κτίσουν χοντρούς τοίχους με καμάρες, ένα μέρος της αριστερής πλαγιάς χρειάστηκε να σκαφτεί, και το δεξιό να το επιχωματώσουν για να διαμορφωθεί μία μεγάλη πλατεία, καθώς και μία φαρδιά μακρόστενη είσοδος δενδροφυτευμένη από σκιερά καταπράσινα πλατάνια που οδηγεί στον Ναό. Επάνω σε αυτήν την πλατεία έμπειροι τεχνίτες λιθοξώοι έκτισαν μεγαλοπρεπή εκκλησία ψηλοτάβανη σε ρυθμό Βασιλικής μετά τρούλου. Η ακουστική της εκκλησίας είναι τέλεια, σε αυτό βοηθά  ο τρούλος και η αρχιτεκτονική του ναού. Τα κελιά για τους μοναχούς ή τις μοναχές κτιστήκαν  σε τρία ξεχωριστά κτήρια. Τα οποία χάρη στην αγάπη και ευλάβεια των ντόπιων συντηρούνται σε αρίστη κατάσταση μέχρι σήμερα. Στο αριστερό μέρος του Ναού ο επισκέπτης αντικρίζει την πηγή με το κρύο νερό, που πηγάζει μέσα από τα σπλάχνα

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ Η ΚΡΗΝΗ ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΝΕΡΟ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ Κοπανάκι Μεσσηνίας

του βουνού Κιάφα, ποτέ δεν έχει στερέψει χειμώνα ή καλοκαίρι. Όταν το 1882 άρχισαν τα έργα ο Παπαδημητρίου Δημήτρης ένα θαυμάσιος ραβδοσκόπος, ήταν αυτός που υπέδειξε το μέρος που θα βρίσκανε το πολύτιμο νερό για να προχωρήσουν οι εργασίες του κτισίματος και των αναγκών τις εργατιάς. Αυτή ήταν και η αιτία που οι συγχωριανοί του έδωσαν τον χαρακτηρισμό «Τρανό – Μήτρος». Με τα πρώτα σκαψίματα ήρθε στην επιφάνεια το πολύτιμο νερό, για να συνεχισθούν οι εργασίες. Αλλά συγχρόνως  βρήκαν και πολλούς τάφους μοναχών, και ίσως κλεφτών και αρματολών που ζητούσαν καταδιωκόμενοι κατά καιρούς λόγω τοποθεσίας, καταφύγιο. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι κάποτε το μοναστήρι γνώρισε μεγάλες δόξες. Επίσης κατά την διάρκεια των ανασκαφών βρήκαν κοντά στους τάφους των μοναχών πολλά κειμήλια. Ευρήκαν επίσης και τα ερείπια του παλιού μοναστηριού και της Αγίας Τράπεζας. Δίπλα στην πηγή είναι κτισμένη μια κολυμπήθρα, έκεί μέσα βουτούσαν όσους είχαν σωματικά και ψυχικά προβλήματα για να γιατρευτούν από την ασθένειά τους. Το νερό περνούσε μέσα από τον τοίχο της εκκλησίας, και οι επισκέπτες πίνανε νερό από την πηγή που έτρεχε από την κρήνη στο αριστερό μέρος της κεντρικής εισόδου του ναού. Με το πέρασμα του χρόνου η ροή του νερού άρχισε να διαβρώνει τους πέτρινους τοίχους, αποτέλεσμα να διακόψουν το πέρασμα από τον τοίχο από φόβο μήπως και μεγαλώσει η διάβρωση. Η πίστη των χωρικών έχει θεραπεύσει κατά καιρούς πολλούς πιστούς από διάφορες ασθένειες. Πολλοί προσκυνητές έφτιαχναν τις καλύβες τους γύρω από τον χώρο του Μοναστηριού, και έμεναν ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες με τις οικογένειές τους λόγω του θαυμάσιου κλήματος που επικρατούσε στην περιοχή. Το ιστορικό της Μονής έχει ως εξής: Γύρω στο 1879-1880 έκανε την πρώτη του εμφάνιση Ο Άγιος. Με ράσα καλογέρου παρουσιάστηκε σε μια κοπέλα την Διαμάντω Φίλιου από το χωριό, την ώρα που κοιμόταν. Και της είπε αφού της υπέδειξε την θέση: « Πήγαινε να πεις στους ιερείς, τους επιτρόπους και στον Δήμαρχο» (τότε δήμαρχος ήταν ο Παναγιώτης Παπασταμάτης), «Ότι ήρθε ο καιρός να ξαναφτιάξουν την εκκλησία που είναι θαμμένη σε αυτό το μέρος εδώ και πολλά χρόνια». Η Διαμάντω δεν έχασε καιρό και αφού τους πλησίασε τους είπε τι της είχε παραγγείλει ο Άγιος. Αυτοί όμως δεν επίστεψαν ούτε λέξη και αντίθετα την ειρωνεύτηκαν. Η Διαμάντω όμως σε πείσμα όλων συνέχισε να πηγαίνει στο σημείο που της είχε υποδείξει ο Άγιος κάθε γιορτή και σχόλι να προσεύχεται με ευλάβεια μόνη της. Δεν έζησε όμως αρκετά γιατί άφησε τον μάταιο κόσμο πριν αρχίσουν τις εργασίες για τις ανασκαφές. Μετά από λίγο καιρό αφού είχε πεθάνει η Διαμάντω Φίλιου, ένας πολύ αγνός και ευλαβής βοσκός ο Πανάγος Κώνστας – Ανεστόπουλος, ενώ έβοσκε τα ζωντανά του κάποιο μεσημέρι είδε τον Άγιο ντυμένο σαν μοναχό, και του υπέδειξε την τοποθεσία λέγοντάς του να δώσει εντολή για την ανασκαφή, έπειτα εξαφανίσθηκε. Ο Πανάγος σαν πήγε στο χωριό το είπε στους κατοίκους και στον ιερέα το ίδιο βράδυ, αλλά και πάλι αυτοί αδιαφόρησαν. Δεν πέρασαν λίγες ημέρες και καθώς ήταν ανεβασμένος σε ένα δένδρο και έκοβε ξύλα, εμφανίσθηκε πάλι ο καλόγερος, και του έδωσε εντολή να σταματήσει να κόβει ξύλα  από το δένδρο, να τρέξει αμέσως στο χωριό και να επαναλάβει την παραγγελία του. Για δεύτερη φορά ο Πανάγος εισέπραξε την αδιαφορία των κατοίκων. Κάποτε αρρώστησε ο Πανάγος και είδε στον ύπνο του πάλι τον καλόγερο. Όμως αυτή την φορά από την μέση και πάνω φορούσε άμφια και από την μέση και κάτω ήταν κουρελής και ξυπόλυτος! Και του λέει : «Πανάγο μην τρομάζεις. Με βλέπεις έτσι για να σου δώσω να καταλάβεις ότι κάτι μου λείπει…. Μίλα πάλι στους συγχωριανούς σου και τον δήμαρχο και προσπάθησε να τους πείσεις να κάνουν την ανασκαφή στον τόπο που σου είπα και κτίσουν την εκκλησία. Ο Πανάγος αισθάνθηκε να τον διαπερνούν ρίγη και φόβος, του απαντάει : «Εγώ πολλές φορές τους είπα την εντολή σου, αλλά δεν με ακούνε για τι δεν έχουν χρήματα». Ο καλόγερος τότε του

ΕΤΟΣ 1959 Πάνω από την κρήνη του Μοναστηριού.ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ (ΓΙΑΝΝΗ-ΜΑΝΩΛΗΣ)-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)-Ιερέας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ -ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ-Ιερέας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ-ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΤΣΕΡΠΕΣ)-ΜΠΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΩΣΤΑ-ΠΑΠΠΑΣ)-ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΒΑΣΙΛΗ-ΠΑΠΠΑΣ), Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

λέει: Να τους πεις να κάνουν αρχή και με τα πρώτα σκαψίματα θα βρουν μια καμπάνα με τόσο μεγάλη αξία, που όλα τους τα έξοδα θα καλυφθούν». Τότε ο Πανάγος Κώνστας κάλεσε στο σπίτι του τους ιερείς, τους επιτρόπους και τον δήμαρχο Ζιώτη Παπασταμάτη στο κονάκι του και τους είπε για το όνειρο που είχε δει. Μετά τους είπε να το σκεφτούν καλά, και εάν αδιαφορήσουν πάλι, τότε τους είπε ότι θα ξεκινούσε το σκάψιμο μόνος του μαζί με την οικογένειά του και όποιον άλλο θέλει να βοηθήσει από τους συγχωριανούς. Η επιμονή του Πανάγου σε συνδυασμό με τα λεγόμενα από παλιά της Διαμάντως τους έπεισαν και άρχισαν τις εργασίες στον τόπο που τους έδειξε ο Πανάγος. Όλοι οι κάτοικοι δέκα οκτώ χωριών του τότε δήμου Αετού και Τριπύλας έτρεξαν να προσφέρουν με προσωπική εργασία άλλα και οικονομική βοήθεια τον ιερό σκοπό. Με τις πρώτες ανασκαφές βρήκαν πολλούς τάφους μοναχών και πολλά κειμήλια, πράγμα που δείχνει ότι κάποτε το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη ακμή, επίσης βρήκαν και τα θεμέλια του παλαιού ναού και της Αγίας Τράπεζας. Με τα χρήματα εκείνη την εποχή που μάζεψαν από προσφορές των ευσεβών Χριστιανών, έκτισαν την εκκλησία και τα κελλιά των καλογέρων. Επίσης με τα χρήματα που μάζεψαν κατασκευάσθηκε μιά μεγάλη καμπάνα και τοποθετήθηκε στο πλέον κατάλληλο σημείο στην δεξιά πλευρά στην ακρη της πλατείας του Μοναστηριού, όταν κτυπάει ακούγεται καθαρά από πάντού και το βουνό Κιάφα αντιλάλει την ομορφιά του υπέροχου ήχου της. Από τις δωρεές των πιστών περίσσευσε ένα αρκετά μεγάλο ποσό για άλλα έργα του μοναστηριού, ένα από τα αξιολογώτερα  έργα ήταν το Ελληνικό Σχολείο στο χωριό Βαρυμπόπι. Σήμερα η Θεία Λειτουργία γίνεται με εντολή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Τριφυλίας κάθε Σαββάτο και μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Κατά το παλαιό έθιμο συνεχίζονται οι λειτουργίες μέχρι και σήμερα την Δευτέρα του Πάσχα, την ημέρα της Πεντηκοστής, του Αγίου Πνεύματος και του Αγίου Γεωργίου. Το πανηγύρι γινόταν στις 6 Αυγούστου κάθε χρόνο, οι προσκυνητές ξεκινούσαν από τις γύρω περιοχές για να έλθουν σε αυτόν τον θαυματουργό τόπο, να κάνουν τα τάματά τους, να προσευχηθούν, να βαπτίσουν τα παιδιά τους, να εξομολογηθούν και να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων. Όλοι τους δεν ξεχνούσαν να επισκεφθούν το δένδρο που ο σεβάσμιος βοσκός Πανάγος Κώνστας συνάντησε τον Άγιο, και να κόψουν ένα κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν φυλακτά. Σε λίγα χρόνια μου έλεγε Βαρυμπομπαίος θείος μου Γιάννης Καράμπελας (Κατσουλόγιαννης), από το μεγάλο αυτό δένδρο δεν είχε μείνει τίποτα, ούτε και οι ρίζες. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν ένα πλούσιο μοναστήρι, με πολλά σιδοπρόβατα, κτήματα με ελιές, αμπέλια και γαϊδουρομούλαρα. Κάτω από την πλατεία υπήρχαν πέτρινες καμάρες, σε αυτές σταύλιζαν τα ζωντανά τους,

τυροκομούσαν το γάλα από τα γιδοπρόβατα, σε άλλες καμάρες αποθήκευαν τα κρασιά τους, σε άλλες τους καρπούς από τα σιτηρά τους και γενικά τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα τους. Ο Πανάγος Κώνστας χειροτονήθηκε μοναχός, έζησε την υπόλοιπη ζωή του εκεί στο μοναστήρι, είναι δε ο μοναδικός μοναχός που ετάφη στο προαύλιο του μοναστηριού και ο επισκέπτης μπορεί να δει τον τάφο του. Μετά από τον Πανάγο ένας καλός και εργατικός μοναχός τον διαδέχθηκε ο Πανάγος Μπουκουβάλας, λέγεται ότι πέθανε σε ηλικία 100 χρονών. Πάντως πλήθος από ιερείς και επιτρόπους που ο κατάλογος είναι μακρύς, υπηρέτησαν με αφοσίωση, ευλάβεια, αφοσίωση και αγάπη ειλικρινή. Η ομόνοια, η πίστη και η εξυπηρέτηση με χριστιανική αγάπη συντέλεσαν στην ακμή του μοναστηριού. Πολλά τα θαύματα που έχουν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια σε ευσεβείς επισκέπτες. Ο Ιερέας Περικλής Καράμπελας μας διηγείται πολλές θεραπείες σε ασθενείς… (ιστορία Ιεράς Μονής Μοναστηρίου (Βαρυμπόπι) Τριφυλίας – 1953. Η ιαματική δύναμη του πηγαίου νερού διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσσηνίας… Ο Ιερέας Λάμπρος Θεοδωρακόπουλος μας διηγείται από παλιά πολλά θαύματα θεραπευθέντων ασθενών. Επίσης ο Ιερέας Γεώργιος Καράμπελας αναφέρει πολλά θαύματα που έγιναν στο μοναστήρι στην έκθεσή του την 30-3-1963 και βεβαιώνουν οι Ιεροψάλτες Σταμάτης Μαραβελής, ο Μήτρος Καράμπελας (Μητσο-Μπερνακάκης), ο Γεώργιος Κώνστας κ.α. (Μεταμόρφωση του Σωτήρος Μοναστηρίου Τριφυλίας σελ. 5 – 6 έτος 1963). Στην

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 1970-ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΟΡΟ Ο ΙΕΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΟΣ Ο ΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ-Η ΣΟΥΛΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. Στο προαύλιο της Εκκλησίας-Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

φωτογραφία που παραθέτω είναι από ένα πολύ ωραίο χριστιανικό αλλά και παραδοσιακό έθιμο, το έθιμο της ΑΓΑΠΗΣ. Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα και εάν την επόμενη ημέρα έπεφτε η γιορτή του Άη-Γιώργη, τότε οι πιστοί φέρνανε μαζί τους το ψωμί τους, το κρασί τους, διάφορα φαγητά και κόκκινα αυγά για τσούγκρισμα. Άναβαν το κερί τους, γινόταν ο εσπερινός  της Αγάπης και στην συνέχεια στο προαύλιο γλεντούσαν. Τον χορό τον άνοιγε ο Παπάς, με το τραγούδι: ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΕΥΡΕΘΗ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ- ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΣΑΝ ΔΕΣΠΟΤΑΔΕΣ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ-ΣΗΜΕΡΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΝΥΦΑΔΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΦΑΔΕΣ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΤΙΣ ΛΑΜΠΑΔΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ  ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ- ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΕΣ…στην φωτογραφία πρώτος στο χορό είναι ο Παπά-Γιώργης Καράμπελας το πάσχα του 1970, ακολουθεί ο Τάκης Γιαννοπουλος, η Τούλα Γιαννοπούλου κ.α. Ο σεβάσμιος αυτός Ιερέας χειροτονήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων στο χωριό Βαρυμπόπι (Μοναστήρι Τριφυλίας) το 1950, και υπηρέτησε ευλαβικά και αδιαλείπτως μέχρι το 1978. Όμως εντυπωσιακό και επιστημονικά ανεξήγητο φαινόμενο είναι ο περίφημος βράχος. Κοντά στην κορυφή του βουνού Κιάφα, ακριβώς πάνω από την θέση του Ιερού της εκκλησίας, ευρίσκεται ένας τεράστιος βράχος βάρους 45 τόνων σε μια πλαγιά με 45 μοίρες κλίση. Δεν στηρίζεται πουθενά, λέγεται ότι παλιά δεν ήταν σε αυτή την θέση αλλά έχει μετακινηθεί περίπου 5 μέτρα λίγο πιο κάτω από την παλιά θέση, και σταμάτησε πάνω σε μια πέτρα μισού κυβικού μόνο, από τότε μέχρι σήμερα παραμένει αμετακίνητος σε αυτή τη θέση, παρά τους ισχυρούς σεισμούς, τις καταρρακτώδεις βροχές, την διάβρωση του εδάφους και τους δυνατούς ανέμους… Ένας διακεκριμένος πολιτικός μηχανικός ειδικευμένος στις στατιστικές μελέτες είπε : «Κανείς μηχανικός δεν θα μπορούσε χρησιμοποιώντας τα σημερινά μέσα και γνώσεις να στηρίξει σε έδαφος με αυτή την κλίση ένα τέτοιο βράχο 45 τόνων σε μια πέτρα μισού κυβικού! Όχι για σειρά ετών, ούτε για λίγες μέρες! Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους μου να μην αναφέρω ότι τα έργα έγιναν επί Μητροπολίτου Νεοφύτου και επί δημαρχίας Ζιώτη Παπασταμάτη, Κωνσταντή Σοφού, Γεωργίου Γκότση, Ιωάνου Λυμπερόπουλου, Οικονόμου Ποτόνη και Αθανασίου Σοφού. Όχι ότι και οι μετά από αυτούς προέδροι δεν έκαναν συμπληρωματικά έργα. Κατάλογος δωρητών και ευεργετών δεν έχει δυστυχώς κρατηθεί, πάντως το έργο αυτό δεν έγινε μόνον από τους Βρυμποπαίους αλλά και με την βοήθεια όλων των κατοίκων των 26 περίπου χωριών της γύρω περιοχής και των ευλαβών επισκεπτών από πιο μακρινές περιοχές του Ελλαδικού χώρου.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com


Ιουνίου 14, 2011 Posted by | ΔΗΜΟΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΕΚΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΞΟΣΛΩΛΗΚΑ, ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ ΜΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΠΟΥ ΕΣΒΥΣΕ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

ΚΟΥΚΟΥΛΙΑ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑ

Εδώ και 4500 χρόνια στην μακρινή Κίνα όπως γράφουν τα αρχαία κείμενα ήταν γνωστή η μεταξουργία ή αλλιώς ονομαζόμενη σηροτροφία, δηλαδή όλα τα στάδια της εκτροφής του μεταξοσκώληκα μέχρι και την παραγωγή του πολύτιμου νήματος από μετάξι. Λέγεται ότι γύρω στο 2500 π.χ. όταν  αυτοκράτειρα ήταν η Σι-Λιγκ-Σι, μία αξιόλογη και με πολλές γνώσεις γυναίκα, ανακαλύφθηκε η πολύτιμη χρήση των κουκουλιών και του μεταξοσκώληκα. Στην συνέχεια με μεγάλη μυστικότητα έφτιαξε μέσα στα ανάκτορά  σηροτροφείο, μεταξουργείο και εργαστήρια παραγωγής νημάτων μεταξιού αναπτύσσοντας συγχρόνως και την ανάλογη υφαντική τέχνη. Σαν εργάτριες την εποχή εκείνη για να μην διαρρεύσει το πολύτιμο μυστικό, χρησιμοποιούσε τις κυρίες της αυτοκρατορικής αυλής. Για χιλιάδες χρόνια οι κινέζοι κατόρθωσαν να κρατήσουν εφτασφράγιστο μυστικό την παραγωγή του φυσικού μεταξιού. Όμως κανένα μυστικό δεν είναι αιώνιο όπως και κανένα κάστρο δεν είναι απόρθητο. Η μεγάλη ζήτηση, αλλά συγχρόνως  η υψηλή τιμή και αξία του υφάσματος, έκανε πάρα πολλούς να σκεφτούν διάφορους τρόπους για την απόκτηση του κινέζικου μυστικού, όμως όλες οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό. Οι μυστικοπαθείς Κινέζοι ήταν επιφυλακτικοί σε κάθε ξένο που τους έκανε περίεργες ερωτήσεις γύρω από αυτό το ζήτημα. Αντιθέτως ήταν ανοικτοί σε ξένους εμπόρους από άλλες χώρες που ενδιαφέρονταν για την αγορά και μόνο του πολύτιμου υφάσματος. Το μονοπώλιο αυτό το κράτησαν μέχρι τον 6οο μ.χ. Αλλά τελικά το μυστικό της σηροτροφίας και παραγωγής της πρώτης ύλης έγινε γνωστό στην ανατολή και μάλιστα στο Βυζάντιο. Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός έστειλε στην Κίνα δύο ιερομόναχους με αποστολή να μάθουν τα μυστικά του μεταξιού. Κατά την εκεί παραμονή τους έμαθαν τα μυστικά εκτροφής και παραγωγής του μεταξιού. Σαν ήλθε ο καιρός έκρυψαν φεύγοντας μέσα στα κούφια ξύλινα μπαστούνια τους μεταξόσπορο και τον μετέφεραν στο Βυζάντιο. Για αρκετά χρόνια η εκτροφή και παραγωγή κρατήθηκε μυστικό. Δεν άργησε όμως να διαρρεύσει και έξω από τα σύνορα. Όλη η Ελλάδα από βορά έως τον νότο ασχολήθηκε με την μεταξουργία. Ειδικά στην Πελοπόννησο… αυτή ήταν και η αιτία που ονομάστηκε Μοριάς ή Μορέας, επειδή εκεί αναπτύχθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό η καλλιέργεια του δένδρου της μουριάς της οποίας τα φύλλα αποτελούν την βασική τροφή για την ανάπτυξη των μεταξοσκωλήκων. Το 1130 μ.χ. διαδόθηκε στην Ιταλία μετά στην Γαλλία και στην συνέχεια σε όλον τον αναπτυγμένο κόσμο. Πάντως σήμερα το μεγαλύτερο μέρος μεταξιού παράγεται στην Κίνα και την Ινδία. Στην Κίνα μόνο, δέκα εκατομμύρια αγρότες τρέφουν μεταξοσκώληκες και παράγουν υφάσματα από μετάξι γύρω στα 600 με 700 εργοστάσια υφαντουργίας. Απολαμβάνοντας τον μερακλίδικο καφέ από τα χέρια της θείας Σπυρούλας Σοφού, στην κάτω ρούγα του Κοπανακίου το έφερε η κουβέντα γύρω από τους μεταξοσκώληκες. Μου έλεγε ότι πριν έρθει η κατοχή, στα χωριά του Λίατα, τη Βαλύρα, Σκάλα, Μελιγαλά, Μπάστα, φιλιάτα στο χωριό Άρη, Σολάκι, Ζευγολατιό, Ματζάρι, Διαβολίτσι, Οιχαλία, Ταναζίρ (Εύα), Μπάστα (Πλατύ), το Νησί και στις γύρω περιοχές ασχολούνταν με την σηροτροφία. Από τον Φεβρουάριο οι έμποροι έφερναν τα αυγά του μεταξοσκώληκα σε χάρτινα τετράγωνα κουτάκια, από την περιοχή της Ξάνθης κυρίως μετρημένα και σχισμένα. Εμείς αγράμματοι άνθρωποι, τότε δεν ξέραμε από ζύγια και τα μετράγαμε με την «δακτυλήθρα». Κάθε κουτάκι για να είναι σωστό έπρεπε να έχει 12 δακτυλήθρες γεμάτες. Αυτό ήταν για μια δόση εκτροφής μεταξοσκώληκα. Τα κουτάκια δεν είχαν τρύπες και τα αυγά μέσα ήταν μικρούλια σαν του σιναπόσπορου και ακόμη πιο μικρά. Την ημέρα του Ευαγγελισμού στις 25 του Μάρτη, η κάθε νοικοκυρά τύλιγε σε μια καθαρή πετσέτα τα κουτάκια με τα αυγά και τα πήγαινε για να τα ευλογήσει ο παππάς στην εκκλησία. Η μία στην άλλη ευχόμασταν καλή επιτυχία και καλή σοδειά…  Μετά  στο δωμάτιο ή στους χώρους που βάζαμε τα αυγά για εκτροφή, τα καθαρίζαμε με μεγάλη σχολαστικότητα, και τα αερίζαμε. Πολύ λίγα σπίτια στα χωριά της Μεσσηνίας δεν είχαν τα λεγόμενα «ΜΠΙΖΙΚΛΙΚΙΑ», (για εκτροφή μεταξοσκώληκα). Ύστερα τα βάζαμε στην ζεστασιά, στρώναμε σε ένα η περισσότερους «Αρίλογους» (κόσκινα), πεντακάθαρο ξασμένο μαλλί, εκεί απλώναμε τα αυγά, το σκεπάζαμε με καθαρό σεντόνι ή πετσέτα και τα κρατάγαμε σε ζεστό περιβάλλον. Σαν έμπαινε ο Απρίλης και ζέσταινε ο καιρός τότε έσκαζαν τα αυγά και εμφανίζονταν οι προνύμφες σαν μικρά μυγάκια. Τότε μαζεύαμε φυλλαράκια από άσπρη μουριά, την αγαπημένη τροφή τους. Αν τρώνε τέτοιου είδους φύλλα, φτιάχνουν πιο λεπτή και ποιοτικά καλύτερη κλωστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και φύλλα θηλυκής μουριάς για την διατροφή τους. Μετά τα ακουμπούσαμε στο αρίλογο και μόλις το φύλλο γέμιζε από μυγάκια, τότε το μεταφέραμε σε άλλο αρίλογο ή σκάφη και αυτή στρωμένη με ξασμένο μαλλί και το σκεπάζαμε με πανί σε περιβάλλον ζεστό. Από μαύρο που ήτανε έβγαζε ένα κεφαλάκι ασπραδάκι και σιγά σιγά μέσα σε 10 περίπου ημέρες γίνονταν μικρά σκουλικάκια με μάκρος μισό πόντο περίπου. Αν τα φύλλα 

ΕΚΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΩΝ ΣΕ ΚΑΛΑΜΩΤΕΣ

μαρανόντουσαν  ή ότι έχει απομείνει αμέσως τα αλλάζουμε με φρέσκα. Ανάλογα με την σειρά τα ονομάζαμε «πρωτάκια», «δευτεράκια» κ.λ.π. Σε λίγο καιρό μετά από συνεχή διατροφή με μουρόφυλλα τα μεταφέραμε στις λεγόμενες «Καλαμωτές». Οι καλαμωτές ήταν φτιαγμένες από καλάμια πλεγμένα εκείνη την εποχή με λουρίδες από κλαριά μουριάς. Κάθε ένα καλαμωτό είχε μέγεθος διπλού κρεβατιού. Τα καλαμωτά τα κρεμάγαμε από τα «πατερά» της οροφής, το ένα κάτω από το άλλο σε 6 – 7 σειρές και αρκετό χώρο, για να μπορούμε να δουλεύουμε με άνεση στην αλλαγή των φύλλων για την εκτροφή των μεταξοσκωλήκων. Μετά περίπου 7-8 εβδομάδες δεν θυμάμαι καλά, είχαν πάρει ένα χρώμα κίτρινο – ροζέ και γκρί, με μάκρος 5-6 εκατοστά σαν το κοπροσκούλικο. Πηγαίναμε στην Αγιά – Σωτήρα το μοναστήρι μαζεύαμε ρύκια και θυμάρια που είναι άφθονα στην γύρω ορεινή περιφέρεια. Ύστερα τα τοποθετούσαμε επάνω στις καλαμωτές. Πολύ παιδεμός για να μεγαλώσεις, έπρεπε να τα ταίσουμε πρωί και βράδυ. Τα φύλλα έπρεπε να μην έχουν καθόλου δροσιά γιατί τα έβλαπτε και ψωφούσαν. Οι μεταξοσκώληκες ανέβαιναν έρποντας στα κλωνάρια, «ΚΛΑΔΩΝΑΝΕ», έτσι λέγαμε, και άρχιζαν την κατασκευή των κουκουλιών ή «βουτουλιών» στις κορυφές τους. Έφτιαχναν πρώτα ένα «βουτούλι» κεφαλάκι εδώ, ένα κεφαλάκι εκεί και στην μέση ζωναράκι. Και μετά άρχιζαν να πλέκουν το κουκούλι τους εκκρίνοντας  μία συνεχή μακριά μεταξένια κλωστή. Σε 6-7 ημέρες το κουκούλι είχε τελειώσει και ήταν έτοιμο για εκμετάλλευση η για πούλημα. Δεν το αφήναμε περισσότερο γιατί αν το τρυπούσε για να βγεί έξω τότε κατέστρεφε την κλωστή, έβγαινε κομάτι- κομάτι και δεν μπορούσες να το πλέξεις. Να σκεφτείς Σπύρο μου, ο μεταξοσκώληκας είναι τόσο πολύ εργατικός που μέσα σε τόσο λίγες ημέρες τελειώνει το κουκούλι του ή όπως το λέγαμε στα μέρη μας, «ΒΟΥΤΟΥΛΙ», κάθε ένα μας έδινε 600 και παραπάνω μέτρα κλωστής. Το καθαρίζαμε το βάζαμε στο τσουβάλι και το πηγαίναμε στην Καλαμάτα για πούλημα, το κιλό έκανε εκείνη την εποχή 200 δραχμές. Η περιοχή δεν γνώριζε πως γινότανε η παραγωγή, το μυστικό το γνωρίζανε μόνο τα γυναικεία μοναστήρια, τα μυστικά τα μάθαμε από γυναίκες που δούλευαν εκεί μέσα, μετά τα υπόλοιπα ήταν εύκολα για όποιο νοικοκυριό ενδιαφερόταν. Αυτή η γνώση μας χρησίμευσε τις μαύρες μέρες της κατοχής. Βλέπεις τότε το εμπόριο σταμάτησε, όλος ο κόσμος είχε τον νου του πώς να βρει φαί να γεμίσει το στομάχι του. Που μυαλό για φρου φρου και αρώματα… Εμείς όμως που γνωρίζαμε τον τρόπο, μόλις οι έμποροι σταμάτησαν να αγοράζουν το βγάζαμε με τον εξής τρόπο: Σε ένα τσουκάλι βράζαμε καυτό νερό που σκοπό είχε να σκοτώσει τα σκουλήκια και να μαλακώσει τα κουκούλια. Ρίχναμε μέσα 20-22 κουκούλια κάθε φορά και με μια αφανίτσα το ανακατέβαμε, με αποτέλεσμα να κολλάνε οι κλωνές επάνω της. Μετά τις πιάναμε όλες μαζί και τις τραβάγαμε μάτσο μάτσο. Ήταν γερές σαν σύρμα, τόσο πολύ, όπως ήταν ενωμένες τις τυλίγαμε με το μαγκάνι και γινόταν μία κλωστή. Μετά την βάζαμε στην ανέμη και γινόταν μια θηλιά και γυρίζοντας έστριβαν όλες μαζί κάνοντας μία σωστή κλωστή. Τότε ήτανε έτοιμο για να το υφάνουμε στον αργαλειό. Και τι δεν φτιάχναμε σεντόνια, νυφικά,

ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑΣ ΚΑΙ ΚΟΥΚΟΥΛΙ

μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντηλα, μαντίλια, υφάσματα για φορέματα ή για πουκάμισα γυναικεία ή ανδρικά, προίκες αξίας να δουν τα μάτια σου Σπύρο μου. Ήταν μπελαλίδικη δουλειά ούτε να τηγανίσουμε  στο σπίτι δεν τολμούσαμε για να μην πάρουν μυρουδιά τα κουκούλια. Ήτανε και νεραϊδιακά… και τα έπιανε το μάτι και το κακό στόμα. Ο μεταξοσκώληκας πολλές φορές έχανε το χρώμα του γινόταν κάτασπρο και ψόφαγε, τους λέγαμε «ΓΑΛΑΤΑΔΕΣ». Και δεν ψόφαγε όταν ήταν μικρός αλλά αφού είχε φάει τον «Άμπακο».. «Πως πας με τα κουκούλια σου;» ρώταγε η μία γειτόνισσα την άλλη… «Άσε… είχα πολλούς γαλατάδες». Στην Μεσσήνη είχε πολλές μουριές, έτσι και έκανες αρχή να μαζεύεις φύλλα η μουριά πέταγε καινούργια, εγώ δεν τα είχα χρησιμοποιήσει ποτέ… το πρώτο χέρι μου ήταν αρκετό. Στην τιμή της αγοράς των κουκουλιών ήταν πληρωμένα όλα και τα εργατικά και τα φύλλα από τις μουριές. Άμα δεν είχα δικά μου κουκούλια πήγαινα σε μια κυρία στο χωριό Λιάτα στη Βαλύρα, είχε δικό της μαγκάνι και κτιστή φωτιά για το θερμό. Εγώ μάζευα τις κλωνές και με πλήρωνε με την μισή παραγωγή. Σε όλα σχεδόν τα κονάκια οι αγρότες έτρεφαν μεταξοσκώληκες από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο. Ο Μάης είναι ο μήνας της πείνας γενικά για τους αγρότες της Μεσσηνίας, όμως όσοι είχανε κουκούλια στα σπίτια τους κονομιόντουσαν. Το πανηγύρι στην Βαλύρα γίνεται του Αγίου Πνεύματος μέχρι και σήμερα. Εάν ερχόταν νωρίς δεν μπορούσαν να φιλοξενήσουν στα σπίτια τους επισκέπτες γιατί δεν είχαν χώρο λόγω της εκτροφής των μεταξοσκωλήκων, και λεγόταν «ΦΤΩΧΟΣ». Αν γινόταν αργά τότε είχαν πουλήσει τα κουκούλια και είχαν αρκετό χώρο στο σπιτικό τους να φιλοξενήσουν τους επισκέπτες και συγγενείς τους.

Εδώ στο Κοπανάκι δεν είχε αξιοποιηθεί ή για να ακριβολογήσω δεν είχε αξιολογηθεί το όφελος της σηροτροφίας, όμως στα γύρω χωριά γυναίκες που είχαν καταγωγή από εκείνα τα χωριά και από την Βόρεια Ελλάδα όχι βέβαια πολλές αλλά αρκετές ασχολήθηκαν με αυτή την τέχνη. Γενικά όμως οι περισσότερες αγόραζαν κλωστές από μετάξι που τις ύφαιναν στον αργαλειό, η αγόραζαν έτοιμα υφάσματα που στα έμπειρα χέρια τους γινόντουσαν έργα τέχνης.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com   

Μαΐου 19, 2011 Posted by | ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ - ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΕΣ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ , Ο ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ), Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Ο ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΑΙΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

 

Ο Κυρ ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ)

Στο κοντινό χωριό Βαρυμπόπι ζούσαν ο Θεμιστοκλής και η Γιωργίτσα Παπαναγιώτου καλλιεργώντας την κακοτράχαλη Τριφυλιακή γη. Όμως ήρθε η στιγμή που ο τόπος δεν τους βαστούσε άλλο και μετακινήθηκαν όπως και άλλοι πατριώτες τους χαμηλότερα στα περίχωρα του Κοπανακίου. Η καλλιέργεια στα πεδινά πιο εύκολη, κοντά στην περιουσία τους, και περισσότερα μεροκάμματα.  Επέλεξαν σαν τόπο κατοικίας τους την τοποθεσία «Λακαγκούμα», μεταξύ των τοποθεσιών «Ρηγαίικα» και «Καπελιαίικα». Εκεί έκτισαν το πέτρινο σπιτικό τους δύο καμαρούλες όλο και όλο. Μπορεί το κονάκι τους να ήταν μικρό όμως η αγάπη χρύσωνε και ζέσταινε την φτώχια τους και την ανέχιά τους. Το 1921 γεννήθηκε το έκτο παιδί  ο κυρ Μανώλης Παπαναγιώτου, ήταν και το τελευταίο τους παιδί, ο Βενιαμίν της οικογενείας. Μετά από λίγα χρόνια όλη η οικογένεια μετακόμισε στο Κάτω Κοπανάκι γύρω στο 1927-1928. Εκεί τελείωσε τα πρώτα του γράμματα στο πρώτο Δημοτικό Σχολείο του Κάτω Κοπανακίου. Οι γονείς του σαν τελείωσε το δημοτικό σχολείο τον έστειλαν κοντά στα πεθερικά μου, τον Γιώργη και Γιάννη Καράμπελα τους «Μπερνακαίους» ή «Κατσουλογιανναίους», άριστους και γνωστούς τεχνίτες εκείνης της εποχής για να μάθει κοντά τους την τέχνη του τσαρουχιού και του παπουτσιού. Πιστεύω ότι στην φωτογραφία που παραθέτω στο άρθρο μου ο νεαρός που είναι στο κέντρο της είναι ο Μανώλης Παπαναγιώτου. Το 1951 παντρεύτηκε με την Ψαραίισα Δήμητρα Μπούσιου.  «Τούλα». Το 1952 ήρθε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, η Γεωργία υπάλληλο στο Υπουργείο Άμυνας, το 1954 ήρθε ο Κώστας που ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, μέχρι και σήμερα διατηρεί φωτογραφείο στην πόλη της Κυπαρυσσίας το «Φώτο Κώστας» και τέλος 1956 γεννήθηκε ο Νίκος που έγινε

ΣΤΟ ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΙΚΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΜΑΛΛΟΝ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ) Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

αστυνομικός. Στο μεταξύ αφού έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη καλά, άνοιξε δικό του τσαγκάρικο με πολλούς εργάτες στην δούλεψή του, γύρω στους 15 με 18 μαστόρους, βοηθούς και πωλητές. Οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, οι μάστορες ευχαριστημένοι και ο κυρ Μανώλης εξαιρετικός εργοδότης. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά, μια ξαφνικά απρόσμενη ασθένεια ήταν η αιτία να σταματήσει η επιχείρηση. Οι μάστορες, οι βοηθοί, οι καλφάδες, οι πωλητές έχασαν την δουλειά τους, τα «ρολλά» της επιχείρησης κατέβηκαν. Η κυρά Τούλα έμεινε στο χωριό να φροντίσει την οικογένειά της με κάθε θυσία, τα χρόνια τότε ήταν πολύ δύσκολα ακόμα περισσότερο για μια γυναίκα με πολυμελή οικογένεια. Στην Αθήνα ο κυρ Μανώλης συγχρόνως με την θεραπεία του έπιασε δουλειά σε ένα φωτογραφείο. Τίμιος και εργατικός καθώς ήταν απόκτησε την συμπάθεια του αφεντικού. Ο οποίος όταν του δινόταν ευκαιρία του έδειχνε και κάποιο από τα μυστικά του επαγγέλματος του. Εκείνη την εποχή οι επαγγελματίες δεν έλεγαν εύκολα τα μυστικά τους… και αυτό για λόγους καθαρής εκμετάλευσης. Όπως μου έλεγε ο κυρ Μανώλης τα σύνεργα που χρησιμοποιούσε  το νέο αφεντικό του φάνταζαν στα μάτια του μαγικά. Κάθε πρωί στηρίζαμε την φωτογραφική μηχανή με το τρίποδο, με φόντο το αντικείμενο μπροστά στο οποίο θα πόζαραν οι πελάτες για φωτογράφηση. Κυρίως σε κεντρικές πλατείες ή τοποθεσίες με ιστορική ή τουριστική σημασία Η φωτογραφική μηχανή ήταν τοποθετημένη σε ένα ξύλινο κουτί. Πίσω από το κουτί είχε ένα κατάμαυρο ύφασμα, εκεί χωνόταν ο φωτογράφος σαν ήθελε να τραβήξει μία στάση και το κάλυμμα αυτό τον κάλυπτε μέχρι την μέση. Εκεί είχε μικρές σκαφούλες με διάφορα υγρά, εκεί μέσα βάπτιζε το χαρτί της φωτογραφίας και το κουνούσε μέχρι να εμφανιστεί η «Μαγική» φωτογραφία, προσέχοντας πάντα να τις βαστήξει μέσα στα υγρά όσο χρειαζόταν για να μην του «μαυρίσουν», και το «Πουλάκι» εμφανιζότανε… «αυτό ήταν όλο»! τους έλεγε κάνοντας και το καλαμπούρι του. Ύστερα σκούπιζε με πετσέτα το χαρτί, το έπλενε με καθαρό νερό από τον κουβά που πάντα είχε δίπλα του, κρεμούσε τις φωτογραφίες με μανταλάκια από τον σπάγγο μέχρι να στεγνώσουν και μετά στεγνές της παρέδιδε στους ενδιαφερόμενους. Από τα χρόνια τα παλιά η δουλειά του πλανόδιου φωτογράφου θεωρείτο σπουδαία. Στα παιδικά μας μάτια αλλά και στους απλοϊκούς ανθρώπους φάνταζε κάτι το μαγικό, κάτι το σπουδαίο. Σαν τον μάγο που έβγαζε πολύχρωμα μαντήλια, το κουνέλάκι ή περιστέρια από το καπέλο. Έτσι και αυτός από το μαγικό του ξύλινο κουτί έβγαζε τις μαγικές φωτογραφίες. Πολλές φορές ανάλογα την ιδιότητα του πελάτη ή της απαιτήσεις του το φόντο ήταν και διαφορετικό. Π.χ. για στρατιώτες άλλο, για ερωτευμένους άλλο, για οικογενειακές φωτογραφίες άλλο, κάθε μία στάση έφερε και διαφορετική επιγραφή. Για τα ερωτευμένα ζευγαράκια έγραφε «ενθύμιον αγάπης», για τα στρατιωτάκια έγραφαν «ενθύμιον της τάδε μονάδας», ή «οικογενειακόν ενθύμιον», κ.ο.κ.  Μου έλεγε, γαμπρέ οι περισσότεροι άνθρωποι νοιώθουν αμήχανα όταν γνωρίζουν ότι φωτογραφίζονται και η αμηχανία τους αποτυπώνεται στην φωτογραφία. Για να έχει επιτυχία η στάση πρέπει να την τραβάς όταν δεν το περιμένει ο πελάτης, έτσι βγαίνει φυσική διαφορετικά αλλάζει ο τρόπος έκφρασης, στάσης και δράσης. Καλό είναι να μην γνωρίζει κάποιος την παρουσία του φωτογράφου, πράγμα το οποίο είναι πρακτικά αδύνατον όταν στέκεσαι πίσω από ένα τεράστιο τρίποδο με την μηχανή τοποθετημένη επάνω του. Όμως ο κυρ Μανώλης είχε το χάρισμα και την υπομονή να σε βάζει να ποζάρεις με τον καλύτερο τρόπο, τα σκυθρωπά πρόσωπα εμφανιζόταν χαμογελαστά, τα μελαγχολικά πρόσωπα αποκτούσαν νάζι, τα θυμωμένα  αποκτούσαν όψη χαρούμενη. Είχε γενικά την καλλιτεχνική φλέβα μέσα του. Μακάρι η γυάλινες πλάκες του που αποτύπωσαν στην ασπρόμαυρη επιφάνειά τους τόσες και τόσες στάσεις, πρόσωπα και εικόνες και γεγονότα να σώζονταν μέχρι σήμερα…. Πόσο ανεκτίμητης ιστορικής αξίας γεγονότα, πρόσωπα αγαπημένα και περιστατικά θα είχαν να μας διηγηθούν… φωτογραφίες που μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές γεμάτες νοσταλγία με τις ιδιόμορφες στιγμές τους, γιορτές, γάμοι, βαπτίσεις, χοροί, πανηγύρια, πάντα με την δική τους ομορφιά.  Δυστυχώς μόνο ελάχιστες έχουν διασωθεί από αυτές τις πολύτιμες υάλινες πλάκες. Η φράση «χαμογελάστε βγαίνει το πουλάκι» έχει μείνει παροιμιώδης. Στις μέρες μας έχει αντικατασταθεί από το «Πέστε όλοι μαζί “cheese”… Όταν γύρισε με το καλό έφερε μαζί του και μια φωτογραφική μηχανή, με τον καιρό ασχολήθηκε επαγγελματικά. Αγόρασε νεότερης τεχνολογίας φωτογραφικά εργαλεία. Το τρίποδο έγινε παρελθόν τα ίχνη του έμειναν ζωγραφισμένα επάνω στα πλάγια του γερασμένου αυτοκινήτου του, δείχνοντας την ιδιότητα του ιδιοκτήτη. Ήταν ο μοναδικός φωτογράφος σε όλη την ορεινή Τριφυλία. Με κρεμασμένη την φωτογραφική μηχανή στον ώμο ξεκίνησε από το περίφημο Κυριακάτικο πανηγύρι του Κοπανακίου, από εκεί έγινε γνωστός στην περιοχή. Όπου χαρά, πανηγύρι, γάμος και εθνικές εορτές,  εκεί και ο κυρ Μανώλης. Σε  στιγμές κεφιού όλοι θυμούνται ότι χρειάζονται τον φωτογράφο. Στα γύρω χωριά Κόκλα, Βασιλικό, Ψάρι, Σουλιμά, Αετός, Βρυμπόπι, Αρτίκι κ.α.  όλο και κάποιος χωρικός θα είχε ανάγκη για κάποια φωτογραφία ταυτότητας ή αναμνηστική. Πολλές φορές η πληρωμή γινόταν με αγροτικά προϊόντα. Με αυγά, κανένα κοτόπουλο, λίγο λάδι, στάρι, καμιά σφέλα τυρί ή ότι άλλο είχαν για συναλλαγή. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που τις έδινε και βερεσέ, το «τεφτέρι» ας ήταν καλά… Το 1972 αφού τελείωσαν τα παιδιά το σχολείο πήγαν οικογενειακώς στην Αθήνα, εκεί άνοιξαν φωτογραφείο στην κάτω ηλιούπολη. Με την καινούργιο μαγαζί τελειοποίησε και τις γνώσεις του γύρω από το επάγγελμά του, και κοντά του έμαθε την δουλειά και ο γιος του Κώστας. Μετά 10 περίπου χρόνια γύρισε στην αγαπημένη του πατρίδα συνεχίζοντας το επάγγελμα του φωτογράφου. Εδώ και ένα χρόνο που άρχισα να ασχολούμαι παράλληλα με το ιστολόγιο μου, το ιδιωτικό  παραδοσιακό μου λαογραφικό μουσείο και το πραγματικά αξιόλογο φωτογραφικό αρχείο του τόπου. Με πολύ ευαισθησία και τον πρέποντα σεβασμό σιγά σιγά μαζεύω αυτά τα πολύτιμα φωτογραφικά κειμήλια που αποθανάτισε ο κυρ Μανώλης σε όλες τις χαρούμενες στιγμές της ζωής του τόπου μας και σε όλες τις εκδηλώσεις. Κληρονομιά ενός πραγματικού καλλιτέχνη. Εγώ τον γνώρισα λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ψιλόλιχνο, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, αρρενωπότατο να τριγυρνά με την φωτογραφική του μηχανή κρεμασμένη μπρος στο στήθος του, έτοιμο να προσφέρει υπηρεσίες σε όποιον του το ζητούσε. Στα γύρω χωριά πήγαινε οδηγώντας το μικρό αυτοκινητό του με την επιγραφή «ΦΩΤΟ ΚΩΣΤΑΣ Καλλιτεχνικές φωτογραφίες» Γάμοι – Βαπτήσεις.Τώρα βρίσκεται παροπλισμένο στην αυλή του πατρικού του σπιτιού, αναμνήσεις του παρελθόντος. Γράφει σε ένα αφιέρωμα της η «Μαλλούσα», Γεωργία Ναούμ Αγγελοπούλου- Παπαβασιλείου: «Κι έρχεται στη μνήμη μου…. Ο κυρ Μανώλης Παπαναγιώτου, ο (Χουρχουριάς). Ο ψιλόλιχνος φωτογράφος μας. Ο καλλιτέχνης! Ο άνθρωπος! Ευγενής, χαμογελαστός, ακούραστος, με το μεράκι, την καλοσύνη, την υπομονή. Είχε το χάρισμα, να σε βάζει να ποζάρεις με τον ωραιότερο τρόπο, για να κρατήσει το τώρα, τι στιγμή που θα γίνεις χθές….». Σε μία άλλη παράγραφό της λέει: «Μπορούσε να πιάσει τα χρώματα, του ουράνιου τόξου! Να φυλακίσει μια ζεστή ματιά, ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, όσα συναισθήματα ξεχείλιζαν και τα κρατούσε σ’εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που έγινε κι έμεινε μια αλήθεια! Η φωτογραφία του…». Και αλλού γράφει ξεφυλλίζοντας το φώτο – άλμπουμ: « Με απορία και θλίψη παρατηρώ τα σημάδια του χρόνου. Ω! Ναι…

ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ Κυρ ΜΑΝΩΛΗ ΣΕ ΠΑΡΟΠΛΙΣΜΟ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Ο χρόνος! Αθώος φταίχτης, Σπλαχνικός φονιάς». Για σαράντα ολόκληρα χρόνια ήταν ο φωτογράφος όλων μας, μέχρι που στις 9 Απριλίου 2003 έφυγε από την ζωή ο κυρ Μανώλης, από τότε μέχρι σήμερα ο τόπος ορφάνεψε από φωτογράφο. Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ στην Πρόεδρο Πολιτιστικού, Πολιτισμικού και Αγροτουριστικού Συλλόγου Κόκλας, Κα Φράγκου Αγγελική. Στο υπέροχο και αξιόλογο αφιέρωμα της αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ας σπεύσουμε, οι πολιτιστικοί συλλόγοι της περιοχής Κοπανακίου, Δωρίου και περιχώρων, να συλλέξουμε αυτό το υλικό, με πολύ προσοχή και σεβασμό στην παράδοση. Γιατί έχουμε κοινά σημεία, λόγω καταγωγής μας και λόγω θέσης μας». Και συνεχίζει: « Εμείς το έχουμε ξεκινήσει ήδη, με την δημιουργία Λαογραφικού Μουσείου στο χωριό μας Κόκλα»… Και εγώ σαν ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ,ξεκίνησα με αγάπη και σεβασμό πριν από λίγο καιρό, την συλλογή παραδοσιακών αντικειμένων και φωτογραφικών κειμηλίων. Είναι συγκινητική ή συμμετοχή και προσφορά των κατοίκων της περιοχής μας. Δεν περνά ημέρα που να μην μου προσφέρουν κάτι καινούργιο και δυσεύρετο για να το προσθέσω στην συλλογή του μουσείου μου. Κάποτε συζητώντας με την γυναίκα του Δήμητρα και με τον γιο του Κώστα που διατηρεί φωτογραφείο στην Κυπαρυσσία, τους ζήτησα εάν άφησε δείγματα της δουλειάς του, η απάντηση ήταν απογοητευτικά αρνητική. Όπως αναφέρει η κυρία Φράγκου Αγγελική της είχε δείξει πολλά άλμπουμ με φωτογραφίες μήπως μέσα από αυτές αναγνωρίσει κάποιο γνωστό πρόσωπο. Όμως όπως γράφει μετά από 40 χρόνια στάθηκε αδύνατο να αναγνωρήσει από κάποιο παιδικό πρόσωπο έναν ή μία γνωστή της. Από τις φωτογραφίες που έχω κατορθώσει να μαζέψω είμαι βέβαιος ότι το αρχείο του εάν υπήρχε θα ήταν ένα αξιόλογο και πλούσιο. Εμένα προσωπικά με έχει βοηθήσει πάρα πολύ στο ιστολόγιό μου. Όλοι μας γνωρίζουμε πως η μαγεία της φωτογραφίας είναι αδύνατο να μας αφήνει αδιάφορους, και να μην μας προκαλεί αισθήματα νοσταλγικά. Το επάγγελμα του πλανόδιου φωτογράφου χάθηκε οριστικά, αφού η τεχνολογία προχωράει με άλματα και οι παλιές φωτογραφικές μηχανές έχουν αντικατασταθεί με τις ψηφιακές. Όμως σε πολλά σημεία κεντρικά της πατρίδας μας συναντάμε τους παραδοσιακούς φωτογράφους εκείνης της εποχής… που σε πείσμα στην σημερινή τεχνολογία κρατάνε ζωντανή την τέχνη τους, και δεν είναι λίγοι οι περαστικοί που θα θελήσουν να ποζάρουν μπροστά στον φακό τους για μια αναμνηστική φωτογραφία ακόμη και από περιέργεια για το πώς εμφανίζεται το «Πουλάκι»!!! Πολλοί είναι αυτοί που θα σε θυμηθούν κυρ – Μανώλη διαβάζοντας αυτό το άρθρο. Ας είναι ελαφρό το χώμα που σε σκεπάζει. Αγαπημένε μας και αξέχαστε χαμογελαστέ φωτογράφε.

Εργασία :  ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com

Μαρτίου 31, 2011 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΙΛΙΑΣ

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ, Αρχείο Φωτογραφικό ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Γύρω στο 1910 οι πρώτοι κάτοικοι των γύρω συνοικισμών στο Κάτω Κοπανάκι, αισθανόμενοι την ανάγκη να μορφωθούν τα παιδιά τους και να μην μείνουν «ξύλα απελέκητα», και επειδή εκείνη την εποχή με κρύο, βροχή ή με ζέστη τα παιδιά έπρεπε να περπατήσουν αρκετά μεγάλες αποστάσεις, για να πάνε στο Δημοτικό Σχολείο που ήταν στο χωριό Βαρυμπόπι, μέσα από μονοπάτια, ερημιές, ρεματιές και πολλές φορές ορμητικούς χειμάρους. Αποφάσισαν  να νοικιάσουν από κοινού ένα σπίτι στο Κάτω Κοπανάκι, το σπίτι του Μήτσο –

ΩΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΚΑΙ Η ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΞΥΛΟΣΟΜΠΑ

Κώτσου Κυριακόπουλου πατέρα της Τσάνας, αργότερα γυναίκας του μπάρμπα Γιάννη Κοράκη. Πάνω λοιπόν από το κατώϊ ευτυχώς σε ξύλινο πάτωμα, δημιουργήθηκε η πρώτη αίθουσα διδασκαλίας, του Α! Μονοταξίου Δημοτικού Σχολείου Κοπανακίου. Τα θρανία ξύλινα, στριμωχτά κάθονταν τρία παιδιά σε κάθε ένα θρανίο. Αν δεν έφταναν τα θρανία τότε τα παιδιά έφερναν και τα σκαμνάκια τους, ή ένα κουτσουράκι για να καθονται, δεν ήταν λίγες οι φορές που  τα παιδιά παρακολουθούσαν το μάθημα καθισμένα στο πάτωμα. Αν ήθελαν να γράψουν κάτι χρησιμοποιούσαν την πλάκα και το κοντίλι ακουμπώντας την επάνω στα γόνατά τους. Τις παγωμένες μέρες του χειμώνα την αίθουσα του σχολείου την ζέσταινε η ξεχαρβαλωμένη ξυλόσομπα, καθε μαθητής έπρεπε να φέρει ένα κομμάτι ξύλο. Οι μεγαλύτεροι μαθητές μαζεύονταν στην πίσω μερία της τάξης και αφήνανε εμάς τους μικρούς κοντά στην σόμπα. Ο πρώτος δάσκαλος ήταν ο παπα-Σακκάς. Στο νέο σχολείο στην πέρα ρούγα στον Λιθερό ο επόμενος δάσκαλος ήταν ο Παναγιώτης Ρήγας (Λούβας). Ένας δάσκαλος που αγαπούσε την δουλειά του, σεβότανε τα παιδιά και οι προσπάθειες που κατέβαλε να τα μορφώσει έποιασαν τόπο στην μελλοντική ζωή τους. Μπορεί κανείς να φαντασθεί πως σε ένα δωμάτιο 8 χ 6 μέτρα χωρούσαν 60 παιδικές ψυχούλες; Σαν έμπαινε ο δάσκαλος μέσα στην αίθουσα και άρχιζε το μάθημα, βελόνα να έπεφτε θα την άκουγες, τέτοια ησυχία επικρατούσε στην τάξη. Και μόνο η θέα 4 – 5 βεργών από λυγαριά ή αγριλιά μάλιστα, ήταν αρκετή για να αποτρέψει οποιοδήποτε παιδί για να κάνει κάποια αταξία. Καλός δάσκαλος τον παλιό καλό καιρό ήταν ο αυστηρός, ο σοβαρός, και με… «βαρύ χέρι». Καλός δάσκαλος ήταν αυτός που μόλις αγρίευε και πλησίαζε τους άτακτους μαθητές, εκείνα τρομαγμένα σκέπαζαν τα κεφαλάκια τους με τα χέρια τους, για να προφυλαχτούν  από κάποιο αδέσποτο χαστούκι ή τράβηγμα στα αυτιά. Μου έλεγαν οι παλιοί «Μόλις αγρίευε ο δάσκαλος από τον φόβο μας κατουρούσαμε μελάνι»….

ΡΗΓΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ,

ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ-ΩΡΑ ΣΥΣΣΙΤΙΟΥ Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Μου έλεγαν πώς τα περισσότερα παιδιά είχαν γευθεί την γλύκα της βέργας του δασκάλου…. Μετά από κάθε ξυλιά χώνανε  τα χέρια τους μέσα στις τσέπες τους γιατί ο πόνος ήταν τσουχτερός και ανυπόφορος, άλλα τα έχωναν στις μασχάλες τους. Στο σπίτι όμως δεν λέγανε ποτέ τίποτα για τις ξυλιές που είχανε φάει, ή για τις αταξίες, γιατί θα τρώγανε το ξύλο της… χρονιάς τους. Πάντως κατά κοινή ομολογία η τιμωρία τους έκανε και καλό. « Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.» έλεγαν οι παλιοί, παρά τις σημερινές απαγορεύσεις των παιδοψυχολόγων. Ή αυτός που είπε ότι : «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο»! Οι τσάντες ήταν υφασμάτινες, ραμμένες στο χέρι η σε ραπτομηχανή με δύο χεράκια. Μέσα ένα  βιβλίο το απαραίτητο αναγνωστικό, δύο τρία τετράδια, η απαραίτητη «πλάκα» με το κοντίλι και το σφουγγαράκι. Και έγώ στο σχολείο που πήγαινα στο Ναύπλιο θυμάμαι τον Δάσκαλο τον Δρούγκα και τον Κουβούση. Είμουν από τους ατίθασους μαθητές, δεν περνούσε ημέρα που να μην κάνω και μια σκανταλιά ή κάποια «κοπάνα». Συχνά μου ζητούσε να του φέρω μια βέργα λεπτή, γερή και εύκαμπτη συνήθως από λυγαριά ή αγριλιά. Μόλις του την πήγαινα μου έλεγε: «Άνοιξε τις παλάμες σου» και…. Χραπ! μου έριχνε από μια και στις δύο παλάμες, «Όχι ότι έκανες τίποτα κακό Κομιανέ, αλλά για αυτό που είμαι σίγουρος ότι πρόκειται να κάνεις…. ». Το 1920 ο συγχωριανός μας

ΠΑΠΑΤΣΩΡΗ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΑΥΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜ.ΣΧΟΛΕΙΟΥ Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Παναγιώτης Ματζώρος δώρισε ένα κομμάτι οικοπέδου για να κτιστεί το Α! μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο του Κάτω Κοπανακίου. Με εντολή του γέρου Καλαντζάκου Υπουργού το 1921 δόθηκε η άδεια να κτιστεί το σχολείο. Με χρήματα των χωρικών και χωρίς καμία κρατική οικονομική βοήθεια, οι κάτοικοι του Κάτω Κοπανακίου με πάθος, προσωπική εργασία και βοήθεια το πήραν στα ζεστά, άλλος μετέφερε πέτρες, και οικοδομικά υλικά. Βασική βοήθεια προσέφεραν τα κάρα εκείνης της εποχής και οι άνθρωποι που έκοβαν κυπαρύσσια για «πατερά» και τα λιάνιζαν σε σανίδες. Μάστορες ζηλευτοί από το χωριό Πιτσά και την Μουριατάδα. Το αποτέλεσμα ήταν να κτίσουν μία αίθουσα πετρόκτιστη με κεραμιδένια στέγη και γραφείο για τον δάσκαλο. Το σχολείο και οι μαθητές μεταφέρθηκαν στο νέο κτήριο. Το σχολείο λειτουργούσε και πρωί και απόγευμα όπως μου έλεγαν οι κάτοικοι. Το κουδούνι κτυπούσε στις 08.15 το πρωί με διάλλειμα ένα τέταρτο στις 10.00 και στις 12.00 σταματούσε. Ύστερα λειτουργούσε ξανά από τις 3.00 μ.μ. έως τις 5.00 μ.μ. χωρίς διάλλειμα και σε όλη την διάρκεια της εβδομάδας, ακόμη και την ημέρα του Σαββάτου λειτουργούσε το σχολείο. Την Κυριακή οι μαθητές ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν για εκκλησιασμό.  Γύρω

ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΔΙΤΑΞΙΟΝ ΔΗΜ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

στο 1935-6 θυμάται ο μπάρμπα  Κώστας Μυλωνάς στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου τα παιδιά του σχολείου πήγαιναν για εκκλησιασμό στον ναό του Άϊ Γιάννη στη γραμμή ανά τριάδες, και μπροστά όλο καμάρι ο ίδιος να κρατά την Ελληνική σημαία, σημαιοφόρος λόγω ύψους. Τέλος μετά τον πόλεμο δημοσιεύθει στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Διάταγμα περί προαγωγής Δημοτικού Κάτω Κοπανακίου 1… Εν Αθήναις τη 11 Φεβρουαρίου 1956 αριθμ. Φύλου 53 τεύχος πρώτον. Προάγομεν το 1/ξιον Δημοτικόν Σχολείον Κάτω Κοπανακίου της εκπαιδευτικής περιφέρειας Τριφυλίας εις 2/ξιον. Εν Αθήναις 6 Φεβρουαρίου 1956.  ΠΑΥΛΟΣ  Β.  Υπουργοί επί συντονισμού.  Α. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ.    Επί οικονομικών  Α. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ.  ΕΠΙ ΕΘΝ.ΠΑΙΔΕΙΑΣ Κ.Λ.Π.  Α.  ΓΕΡΟΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ.  Σε αυτό το σχολείο έρχονταν για αρκετά χρόνια και από το επάνω Κοπανάκι μαθητές, μέχρι που έφτιαξαν άλλο Δημοτικό στο Πάνω Κοπανάκι εκεί που βρίσκεται το σημερινό Δημοτικό σχολείο του Κοπανακίου. Μετά πόλεμο του 1940 ο δάσκαλος

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜ.ΣΧΟΛΕΙΟΥ Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΗΓΑΣ γύρω στο 1945 βγήκε στη σύνταξη και ανέλαβε καθήκοντα η ΠΑΠΑΤΣΩΡΗ ΣΟΦΙΑ μέχρι το 1958, μετά ανέλαβε καθήκοντα δασκάλου ο ΑΓΓΕΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ και η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ το 1959. Τον Φεβρουάριο του 1960 ο Γιάννης Ματζώρος ζήτησε 3.000 δραχμές για να πουλήσει το υπόλοιπο οικόπεδο. Οικονομικά ο κόσμος τα έφερνε δύσκολα, ο Αποστόλης Παυλόπουλος πάντα μπροστάρης έδωσε 700 δραχμές, τα πεθερικά μου οι Καραμπελαίοι Γιώργης και Γιάννης (Κατσουλογιανάκια) έδωσαν 400 δραχμές. Συγκινητική όμως ήταν η προσφορά του δάσκαλου του Αγγελή Αναγνωστόπουλου και της δασκάλας Χαρίκλειας Αντωνοπούλου, ΕΔΩΣΑΝ ΤΟ ΜΙΣΘΟ ΕΝΟΣ 15ΗΜΕΡΟΥ 600 ΔΡΑΧΜΕΣ ο καθένας ξεχωριστά  ο Αγγελής και η Χαρίκλεια για την αγορά του οικοπέδου, και το υπόλοιπο ποσό συμπληρώθηκε από χρήματα που είχαν μαζέψει με έρανο από διάφορους κατοίκους στη γύρα. Όλος ο κόσμος μικροί και μεγάλοι βοηθούσαν σαν είχαν χρόνο για να φτιαχτεί το σχολείο. Άλλοι μετέφεραν πέτρες, υλικά οικοδομής για κτίσιμο, στην πέτρα μάστορης ο μάστρο Παναγιώτης Μπόρας, άριστος Λαγκαδιανός τεχνίτης από το Σέρβου Αρκαδίας, ο μάστρο Χρήστος Κωνσταντόπουλος μαγκιώρος πετράς απο τα Λαγκάδια το χωριό Σέρβου και ο Δημήτριος Κοντούλης ή(Μήτσο – Μαστορας) και αυτός Λαγκαδιανός την καταγωγή. Ο Αποστόλης Παυλόπουλος, ο Γιάννης Μπρούστης, ο Παπαθανάσης Δημόπουλος, ο Αλέξης Μπρούστης, οι Καραμπελαίοι και τόσοι άλλοι. Κόβανε τα κυπαρίσσια με τα χειροπρίονα από το «Γκλουκουμπούτσου» και τα μετέφεραν με τα κάρα τους οι  Ματζωραίοι, Μπρουσταίοι, Καπελιαίοι, Σοφαίοι κ.α. ή χρησιμοποιούσαν  τα γαϊδουρομούλαρα. Άλλα ξύλα για πατερά και άλλα για σανίδες για το πάτωμα και την στέγη. Ο δρόμος γέμιζε από παιδιά το πρωί στον πηγαιμό και το μεσημέρι στον γυρισμό. Μου έλεγε ο Καράμπελας ο Μήτρος, μόνο από το «Ραχηντούρ» κάθε πρωί ξεκινούσαν 20 παιδιά. Συνολικά πρέπει να είχε το σχολείο γύρω στους 70 με 80 μαθητές μία θάλασα από μαθητές. Για λίγο διάστημα ήρθε δασκάλα η Ευσταθία Πανουσάκη ένα 6μηνο περίπου,  και λίγο αργότερα ήρθε δάσκαλος γύρω στο 1962 ο ΤΣΑΜΑΚΛΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ και μετά πέντε χρόνια μετετέθει στο Δημοτικό σχολείο του Πάνω Κοπανακίου. Το δυναμικό του σχολείου με την πάροδο του χρόνου μειώθηκε σημαντικά, έφτασε κάποια στιγμή στην πρώτη δημοτικού να είναι ένας μαθητής μόνο, ο Λεωνίδας του Σωτήρη Πετρούλια. Άλλο που δεν γύρευε ο τότε γραμματέας Γιάννης, βρήκε ευκαιρία να το γράψει δεύτερο δημοτικό ενώ ήταν το πρώτο του Κοπανακίου. Έγιναν βέβαια έντονες διαμαρτυρίες από τους κατοίκους αλλά ήταν αργά….  με αποτέλεσμα  το 1964 με το  έγγραφο  ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ .  ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΣΤΟΙΧ.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΕΙΣ Β ΔΙΘΕΣΙΟΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ΕΚΠ/ΣΕΩΣ Αριθμ. Πρωτ. : 284,  Εν ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ τη 8 Φεβρουαρίου 1964.  Ανακοινώνουμε υμίν ότι το 2/θέσιον Δημοτικό Σχολείο Κάτω Κοπανακίου ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΘΕΙ ΕΙΣ 2ον 2/ΘΕΣΙΟΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ.  Ο Διευθυντής   ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΙΡΟΣ.  Ενδιάμεσα εργάσθηκαν και άλλοι δασκάλοι και δασκάλες αλλά για μικρά χρονικά διαστήματα. Όπως ο δάσκαλος ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ γύρω στο 1967, εν συνεχεία η δασκάλα ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΩ γύρω στο 1975, μετά ο σύζηγός της δάσκαλος ΧΑΤΖΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ γύρω στο 1976, και τέλος ο δάσκαλος ΚΩΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΟΘΩΝΑΣ μέχρι το έτος 1982 που το σχολείο του Κάτω

ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΗΜ.ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Κοπανακίου με τελεσίδικη απόφαση της ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ  στις 8 Φεβρουαρίου 1982 και αριθμό πρωτοκόλλου 2,1/1147 Κυπαρυσσίας. Γνωστοποιούσε ότι με το Π.Δ. υπ΄αριθμ. 598/82, το Α! 2/θέσιο Δημοτικό Σχολείο Κοπανακίου συγχωνεύτηκε με το Β! 5/θέσιο Δημοτικό σχολείο σε ένα 5/θέσιον,  με την ονομασία 5/θέσιον Δημοτικόν Σχολείον Κοπανακίου. (Υπογραφή) : Ο Προϊστάμενος   ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ. ΧΕΛΗΣ.  Το κτήριο οι κάτοικοι το είχαν δωρίσει στην εκκλησία του Άϊ Γιάννη για να έχει όφελος τα ενοίκια. Το τότε εκκλησιαστικό συμβούλιο είχε πάρει απόφαση να το πουλήσει για 5.000 δραχμές. Ευτυχώς πάλι με παρέμβαση και ενστάσεις του Αποστόλη Παυλόπουλου  του Γιώργη Καράμπελα (Κατσουλόγιαννη), και του Γιώργη Σοφού (Ντίντιρη), απετράπη αυτή η απόφαση και το νοικιάσανε στην οικογένεια του Μήτσο Μάλεση με ενοίκιο, να μένει εκεί με την οικογένειά του και να το συντηρεί για να μη καταστραφεί τελείως. Στο παραδοσιακό οικογενειακό μου μουσείο στο Κάτω Κοπανάκι σώζεται ο μαυροπίνακας της Δυτικής τάξεως, η ξύλινη έδρα, το τραπέζι του δασκάλου, λόγω χώρου κράτησα  δύο μόνο ξύλινα θρανία και το κυριώτερο, έχω στην κατοχή μου τις δύο Ελληνικές σημαίες του Δημοτικού Σχολείου του Κάτω Κοπανακίου. Ένα από τα κειμήλια που ξέχασα, εγκαταλείποντας την προσπάθεια του Εκπολιτιστικού συλλόγου να διακοσμήσουμε με παραδοσιακά κειμήλια, «συγκινητικές» πραγματικά  προσφορές των κατοίκων, την μία αίθουσα. Και την άλλη σε πιστό αντίγραφο της τότε τάξης, ήταν η παλιά ξεχαρβαλωμένη ξυλόσομπα που

ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΤΣΩΡΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΔΗΜ.ΣΧΟΛΕΙΟ Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ζεσταινόντουσαν οι μαθητές του σχολείου. Δεν γνωρίζω αν ο σύλλογος «Λιθερός» την έχει φυλάξει σε κάποια γωνιά. Πάντως προς αποφυγή παρεξηγήσεων, όλα αυτά τα κειμήλια τα βρήκα από κατοίκους που τα είχαν φυλάξει ως κόρη οφθαλμού στα σπίτια τους. Οι σχολικές τάξεις ήταν τελείως άδειες χωρίς την παραμικρή ένδειξη ότι κάποτε εκεί λειτουργούσε Δημοτικό σχολείο. Πάντως διαβάζοντας στο litheros blog για το Δημοτικό σχολείο, δεν το κρύβω και σε εμένα προσωπικά αλλά και σε πάρα πολλά στελέχη του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Κοπανακίου, αλγηνή αίσθηση έκανε και προκάλεσε δυσμενέστατα σχόλια τα οποία δεν κολακεύουν καθόλου τον σύλλογο του Λιθερού. Πρώτον για την παράλειψη να αναφερθούν στο έργο του  Εκπολιτιστικού Συλλόγου Κοπανακίου, και στο πόσο συνέβαλε οικονομικά και πολιτιστικά στην ανάδειξη και  στην ανακαίνηση του Δημοτικού σχολείου, λίγο πριν τους χορηγηθεί το κτήριο του σχολείου προς χρήση. Το μικρό χρονικό διάστημα που ανέλαβε με συμφωνητικό την χρήση του κτηρίου πολύ πριν τον σύλλογο του Λιθερού. ΚΑΙ ΘΕΛΩ

Ο ΑΓΓΕΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΜΟΙΡΑΖΕΙ ΤΟ ΠΡΩΪΝΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Η ΜΑΛΛΟΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΣΚΟΠΙΜΩΣ!!!… Πάντως καλό είναι να γίνει γνωστό σε κάθε ενδιαφερόμενο ότι : Οι εργασίες για την εσωτερική διαρίθμηση των χώρων, το γκρέμισμα των τοιχίων, το στοκάρισμα, το βάψιμο των αιθουσών, τα σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα για την προφύλαξη του χώρου, το στρώσιμο με τσιμέντο των δαπέδων και των δύο αιθουσών (αλφάδιασμα), η τοποθέτηση πλακιδίων και στις δύο αίθουσες, με ότι αυτό συνεπάγεται, δηλ. κόλλες, στόκους, εργατικά, μεταφορικά. ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΊΝΕΙ ΣΤΟ ΖΕΥΓΟΣ  ΓΡΗΓΟΡΗ  ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗ  ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΔΥΟ ΚΛΗΜΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΨΥΞΗΣ- ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ του σχολείου. Όπως επίσης η παράλειψη ονομάτων μαθητών που διέπρεψαν σαν πολίτες και στρατιωτικοί πέραν των ονομάτων που αναφέρονται στο άρθρο του litheros Blog. Ένας από αυτούς ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΕΛΙΟΣ διοικητής αεροπορίας στρατού, αποστρατευθείς με τον βαθμό του Στρατηγού. Ο διαπρέψας ως πολιτικός μηχανικός Αλέκος Μπερεδήμας. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ φαρμακοποιός, Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ φαρμακοποιός που από το 1977 προσφέρει αδιαλλείπτως και ανελλειπώς της υπηρεσίες της στην κωμόπολη Κοπανακίου και των γύρω περιοχών. Παράλλειψη ότι σε αυτό το σχολείο έχει μορφωθεί  η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΡΑΜΜΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ επί πολλά χρόνια διαπρέψασα ως Γυμνασιάρχης και Λυκειάρχης. Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΠΕΛΙΟΣ  που προήχθει στον βαθμό του Πυράρχου και αναλαμβάνει από τον Φεβρουρίου 2011 Διοικητής στην πυροσβεστική υπηρεσία Καλαμάτας. Το komianos Blog τον συγχαίρει και του εύχεται και σε ανώτερα. Θα παρακαλούσα τους επισκέπτες του ιστολογίου για οποιαδήποτε παράλειψή μου να με ενημερώσουν ή μέσω Email karkom@otenet.gr ή στα σχόλια του άρθρου μου.

Με εκτίμηση, ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Ευχαριστώ τους : Αποστόλη Παυλόπουλο, Σοφού Σπυρούλα, Κώστα Μυλωνά, τον Καράμπελα Μήτρο, την γυναίκα μου Αγγελική Καράμπελα, την Γεωργία Χριστοφιλοπούλου και όλους όσους μου πρόσφεραν φωτογραφικό υλικό, για να συνεχίσω την παράδοση του τόπου μας. Επίσης ζητώ συγνώμη εάν ενόχλησα κάποιον ή κάποιους. Η αλήθεια και οι παραλείψεις όμως πρέπει να λέγονται και οι προσπάθειες να επιβραβεύονται. Παραθέτω ένα ποίημα απλότητας και αγάπης της χιλιανής δασκάλας Γαβριέλα Μιστράλ.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

Χιλιανή δασκάλα, βραβείο Νόμπελ 1946

Η προσευχή του Δασκάλου (Γαβριέλα Μιστράλ)
Χιλιανή δασκάλα, βραβείο Νόμπελ 1946

Δώσε μου, Κύριε, απλότητα και βάθος.
Κάνε να μην είμαι περίπλοκος, ούτε κοινότυπος στο καθημερινό μου μάθημα.
Κάνε να υψώνω τα μάτια πάνω από το πληγωμένο μου στήθος μπαίνοντας
κάθε μέρα στην τάξη μου.
Ας μη φέρνω μαζί μου στην έδρα τις μικρές μου υλικές μέριμνες, τις κωμικές λύπες μου. Κάμε το χέρι μου ελαφρότερο στην τιμωρία και απαλότερο στο χάδι.
Ας επιπλήττω απρόθυμα για να ‘μαι βέβαιος πως τιμωρώ από αγάπη.
Το πλινθόκτιστο σχολείο μου ας είναι καμωμένο από πνεύμα.
Οι φλόγες του ενθουσιασμού μου ας γεμίζουν τη φτωχή του είσοδο,
τη γυμνή αίθουσα του.
Η καρδιά μου ας είναι στήλη του, η πιο δυνατή και
η θέληση μου χρυσάφι καθαρότερο απ’ τις κολώνες των πλούσιων σχολείων.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Μαρτίου 12, 2011 Posted by | ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 3 σχόλια

ΤΕΡΖΗΣ-ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ-ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ-ΚΕΤΣΕΤΖΙΔΕΣ Η ΠΙΛΗΤΕΣ-ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΕΡΖΗΣ – ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ – ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ –  ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ Ή ΠΙΛΗΤΕΣ – ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

 

ΤΣΟΠΑΝΟΣ ΜΕ ΚΑΠΑ ή ΚΑΠΟΤΑ

«ΤΕΡΖΗΣ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ» λεγόταν αυτός που έφτιαχνε κάπες από χοντρό υφασμένο στον αργαλειό «δίμητο», ύφασμα με πλέξιμο πυκνό και σφικτό. Ένας από τους πιο καλούς τερζήδες εκείνης της εποχής γύρω στο 1920 ήταν ο Κώστα Τσώνος ο (γέρο Λοχαγός)όπως τον φωνάζανε. Η καταγωγή του από το Σιτοχώρι (Πιτσά) της Ορεινής Τριφυλίας, παππούς του καθηγητή Γιώργου Τσώνου. Έφτιαχνε «Καπότες» δηλαδή κάπες για τσοπάνους και «Γιουρντιά» για γυναίκες. Όπως μου έλεγε ο Σιτοχωραίος Λεωνίδας Πολίτης, ο μπάρμπα Κώστας ήταν ένας πολύ μαγκιώρος  και περιζήτητος  τεχνίτης εκείνη την εποχή, και η κάπα ήταν ένα απαραίτητο πανωφόρι. Ήταν το ένδυμα των φτωχών αγροτών και βοσκών. Δύο άλλοι τερζήδες και αυτοί περιζήτητοι μαστόροι σε κάπες και σεγκούνες, από τον Αετό της Ορεινής τριφυλίας όπως μου έλεγαν ο Παπα – Γιάννης Κοράκης και ο Χρήστος Κοσμάς, ήταν οι αδελφοί Γρηγόρης και Πασίλης Παπαδημητρίου, και αργότερα εμαθε κοντά τους και ο γαμπρός τους  Αθανασόπουλος Δημήτριος ο (Μπερεκλαίος) από το χωριό Μπέρεκλα. Με την κάπα προφυλαζόντουσαν από το κρύο και την βροχή, με την κάπα στρώνανε καταγής για να κοιμηθούν ή να ξαποστάσουν από την σκληρή δουλειά της ημέρας. Για το ύφασμα της «ΚΑΠΑΣ» ή της «ΚΑΠΟΤΑΣ» την ύφαιναν στον αργαλειό οι υφάντρες με κλωνές από μαλλί προβάτου. Για την κάπα ή καπότα που την ονομάζαν «ΤΑΛΑΓΑΝΙ» την ύφαιναν στον αργαλειό αφού στο στιμόνι περνάγανε κλωνές «ιδιασμένες» από μαλλί προβάτου και υφαίνανε με κλωνές από μαλλί γιδήσιο ή τραγήσιο. Αυτού του είδους την ύφανση την λέγανε «ΜΑΤΕΡΟ». Από αυτά τα υφαντά υφάσματα πάχους ενάμιση πόντου, κατασκεύαζαν οι τερζήδες κάπες από μαλλί προβάτου για τους βοσκούς ή τσοπαναραίους και ταλαγάνια όπως συνηθιζόταν να τα λένε από γιδήσιο

ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΚΑΠΙ ή ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ

ήτραγήσιο μαλλί. Το «ΚΑΠΙ» ή «ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ» λεγόταν η κάπα για μικρούς σε ηλικία τσοπανάκους. Πρίν να φτάσει στα επιδέξια χέρια της υφάντρας, ξεκίναγε σαν πρώτο στάδιο το κούρεμα από τις αρχές του Μάη, τότε το μαλλί των ζώων μετά την περίοδο του χειμώνα είναι μακρύτερο. Μετά το μαλλί το βράζανε στο καζάνι. Αυτό το νερό το βάσταγαν για να το ανακατέψουν με την βαφή όταν θα έβαφαν τα μαλλιά αργότερα. Ύστερα το πήγαιναν στο ποτάμι και το ξεπλένανε πολύ καλά με άφθονο νερό, γινόταν κάτασπρο σαν το χιόνι. Το άπλωναν και το άφηναν να στεγνώσει χωρίς να το βλέπει ο ήλιος για να μην κιτρινίσει. Σαν στέγνωνε το μαλλί, το καθάριζαν από διάφορα ξένα σώματα και το ξένανε. Ύστερα ερχόταν η σειρά του λαναρίσματος, πέρνανε μία ποσότητα από μαλλί προβάτου, μία τούφα, την βάζανε ανάμεσα σε δύο ξύλινες σανίδες με χειρολαβές και καρφιά και ξέμπλεκαν τις ίνες. Για το τράγινο μαλλί επειδή ήταν πολύ πιο κοντό, πρώτα το βρέχανε, μετά το ξένανε με ένα εργαλείο την «Κοτζά», είχε δύο χειρολαβές και επό έντερα γουρουνιού ή μοσχαριού μήκους 4-5 μέτρα περίπου σε δύο σειρές. Με αυτό μαστίγωναν το μαλλί για να το ξάνουνε, μέχρι που αφράτευε. Το λαναρισμένο μαλλί είτε από πρόβατο ή γίδινο το κάνανε μικρές μπάλες που τις λέγανε «τουλούμπες». Μετά με την χρήση της «ρόκας», του «αδρακτιού», του «τυλιγαδιού» του «ροδανιού» ή του «τσικρικιού» το μαλλί το στρίβανε με τα δάκτυλα και το κάνανε «κλώνα». Με την βοήθεια του «τυλιγαδιού» φτιάχναν τα «μασούρια» και ήταν έτοιμο για ύφανση στον αργαλειό. Συνήθως τις κλωνές για τις κάπες Ή τις άφηναν λευκές ή τις βάφανε με μαύρο χρώμα. Έβραζαν δηλαδή στο καζάνι φλούδες από σκλήθρο και βάπτιζαν το μαλλί μέσα στο κατάμαυρο ζεστό νερό για να πάρουν χρώμα. Εκτός από την ονομασία Τερζήδες τους λέγανε και «ΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ» ή «ΑΜΠΑΤΖΑΔΕΣ». Δουλειά τους ήταν γυρνώντας στα χωριά  να πουλάνε  υφαντό χοντρό μάλλινο ύφασμα το λεγόμενο «ΑΜΠΑ», και συγχρόνως έραβαν «ΑΜΠΑΔΕΣ» δηλαδή κάπες για αγρότες και βοσκούς. Επίσης υπήρχαν και οι «ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ» ή «ΠΙΛΗΤΕΣ», τεχνίτες που ράβανε τον «ΚΕΤΣΕ ». Και αυτό σκληρό υφαντό από μαλλί αρνιού ή προβάτου, το χρησιμοποιούσαν και οι καπιστράδες για την κατασκευή καπουλοδετών και

ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΤΟΥ

μεσιών. Οι τσομπάνηδες για τις κάπες τους τα λεγόμενα «ΚΕΠΕΝΕΚΙΑ». Τα εργαλεία τους ήταν απλά: Ο μακαράς (η κλωστή), η κάργα, ο πήχης, η χοντρή δακτυλήθρα, ο γάντζος, τα γυριστά βελόνια, (σακοράφες), η τανάλια, η ειδική μεγάλη ψαλίδα. Ο τερζής ή ο αμπατζής δεν έπαιρναν μέτρα, υπολόγιζε τις διαστάσεις με το μάτι και μετά έκοβε και έραβε. Η κατασκευή απλή, αλλά το ράψιμο δύσκολο και αργό. Η κάπα σε σχήμα τσουβαλιού και ανοικτή μπροστά. Στους ώμους ήταν ραμμένη, είχε σχήμα παλτού με κουκούλα και τα μανίκια ήταν πολύ φαρδιά. Το πάχος του υφάσματος όπως ανέφερα ήταν περίπου ενάμιση πόντο και περασμένη από την νεροτριβή την λεγόμενη (ντριστέλα). Φτιάχνανε

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΓΙΟΥΡΝΤΙ Ή ΣΕΓΚΟΥΝΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΜΙ;ΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

τρεις τάβλες σαν χαντάκι και οι γυναίκες το βρέχανε με μπόλικο χλιαρό νερό, συγχρόνως οι άνδρες το πάταγαν με τα πόδια και το τουμπάρανε για να το τρίψουνε καλά. Έτσι οι πόροι κλείνανε και η κάπα γινόταν αδιάβροχη και ούτε το κρύο την περόνιαζε. Η δουλειά που τους έπαιρνε χρόνο ήταν το στόλισμα με γιορτάνια (συρίτια), τα λεγόμενα γαϊτάνια για γαρνίρισμα από την κάπα μέχρι κάτω και στις άκρες των μανικιών. Για τους πιο φτωχούς βοσκούς γινόταν μόνο με στρίφωμα ήταν πολύ πιο οικονομικό. Τα «ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ» ραβόντουσαν πιο κοντές από το ίδιο ύφασμα και χωρίς μανίκια. Τα κεντούσαν με μαύρο μετάξένιο νήμα και γύρω για μπορντούρα τα στολίζανε με γαϊτάνι και άλλα στολίδια από χρωματιστά νήματα. Στις κάπες και στις σεγκούνες χρησιμοποιούσαν ξύλινα κουμπιά και από τις δύο μεριές, και με «θηλίκια» (κορδόνι στριφτό με θηλιά) τα κουμπώνανε μπροστά. Κάθε κάπα ήταν ασήκωτη, θα πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον 10 οκάδες… το μαλλί από ένα κοπάδι πρόβατα!. Απαραίτητη εξάρτηση εκτός από την κάπα, ήταν ο «Τρουβάς» ή «Ντορβάς», ένα μάλλινο σακούλι που το κρέμαγαν στον ώμο και εκεί έβαζαν το φαγητό τους και άλλα απαραίτητα εργαλεία, το φλασκί ή την νεροκολοκύθα με το νερό ή το κρασί και την απαραίτητη γκλίτσα του, την (στραβολέκα ή αγκούλα) που ήταν μακρύτερη από το μπόϊ τους για στήριγμα ή για να πιάνουν τα ζωντανά τους ανάλογα ή από τον λαιμό ή από τα πόδια.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ευχαριστώ τους : Λεωνίδα Πολίτη από το χωριό Σιτοχώρι Μεσσηνίας, και Σπυριδούλα Σοφού από την κάτω ρούγα Κοπανακίου.

Φεβρουαρίου 27, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ-ΘΕΜΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ-ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Τυχαία, όπως έπινα το καφεδάκι μου φτιαγμένο από τα χεράκια της κυρά Σπυρούλας Σοφού στο παραδοσιακό καφενεδάκι της στην πέρα ρούγα, άκουσα την παρακάτω ιστορία:  Ο Μπιχλιμπίδης ήταν από το χωριό  Σαρακινάδα της Ορεινής Τριφυλίας. Κατά την πληροφορίες του μπάρμπα Αποστόλη Παυλόπουλου είχε έρθει κυνηγημένος από τα χωριά της Ορεινής Μάνης γύρω στο 1885 με 1890, μπλεγμένος με γυναικοδουλειές και χαρτοπαιξία. Η Σπυρούλα Σοφού και ο Κώστα Μυλωνάς είχαν πληροφορίες από τον Κώτσο – Μακαρούνη πως το πραγματικό όνομα του Μπιχλιμπίδη ήταν Θανάσης Δημητρακόπουλος. Είχε πάρει γυναίκα από τα πίσω χωριά του Σελλά από το Καλογερέσι, και την γυναίκα του την έλεγαν Θανάσω. Γεννημένος ζωοκλέφτης, εκείνη την εποχή ήταν αντριλίκι και καμάρι να είσαι ζωοκλέφτης, είχαν ρημάξει αυτός και η συμμορία του τα μαντριά, τα κοτέτσια και τους στάβλους των κατοίκων της περιοχής. Οι νυκοκυραίοι τραβάγαν τα μαλιά τους έτσι και τους έβαζε στο μάτι η συμμορία του Μπιχλιμπίδη. Είχε ταβέρνα στην Πάνω Ρούγα του Κοπανακίου. Το ισώγειο το χρησιμοποιούσε για μαγειριό και ταβέρνα, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν διασκεδάσει με κρέας «αζύγιστο» μέχρι πρωίας από αρνιά, κατσικάκια, κότες και ότι άλλο κλέφτικο. το πατάρι το χρησιμοποιούσε για χαρτοπαικτική λέσχη, και άμα δεν είχες να πληρώσεις… έπεφτε και το σχετικό «σοπάκι»… Έλεγε ο Παπά «Χαρμούλας» ότι: Άμα κτυπήσει η καμπάνα για να καλέσει σε αγρύπνια κανείς από όλους αυτούς δεν έρχεται στην εκκλησία… όταν όμως ο Σατανάς ο Μπιχλιμπίδης καλεί για χαρτοπαίχνιο, κάθονται εκεί μέχρι τις πρωϊνές ώρες χάνοντας το χρήμα και τον χρόνο τους. Η χαρτοπαιξία είναι παιχνίδι δαιμονικό, και αυτοί που έχουν τέτοιες λέσχες σατανάδες με… εκατόν πενήντα κέρατα εννοώντας τον Μπιχλιμπίδη . Μου έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης ότι εκείνη την εποχή είχε άλλους εφτά παρέα στη συμμορία, ο ένας ήταν από το Κάτω Κοπανάκι, το Λαπι, τον Μελιγαλά, ένας άλλος στο Δυράχι, ένας στην Σαρακινάδα και ένας στα Πλατάνια και άλλος ένας  στο Μπιζό. «Παιδάκια βλαστάρια», ένα και ένα, «μπουμπούκια» με όλη τη σημασία της λέξης. Η δουλειά τους όπως ήταν διασκορπισμένοι ήταν να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να ειδοποιούν τον Μπιχλιμπίδη, και έτσι αυτός σε συνεννόηση με τους άλλους, να κάνουν τις κλεψιές τους προγραμματισμένα.  Έτσι γινόταν η δουλειά, το βράδυ κλέβανε το κοπάδι ή ότι άλλο είχαν και τα  προγραμματίσει, και σε λίγες ώρες τα είχαν μεταφέρει από το Ριπεσαίϊκο ποτάμι περνώντας πάνω από την κορυφή στα μέρη της Ολυμπίας. Από κει και πέρα τα παραλαβαίνανε οι κλεπταποδόχοι  εξαφανίζανε. Η Χριστίνα η κόρη του Βασίλη – Κώτσου  είχε πει στην Σπυρούλα Σοφού πως η γυναίκα του η Θανάσω Μπιχλιμπίδαινα μην αντέχοντας άλλο τέτοια ζωή τον παράτησε μια μέρα και χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της για να μην την υποψιαστεί ο άνδρας της, κίνησε με τα πόδια και από μονοπάτια που γνώριζε γύρισε στα γονικά της στο Καλογερέσι. Πολύ του κακοφάνει του Μπιχλιμπίδη, της μήνυσε να γυρίσει, έπιασε και τους γονείς της, όμως αυτή ήταν ανένδοτη στην απόφασή της. Οι κογιόνιδες άρχισαν να του ρίχνουν τις μπιχτές τους και να του ανάβουν τα αίματα, τέλος δεν βάστηξε, και για να αποδείξει το ανδριλίκι και την μαγκιά  του, κίνησε για το χωριό της γυναίκας του το Καλογερέσι. Σαν έφτασε στο πατρικό της σπίτι, στέκεται κάτω από τα παθύρια της και  φωνάζει της γυναίκας του: «Θανάσω! Ωρή Θανάσω!»… Ποιος είναι ρωτάει εκείνη από μέσα. «Ο άνδρας σου σου μιλάει μωρή!.. έβγα έξω!». Μόλις βγήκε η Θανάσω στο μπαλκόνι του σπιτιού της, χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώνει το τουφέκι και την αφήνει στον τόπο. Μετά από το φονικό βγήκε στο βουνό κυνηγημένος και επικυριγμένος. Εντολή στα αποσπάσματα των ευζώνων όπου τον πετύχουν να του ρίξουν στο δόξα πατρί χωρίς δισταγμό. Κατά πληροφορίες από τον μπάρμπα Ηλία Ηλιόπουλο από το Αρτίκι, ο Μπιχλιμπίδης ήταν γνωστό σε όλους ότι είχε μία σκυλίτσα μαύρη που τον ακολουθούσε όπου πήγαινε. Καλός κυνηγός κυνηγούσε κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες και ότι άλλο του βρισκόταν στο δρόμο. Άσε που δεν έβαζε «σύνορο» με φίλους, γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είχε να κάνει, έκλεβε αδιακρίτως αδιαφορώντας αν το μάθενε ή όχι ο παθών. Μου έλεγε ο άνδρας μου ότι στο κάτω Δημοτικό Σχολείο πήγαινε και ο γιός του Μπιχλιμπιδη, ήταν ένα παιδί πολύ μαλιαρό και αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Αλέκο. Όμως δεν έζησε και πάρα πολύ, σε μικρή ηλικία πέθανε από μια πληγή που είχε μολυνθεί. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του παρ΄όλο που ήταν κυνηγημένος, παντρεύτηκε και με άλλη γυναίκα την Χριστίνα από το ένα χωριό της ορεινής Τριφυλίας, για λόγους ευαισθησίας δεν αναφέρουμε όνομα και χωριό. Κάποτε μου έλεγε ο πεθερός σου Σπύρο μου ο Γιώργη Κατσουλόγιαννης, σαν ήταν μικρό παιδί 10 –  12 χρονών περίπου, γύρω στο 1912 και φύλαγε τις γίδες στα «ποτόκια» του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Θανάσης Μπιχλιμπίδης. Άγριος στην όψη και αξύριστος με όλα τα άρματά του ζωσμένος. «Την ξέρεις την Χριστίνα την Μπιχλιμπίδαινα; » τον ρωτάει. «Πως δεν την ξέρω.» του απαντάει ο Γιώργης. «Θα πας να την βρεις και θα της πεις να μαγειρέψει  και να πάρει 2 κούτες τσιγάρα χύμα, και εγώ το βράδυ θα περάσω από το σπίτι. Αλλά πρόσεξε κακομοίρη μου μην το μαρτυρήσεις σε κανένα, ούτε και στους δικούς σου… γιατί έτσι και το μάθω θα σου κόψω τα

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥΡΗ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. Άποψη από την κεντρική πλατεία Κοπανακίου.

«ΚΑΣΚΑΒΕΛΙΔΙΑ» καψερέ μου, και δεν θα σε θέλει καμιά κοπελιά!!!… Στην Κάτω Ρούγα τα σπίτια εκείνη την εποχή ήταν μετρημένα στα δάκτυλα. Πέντε με έξη σπίτια όλα και όλα, τα Ρηγαίϊκα, του Νίκο Ρήγα, του Κατσουλόγιαννη, του Αρίστου, του Μήτσο Κώτσου κ.α. Έδεσε λοιπόν τις γίδες και κίνησε να δώσει την παραγγελία στην Μπιχλιμπίδαινα. Όπως με πληροφόρησε ο μπάρμπα Λιας ο Ηλιόπουλος από ιστορίες των γωνιών του. Τον Θανάση τον σκοτώσανε οι εύζωνοι (οι χωροφύλακες εκείνης της εποχής) το 1927. Είχε πάει σε γνωστό του μάστορη μπαλωματή στο χωριό πλατάνια να του μπαλώσει τα τσαροούχια του. Επειδή όμως ήθελε πολύ ώρα για να τα μπαλώσει, τον προσκάλεσε η γυναίκα του μπαλωματή να ανέβει πάνω στο πατάρι  του μαγαζιού μην τον δει κανένα μάτι και τον προδώσει. Σαν ανέβηκε στο πατάρι, τον κέρασε, τον τάϊσε και τον άφησε να ξαποστάσει μέχρι να τελειώσει ο άνδρας της τις επισκευές. Σαν ξαπόστασε άνοιξε την πόρτα και βγήκε σε ένα μικρό μπαλκονάκι με σκαλίτσα για να κατεβή στο μαγαζί να φορέσει τα τσαρούχια και να πάρει τα μονοπάτια για το βουνό. Δυστυχώς όμως κάποιος περαστικός τον είδε και ειδοποίησε τα αποσπάσματα των ευζώνων. Το απόσπασμα πλησίασε με τρόπο και κύκλωσε την περιοχή. Με το που άνοιξε την πόρτα της βεραντούλας, πετάκτηκε έξω πρώτα το σκυλί μετά πρόβαλε στο κατώφλι και ο Μπιχλιμπίδης και έσκυψε να το χαϊδέψει, κάτι πήρε περίεργο με το πλάϊ του ματιού του όμως δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με μια ομοβροντία τον άφησαν στον τόπο. Το μυρολόϊ της Μπιχλιμπίδαινας σαν της πήγανε το άψυχο κορμί του  άνδρα της ακουγόταν μέχρι πέρα στους Κοπανακαίϊκους Λόγγους όπως μου λέγαν. Τον έκλαιγε και τον μυρολογούσε με το παρακάτω στίχο, εκτός των άλλων: ΔΕΝ ΣΤΟ΄ΠΑ ΓΩ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥ – ΑΝΔΡΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ – ΣΕ ΦΙΛΟΥ ΣΠΙΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΣ – ΜΗΤΕ ΝΑ ΣΕ ΦΙΛΕΨΟΥΝ – ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΦΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ – ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΟΙ – ΚΙ΄ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ ΘΑΝΟ ΜΟΥ – ΣΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.

Ευχαριστώ τους Κώστα Μυλωνά, Αποστόλη Παυλόπουλο, Σπυρούλα Σοφού και τον μπάρμπα Λια Ηλιόπουλο, για την όμορφη ιστορία του Θανάση Δημητρόπουλου και κατά άλλους Θανάση Μπιχλιμπίδη, τον Θανάση Κάππο. Κάθε ενδιαφερόμενος ή γνώστης τέτοιων περιστατικών ή παραδόσεων είναι ευπρόσδεκτος να τον φιλοξενήσω στο Blog μου. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Φεβρουαρίου 18, 2011 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

Ο ΒΑΡΥΜΠΟΠΑΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΚΑΚΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΒΑΡΥΜΠΟΠΑΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΑΣ  ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (Η φωτογραφία ειναι τυχαία)

Ο κατά κόσμο Θύμιος Κακίσης, από το χωριό Βαρυμπόπι της ορεινής Τριφυλίας, είχε το θρησκευτικό αίσθημα αναπτυγμένο από μικρή ηλικία. Αυτή η αγάπη για τα θεία τον έσπρωξε να αποφασίσει να ακολουθήσει την μοναστική ζωή. Οι πληροφορίες μου δεν είναι επαρκείς, οι γέροντες δεν θυμούνται αρκετά η μνήμη τους έχει προδώσει. Που να θυμούνται σε ποια ηλικία ο Θύμιος Κακίσης ξεκίνησε με το δισάκι του και με τσαρούχια φτιαγμένα από γουρουνόδερμα, με προορισμό να αφιερώσει την ύπαρξή του στον Θεό. Διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια τα βήματά του τον έφεραν στα Ιερά μέρη του Αγίου Όρους. Ο Κωνσταντής Κακίσης (Μέλκος), ένας από τους πλέον ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού, στάθηκε αδύνατο να με πληροφορήσει αρκετά. Μετά από τόσα χρόνια η μνήμη του δεν τον βοηθούσε. Πάντως άλλες έγκυρες πηγές από κατοίκους που είχαν ακούσει για τον καλογερόπαπα Κακίση, με πληροφόρησαν ότι για 20 με 25 χρόνια ασκήτευσε σε μονή του Άγιου Όρους, κοντά σε ένα σεβάσμιο γέροντα τον Πατέρα Κοσμά. Κάποτε οι κάτοικοι της περιοχής καλοδέχτηκαν ένα λεβέντη ψηλό, με κάτι πλατάρες φαρδιές, με παλάμες πλατιές σαν φτυάρια άντρακλας με τα όλα του. Ντυμένο με ρούχα παπαδίστικα να ανεμίζουν στον αέρα. Το παρουσιαστικό του σου προξενούσε δέος και ευλάβεια. Με το που άρχισε η Θεία Λειτουργία της Κυριακής, μια βροντώδης, καλήφωνη και βαρύτονη

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΘΥΜΙΟΥ ΚΑΚΙΣΗ. ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΝΑΣΤΗΡΙΟΥ. Φωτογραφικο αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ψαλμωδία  γέμισε τον χώρο της μοναδικής Εκκλησίας Πέτρου και Παύλου. Μετά το σούσουρο που δημιουργήθηκε μαθεύτηκε ότι ο Καλογερόπαπας ήταν ο Θύμιος Κακίσης ο συγχωριανός τους, ο άνθρωπος ο δικός τους που έλειπε τόσα χρόνια στο Άγιο Όρος. Το σπίτι του ήταν στην είσοδο του χωριού Βαρυμπόπι στα δεξιά όπως μπαίνουμε. Το άφησε κληρονομιά στον ανηψιό του Παπα Λάμπρο Κακίση. Αυτός με την σειρά του το έκανε δωρεά στο Μοναστήρι της Αγίας Σωτήρως, και το μοναστήρι το έκανε σχολείο για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά σε ένα σωστό χώρο με δύο αίθουσες. Τότε το χωριό Βαρυμπόπι είχε τρεις παπάδες και τρεις ενορίες, παρότι είχαν μία και μοναδική εκκλησία. Πάντως ο καλογερόπαπας Κακίσης συνλειτουργούσε με τους υπολοίπους ιερείς χωρίς προβλήματα, και στο χωριό, και στο Μοναστήρι της Αναλήψεως , και στην Κεντρική εκκλησία της Παναγίας στην πέρα ρούγα στο Λιθερό. Όποτε τον φωνάζανε ποτέ δεν αρνιόταν. Σε μεγάλες γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα κ.α. ΚΑΠΟΤΕ ανήμερα της Αναλήψεως Του Σωτήρος που

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ ΟΡ. ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

γιόρταζε το Μοναστήρι, συνέβη το εξής περιστατικό…. Λόγω της μεγάλης Ιεράς πανήγυρις  είχε πάει και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας, Σαν μπήκε και Παπά Κακίσης, οι υπόλοιποι ιερείς είχαν σφυρίξει στον Δεσπότη ότι μάλλον δεν ήταν κανονικά χειροτονημένος ιερέας. Σαν πλησίασε ο παπα Κακίσης να πάρει την ευλογία, τον ρωτάει ο Δεσπότης… «παπά χαρτιά έχεις;»….. Τι να απαντήσει ο παπάς. Του απαντάει λοιπόν ευθέως, «Όχι Σεβασμιότατε»!!! και του λέει ο Δεσπότης. «Τότε σου απαγορεύω να λειτουργήσεις». Και σε αυστηρά επιτακτικό τόνο τον διατάζει « ΠΗΓΑΙΝΕ ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ ΕΞΩ, ΑΠΟ ΤΟ ΙΕΡΟ»!!!. Όλα αυτά γίνονται μέσα στον Ιερό χώρο του Ιερού πίσω από το Τέμπλο. Ελάχιστοι πήραν είδηση τι συνέβαινε στο παρασκήνιο, πλην των δύο επιτρόπων του ναού…. Ο Παπά Κακίσης μόλις άκουσε τα λόγια του Δεσπότη και επειδή μάλλον τον είχαν προειδοποιήσει του τι επρόκειτο να συμβεί…. Δίχως να χάσει καιρό, σηκώνει τα ράσα του και από το σελάχι του τραβάει μια «τσαγκρα διμούτσουνη» (πιστόλα με δύο κάνες), που δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Και ακουμπώντας επάνω στην Άγια Τράπεζα, γυρίζει και λέει στον Δεσπότη: «ΕΑΝ ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Ο ΠΑΠΑ-ΚΑΚΙΣΗΣ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Η ΠΙΣΤΟΛΑ… ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΙ ΠΡΟΤΙΜΑΣ;». Ο Δεσπότης άλλαξε χίλια χρώματα… δεν περίμενε κάτι τέτοιο από έναν Ιερομόναχο, είδε και ότι το μάτι «γυάλιζε»… Και γυρνώντας στους παρευρισκομένους Ιερείς τους λέει ψιθυριστά, «Αφήστε τον τρελό να λειτουργήσει, και το βάρος επάνω του». Από τότε δεν τον ενόχλησε κανένας! Και εκτελούσε τα χρέη του Ιερέα απρόσκοπτα. Όσο για την δυμούτσουνη πιστόλα  είχαν γίνει ένα, μαζί κυκλοφορούσαν, μαζί κοιμόντουσαν τα βράδια, μαζί δέχονταν γνωστούς και αγνώστους επισκέπτες. Ήταν η προσωπική ασφάλειά του και της περιουσίας που πρέπει να έκρυβε στο κονάκι του. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι φεύγοντας από το Άγιο Όρος, και μετά τον θάνατο του ηγουμένου πρέπει να είχε ανακαλύψει χρυσά νομίσματα που τα είχε καταχωνιάσει σε κάποια κρύπτη. Όταν αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στο τόπο του, πήρε και τον μικρό θησαυρό μαζί του. Η αλήθεια είναι ποτέ δεν χρησιμοποίησε ούτε ένα γρόσι για να εκμεταλλευτεί κάποιον που είχε πραγματικά ανάγκη, αντιθέτως τους τα δάνειζε άτοκα και με την συμφωνία να του τα επιστρέψουν όποτε μπορούσαν,  χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση, η πίεση, για να μπορεί να βοήθήσει και άλλους που είχαν ανάγκη .  Ονομαστή έμεινε Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΚΑΚΙΣΗ. Ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη με κάποιο συγχωριανό του, που είχε οικονομική ανάγκη. Για λόγους ευθιξίας δεν αναφέρουμε το επώνυμό αλλά το όνομά του Δημήτρης… Τον βοήθησε δίνοντάς του 20 χρυσές λίρες. Ποσό αρκετά σεβαστό για εκείνη την εποχή. Κάποτε ο οφειλέτης αποφάσισε ότι ήρθε ο καιρός να επιστρέψει τα χρήματα. Όμως ο καρδιακός συγγενής του Θανάσης, του λέει : «Ο παπάς ρε συ, δεν έχει ανάγκη το φυσάει το παραδάκι… όταν πας να τον πληρώσεις ανακάτεψε μαζί με τις καλές λίρες και καμιά ψεύτικη, ούτε που θα το πάρει χαμπάρι»… Πράγματι όπως του τις έδωσε τις λίρες, έτσι και τις έριξε ο παπάς στο σεντούκι χωρίς να εξετάσει την γνησιότητά τους. Βέβαια ο μπάρμπα-Δημήτρης ήταν τίμιος, ο κακός ο σύμβουλος όμως είχε κάνει την ζημιά του, και πλέον δεν γινόταν τίποτα…. Ο θεός όμως αγαπάει τον κλέφτη αγαπάει και τον νοικοκύρη. Κάποτε που βρέθηκε στην  ανάγκη να χαλάσει μερικές λίρες εκεί του φανέρωσαν ότι μερικές από τις λίρες ήταν κάλπικες. Έπιασε ένα ένα αυτούς που είχε δανείσει και του ρώταγε αν είχε κάνει κάποιος από αυτούς την «λαδιά»… Ρώτησε και τον μπάρμπα-Δημήτρη και πήρε αρνητική απάντηση. Τότε του είπε: «Αν μου τις έδωσες καλές… έχει καλώς. Αν μου έδωσες κάλπικες… οι ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΕΡΕΣ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΒΡΟΥΝ». Ο μπάρμπα-Δημήτρης δεν πέρασαν σαράντα μέρες και άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο, αφήνοντας τρία παιδιά ορφανά και μια γυναίκα να τα μεγαλώσει. Ήταν αιτία του θανάτου του η… κατάρα του καλογερόπαπα ή σύμπτωση; Μέχρι που πέθανε ο καλογερόπαπας Κα κίσης, το έφερε βαρέως για την κατάρα που είχε πει σε μια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας, και με αιτία τα χρήματα. Όμως αυτό που τον έτρωγε και τον τυρρανούσε ήταν ότι πίστευε ότι αυτός ήταν η αιτία. Ο μπάρμπα-Δημήτρης πεθαίνοντας άφησε  πίσω του ορφανά και χήρα. Κάποτε όταν η γυναίκα του αδελφού του γέννησε αγόρι, το έλεγε με καμάρι στο χωριό ότι η γυναίκα γέννησε ΔΡΑΚΟ! Έτσι το χαραχτήριζε το αγόρι του. Πήγανε και στον παπά-Κακίση και του ευχηθήκαν: « Να σου ζήσει ο Δράκος παπά». Και τους απαντάει αυτός : «Ρε ζωντόβολα

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ, ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ-ΚΑΚΙΣΗ (ΜΕΛΚΟΥ). Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

μουρλαθήκατε ούλοι σας;… Γιατί πια παιδιά μου τσαμπουνάτε; Κάνουν παιδιά οι αρσενικοί; ». Και ύστερα αφού τους είπε να καθίσουν, έχωσε τις σαν φτυάρια χερούκλες του μέσα στο κιούπι με το μοσχομύριστο λακταριστό παστό και γέμισε τα πιάτα των μουσαφηραίων, μετά ανέβασε από το κατώϊ κρασί και κέρασε για τα συχαρίκια. Αργότερα ό ανηψιός του Λάμπρος σαν μεγάλωσε θέλησε και αυτός να ακολουθήσει τον ιερατικό κλάδο, όμως στόχευε να πάει για Δεσπότης. Τότε ο παπάς του είπε : Λάμπρο παιδί μου μην πας για Δεσπότης, καλύτερα να γίνεις παπάς, να αφήσεις πίσω σου απογόνους. Ο Λάμπρος παντρεύτηκε έγινε παπάς και άφησε πολλούς απογόνους. Οι ιστορίες του παπά ατελείωτες. Κάθε Πάσχα γέμιζε με άσφαιρα δύο πιστόλες και την ώρα που σήκωνε Ανάσταση με το Χριστός Ανέστη έριχνε από την Ωραία Πύλη πρώτος τις πιστολιές του και αντιλαλούσε όλη η εκκλησία. Τότε γινόταν χαμός από τους εκκλησιαζομένους και τους πιτσιρικάδες. Τα τριγωνάκια, τα μπομπάκια και οι κροτίδες έπαιρναν φωτιά, ο καπνός από το μπαρούτι και οι κρότοι, το κάτι άλλο. Όταν τελείωνε ο σαματάς το χαρτομάνι από τις κροτίδες σκέπαζε όλο το δάπεδο της εκκλησίας με 20 πόντους πάχος. Κάποτε μου λέγαν οι κάτοικοι της περιοχής, είχε φορτώσει το άλογό του, ένα περήφανο και δυνατό ζώο «πανοσάμαρα» με ένα βαγένι από τον Αετό και το πήγαινε στο Βαρυμπόπι για  να το γεμίσει με κρασί. Εκεί κοντά στο εκκλησάκι του Μάη – θανάση, του σπάει το σχοινί, το βαρέλι καθώς ήταν κατηφόρα άρχισε να κυλάει σαν δαιμονισμένο. Σε κάθε «αναβόλα» που ο παπάς  νόμιζε ότι θα σταματούσε,  έκανε τον σταυρό του και αναφωνούσε Παναγιά μου – Παναγιά μου!!! Όμως το βαγένι συνέχιζε την πορεία του μέχρι που πέρασε και το χωματόδρομο του Μαλικίου και τελικά γλύστρησε στο γκρέμνιο που περνάει το ποτάμι «Γκρεβόγλι». Τότε σταμάτησε τις προσευχές και τα σταυροκοπήματα και λέει: «ΑΝΤΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ, (εννοούσε την βαρέλα),  ΚΑΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΦΟΡΟ ΠΟΥ ΠΗΡΕΣ.. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΟΙΏΣΕΙ !!!»

Υπάρχουν πολλές ιστορίες γύρω από τον Παπά – Κακίση, θα αναφερθώ στο μέλλον. Yπομονή ως τότε αγαπητοί φίλοι και επισκέπτες. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , comianos.wordpress,com

Φεβρουαρίου 12, 2011 Posted by | ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.