Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – Ο ΓΙΩΡΓΗ – ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) – Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΗΓΑΣ (ΠΑΠΠΑ – ΧΑΡΜΟΥΛΑΣ) ΚΑΙ Ο «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ» Εργασία : ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ, komianos’s wordpres’s.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – Ο ΓΙΩΡΓΗ –  ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) – Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΗΓΑΣ (ΠΑΠΠΑ – ΧΑΡΜΟΥΛΑΣ) ΚΑΙ Ο «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ» Εργασία : ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ, komianos’s wordpres’s.com

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

 

Ο Γιώργης Καράμπελας και ο Γιάννης Καράμπελας γνωστοί σαν (Μπερνακαίοι) ή (Κατσουλογιανναίοι)…Ο πρώτος πατέρας της γυναίκας μου Αγγελικής, ο δεύτερος Πνευματικός της Πατέρας. Γεννήθηκαν στο Κάτω Κοπανάκι της ορεινής τριφυλίας. Το παρανόμι Μπερνακαίοι το απέκτησαν από τον Βαρυμποπαίο πατέρα τους Δημήτρη Καράμπελα (Μπερνακάκη). Από μικρά παιδιά έμειναν ορφανά και τα μεγάλωσε οι μητέρα τους Ασήμω, με χίλια βάσανα και στερήσεις, κόρη του Γιάννη Δούμουρα (Κατσουλόγιανη) από το χωριό Δραγουμάνου της Ανδρίτσαινας, άριστο τεχνίτη μπαλωματή που γνώριζε την τέχνη της κατασκευής τσαρουχιών από γουρουνόδερμα και κυρίως από ρόδες αυτοκινήτων όπως επίσης και ότι είχε σχέση με δερμάτινες κατασκευές, όπως ασκιά για κρασί, λάδι, τυρί, δισάκια κ.α. Εκείνη την εποχή της ξυπολησιάς αυτού του είδους τα παπούτσια ήταν λες και φόραγες… λουστρίνια. Από τον παππούλη τους απέκτησαν το παρατσούκλι Κατσουλογιανναίοι και με αυτό έγιναν γνωστοί στη περιοχή και ακόμα πιο πέρα. Από τα δύο αδέλφια και την μία αδελφή ο μεγαλύτερος ήταν ο Γιώργης. Στα πλαίσια, ανέκδοτες ιστορίες του τόπου μας. Καθισμένοι μπρός στην πυρογωνιά της μεγάλης σάλας, άρχισε να διηγήται  την παρακάτω ανέκδοτη ιστορία, η θεία και νονά της γυναίκας μου, Χριστίνα σύζυγος του Γιάννη Καράμπελα. Ο πεθερός σου ο Γιώργης, Σπύρο μου και ο θείος σου ο Γιάννης, ήταν άνθρωποι της εκκλησίας και πάντα με το Σταυρό στο χέρι προχωρούσαν στην ζωή. Κάθε Κυριακή πριν να ξεκινήσουν για την δουλειά στο παραδοσιακό ζωοπανήγυρο του Κοπανακίου, απαραιτήτως έπρεπε να εκκλησιασθούν στην αγαπημένη τους κεντρική εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Βαπτισθού, στην επάνω ρούγα του κάτω Κοπανακίου. Μου έλεγε ότι ο θείος Γιάννης – Κατσουλόγιαννης ήταν ένας καλός ψάλτης, ο Γιώργη – Κατσουλόγιαννης το πήγαιναι μουρμουριστά και διάβαζε τα «διαβαστά» όπως έλεγε. Μεταξύ των εκκλησιαζομένων ήταν και ο Παναγιώτης Ρήγας ή Παναγιώτης – Θύμιος, παππούλης του σημερινού βουλευτή Ρήγα. Επειδή ο πατέρας του είχε κάνει δωρεά στην εκκλησία το στασίδι, τιμής ένεκεν του είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης. Όλοι οι κάτοικοι το εγνώριζαν και το σεβόντουσαν

ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΑΔΙΚΟΥ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ- Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο

ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΑΔΙΚΟΥ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ- Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο

αυτό και κανένας δεν σκεπτόταν να κάτσει στο στασίδι του. Μόλις έμπαινε στην εκκλησία το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ρίξει το βλέμμα του στο προσωπικό του στασίδι, μπας και είναι πιασμένο. Κάποια Κυριακή εσυνέβει και το παρακάτω συμβάν. Κάποιος ξένος μπήκε να εκκλησιασθεί στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου, βρήκε το στασίδι του Παναγιώτη – Θύμιου αδειανό και κάθισε… Ο πεθερός μου Γιώργη – Κατσουλόγιαννης ψηλά από το ψαλτήρι, είδε την κίνηση και η περιέργειά του κορυφώθηκε σαν είδε τον Παναγιώτη – Θύμιο να εμφανίζεται στην είσοδο της εκκλησίας και το βλέμμα του να καρφώνεται στον ξένο που του είχε πιάσει το στασίδι. Κάτι τέτοια περιστατικά, δεν  άφηνε να του ξεφύγουν, ήταν το αλάτι και το πιπέρι στις ανέκδοτες ιστορίες που έλεγε με τον δικό του ιδιόρυθμο τρόπο, κατά κοινή ομολογία, τις Κυριακές και σχόλες στα καφενεία του Κοπανακίου. Παππάς της Ενορίας ο παππα – Κωνσταντίνος Ρήγας ή (Παππά – Χαρμούλας). Δίπλα στο ψαλτήρι ο αδελφός του Γιάννης Καράμπελας, πάντοτε επιμελής και παρακολουθεί την Θεία Λειτουργία με προσοχή. Μετά το «πρόσχωμεν», ήρθε η σειρά του Γιώργη να πει τον «Απόστολο», από την περιέργιά του για να δει τι θα συμβεί, χάνει τον «Απόστολο»… » Που είμαστε ρε Γιάννη; » ρωτάει τον αδελφό του. » Ευτού κοιτάνε Γιώργη …» Του λέει ο Γιάννης. Μέσα στο Ιερό ο «Παππά – Χαρμούλας» αδημονεί να ακούσει τον «Απόστολο»… Μουγγαμάρα από το ψαλτήρι!!! «ΠΕΣ΄ΤΟ ΓΙΩΡΓΗ ΔΙΑΒΑΣΤΑ, ΠΕΣ΄ΤΟ!!! » Απορία ψάλτου, βήξ… Μέσα από το Ιερό τον ρωτάει ο Παππά – Χαρμούλας » ΤΟ΄ΧΑΣΕΣ ΡΕ ΖΟΝΤΟΒΟΛΟ; » Και ο Γιώργης… » ΣΕ ΜΕΝΑ ΤΟ ΛΕΣ ΠΑΠΠΑ ΜΟΥ ;;; » Απάντηση, » ΝΑΙ ΡΕ ΒΟΔΙ!!! » Κόκκαλο ο Γιώργη – Καράμπελας και οι εκκλησιαζόμενοι!!!! 

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Komianos.worpress.com – Ευπρόσδεκτες οποιεσδήποτε ανέκδοτες ιστορίες του χωριού και του τόπου μας

Φεβρουαρίου 20, 2017 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑΣ ‘H ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΜΑΝΤΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΥΠΟΜΠΙ, Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑΣ ‘H ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΜΑΝΤΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΥΠΟΜΠΙ, Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΟΡΝΙΘΟΣΚΟΠΙΑ

ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Το έθιμο της «ορνιθοστηθοσκοπιας» ή όπως λέγεται αλλιώς  «ορνιθοστηθομαντείας»ξεκινάει από τους αρχαίους έλληνες, οι οποίοι πίστευαν πολύ στη δύναμη των οιωνών. Στα πλαίσια αυτά θεωρούσαν ότι μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον, παρατηρώντας τα καλά και τα κακά μαντάτα ήταν«γραμμένα ανεξίτηλα» στο κόκαλο του ζώου.
ΧαρακτηριστΙκή πρόβλεψη  «Ορνιθοστηθοσκοπίας» είναι κατά την παράδοση η ιστορία του κλέφταρματωλού Μπουκουβάλα από το χωριό Βαρυπόμπι της Ορεινής Τριφυλίας πριν την περίφημη μάχη στο Μανιάκι. Η γυναίκα του κρυφά, ζητάει από την γριά μπάμπω την γειτόνισσα, να της διαβάσει την τύχη του άνδρα της στο κόκαλο της κότας. Η γριά μπάμπω μελετάει προσεχτικά όσα
«προμηνύουν» οι γραμμές στο κόκαλο του στήθους της κότας. Εξετάζει τα σημάδια του και βγάζει τα «μαντέματα» που είναι δυσοίωνα αλλά και ευοίωνα συγχρόνως για το παλικάρι που λαβώθηκε κατά την διάρκεια της μάχης αλλά γύρισε ζωντανός στο σπιτικό του. Ο Γιάννο – Μπουκουβάλας ήταν ένας από τους γενναιότερους αγωνιστές της ελευθερίας, γνωστός μεταξύ των πρώτων κλεφταρματωλών. Καταγόταν από το χωριό Βαρυμπόπι σημερινό Μοναστήρι. Το σπίτι του ήταν πάνω από την βρύση στο πάνω μερος του χωριού κοντά στο σπίτι του πρωτοπαλλήκαρου του Ζαχαριά, του ονομαστού Μήτρο-Ντόγκα, είναι η πρώην κατοικία του Λεωνίδα Πετρούλια και μετά του Αναστάση Κακίση και Τάση Παντελή. Μαζί με άλλους συνχωριανούς του Ντόγκα, Μπεμπόνη, κοσμά, Κακίση, Χρήστο Κώνστα, Μακαντάση, Γιάννη Ντούλη, Τάση Καράμπελα, Μπιμπινέλη ή Πανούση, Ροβόλα ή Κοκοβέκη και έναν Ρήγα Κώτσια που αλλοι των φώναζαν και Κούτσια ή Κότζια, πολέμησαν δίπλα – δίπλα στη μάχη στο Μανιάκι. Όμως σαν είδε ή μάλλον κατάλαβε ο Παπαφλέσας ότι η μάχη θα χανόταν, με αποτέλεσμα να χαθούν πολλές ζωές από τους 2000 άνδρες που είχε μαζί του, έδωσε εντολή έντολή να μείνουν μόνο 300 πολεμιστές παραδειγματιζόμενος από την θυσία των  300 του Λεωνίδα. Μεταξύ αυτών που αποχώρησαν ήταν ο Γιάννης Μπουκουβάλας και ο Ρήγας Κώτσιας. Σώθηκαν και οι δύο καταδιωκόμενοι από έφφιπη ομάδα   τουρκαλβανών του Ιμπραήμ . Κατά την καταδίωξη χώρισαν σε ομάδες και πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις για να γλυτώσουν διασπώντας έτσι των αριθμό των διωκτών τους. Ο Γιαννο – Μπουκουβάλας καταδιωκόμενος αμυνόταν αντιπυροβολώντας. Στο τέλος κατάφερε να διαφύγει αφού προηγουμένως σκότωσε και τον τελευταίον έφιππο αράπη, ό οποίος πριν αφήσει την τελευταία του πνοή του είπε: « ΑΝΤΕ ΡΕ ΓΚΙΑΟΥΡΗ!… ΦΑΙΝΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΣΕ ΕΠΛΥΝΕ ΟΥΤΕ ΣΕ ΕΛΟΥΣΕ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ». Σαν έφτασε στο Βαρυμπόπι το αγαπημένο του χωριό, χρειάστηκε να του αλλείψουν το χέρι του με λάδι και λίπος για να του αποσπάσουν την πιστόλα που κρατούσε. Κατά άλλη ντόπια παράδοση, έφτασε στο χωριό τρέχοντας και αφρισμένος από την ένταση της μάχης τόσο πολύ, που χρειάστηκε για να τον συγκρατήσουν και να τον συνεφέρουν, να του ρίξουν μπροστά στα πόδια του και να τον τυλίξουν με κάπες (κουβέρτες πλεκτές στον αργαλιό μάλινες). Χρειάσθηκε πολύς κόπος να του βγάλουν το καρυοφίλι που είχε πιασμένο στην χούφτα του τόσο πολύ σφικτά, που τα δάκτυλά του μάτωσαν όταν επί τέλους κατόρθωσαν να του το αποσπάσουν. Σε ένδειξη σεβασμού η πατρίδα του πρότεινε να πάρει εκτάσεις γύρω από την περιοχή της Κυπαρισσίας, όμως αυτός προτίμησε την περιφέρεια του για να μην απομακρυνθεί από το χωριό του και τα γνώριμα βουνά του. Απόγονοί του είναι οι Μπουκουβαλαίοι στο Κοπανάκι, στον Κακόβατο, Αθήνα και αλλού.

Πηγή : Φωτάκος (Απομνημονευματα 5ον βιβλίον) Και

Βιβλίο Κοσμά Εμμ. Αντωνόπουλου «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» σελίς 403-404

Δεκέμβριος 2, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΣΤΑΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ TOY ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΛΙΤΣΗ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΣΤΑΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ TOY ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΛΙΤΣΗ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

  ΚΑΣΤΑΝΙΑΤο όνομά της έχει δοθεί ως φόρος τιμης και εκτίμησης, σε πολλά χωριά της πατρίδας μας. Είναι το μοναδικό δένδρο που μας δίνει αλεύρι, εξ΄αιτίας αυτής της ιδιότητος την ονομάζουν «ψωμόδενδρο». Γνωστή η καστανιά από τα αρχαία χρόνια και μάλιστα από την εποχή του χάλκού, αρχαιολογικά ευρήματα το αποδεικνύουν. Ήταν η τροφή για όλες τις κοινωνικές ταξεις πλούσιων και φτοχών. Οι καστανιές γίνονται ψηλά δένδρα μπορεί να φτάσουν τα 35 μέτρα ύψος. Φυτρώνουν από μόνα τους ή καλιεργούνται. Πέραν του καρπού που μας χαρίζουν, το ξύλο τους είναι πολύτιμο με όμορφα χρώματα και νερά. Δεν ευδοκιμούν σε τόπους χαμηλότερους των 300 μέτρων.  Μου έλεγε η πεθερά μου Κατερίνα Καρακήτσου σύζυγος του Γιώργη Καπάμπελα (Κατσουλόγιαννη) ότι οι χωρικοί μάζευαν στο δάσος κάστανα στα περίχωρα των χωριών Κερασιά (Αρβανιτοκερασιά) και Βλαχοκερασιά του νομού Αρκαδίας και ότι οι περισσότεροι παραγωγοί τα έφερναν ωμά για πούλημα στο παζάρι του Κοπανακίου. Εμείς τα αγοράζαμε ωμά. Άλλες φορές τα βραζαμε στον τέντζερη σε αλατισμένο ελαφριά νερό. Πολλές φορές τα τρώγαμε αφού τα καθαρίζαμε από την φλούδα. Σπάνια ανάλογα με την όρεξη του κύρη μου τα περιλούζαμε με πετιμέζι ή με σιρόπι από ζάχαρι. Τις περισσότερες φορές αφού τα χαρακώναμε ελαφριά τα βάζαμε στην χόβολη στην πυρογωνιά μαγειρεύοντας συχρόνως το φαγητό. Δεν χρειαζόταν να τα γυρίσουμε ψηνόντουσαν ομοιόμορφα και σε λίγη ώρα. Επίσης νόστιμα και μεγάλου μεγέθους ήταν τα παραγώμενα στα χωριά Μαντέικα Στεμνίτσας και Βατεσινού. Ο κύριος Ματζούνης από τα Πλατάνια της Ορεινής Τριφυλίας μου έλεγε πως ο Λυμπερόπυλος Σπύρος, ήταν ο μόνος που είχε φυτεύσει καστανιές, δεν ήταν αυτοφυή δένδρα. Από το απόγευμα τα έβραζε, τα έβαζε σε τσουβάλια τα φόρτωνε στο μουλάρι του και τα έφερνε στο παζάρι της κυριακης για πούλημα. Ήταν ο μοναδικός που πουλούσε κάστανα βρασμένα. Μόλις άνοιγε ένα τσουβάλι έβγαινε ένας ατμός τόσο ευωδιαστός που σου έσπαζε την μύτη. Λένε πως είχε δικό του τρόπο στο βράσιμο. Το μυστικό ήταν πως πριν τα ρίξει στην κατσαρόλα, τα χάραζε κατά μήκος από την κυρτή πλευρά τους, χωρίς να τα σχίσει και τα βούτάγε όλα μαζί για 5-6 λεπτά σε βραστό κι αλατισμένο νερό, αρωματισμένο με ένα κλαράκι δεντρολίβανο, ρίγανι, θυμάρι και θρούμπι. Το μυστικό για να καθαρίζοντε εύκολα είναι να τα βγάζουμε από το καυτό νερό μετά από αρκετό βράσιμο. Συμπερασματικά το κάστανο αποτελεί καρπό μεγάλης διατροφικής αξίας και είναι πολύ ευεργετικό για την υγεία μας. Αν πρόκειται να αγοράσετε κάστανα για ψήσιμο ή βράσιμο, αγάστε φρέσκα και μεγάλα ανοίχτε και ελέγξτε την ψίχα τους, να είναι σκληρή και χρώματος ανοικτού. Εάν πρόκειται να τα αποθηκεύσουμε στο σπίτι τα τοποθετούμε σε μια νάυλον σακούλα και αφαιρούμε τον αέρα τα βάζουμε στο ψυγείο και μπορούν να διατηριθούν για μερικές εβδομάδες.

ΚΑΣΤΑΝΑΣΟ καστανάς, η φουφού και οι κρύες μέρες του Χειμώνα ! Ο Καστανάς ήταν εποχιακό επάγγελμα. Ξεκινούσε τη δουλειά του στις αρχές του Φθινοπώρου και δούλευε μέχρι το τέλος του Χειμώνα. Είναι από τα λίγα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν τα εξαφάνισε ο χρόνος και η «εξέλιξη». Μόλις έπιαναν τα πρωτοβρόχια ο Καστανάς ετοίμαζε τη Φουφού, προμηθεύονταν τα κάστανα κι έπιανε τη γωνιά κάποιου πολυσύχναστου δρόμου. Η Φουφού (φορητό μαγκάλι) ήταν τσίγκινη και στρογγυλή, χωρισμένη συνήθως σε τρία μέρη, όπου τοποθετούσε κατά μέγεθος τα κάστανα. Κάθε μέγεθος και διαφορετική τιμή. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χαράκωνε μ’ ένα μαχαίρι τα κάστανα και ύστερα τα έριχνε στη Φουφού να ψηθούν. Οι καστανάδες έρχονταν συνήθως από την Καλαμάτα, από τα γύρω χωριά της Αρκαδίας, (Κερασιά, Αρβανιτοκερασιά κ.α.), καστανάδες έρχονταν και από το πανέμορφο- ονομαστό δάσος της Αμπελιώνας. (τόπος για επίσκεψη, διδασκαλία και πεζοπορία.Τα κάστανα  συνήθως έρχονταν από την περιοχή της Αρκαδίας και της Αμπελιώνας. έρχονταν τις καθημερινές κοντά στα σχολεία και τις Κυριακές στο καθιερομένο παραδοσιακό παζάρι της Κυριακής. Καθισμένος σ΄ ένα χαμηλό σκαμνάκι ο Καστανάς περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά και τα γύριζε απ’ την άλλη μεριά. Αφού ψήνονταν τα απομάκρυνε από τη Φουφού. Έπιανε τότε την τσιμπίδα ο Καστανάς και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.  Φόρτωνε στο μουλάρι του την φουφού, τα εργαλεία του, τα κάρβουνα απαραίτητα για το ψήσημο των κάστανων και το εμπόρευμά του. Από την ημέρα του Σαββάτου ξεκινούσε με τα πόδια από το χωριό του, το βραδυ προς τα ξημερώματα Κυριακής είχε φτάσει στο Κοπανάκι, Έπιανετον τόπο του σε κάποια γωνιά για να απαγκιάζει, κοντά στην κεντρική πλατεία. Μετά εύρισκε κάποιο μπαλκόνι έστρωνε μια παλιά μπατανία να ξεκουράσει το κουρασμένο του κορμί από την ολοήμερη πεζοπορία.
«Tο κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι». Διαλαλούσε την πραμμάτειά του ο κυρ Μπάμπης Καρακήτσος από την Βλαχοκερασιά.

Mε τα πρώτα κρύα κάποτε, σε μια γωνιά της Aπλωταριάς του παζαριού και ο κυρ-Μένηςναπό την Αμπελιώνα έστηνε τη φουφού του, άναβε τη φωτιά και έψηνε τα κάστανα διαλαλώντας την ποιότητα και την γεύση τους, καλώντας τους πελάτες μικρούς και μεγάλους. O Aλέκος ένα άλλο καλοκάγαθο ανθρωπάκι μια ζωή πάλευε για τον επιούσιο κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά, μεταξύ αυτών το φθινόπορο πούλαγε ψητά στην φουφύ κάστανα. Ένα βράδυ αντίκρισε τους νεολαίους σε έξαρση αγάπης, αγκαλίτσες ο Aλέκος, χαμογελώντας άρχισε, εδώ το… «ζεστό φιστικάκι, Όμως οι κακουχίες της ζωής τον κατέβαλαν, τον απέσυρε σ’ ένα κρεβάτι, τα αρθρητικά δεν αστειεύονται η ανημπόρια τον έστειλε στον άλλο κόσμο, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Γι’ αυτό και δεν τον βλέπανε πια. O καστανάς είναι μια συμπαθητική φιγούρα που σε κάθε πόλη ζεσταίνει με την παρουσία του την παγωνιά του χειμώνα όχι μόνο σε μικρές πόλεις αλλά και σε μεγαλουπόλεις Nέα Yόρκη, Παρίσι κ.α. Kάστανα στο νησί μας έχουμε πολύ λίγα στα βόρεια Aμάδες, Bίκι, Kαμπιά και είναι χάρμα να βρεθείς κάτω από μια καστανιά μια φθινοπωρινή λιακάδα να παιχνιδίζουν οι ηλιαχτίδες πάνω στο αγκαθωτό περίβλημα που ζηλότυπα κρύβουν τον καρπό. Tο μάζεμα και ο αποχωρισμός απ’ το περίβλημα είναι μια δύσκολη διαδικασία.
Aυτά που βλέπουμε στα καφάσια στην αγορά είναι συνήθως απ’ την Kρήτη που θεωρούνται τα καλύτερα, και του Πηλίου, ακόμα υπάρχουν στην Eύβοια, στη Nάξο, την Πίνδο και B.A. της Πελοποννήσου. Tα κάστανα ήταν γνωστά από την αρχαιότητα, εκλεκτή τροφή για Θεούς και ανθρώπους. Σήμερα; Πού πήγε εκείνο το μαγκάλι που περιμέναμε με λαχτάρα ανυπόμονα γύρω του να ψηθούν στη χόβολή του τα κάστανα, και ‘κείνο το… αξέχαστο «ποιος θα βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά» που έπαιρνε προεκτάσεις και στον τρόπο ζωής. Θέλει τόλμη και θάρρος να βγάλεις τα κάστανα, θέλει τόλμη να ξεσκεπάσεις τη βρομιά, την αδικία, το ψέμα, την υποκρισία… ξεχάστηκε, χάθηκαν οι γενναίοι που σήμερα από κάθε άλλη εποχή χρειάζονται άνθρωποι να βγάλουν απ’ τη φωτιά ―και τη φωτιά― τα κάστανα της συμφοράς.
άπό  Το κάστανο είναι ένας μοναδικός, αμυλούχος γλυκός καρπός με εξαιρετική γεύση και πλούσιο άρωμα, υψηλής θρεπτικής αξίας, τον οποίο μπορούμε να γευτούμε και να καταναλώσουμε κατά την διάρκεια του χειμώνα.  Τα κάστανα αποτελούν μια τροφή με υψηλή θερμιδική αξία. Οι περισσότεροι από εμάς αποφεύγουμε τα κάστανα λόγω του υψηλού θερμιδικού φορτίου, με αποτέλεσμα να μην τα εντάσσουμε στο καθημερινό μας διαιτολόγιο, χάνοντας έτσι τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά που προσφέρει ο συγκεκριμένος καρπός. Σε σύγκριση με τους άλλους ξηρούς καρπούς, τα κάστανα έχουν τις λιγότερες θερμίδες.

Χρήστος Μηλίτσης: Ιστορίες του χωριού μας. Εκτύπωση E-mail. Μία ωραιότατη ανάρτηση (ανέγδοτο περιστατικό), που πήρα το θάρρος να την δημοσιεύσω στον ιστότοπό μου.

ΚΑΣΤΑΝΑΦθινόπωρο. Ξημέρωνε Κυριακή. Βαθειά χαράματα. Η νύχτα δεν είχε μαζέψει ακόμα τα σκοτάδια στην ποδιά της. Τα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό. Προμήνυμα ότι η μέρα θα ερχόταν χαρούμενη και ηλιόλουστη. Τα κοκόρια άρχισαν τα λαλήματα και δεν είχαν σταματημό. Έξαφνα ακούστηκε η καμπάνα του χωριού να χτυπά γρήγορα και δυνατά.΄Έστειλε στους χωριανούς το μήνυμα ότι κάτι το σοβαρό θα συμβεί στο χωριό μας. Μερικοί παραξενεύτηκαν και διερωτώνταν, τι να συμβαίνει άραγε;. Οι περισσότεροι όμως το γνώριζαν και το περίμεναν μάλιστα από καιρό. Ο μακαρίτης Στάθης Σύψας που έκανε τότε κοντά στα άλλα και τον αγγελιοφόρο στο χωριό, δεν άργησε να ξεδιαλύνει την υπόθεση. Έτρεχε από γειτονιά σε γειτονιά και φώναζε όσο μπορούσε με μισοκομμένη καταλαλιά γιατί ο δυστυχής ήτα ανάπηρος και η γλώσσα του δεν τον Βοηθούσε.
–«ε.ε.ε.ε.ε.ε.ε. χωριανοί. Τα’ αμόλσαν τα κάστανα».
Αυτό ήταν. Όλοι οι άνθρωποι ξύπνησαν, άνδρες γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν στους δρόμους. Ακόμα και τα σχολιαρούδια κοντά στους δικούς τους κι’ αυτά. Γέμισαν οι στράτες και τα στενορύμια του χωριού. Φωνές, καλημερίσματα και χαιρετίσματα,πανζουρλισμός στους δρόμους. Όλοι τραβούσαν για τα καστανόδασα. Ήρθε η μέρα που περίμεναν από καιρό να μαζέψουν κάστανα. Έτρεχαν βιαστικά να προλάβουν να μαζέψουν, όσα πιο πολλά μπορούσαν. Το κάστανο τότε, ακόμα και σήμερα αποτελούσε βασική τροφή για τους ξωμάχους. Όταν μάλιστα συνοδεύετε με κάνα δυο ποτηράκια κρασί γίνεται πιο ευχάριστο και κρατάει χορτάτο τον άνθρωπο σχεδόν όλη τη μέρα.
Ότι το κάστανο τραβάει το κρασί το λέει και τι δίστιχο.
Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι
Και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι.
Άρχιζαν από τα κοντινά καστανόδασα και έφταναν στα πιο απομακρυσμένα. Εκεί μεταφέρονταν τώρα οι φωνές, τα πειραχτά και τα καλαμπούρια. Πολύ φασαρία. Η κουβέντα –κουβέντα και η δουλειά- δουλεία. Μάζευαν τα σκορπισμένα κάστανα, σπάζανε με τα πόδια τα καβούκια και τα έβγαζαν. Τα μάζευαν στις ποδιές ή στα κοφίνια και τα έριχναν στα σακουλάκια που κουβαλούσαν μαζί τους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μάζευαν σακιά ολόκληρα και τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια ή και στα μουλάρια που έσερναν μαζί τους.
Δυο γειτονόπουλα, που ήταν καλοί φίλοι και μάλιστα Γυμνασιόπαιδα, άργησαν παρ’ όλη τη φασαρία να σηκωθούν απ’ τα κρεβάτια τους. Ήταν πολύ κουρασμένα από την προηγουμένη μέρα, το Σάββατο το απόγευμα, που ήρθαν πεζοπορώντας από τη Καρδίτσα που ήταν το Γυμνάσιο,- έτσι τα μάθαμε τα λίγα γράμματα εμείς οι παλιοί με ανέχειες, κόπους και σκοτούρες- και αποφάσισαν να πάνε κι αυτά για συλλογή. Προτίμησαν το κοντινό καστανόδασο, τις πλάκιες, όπως λέγεται μια τοποθεσία κοντά στο χωριό.
Σαν έφτασαν εκεί, δεν υπήρχε πλέον ψυχή. Αυτοί που προηγηθήκαν μάζεψαν ότι υπήρχε και τραβήχτηκα στα ενδότερα. Στη ρίζα μιας γέρικης καστανιάς, είδαν ένα σακουλάκι κοντόγιομο με κάστανα που στηρίζονταν στον κορμό της. Έριξαν μια ματιά ολόγυρα δεν υπήρχε κανένας. Σκέφτηκαν, πήραν την απόφαση και το έπραξαν «το καλό». Άδειασαν στα γρήγορα στα δικά τους τσουβαλάκια το περιεχόμενο, ήταν δεν ήταν περίπου 12ως 15 οκάδες, η οκά ήταν τότε η μονάδα μέτρησης του βάρους, γέμισαν το σακουλάκι που άδειασαν με χαλίκια μελίστρας, που είναι ελαφρά Έβαλαν πέντε έξι φούχτες κάστανα από πάνω για να μην φαίνονται τα χαλίκια. και από δω πήγαν κι’ άλλοι.
Ύστερα από λίγη ώρα να και ο Βασιλάκης, ο κάτοχος. Είχε μαζέψει τρεις –τέσσερες οκάδες κάστανα ακόμα τα άδειασε πάνω στα άλλα, γέμισε το σακούλι, το έδεσε καλά και σε λίγο έφτασε κατάκοπος και καταϊδρωμένος, αλλά και πολύ ευχαριστημένος στο σπίτι.
-Έλα μάνα να δεις τι καστανάρες που σου έφερα!.
Έτρεξε η μάνα του στο μπαλκόνι, έστρωσε μια ψάθα να ρίξουν πάνω τα κάστανα να στεγνώσουν για να μη σαπίσουν και είπε στο Βασιλάκη μας να αδειάσει το σακούλι. Αλλά τι έκπληξη. Δεν φαίνονταν πουθενά κάστανο. τα είχαν σκεπάσει τα χαλίκια. Τότε αγανακτισμένη η μάνα του που φημίζονταν για τις κατάρες και τη κακογλωσσιά της ξεφώνισε αγανακτισμένη.
-Βρε Θεοσκοτωμένε χαλίκια με κουβάλησες;
Δεν άργησε η ιστορία αυτή, ύστερα από λίγες μέρες να γίνει βούκινο στο χωριό.

Νοέμβριος 27, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ – ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΡΑΣΟΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ. Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, komianos’s wordpres’s.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ – ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΡΑΣΟΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ. Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, komianos’s wordpres’s.com

ΒΑΡΕΛΙΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΪ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΚΑ,ΤΟ ΜΙΣΟΚΙΛΟ, ΤΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟ ΚΑΤΟΣΤΑΡΑΚΙ, ΤΗΝ ΛΑΜΠΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ,ΤΙΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ, ΤΟ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΤΡΑΠΕΖΆΚΙ, ΤΟ ΒΑΡΕΛΑΚΙ ΤΟΥ ΚΟΝΙΑΚ Η ΤΟΥ ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ, ΤΗΝ ΚΑΛΑΘΟΥΝΑ, ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΤΗΝ ΤΣΙΦΥΛΙΑ, ΤΟ ΚΟΦΙΝΙ, ΤΟ ΠΙΘΑΡΑΚΙ ΓΙΑ ΠΑΣΤΟ, ΤΟ ΛΑΔΟΦΑΝΑΡΟ,ΤΗΝ ΞΑΝΘΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΑΚΑ ΤΗΣ. από το ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ στο Κάτω Κοπανάκι. φωτογραφικό αρχείο του ιδίου.

ΒΑΡΕΛΙΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΪ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΚΑ,ΤΟ ΜΙΣΟΚΙΛΟ, ΤΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟ ΚΑΤΟΣΤΑΡΑΚΙ, ΤΗΝ ΛΑΜΠΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ,ΤΙΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ, ΤΟ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΤΡΑΠΕΖΆΚΙ, ΤΟ ΒΑΡΕΛΑΚΙ ΤΟΥ ΚΟΝΙΑΚ Η ΤΟΥ ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ, ΤΗΝ ΚΑΛΑΘΟΥΝΑ, ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΤΗΝ ΤΣΙΦΥΛΙΑ, ΤΟ ΚΟΦΙΝΙ, ΤΟ ΠΙΘΑΡΑΚΙ ΓΙΑ ΠΑΣΤΟ, ΤΟ ΛΑΔΟΦΑΝΑΡΟ,ΤΗΝ ΞΑΝΘΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΑΚΑ ΤΗΣ. από το ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ στο Κάτω Κοπανάκι. φωτογραφικό αρχείο του ιδίου.

Η παράδοση και ο τρόπος του τρύγου δεν είναι αποκλειστικότητα των χωριών της Ορεινής Τριφυλίας, έτσι γίνεται και στα περισσότερα μέρη της πατρίδας μας.Μετά το πάτημα των σταφυλιών αυτά που μένουν είναι τα τσίπουρα. Με την βοήθεια της «ΤΣΙΦΥΛΙΑΣ» ένα μηχάνημα που πιέζει τα τσίπουρα, τα στίβει και βγάζει και την τελευταία σταγόνα που έχει απομείνει στα τσίπουρα. Την λένε«ΛΑΓΓΕΡΗ» και με την σειρά της παίρνει το δρόμο της για… το βαγένι. Πριν το ρίξουμε στο βαγένι «ΓΡΑΔΑΡΟΥΜΕ» τον μούστο, μετράμε δηλαδή τους βαθμούς που έχει ο μούστος. Τον καιρό που δεν υπήρχαν γραδόμετρα, ένας πρακτικός τρόπος ήταν «Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥ». πως γινόταν : Ρίχνανε στον μούστο ένα αυγό ωμό (άβραστο). Αυτό στεκόταν στην επιφάνεια, εάν ο μούστος το κάλυπτε ολόκληρο, τότε οι βαθμοί ήταν χαμηλοί και ο μούστος ήθελε βοήθεια. Εάν φαινόταν η κορυφή του σαν μία πεντάρα, τότε οι βαθμοί ήταν καλοί, γύρω στους 11,5 με 12. Εάν σηκωνόταν ψηλότερα τότε οι βαθμοι ήταν μεγαλύτεροι. Σαν ρίχνανε τον μούστο στο βαγάνι, μαζί πρόσθεταν και το ρετσίνι στα άσπρα κρασιά, στα κόκκινα δεν προσθέταν ρετσινι. Μετά με ανοικτό βαρέλι περίμεναν να πάρει «βράση». Μόλις έβραζε και πριν σφραγίσουνε το βαρέλι, προσθέτανε κονιάκ καλής ποιότητος, ή ποτό τριαντάφυλλο και το λέγανε «ΧΡΙΣΜΑ». στην συνέχεια περίμεναν 40 με 45 ημέρες να έρθει ο παππάς να ευλογήσει το νέο κρασί. Οι κυριώτερες ποικιλίες στην περιοχή της ορεινής Τριφυλίας ήταν : το Αυγουστιλίδι, φιλέρι, ροδίτις, κοκκινέλα (τουρκοπούλα), ροζακί, το μαυρούδι έβαζε τους περισσότερους βαθμούς, τώρα τελευταία προστέθηκαν και άλλες ποικιλίες όπως το Καπερνέ, το Κάρντεναλ κ.α. Το αποτέλεσμα της μίξης αυτών των ποικιλιών ήταν ένα εξαίρετο, εύγεστο και μεθυστικά μυρωδάτο κράσί. Ο πλέον γνωστός πανελλήνια σύλλογος φίλων του κρασιού, στον οποίο ήταν μέλος και ο θείος μου Κλέαρχος, ονομαζόταν «ΟΙ ΛΕΧΡΙΤΕΣ». Την ονομασία την είχαν πάρει από την σκνίπα που καθεται στην κάνουλα του βαρελιού και την λένε ο Λεχρίτις. Σύνθημά τους: «ΚΟΠΑΝΑΤΟ- ΚΟΠΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΜΗ ΦΟΒΟΥ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ». Τα τραγούδια τους εξυμνούν το κρασάκι, φωνές υπέροχες που συνοδεύονται από κιθάρα και ακορντεόν, καντάδες αξέχαστες!!! Ξέχασα να σας πω ότι τα κορίτσια επιστρέφοντας στο χωριό, έβαζαν επάνω επάνω στις «πούργες» τα καλύτερα τσαμπιά, σκεπασμένα με αμπελόφυλα και σε κάθε περαστικό ή γνωστό, τον φίλευαν έτσι για το

ΤΣΙΦΥΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΙΝΗ ΓΟΥΡΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΟΥ

ΤΣΙΦΥΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΙΝΗ ΓΟΥΡΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΟΥ

καλό και για… μια ευχή. Στον τρύγο την περισότερη δουλειά την τραβούσαν οι γυναίκες, έτσι στο πιώμα είχαν και αυτές ίσα «δικαιώματα». Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μεγάλη επιθυμία τους για κρασάκι ήταν πολύ μεγάλη, τόσο που κατέβαιναν στο κατώϊ και το «κοπάναγαν» κατευθείαν με το…. κανάτι από το βαγένι. Έπειτα περνόντας τον ήλιο για φωτιά, «ΦΟΥΡΝΙΖΑΝ ΤΟ ΨΩΜΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ ΣΤΟ ΚΑΛΤΕΡΙΜΙ ΚΑΙ…..ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ ΥΣΤΕΡΑ ΝΑ ΨΗΘΕΙ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ». Οι άνδρες δεινοί πότες, έβαζαν την «μπουγέλα» στη μέση και πίνανε «κούπα σου και κούπα μου», όσο βάσταγε ο καθένας!!! Ένα άλλο έθιμο ήταν το «κουπάρι». Από το πρωί ξεκίναγαν να πίνουν, μέχρι τις 11 με 12 το μεσημέρι ήταν νηφάλιοι και μπορούσες να κάνεις «νητερέσσο» μαζί τους, από τις 12 μέχρι την 1 βάσταγε ο παππας σαν πιο «εγκρατής».από το μεσημέρι και μετά έχαναν τον «μπούσουλα». Κάποτε είχανε μεθύσει οι αθεόφοβοι τον παπα-Βασίλη απο την Ολυμπία. Ανήμερα Σαββάτο ακόμα και τον Επερινό ξέχασε να κάνει. Το πρωί της Κυριακής, τάβλα στο μεθύσι δεν πήγε ούτε την καμπανα της εκκλησιάς να κτυπήσει. Του είχανε πάρει μέχρι και τα… παπούτσια. Με δανεικά πήγε αργότερα να λειτουργήσει, ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟ ΈΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙ ΕΙΧΕ ΧΡΩΜΑ ΚΑΦΕ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΑΥΡΟ!!! Ένας ριζοχωρίτης μερακλής έλεγε: «ΟΥΛΑ ΤΑ ΦΑΔΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΤΙΜΟΝΙ- ΜΑ ΤΟ ΜΑΓΚΟΥΦΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ…ΟΥΛΑ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΩΝΕΙ!!! «. Συνήθως τον Άϊ-Δημήτρη δοκιμάζουν τα κρασιά. Ο νοικοκύρης γεμίζει το ποτήρι και πρωτού δοκιμάσει , χύνει λίγο κρασί από το ποτήρι όπως οι αρχαίοι που κάνανε τις χόες στους θεούς και την γαία, για να την ευχαριστήσουν για τα αγαθά που τους πρόσφερε. Και αφού εύχεται να είναι καλά τα αμπέλια του, πίνει και προσπαθεί να καταλάβει με την γεύση εάν το κρασί έχει πετύχει και αν έχει καλό χρώμα. ΜΠΕΚΡΙΔΕΣ ΣΟΒΑΡΟΙ, ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟΝ ΜΠΕΚΡΗ ΣΤΕΡΝΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΙ, ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΥΣΤΙΚΑ, ΑΦΗΝΩ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΜΙΑΣ ΜΙΚΡΗΣ ΞΑΝΘΙΑΣ ΤΑ ΚΑΛΗ…..ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ ΠΟΘΩ, ΕΝΑ ΒΑΡΕΛΙ ΟΡΘΟ ΝΑ ΣΤΗΣΕΤΑΙ ΓΕΜΑΤΟ. ΚΑΙ ΑΝ ΤΥΧΕΙ ΚΑΙ ΣΩΘΕΙ, ΝΑ ΡΙΧΝΕΙ Η ΞΑΝΘΗ, ΚΑΙ ΝΑ ΔΡΟΣΙΖΟΜΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩ!!!

» Γεροσύνη», » Και αυτό θα περάσει» έτσι έγραφαν παλιά στα βαρέλια.

Άντε στην υγειά μας βρε παιδιά και άσπρο… πάτο. Φιλικά ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. komianos.wordpress.com

Νοέμβριος 23, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΚΥΝΗΓΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΜΠΡΟΣΘΟΓΕΜΕΙΣ ΚΑΡΑΜΠΙΝΕΣ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΩΝ ΦΥΣΙΓΓΙΩΝ- Εργασία: ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΚΥΝΗΓΟΙ ΙΕΡΟΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

Παπάδες κυνηγοι : Παπά Σωκράτης Τσιώτσιος από το χωριό Κεφαλόβρυση Ορεινής Τριφυλίας. Παλιός ταξιτζης στην Αθήνα. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την θρησκεία και χειροτονήθηκε ιερωμένος. Καλός , απλός και ταπεινός παπάς, λειτουργούσε στην εκκλησία του Ριζοχωρίου (Λάπη) στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος μέχρι το 1993. Δεινός κυνηγός με σκυλιά πουλόσκυλα και κυρίως λαγόσκυλα. «Παπά, θα ‘ρθεις για κυνήγι αύριο;». «Ναι ευλογημένε μου, θα ξεπετάξω γρήγορα τη θεία λειτουργία και θα ‘ρθω!». Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Και σαν καλός και έμπειρος κυνηγός που ήταν, είχε και τα σκύλιά του. Συνήθιζε να λέει εάν ζεις κινηγός στο χωριό και χωρίς σκυλιά, είναι σα να λέμε, σπίτι χωρίς παρεθύρι και πόρτα. Τον τρέλαινε στην κυριολεξία η μυρωδιά του μπαρουτιού. Μου έλεγε ο Δημήτρης Αραμπατζής από το χωριο Λάπη, την ημέρα της Αναστάσεως, του έλεγε, «ευλογημένε μου να έχεις υπ΄όψην ότι έχω αφήσει την πορτα του Ιερού ανοικτή, πέστο και στους άλλους. Ρίξτε και κανενα βαρελότο μεσα στην εκκλησιά να μυρίσει και λίγο μπαρούτι». Τόσο του άρεσε η μυρωδιά του καμμένου μπαρουτιού. Μετά το 1995 τον μεταθέσανε στην Φαρακλάδα, εκεί ιερουργεί μέχρι και σήμερα. Πιστεύω ότι συνεχίζει να ριχνει και καμιά ντουφεκιά ακόμη και σήμερα.

Ένας άλλος καλός και συμπαθής κυνηγός ήταν ο Παπά Γιώργης Λυμπερόπουλος. Η καταγωγή του ήταν από το Καλογερέσσι. Συζητώντας με την γυναίκα του την κυρά Χριστίνα την  παπαδιά Καλογεραιϊσα και αυτή. Μου έλεγε ότι: Ο  παπάς ξεκίνησε να λειτουργεί από το Καλογερέσι, στο χωριό καθήσαμε περίπου πέντε χρόνια, Λατζουνάτου, Σελά, σε όλα κει σάπάνου τα χωριά. Μετά εδώ ήρθαμε από το 1982 μέχρι 1983 και πήρε Σαρακινάδα και Βρυμπόπι για ένα χρόνο και μετά πηρε το Χρυσοχώρι και καθήσαμε περίπου 25 χρόνια.Είχε και πολύ κυνήγι εκείνα τα χρόνια τα παλιά, δεν υπήρχαν οι ψεκασμοί και τα φυτοφαρμακα που δεν αφήνουν τίποτα ζωντανό. Θυμάμαι με είχαν πάει να γεννήσω στο νοσοκομείο της Καλαμάτας, τότε δεν κάνανε ούτε καισσαρική ούτε τίποτα. Μου λέει ο γιατρός ή θα κάτσεις μέσα είκοσι ημέρες και μετά θα σου κάνω τεχνικούς πόνους για να γεννήσεις. Ένας συμπέθερος λέει στον Παπά, «άντε τρέξε στο ξιροκάσσι να κτυπήσεις κανένα λαγό για πεσκέσι». Που να βρεθούν λεφτά εκείνη την εποχή να πληρώσεις τον γιατρό… Ξεκίνησε ο παπάς το βραδυ με το τραίνο από την Καλαμάτα και μετα με φορτηγό έφτασε στο ξιροκάσι και έπειτα με τα ποδια στο χωριό.  Το πρωϊ αφού ζώστικε τα φυσικλίκια του ξεκίνησε πέρνωντας και τα λαγόσκυλα μαζί του. Πάντα μεγάλωνε 4 – 5 πουλοσκυλα και λαγοσκυλα επαιδευμένα, το καλύτερο ήταν ο Ταρζάν. Κάτω από μια συκιά στο μέρος (Βάτα)  που βάσταγε ακόμα σύκα συνάντησε τον πρωτο λαγό, μια μπαταριά και πάρτον κάτω, πιο κάτω συνάντησε για καλή του τυχη και τον άλλο να ξεπροβάλει  μέσα από μια πατουλιά . Το απόγευμα έφερε πεσκέσι τον έναν λαγό για τον ενα γιατρό και τον άλλον στον βοηθό του. Με το που πήρανε το πεσκέσι τους την άλλη μέρα το πρωί κιόλας μου κάνανε τεχνικούς πόνους και έφερα στον κόσμο το πρώτο μου παιδί την Κωνσταντίνα από τα παιδιά μου.  Να φαντασθείς Σπύρο μου μου έλεγε η παπαδιά, από το τραπέζι τα πουλιά ή ο λαγός δεν έλειπε τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας.Ο παπάς αγαπούσε τόσο πολύ το κυνήγι και καθώς εμείς ενώ πηγαίναμε για σπορά, αυτός τράβαγε από δικά του μονοπάτια… και πως το έκανε, ποτέ δεν γύριζε με άδεια χέρια. Μου αφηγιώταν ο παπά Γιώργης  η συχωρεμένη μάνα μου, μου  έλεγε επειδή τότε δεν υπήρχαν ψυγεία να μην φέρνω κυνήγια κάθε μέρα αλλά δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα.  Σαν γύρναγα το σούρουπο μετά το φαγητό καθόμουν δίπλα στο παραγώνι καθάριζα την καραμπίνα μου και με επιμέλεια κατασκεύαζα ταφυσίγγια μου, (που λεφτά να αγοράσουμε έτοιμα). Είχα μια μηχανή ειδική για το γέμισμα των φυσιγγών, ανάλογα με το κυνήγι γινόταν το γέμισμα και η επιλλογή των σκαγιών. Παλαιότερα κυνηγούσα με καραμπίνα μπροσθογεμή. Πρώτα ρίχναμε στην κάνη μισό κάλικα σφαίρας ΜΑΥΡΗ ΑΚΑΠΝΗ μπαρούτι, μετά μαλί από πρόβατο και με την ειδική ΒΕΡΓΑ το στουπώναμε όσο πιο πολύ μπορούσαμε, μετά ΕΝΑ ΚΑΛΙΚΑ ΣΚΑΓΙΑ, από πάνω βάζαμε πάλι μαλί από πρόβατο και καλό στούπωμα, τέλος  στην τρύπα που το λέγανε ΜΠΙΒΟ φοράγαμε το ΚΑΨΟΥΛΙ, εκεί σαν έπεφτε ο κόκκορας δημιουργόταν σπίθα. Αν το μπαρούτι ήταν στεγνό, όλα πηγαιναν καλά, αν ήταν υγρό…ο λαγός έκανε φτερά και μετά από λίγο ακολουθούσε η εκπυρσοκρότηση. Είναι αυτό που λέει ο λαός «ΜΠΑΜ ΑΚΟΥΣΘΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΙ Ο ΛΑΓΟΣ ΕΥΡΕΘΕΙ ΠΕΡΑ» (την έκανε με μικρά πηδηματάκια»). Τα σκάγια  Νο 7 ήταν για τρυγώνια, το Νο8 για τσίχλες και περδικες, το Νο 3-4 για λαγούς.  Τότε ξέραμε όλες τις «λούφες» των λαγών, των αλεπούδων, άμα σκότωνες αλεπού επειδή τις είχαν επικυρύξει εκοβες την ουρά και την πήγαινες στο δασαρχείο ως αποδεικτικό στοιχείο για να πληρωθείς την αποζημίωση. Αλλά τις περισσότερες φορές την γδέρναμε και πουλάγαμε το πλούσιο σε τρίχες χειμωνιάτικο δέρμα της με περισσότερα χρηματα στον
δερματέμπορα. Επίσης τους μήνες του χειμώνα κυνήγαγα και κουνάβια που το τρίχωμά τους ήταν πλούσιο και περιζήτητο στα σαλόνια εκείνης της εποχής.  Βρίσκαμε την τρύπα της λούφας του κουναβιού, ανάβαμε φωτιά και ρίχναμε θειάφι για να μυρίζει ο καπνός. Στην τρύπα της εξόδου την κλείναμε με ενα τσόχινο τσουβάλι, με το που έβγαινε το κουνάβι φλομωμένο επεφτε στην φάκα του τσουβαλιού και έπερνε τον δρόμο για τον έμπορο για να κοσμήσει το παλτό κάποιας κυρίας. Θυμάμαι το ξύλο που είχα φάει από τον θείο μου τον μπαρμπα Αλέξη Λυμπερόπουλο, κάποια φορά που μου ξεφυγε το κουνάβι γιατί δεν είχα τοποθετήσει σωστά το τσουβάλι στην τρύπα. Το τι άκουσα μετά σε όλη το δρόμο της επιστροφής…δεν λέγεται. Τότε όπως και σήμερα ήξερα όλα τα περάσμετα  και τα στέκια των πουλιών, Π.χ. από που πέρναγαν τα τρυγώνια ή που έπρεπε να στήσουμε καρτέρι για τσίχλες, για τρυγώνια. Τα πιο πονηρά και προσεκτικά πετούμενα ήταν οι
φάσες, εμένα μου έρεσε το κυνήγι της μπεκάτσας. Πολύ πονηρό και εξυπνο πουλί. Άμα κάθεται στο χώμα ούτε που το ξεχωρίζεις. Στο βουνό Στεφανή στην πλαγιά εκεί περνούσανε την νύχτα. Από το πρωί πριν φωτήσει ο θεός την μέρα ο ένας έπιανε τα ριζά του βουνού και ο άλλος την κορυφή. Περιμέναμε να κελαϊδήσουνε και με το που σηκωνόντουσαν τις κτυπούσαμε στον αέρα.Όταν πάνε να πιουν νερό σε καμιά πηγή, έρχεται πρώτα μία, άμα δεν έβλεπε κίνδυνο κελαϊδούσε και ακολουθούσε αλλη μία, και σε λιγο ακολουθούσαν και οι άλλες μπουλούκι. Αφού πίνανε νερό ψάχνανε γύρω για τροφή, εγώ που ήξερα τα χούγια τους, έριχνα και μια χούφτα ψιλοκομένο αραποσίτι (κούκλα) σε μια μεριά εκεί κοντά. Μόλις το βλέπανε ορμούσανε στην μάσα, μια μπαταριά με φυσίγγια διασποράς όπως τα λέγαμεκαι όσες σκοτώναμε.    «Παπά, θα ‘ρθεις για κυνήγι μετά την λειτουργεία;». «Οχι ευλογημένε μου,  δεν θα ‘ρθώ! σήμερα ειναι Κυριακή, ημέρα Άγια». Ούτε στις γιορτές κυνηγούσε ήταν αμαρτία. Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Απλοϊκός παπάς που δεν τον είχε χαλάσει η πόλη.  Στα χωριά  ο παπάς είναι και αγρότης, και αμπελουργός, και κτηνοτρόφος, και ξυλοκόπος, και φαμελίτης, και πότης γερός όταν το καλεί η περίσταση.  Και τα χρυσαφικά  που βλέπει είναι αυτά της εκκλησίας. Και τους πύρινους λόγους τους αφήνει για τους «μορφωμένους» δεσποτάδες. Και ο «δικός» μας ο παπάς ο παπά Γιώργης Λυμπερόπουλος  έτσι είναι και παραμένει. Ανθρώπινος, με τα καλά και τα κακά που κουβαλάμε όλοι μας.

Ο Κος Τότσης  Πέτρος παλιός κυνηγός από το χωριό Δώριο μου εξηγούσε τον τρόπο που κατασκεύαζαν χειροποίητα τα φυσίγγια με μία ειδική μηχανή τον καιρό εκείνο. Ένα τέτοιο μηχανάκι  από δωρεά κατοίκου της περιοχής, έχω και εγώ στο προσωπικό μου παραδοσιακό μουσείο. Τοποθετούσαν τον κάλυκα στη μηχανή γεμίσματος μετά ρίχνανε μια δακτυλίθρα μπαρούτι μάρκας ΣΙΤΕ  (ήταν πιο δυνατή από τις άλλες μάρκες εκείνης της εποχής). Μετά τοποθετούσαν μια ψιλή χάρτινη τάπα και στην συνέχεια μια μάλινη. Επάνω την γεμιζαν με τα ανάλογα σε νούμερα σκάγια λίγο πιο κάτω από τα χείλη του φυσιγγιού και μετά μια χάρτινη τάπα, και με την χειροκίνητη μηχανή γύριζαν τα χείλη και το φυσίγγι ήταν ετοιμο για χρήση.

‘Ενας επίσης άριστος παπάς Ολύμπιος, ο παπα Τάκης,  ένας απλοϊκός και ταπεινός ιερουργός από το Λατζουνάτου Τριφυλίας το Γκρέκα, ή
αλλοιώς Παπα κόκκινος επειδή ήταν κοκκινοπρόσωπος, ζωσμένος με τα φυσικλίκια του στη μέση και την άλλη ζώνη με τα φυσίγγια περασμένη από τον ώμο, με τη μπροσθογεμή στα χέρια του καραμπίνα και τα ράσσα του να ανεμίζουν στον αέρα. με το που τον έβλεπες στο μυαλό σου περνούσε η σκέψη ότι «έπεσα σε αντάρτη». Μου έλεγε ο Κώστας Τζώρτζης  ότι: «τον συνάντησα ένα απογευματινό που είχα στήσει καρτέρι περιμένοντας πίσω από κάτι φραγκοσυκιές, στη θέση Βελανίδι στο χωριό Ριζοχώρι (Λάπι), μήπως και φανείκανένα πετούμενο. Μπροστά μου ήταν μια μάντρα και πίσω της ο παπά Κόκκινος είχε στήσει καρτέρι μήπως και φανεί καμιά μπεκάτσα ή καμιά τσιχλα. Σε μια στιγμή σικώθηκε να ξεπιαστεί πρώτα εμφανίστικε το καλιμαύκι κατάμαυρο και ύστερα η φιγούρα του.  Όπως έπεσε η ματιά μου επάνω του, μου έδωσε την εντύπωση μέσα στο μισοσκόταδο, απόκοσμης! παρουσίας, Παπάς ή διάβολος, ήταν πίσω από το πεζούλι; αναρωτήθηκα…Και φωνάζω «Παπούλι!!!» Και μου απαντάει: Εδώ πάνω είσαι και συ ευλογημένε μου; Που να ήξερε ότι εγώ είχα σταυρωσει το βόλι μου, και είμουν έτοιμος να του την μπουμπουνήσω. Δεν γνωρίζω ποιος έβαλε φόλες στην περιοχή και του δηλητηρίασε το αγαπημένο κυνηγόσκυλο. Το αποτέλεσμα όμως της εγκληματικής αυτής πράξης είχε θύμα το αθώο σκυλί. Αυτό δεν γίνεται και σήμερα από ορισμένους κακόβουλους;

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ – komianos.wordpress.com

Νοέμβριος 15, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ – «ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ» Η΄»ΓΑΝΩΤΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΟΥ ΠΡΟΥ – ΠΡΟΥ, Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ- ΚΑΛΑΤΖΗΣ

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ- ΚΑΛΑΤΖΗΣ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ, “ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ” ή “ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ” ή “ΓΑΝΩΤΗΣ” ή “ΓΑΝΩΜΑΤΖΗΣ” και το ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΟΥ “ΠΡΟΥ – ΠΡΟΥ” Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΚΑΛΑΤΖΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ

Πρωϊνή συζήτηση στην αυλή προς το παρών, του καμμένου παραδοσιακού καφενείου της Σπυρούλας Σοφού του Γεωργίου. Γύρω από ένα τύπο τον “Πρου -Πρού”, που εργαζόταν σαν γανωματής. Ο πεθερός σου ο Γιώργη Καράμπελας ή (Κατσουλόγιαννης), συνήθιζε να λέει ότι τα λυσάρικα σκυλιά, οι ζουρλοί και οι παράλυτοι, εδώ μπροστά στην δημοσιά του Κάτω Κοπανακίου καταλήγουν. Το πέρασμά του από την πόλη του Κοπανακίου ήταν πολύ γρήγορο, όπως και η εμφάνησή του στα μέρη μας, γύρω 1925 μέχρι περίπου το 1930. Παλαιότερα πολλοί μαστόροι που ασχολούνταν με δουλειές του ποδαριού, μετακομίζανε σε διάφορα μέρη για να βγάλουν το ψωμί τους. Για κατάλυμμα όπου βρίσκανε και είχε κανένα “πλινθογώνιασμα” όπως το λέγανε, βάζανε καμιά πρόχειρη στέγη από πρόχειρα υλκά, καλάμια, τσίγγους, σανίδες με κλαδιά και λύνανε το στεγαστικό τους πρόβλήμα. Εκεί στήνανε και το μαγαζάκι τους, την φου-φού τις τανάλιες, τις πένσες, τα σφυριά τους, το απαραίτητο κασσίτερο ή καλάϊ και το ειδικό “μπρικοκατσάρολο” για να λιώνουν τα υλικά τους για το γάνωμα. Μετά πέρνανε σβάρνα τις ρούγες και τα γύρω χωριά κουβαλώντας στους ώμους τα εργαλεία τους και διαλαλώντας την τέχνη τους … “Εδώ ο καλός γανωματής!!…Όλα τα γανώνει… Όλα τα “σταγκώνει”!!… ( Στάγκωμα θα πεί στη γλώσσα τους το γάνωμα). Ο κασσιτερωτής έκανε και την δουλειά του γανωτζή, δηλαδή έλιωνε τον κασσίτερο με την βοήθεια της φουφούς στο μπρικοκατσάρολο και αφού καθάριζε καλά καλά τα κουζινικά σκεύη, άλειφε το εσωτερικό του με το λεγόμενο “Σπίρτο” και το έτριβε με τριμένο κεραμίδι ή ψιλή άμμο το λεγόμενο “Κουρασάνι”. Μετά με την τσιμπίδα το κράταγε πάνω από την φωτιά να κάψει, μέχρι που σε μια στιγμή άλλαζε χρώμα ο χαλκός, τότε εριχνε μέσα το λεγόμενο “Νησταντήρι” μία χημική ουσία, για να στρώσει καλύτερα το καλάϊ. Αφού το σκούπιζε με προσοχή και προσέχοντας μην κάψει τα δάκτυλά του, αλειφε το λιωμένο καλάϊ με ένα χοντρό βαμβακερό κουρέλι. Μετά το βουτούσε στο νερό και ήταν έτοιμο για χρήση. Τα κουτάλια, τα μαχαιρια και τα πίρουνα τα γάνωνε βουτώντας τα ολόκληρα μέσα στον κασσίτερο από την μία μεριά και μετά από την άλλη, στο τέλος τα σκούπιζαν καλά με βαμβακερό ύφασμα και γινόντουσαν σαν καινούργια. Ετσι και ο Πρου – Πρού γανωτζής στο επάγγελμα αλλά και φιλότιμος εργάτης της γης, έκανε καλό ζευγάρι , ήταν και άριστος αμπελουργός. βρήκε κατάλυμμα και αγκαταστάθηκε στον χαμοκέλλα (παλιό χάλασμα), στο πίσω μέρος του σπιτιού της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο Κάτω Κοπανάκι δίπλα στο καφενείο του μπαρμπα Χρήστου Σοφού του (Ντίντιρη). Στο πέρασμά του όλο και κάποιο παιδικό κεφαλάκι από κάποια γωνιά, θα του φώναζε κοροϊδευτικά το γνωστό σε όλους παρατσούκλι του. Γιατί ξέχασα να σας πω ότι επειδή πριν από κάθε πρότασή του συνήθιζε να λέει Πρου – πρού, αυτό χρησιμοποιούσαν τα παιδιά και γελούσαν μαζί του. Όμως αυτός αντιμετώπιζε τα παιδικά πειράγματα με στοϊκώτητα και καλοσυνάτο χαμόγελο. Σιγά σιγά τα παιδιά τον συμπάθησαν και σταμάτησαν τα πειράγματα. Όταν τον ρωτούσαν οι χωρικοί από που ερχόταν και πόσο καιρό καθόταν σε ένα τόπο, τους απαντούσε: ” ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΕΔΩ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΕΚΕΙ, ΑΥΡΙΟ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ;…..ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΓΩ Ο ΙΔΙΟΣ !!!… ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΔΩ, ΕΙΝΑΙ…ΠΑΝΤΟΥ”. Ώσπου μια μέρα ήρθε η καταστροφή…την ώρα που έψηνε τον καφέ του, ακουσε προειδοποιητικά τριξίματα. Πετάχτηκε αλαφιασμένος έξω από την χαμοκέλλα της Αρισταίας με τα σωβρακοφάνελλα. Πίσω του ακολούθησε η καταστροφή…η χαμοκέλλα είχε γίνει ίσωμα!!! ένας κουνιαρχτός από σκόνη γέμισε τον τόπο. Βάζοντας τα χέρια του στην μέση λέει ο άνθρωπός μας: ΚΑΙ ΠΡΟΥ, ΚΑΙ ΠΡΟΥ… ΚΑΙ ΠΡΟΥ, ΠΡΟΥ, ΠΡΟΥ…ΜΩΡ’ ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΟΜΟΥΝ ΕΓΩ ΝΑ ΜΕ ΠΛΑΚΩΣΕΙΣ!!!…. Σκάβοντας με την βοήθεια των χωρικών μέσα στα χαλάσματα της χαμοκέλλας, μάζεψε όσα από τα εργαλεία του ήταν σε καλή κατάσταση, τα σκεπάσματά του και τέλος την πολύτιμη φουστανέλλα του. Μέχρι εκείνη την στιγμή για να μην γυρίζει με τα σωβρακοφάνελλα του είχαν δανείσει κάποιο παντελόνι. Το ίδιο βράδυ ο γνωστός “Κογιώνης” , (χωρατατζής) ο μπαρμπα Γιώργης Μαραβελής του Θοδωρή από το Βαρυμπόπι, στην ταβέρνα του χωριού, του σκάρωνε στην στιγμή όπως συνήθιζε το στιχάκι του.. ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ Η ΧΑΜΟΚΕΛΛΑ- ΤΟΥ ΠΡΟΥ ΠΡΟΥ ΤΟΥ ΗΡΘΕ ΤΡΕΛΑ / ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΗΝ ΤΟΝ ΠΛΑΚΩΣΕΙ- ΧΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ / ΤΥΧΕΡΕ ΠΡΟΥ ΠΡΟΥ ΓΙΑ ΒΙΟΣ ΣΟΥ- ΣΟΥΜΕΙΝΕ ΤΟ ΣΩΒΡΑΚΟ ΣΟΥ!!! Το άλλο πρωί πήρε τον δρόμο για άλλα μέρη, ίσως γύρισε στον τόπο του. Άγνωστο πως δουλεύει το απελπισμένο μυαλό του ανθρώπου. Δεν του έφτανε η φτιώχια του και η δυστυχία του, τα πειράγματα των παιδιάν και των μεγάλων. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να χάσει και το πρόχειρο σπιτικό του. Από τότε αυτός ο φτωχός όμως πλούσιος σε ψτχικά χαρίσματα, δεν έδωσε σημεία ζωής ξανά, ούτε κανεις έμαθε νέα του.

Πολλές φορές η δυστυχία σε κάνει φιλόσοφο. Μου έλεγε ο παππούς μπαρμπα Γιαννούλης. Όταν ρωτούσαν τον Πρου πρού στο καφενεδάκι της κάτω ρούγας, αν αισθάνεται ικανοποιημένος από την ζωή που έκανε τους απαντούσε: ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ Η ΕΥΤΥΧΙΑ…ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΛΙΓΑ!!!

Ας είσαι καλά άνθρωπέ μου όπου και αν βρίσκεσαι…Είσαι ένα κομάτι της ιστορίας του τόπου μας, που όμως δεν θα ξεχαστεί ποτέ!!!

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ – komianos.wordpress.com

Οκτώβριος 24, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΤΖΗΣ (ΚΟΜΗΤΗΣ)

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) Ο  ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΤΖΗΣ  (ΚΟΜΗΤΗΣ) ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΑΝΑΣΗ – ΜΑΥΡΟΥ.

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ο Γιώργης Καράμπελας και ο Γιάννης Καράμπελας γνωστοί σαν (Μπερνακαίοι) ή (Κατσουλογιανναίοι)…Ο πρώτος πατέρας της γυναίκας μου Αγγελικής, ο δεύτερος Πνευματικός της Πατέρας. Γεννήθηκαν στο Κάτω Κοπανάκι της ορεινής τριφυλίας. Το παρανόμι Μπερνακαίοι το απέκτησαν από τον Βαρυμποπαίο πατέρα τους Δημήτρη Καράμπελα (Μπερνακάκη). Από μικρά παιδιά έμειναν ορφανά και τα μεγάλωσε οι μητέρα τους Ασήμω, με χίλια βάσανα και στερήσεις, κόρη του Γιάννη Δούμουρα (Κατσουλόγιανη) από το χωριό Δραγουμάνου της Ανδρίτσαινας, άριστο τεχνίτη μπαλωματή που γνώριζε την τέχνη της κατασκευής τσαρουχιών από γουρουνόδερμα και κυρίως από ρόδες αυτοκινήτων όπως επίσης και ότι είχε σχέση με δερμάτινες κατασκευές, όπως ασκιά για κρασί, λάδι, τυρί, δισάκια κ.α. Εκείνη την εποχή της ξυπολησιάς αυτού του είδους τα παπούτσια ήταν λες και φόραγες… λουστρίνια. Από τον παππούλη τους απέκτησαν το παρατσούκλι Κατσουλογιανναίοι και με αυτό έγιναν γνωστοί στη περιοχή και ακόμα πιο πέρα. Από τα δύο αδέλφια και την μία αδελφή ο μεγαλύτερος ήταν ο Γιώργης. Καθισμένοι μπρός στην πυρογωνιά της μεγάλης σάλας, άρχισε να διηγήται  την παρακάτω ανέκδοτη ιστορία, η θεία και νονά της γυναίκας μου, Χριστίνα σύζυγος του Γιάννη Καράμπελα.  Κάποτε αποφάσισε ο Χρήστος Πατσατζής (Κομήτης) να ζητήσει από τον πεθερό σου Γιώργη Κράμπελα να του μάθει την τέχνη του μπαλωματή. Έξυπνος και εργατικός ο Χρήστος δεν άργησε να γίνει «σαϊνι» στην δουλειά και άριστος τεχνίτης, κάποια ημέρα μπήκε στο μαγαζί Θανάση – Μαύρος με ένα ζευγάρι χιλιοταλαιπορημένα παπούτσα που ήταν φθαρμένα στις μπάντες. Στο μαγαζί ήταν εκείνη την ώρα ο μπάρμπα Γιάννης με τους καλφάδες και τους μπαλωματήδες. Λέει στον Χρήστο «πάρε τα παπούτσα του κυρίου Θανάση και βάλτους φώλες στις μπάντες, τακουνάκια και πέταλα, τώρα πλέον είσαι μάστορης με τα ούλα σου». Τα πήρε ο Χρήστος τα παίδεψε με μαστοριά, τους έραψε και φόλες (μπαλώματα) … τα «σενιάρισε». Την άλλη μέρα πουρνό – πουρνό έρχεται ο μπάρμπα Θανάσης … να πάρει τα παπούτσα του για να πάει να σκάψει για κουτρούλια στα αμπέλια. Τα πήρε και αφού τα φόρεσε ρωτάει τον Χρήστο, » τι χρωστάω για για τον κόπο; «, » τίποτα μπάρμπα Θανάση, την ευχή σου και άμε στο καλό». Ο μπάρμπα Γιάννης είχε στήσει αυτί και δεν είπε τίποτα εκείνη την ώρα, σαν ήρθε το μεσημέρι ώρα που έτρωγε το προσωπικό γυρίζει και λέει : 

  «Χρήστο παιδί μου ώρα να τσαχταϊσουν τα γκοτόπουλα. (Στα στεμνισιώτικα θα πει να φάνε τα παιδιά) τα μαστορόπουλα. Κάνε μου λοιπόν την χάρη «ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ ΔΥΟ ……… ΚΑΡΒΕΛΙΑ ΨΩΜΙ» ΝΑ ΦΑΜΕ ΤΗΝ ΦΑΣΟΛΑΔΑ. 

Μαθήματα της εποχής εκείνης της φτώχιας και πως πρέπει να αμοίβεται ο εργαζόμενος για να βγάζει τα προς το ζειν αναγκαία. Για το καρβέλι ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ !!!!!!!

Οκτώβριος 7, 2016 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ – Ο ΒΕΡΥΜΠΟΠΑΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΙΣΗΣ, Ο ΔΕΣΠΟΤΑΣ ΚΑΙ Η ΚΡΑΣΟΒΑΡΕΛΛΑ, Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ,komianos’s wordpres’s.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ – Ο ΒΑΡΥΜΠΟΠΑΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΑΣ ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΙΣΗΣ Ο ΔΕΣΠΟΤΑΣ ΚΑΙ Η ΡΑΣΟΒΑΡΕΛΛΑ, Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ,komianos’s wordpres’s.com

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ( ΤΥΧΑΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ)

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΠΠΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ( ΤΥΧΑΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ)

Ο κατά κόσμο Θύμιος Κακίσης, από το χωριό Βαρυμπόπι της ορεινής Τριφυλίας, είχε το θρησκευτικό αίσθημα αναπτυγμένο από μικρή ηλικία. Αυτή η αγάπη για τα θεία τον έσπρωξε να αποφασίσει να ακολουθήσει την μοναστική ζωή. Οι πληροφορίες μου δεν είναι επαρκείς, οι γέροντες δεν θυμούνται αρκετά η μνήμη τους έχει προδώσει. Που να θυμούνται σε ποια ηλικία ο Θύμιος Κακίσης ξεκίνησε με το δισάκι του και με τσαρούχια φτιαγμένα από γουρουνόδερμα, με προορισμό να αφιερώσει την ύπαρξή του στον Θεό. Διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια τα βήματά του τον έφεραν στα Ιερά μέρη του Αγίου Όρους. Ο Κωνσταντής Κακίσης (Μέλκος), ένας από τους πλέον ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού, στάθηκε αδύνατο να με πληροφορήσει αρκετά. Μετά από τόσα χρόνια η μνήμη του δεν τον βοηθούσε. Πάντως άλλες έγκυρες πηγές από κατοίκους που είχαν ακούσει για τον καλογερόπαπα Κακίση, με πληροφόρησαν ότι για 20 με 25 χρόνια ασκήτευσε σε μονή του Άγιου Όρους, κοντά σε ένα σεβάσμιο γέροντα τον Πατέρα Κοσμά. Κάποτε οι κάτοικοι της περιοχής καλοδέχτηκαν ένα λεβέντη ψηλό, με κάτι πλατάρες φαρδιές, με παλάμες πλατιές σαν φτυάρια άντρακλας με τα όλα του. Ντυμένο με ρούχα παπαδίστικα να ανεμίζουν στον αέρα. Το παρουσιαστικό του σου προξενούσε δέος και ευλάβεια. Με το που άρχισε η Θεία Λειτουργία της Κυριακής, μια βροντώδης, καλήφωνη και βαρύτονη ψαλμωδία γέμισε τον χώρο της μοναδικής Εκκλησίας Πέτρου και Παύλου. Μετά το σούσουρο που δημιουργήθηκε μαθεύτηκε ότι ο Καλογερόπαπας ήταν ο Θύμιος Κακίσης ο συγχωριανός τους, ο άνθρωπος ο δικός τους που έλειπε τόσα χρόνια

ΣΠΙΤΙ ΠΑΠΠΑ - ΚΑΚΙΣΗ ΣΤΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ, ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΣΠΙΤΙ ΠΑΠΠΑ – ΚΑΚΙΣΗ ΣΤΟ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ, ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

στο Άγιο Όρος. Το σπίτι του ήταν στην είσοδο του χωριού Βαρυμπόπι στα δεξιά όπως μπαίνουμε. Το άφησε κληρονομιά στον ανηψιό του Παπα Λάμπρο Κακίση. Αυτός με την σειρά του το έκανε δωρεά στο Μοναστήρι της Αγίας Σωτήρως, και το μοναστήρι το έκανε σχολείο για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά σε ένα σωστό χώρο με δύο αίθουσες. Τότε το χωριό Βαρυμπόπι είχε τρεις παπάδες και τρεις ενορίες, παρότι είχαν μία και μοναδική εκκλησία. Πάντως ο καλογερόπαπας Κακίσης συνλειτουργούσε με τους υπολοίπους ιερείς χωρίς προβλήματα, και στο χωριό, και στο Μοναστήρι της Αναλήψεως , και στην Κεντρική εκκλησία της Παναγίας στην πέρα ρούγα στο Λιθερό. Όποτε τον φωνάζανε ποτέ δεν αρνιόταν. Σε μεγάλες γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα κ.α. Κάποτε, ανήμερα της Αναλήψεως Του Σωτήρος πουγιόρταζε το Μοναστήρι, συνέβη το εξής περιστατικό…. Λόγω της μεγάλης Ιερής πανήγυρις είχε πάει και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας, Σαν μπήκε και Παπά Κακίσης, οι υπόλοιποι ιερείς είχαν σφυρίξει στον Δεσπότη ότι μάλλον δεν ήταν κανονικά χειροτονημένος ιερέας. Σαν πλησίασε ο παπα Κακίσης να πάρει την ευλογία, τον ρωτάει ο Δεσπότης… « ΠΑΠΠΑ ΧΑΡΤΙΑ ΕΧΕΙΣ ; «….. Τι να απαντήσει ο παπάς. Του απαντάει λοιπόν ευθέως, » ΟΧΙ ΑΓΙΕ ΔΕΣΠΟΤΑ, ΑΛΛΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!!! » και του λέει ο Δεσπότης. «ΤΟΤΕ ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙΣ … ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕ ΜΟΥ…  «. Και σε αυστηρά επιτακτικό τόνο τον διατάζει « ΠΗΓΑΙΝΕ ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ ΕΞΩ, ΑΠΟ ΤΟ ΙΕΡΟ»!!!. Όλα αυτά γίνονται μέσα στον Ιερό χώρο του Ιερού πίσω από το Τέμπλο.  Οι περισσότεροι απο τους εκκλησιαζόμενους, πήραν είδηση τι συνέβαινε στο παρασκήνιο, μαζί τους και οι δύο επίτροποι του ναού…. Ο Παππά Κακίσης μόλις άκουσε τα λόγια του Δεσπότη και επειδή μάλλον τον είχαν προειδοποιήσει του τι επρόκειτο να συμβεί…. Δίχως να χάσει καιρό, σηκώνει τα ράσα του και από το σελάχι του τραβάει μια «τσαγκρα διμούτσουνη» (πιστόλα με δύο κάνες), που δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Και ακουμπώντας επάνω στην Άγια Τράπεζα, γυρίζει και λέει στον Δεσπότη: «ΕΑΝ ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Ο ΠΑΠΑ-ΚΑΚΙΣΗΣ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Η ΠΙΣΤΟΛΑ… ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΙ ΠΡΟΤΙΜΑΣ ΔΕΣΠΟΤΑ ;». Ο Δεσπότης άλλαξε χίλια χρώματα… δεν περίμενε κάτι τέτοιο από έναν Ιερομόναχο, είδε και ότι το μάτι «γυάλιζε»… Και γυρνώντας στους παρευρισκομένους Ιερείς τους λέει ψιθυριστά, «Αφήστε τον τρελό να λειτουργήσει, και το κρίμα επάνω του». Από τότε δεν τον ενόχλησε κανένας! Και εκτελούσε τα χρέη του Ιερέα απρόσκοπτα. Όσο για την δυμούτσουνη πιστόλα είχαν γίνει ένα, μαζί κυκλοφορούσαν, μαζί κοιμόντουσαν τα βράδια, μαζί δέχονταν γνωστούς και αγνώστους επισκέπτες. Ήταν η προσωπική ασφάλειά του και της περιουσίας που πρέπει να έκρυβε στο κονάκι του. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι φεύγοντας από το Άγιο Όρος, και μετά τον θάνατο του ηγουμένου πρέπει να είχε ανακαλύψει χρυσά νομίσματα που τα είχε καταχωνιάσει σε κάποια κρύπτη. Όταν αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στο τόπο του, πήρε και τον μικρό θησαυρό μαζί του. Η αλήθεια είναι ποτέ δεν χρησιμοποίησε ούτε ένα γρόσι για να εκμεταλλευτεί κάποιον που είχε πραγματικά ανάγκη, αντιθέτως τους τα δάνειζε άτοκα και με την συμφωνία να του τα επιστρέψουν όποτε μπορούσαν, χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση, η πίεση, για να μπορεί να βοήθήσει και άλλους που είχαν ανάγκη .Κάποτε όταν η γυναίκα του αδελφού του γέννησε αγόρι, το έλεγε με καμάρι στο χωριό ότι η γυναίκα γέννησε ΔΡΑΚΟ! Έτσι το χαραχτήριζε το αγόρι του. Πήγανε και στον παπά-Κακίση και του ευχηθήκαν: « Να σου ζήσει ο Δράκος παπά». Και τους απαντάει αυτός : «Ρε ζωντόβολα μουρλαθήκατε ούλοι σας;… Για πια παιδιά μου τσαμπουνάτε; Κάνουν παιδιά οι αρσενικοί; ». Και ύστερα αφού τους είπε να καθίσουν, έχωσε τις σαν φτυάρια χερούκλες του μέσα στο κιούπι με το μοσχομύριστο λακταριστό παστό και γέμισε τα πιάτα των μουσαφηραίων, μετά ανέβασε από το κατώϊ κρασί και κέρασε για τα συχαρίκια. Οι ιστορίες του παπά ατελείωτες. Κάθε Πάσχα γέμιζε με άσφαιρα δύο πιστόλες και την ώρα που σήκωνε Ανάσταση με το Χριστός Ανέστη έριχνε από την Ωραία Πύλη πρώτος τις πιστολιές του και αντιλαλούσε όλη η εκκλησία. Τότε γινόταν χαμός από τους εκκλησιαζομένους και τους πιτσιρικάδες. Τα τριγωνάκια, τα μπομπάκια και οι κροτίδες έπαιρναν φωτιά, ο καπνός από το μπαρούτι και οι κρότοι, το κάτι άλλο. Όταν τελείωνε ο σαματάς το χαρτομάνι από τις κροτίδες σκέπαζε όλο το δάπεδο της εκκλησίας με 20 πόντους πάχος. Κάποτε μου λέγαν οι κάτοικοι της περιοχής, είχε φορτώσει το άλογό του, ένα περήφανο και δυνατό ζώο «πανοσάμαρα» με ένα βαγένι από τον Αετό και το πήγαινε στο Βαρυμπόπι για να το γεμίσει με κρασί. Εκεί κοντά στο εκκλησάκι του Μάη – θανάση, του σπάει το σχοινί, το βαρέλι καθώς ήταν κατηφόρα άρχισε να κυλάει σαν δαιμονισμένο. Σε κάθε «αναβόλα» που ο παπάς νόμιζε ότι θα σταματούσε, έκανε τον σταυρό του και αναφωνούσε Παναγιά μου – Παναγιά μου!!! Όμως το βαγένι συνέχιζε την πορεία του μέχρι που πέρασε και το χωματόδρομο του Μαλικίου και τελικά γλύστρησε στο γκρέμνιο που περνάει το ποτάμι «Γκρεβόγλι». Τότε σταμάτησε τις προσευχές και τα σταυροκοπήματα και λέει: «ΑΝΤΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ, (εννοούσε την βαρέλα), ΚΑΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΦΟΡΟ ΠΟΥ ΠΗΡΕΣ.. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΟΙΏΣΕΙ !!!»

Υπάρχουν πολλές ιστορίες γύρω από τον Παπά – Κακίση, θα αναφερθώ στο μέλλον. Yπομονή ως τότε αγαπητοί φίλοι και επισκέπτες. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ ,

Ιουλίου 15, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

 

Το ανέκδοτο περιστατικό αυτό μου το διηγήθηκε, καλή του ώρα εκεί ψηλά που βρίσκεται, ο Γιώργη – Χαμπεσής, παλαιός κογιόνης και γνώστης των συμβαινόντων στον χώρο του Κοπανακίου. Πίνωντας το τσιπουράκι μας ένα καλοκαιριάτικο μεσημεριανό, στον ίσκιο της κληματαριάς στο καφενείο του κάτω Κοπανακίου, της κυρά Σπυρούλας Σοφού του Γιώργη Ντίντιρη. Μου έλεγε λοιπόν ότι το ακόλουθο ενέκδοτο περιστατικό του το είχε πει ο πατέρας του. Γύρω στο 1921 – 1922 περίπου, απέναντι στο τσαγκαράδικο των (Κατσουλογιαναίων) του Γιώργη και Γιάννη καράμπελα, ήρθε και ανοιξε το ταβερνάκι- παντοπωλείο του ο μπαρμπα Αναστάσης με το παρατσούκλι “Κουλουφέτος”, συνταξιούχος αστυφύλακας από το χωριό Πλατύ του Άρη, εκεί που ήταν παλιά το παντοπωλείο και γενικό εμπόριο του Κυρ’ Αποστόλη Παυλόπουλου, Εκεί λοιπόν εγκαταστάθηκε και έστησε την ταβερνούλα του, στην μιά πλευρά επάνω σε πατερόξυλα χοντρά τοποθέτησε 3 με 4 βαρέλια των 500 κιλών γεμάτα εκλεχτό κρασάκι, με τις κατάλληλες φτηνοκαρέκλες και τραπεζάκια ξύλινα. Στο βάθος έφτοιαξε ξύλινα ράφια με είδει παντοπωλείου, στον πάγκο του, και μπροστά για μόστρα τις παστές σαρδέλες, τον μπακαλιάρο και τα σακιά με τα όσπρια και την απαραίτητη σέσουλα. Εύρισκες τα απαραίτητα στο μικρομάγαζό του. Η μυρωδιά του μπακαλιάρου, της σαρδέλας, του τσιγάρου, του απαραίτητου στουμπιγμένου κρεμυδιού, του σκόρδου αλλά και φρεσκοψημένου καφέ από τα χέρια της «Κουλουφέταινας», σου έσπαγαν την μύτη. Οι περισσότεροι θαμώνες το “τσούζανε” ξεροσφύρι. Ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις με ελίτσες και καμιά κονσέρβα. Στην κατσαρόλα πότε φακές η φασολάδα και αν καμιά φορά δεν έφτανε, τη συμπλήρωνε με νεράκι για να “φτουρίσει”…. όπως έλεγε η Κουλουφέταινα. Να μην μείνει και κανένας παραπονεμένος ή νηστικός. Όσο για τον μπακιαλιάρο…. ήταν για τους αριστοκράτες και για τις γιορτάδες.Οι δουλειές καλά πάγαιναν όπως έλεγε ο μπάρμπα Αναστάσης, το μεροκάματο έβγαινε. Δεινός πότης ο Κουλουφέτος, και θερμός εραστής του κρασιού και μάλιστα του μισoκαδιάρικου… Το κατοσταράκι το καϋμένο, ένοιωθε παραμελλημένο, μαραζωμένο και υποτιμημένο μπρος την μαγεία, του γεμάτου μέχρι τα χείλια μισόκαδιάρικου κανατιού, με βαρελίσιο μυρωδάτο κρασιί. Η κυρά Καννέλλα η γυναίκα είχε βγάλει ένα καλόγερο στον πισινό της, από αβιταμίνοση, και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Οι πελάτες που είχαν συνηθίσει να πίνουν ασίκικο καφέ από τα χέρια της, ρωτούσαν τον Κουλουφέτο που είναι γυναίκα του. Αυτός τους απαντούσε : » ΕΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ!!! ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΡΓΑΣΘΕΙ Η ΚΑΨΕΡΗ». Σε κάθε ένα που τον ρώταγε του έδινε την ίδια απάντηση… (είχε κάνει τον κώλο της γυναίκας του, ρεζίλι). Κάποια φορά τον άκουσε και η κόρη του η Πηνελόπη και λέει του πατέρα της » βρε πατέρα μας έβγαλες έφριγο στον κόσμο, δεν κάνει να λές ότι η μάνα έβγαλε σπυρί στον κώλο». » Και πως νά λέω ρε Πηνελόπη τον κώλο της μάνας σου;… ΣΤΟΝ ΠΙΣΙΝΟ ή ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ; «. «Ούτε το ένα αλλά ουτε και το άλλο βρε πατέρα». » Και πως να τον λέω, ωρή θυγατέρα;». «Να τον λές ΠΟΠΟ, είναι πιο κόσμιο». Άρχισε και ο Κουλουβέτος τις πρόβες. » ΣΤΟΝ ΠΟΠΟ… ΠΟΠΟ… ΠΟΠΟΠΟ» Και πάει λέγοντας. Ο επόμενος πελάτης που μπήκε για να πιει μερακλίδικο καφέ από τα χέρια της Κουλουφέταινας, ρωτάει τον μπάρμπα Αναστάση, » Που είναι η κυρά σου; «. Καί ο κουλουφέτος του απαντάει… » ΑΧ ΜΠΑΡΜΠΑ ΚΩΣΤΑ, ΑΣΤΑ… ΕΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ… «. Εκεί το μυαλό δεν τον βοήθησε. Και λέει στον πελάτη, » Μια στιγμή ρε μπάμπα Κώστα » . Και βγαίνοντας έξω από μπακάλικο, πάει κάτω από μπαλκόνι του σπιτιού του δίπλα και φωνάζει στην κόρη του. » ΡΕ ΠΗΝΕΛΟΠΗ!!!…. ΩΡΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ!!!… ΠΩΣ ΕΙΠΑΜΕ ΟΤΙ ΘΑ ΛΕΜΕ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΣΟΥ!!!…. ;» . Κόκκαλο η Πηνελόπη….
Εργασία : Του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ. komianos’ s wordpress.com

Ιουνίου 26, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΠΑΠΠΑ ΧΑΡΜΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ. Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos’s wordpres’s.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΠΑΠΠΑ ΧΑΡΜΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ. Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos’s wordpres’s.com

ΤΡΑΙΝΟΟι ανέκδοτες ιστορίες, τα πειράγματα και οι πλάκες εκείνη την εποχή δεν είχαν τελειωμό. Στο ίδιο μοτίβο και η σημερινή ιστορί στα πλαίσια των ανεκδότων ιστοριών του χωριού μας. Οι σηνηθισμένοι «κογιόνηδες» του Κοπανακίου και περιχώρων βλέπουν από μακριά να έρχεται στο καφενείο του «Μανιούρη» ο Γιάννη – Πανουσάκης ή «Κουτσογιάννης» από την «Τούρλα» του Άϊ – Γιάννη. Χειμωνιάτικος καιρός, η συνιθησμένη πρωϊνή τσιφούρα σου περονιάζει τα κόκκαλα. Ήταν ότι πρέπει, του χεριού τους δηλαδή. Σαν έστησε το κασελάκι του μπροστά στο πεζοδρόμιο τον περιλαβαίνουν δυο τρείς κογιόνηδες… «Δεν σε βλέπουμε και σόϊ ρε μπάρμπα Γιάννη!!» » Άσ΄τε με ρε παιδιά στην στεναχώρια μου, πολύ με σύγχισε ψες το πρωί ο εισπράκτορας του τραίνου…» Γιατί,  συνέβει τίποτα σοβαρό ρε μπάρμπα – Γιάννη; και είσαι τόσο συνεφιασμένος; » να προχθές που ανέβηκα στο τραίνο για να πάω στην Καλαμάτα για να αγοράσω καμιά παπουτσομπογιά, καινούργιες βούρτσες και κρέμα γυαλιστικό για τα παπούτσια. Στο αντικρυνό κάθισμα καθησε και ο Παππά – » Χαρμούλας » της κάτω ρούγας «. » Λοιπόν, στο σταθμό της Κόκλας μπαίνει ο εισπράκτορας και ζητάει να του δώσουμε τα εισιτήριά μας… Μέχρι εδώ όλα καλά. Βγάζω από την τσέπη του γελέκου μου το εισιτήριο και το δίνω στον εισπράκτορα να το τρυπήσει. Όταν έφτασε στον Παππά – Χαρμούλα και του ζήτησε το εισιτήριό του, ο παππάς αντί για εισιτήριο βγάζει ο ευλογημένος ένα χαρτί το δείχνει στον εισπράκτορα και δεν πλέρωσε φράγκο!!! Από εκείνη τη στιγμή με έχει φάει η περιέργεια, τι να ήταν ευτούνο το έρμο χαρτί «. » Τι να σου ‘πούμε Κυρ – Γιάννη, όμως μην ανησυχείς, θα ρωτήσουμε με τρόπο και θα.. μάθουμε «. Ήξεραν ότι εκείνη την εποχή οι παππάδες είχαν ελευθέρας σε όλα τα μέσα μεταφοράς αλλά έκαναν τον ανήξερους. Σαν ήρθε το απόγευμα, συναντήθηκαν με το παππά – Χαρμούλα και του είπαν για την απορία που έτρωγε τον «Κουτσογιάννη». Τους λέει ο παππάς, που του άρεσαν και αυτού τα καλαμπούρια και οι αθώες πλάκες. » Άσ΄τε στην ευχή του θεού τέκνα μου, και θα σας τον φτιάξω τον Κουτσαντώνη». Το επόμενο πρωί πίνωντας ο παππας το καφεδάκι του στο καφενείο του μπαρμπα θοδωράκη Λαμπρόπουλου, του «Μανιαούρη» στην κεντρική πλατεία, μαζί με τους κογιόνηδες, περίμενε να φανεί ο Κουτσογιάννης. Εκεί μπροστά στο καφενείο ήταν και το στέκι που έστηνε το κασελάκι του για να βάψει τα πατούμενα στους ενδοιαφερομενους περαστικούς. Γύρω στις επτά και μισή αγουροξυπνημένος ξεμυτίζει με το κασελάκι του ο Γιάννη – Πανουσάκης «Κουτσογιάννης», από την χαμοκέλα του μπάμπα – Θοδωράκη, αφού κάθισε στο σκαμνάκι του, έδωσε και παραγγελιά στο μαγαζί για μερακλίδικο καφεδάκι και άρχισε να κτυπάει ρυθμικά τις βούρτσες του διαλαλώντας με περίσια χάρη τις εξαιρετικές υπηρεσίες που πρόσφερε. Αφού ήπιε το καφεδάκι του, τον ρωτάει ο Παππά – χαρμούλας, «τέκνο Ιωάννη, ο Μανώλης και ο Αρίστος μου λέγανε ότι απορείς γιατί δεν πληρώνω εισητήριο στο τραίνο… Χαρτί έχεις ευλογημένε μου; » » Τι χαρτί και κουραφέξαλα μου λές Παππά μου ; » Τον ρωτάει ο Κουτσογίαννης. » χαρτί παντρειάς ρε ζωντόβολο !!! Και αν δεν έχεις ζήτησέ το από τον Παππά της εκκλησιάς στην «Τούρλα». Σαν ταξιδεύεις με το τραίνο θα το δείχνεις στον εισπράκτορα και δεν θα πλερώνεις τίποτα!!! Το εννόησες;» Την επομένη κιόλας, πουρνό- πουρνό πάει στον παππά του Άϊ – Γιάννη και του φορτώνεται να του γράψει το χαρτί. Μετά από ημέρες ανεβαίνει στον μουτζούρη για Καλαμάτα με το «πολύτιμο» χαρτί στην πάνω τσέπη του γιλέκου του. Σε μια στιγμή τον πλησιάζει ο εισπράκτωρας και ζητάει το εισητήριο του. Ο κουτσογιάννης με πονηρό, χαζοχωριάτικο ύφος βγάζει το χαρτί από την τσέπη και του το δίνει. Ο εισπράκτωρας το κυτάει από εδώ το κοιτάει από εκεί, και καταλαβαίνει το παιχνίδι που παίζεται… γυρνώντας λέι στον Κουτσογιάννη… » ΜΠΑΡΜΠΑ – ΓΙΑΝΝΗ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΣΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΝΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΤΖΑΜΠΑ ΣΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΕ ΜΟΥ!!!!» Κόκκαλο ο Κουτσογιάννης.

Το komianos.wordress.com εύχεται σε όλους και όλες, καλό «βόλι» …..

Ιουνίου 15, 2016 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε