Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΠΑΛΟΥΚΑ (Πάλουκα) – ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ ΚΑΙ ΣΚΑΛΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, ΒΑΣΑΝΗΣΜΟΙ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΟΛΩΝ

Ο μαρτυρικός θάνατος με την διαδικασία της «παλούκας» [Επεξεργασία]

 ΈΣΤΕΙΛΕ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΡΒΕΝΑΓΕΣ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΛΕΦΤΕΣ – ΣΕΡΝΟΥΝ ΜΠΑΛΤΑΔΕΣ ΣΤΑ ΑΛΟΓΑ ΧΑΤΖΑΡΙΑ ΣΤΑ ΜΟΥΛΑΡΙΑ – ΑΚΟΥΣ ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΙ ΜΟΛΟΓΟΥΝ ΤΑΪΔΟΝΙΑ; – ΒΑΡΟΥΝ ΤΣΑΚΙΖΟΥΝ ΚΟΚΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΟΥΚΩΝΟΥΝ ΚΛΕΦΤΕΣ. ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΟΥΣΑΙ ΑΨΗΛΑ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΕΙΣ – ΜΥΝΑ ΣΕ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΔΟΥΒΛΕΤΙ – ΠΕΣΤΟΥΣ ΝΑ ΚΑΤΣΟΥΝ ΦΡΟΝΙΜΑ, ΠΟΛΥ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΑ. ΔΕΝ ΕΙΝ΄Ο ΠΕΡΣΙΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ Ο ΦΕΤΕΙΝΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

Η ΠΆΛΟΥΚΑ

Η ΠΆΛΟΥΚΑ

 

Μετά την αποτυχιμένη επανάσταση κατά των τούρκων το 1769 – 1770, και την επιδρομήν των τουρκαλβανών  το 1770 – 1780, τα παιδιά και οι συγγενείς των αδικοχαμένων υπερ της λευτεριάς της πατρίδος σιγά σιγά άρχισαν να ενώνονται σε ομάδες και τα λιμέρια των κλεφταρματολών πληθύνανε. Απότερος σκοπός η απελευθέρωση. Οι Κολοκοτρωναίοι, ο Γιαννάκης Κοσμάς, ο Γιωργάκης κακίσης, ο Γιώργης Κοσμάς. Κωνσταντίνος Μέλλιος, Ντούφας, Ντάρας, Συρράκος, Τρουπάκης Μουρτζίνος, Ντόγκας, Μητροπέτροβας, Κοκοβέκης, Μπούρας, Πιπιλής, ο Μπουκουβάλας κ.α. αρχίζουν να οργανώνουν τους Έλληνες ραγιάδες. Οι οποίοι αρχίζουν και τιμωρούν τους Τούρκους και τους Έλληνες προδότες. Γύρω στο 1800 – 1805 οι κλέφτες και αρματωλοί ήσαν έτοιμοι για να κάνουν νέα επανάσταση. Το εξής γεγονός έγινε αφορμή του μεγάλου κατατρεγμού των κλεφτών το 1805 – 1806. Όπως γράφει ο Αγησίλαος Τσέλαλης στο έργο του «ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ»….Kλέφτες υπό την αρχηγίαν του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη και Κοσμά Γιώργη αποφασίζουν να τιμωρήσουν τον Πρωτοσύγγελο Χριστιανουπολεως – Τριφυλίας Ανδριανόπουλο. Ο οποίος ήταν προεστός στους Γαργαλιάνους, » Άρχων του Μωρέω » και αγαπητός στους Τούρκους. Επειδή κυνηγούσε και τιμωρούσε τους κλέφτες και φορολογούσε άγρια τους  κτηνοτρόφους. Τόν συλαμβάνουν τον τιμωρούν παραδειγματικά και  του πέρνουν τα λεφτά που προορίζονταν για για τους Τούρκους και το Πατριαρχείο, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν για τον υπερ ελευθερίας αγώνα.Το περιστατικό συνέβει όταν ερχόταν από την Κυπαρυσσίαν με κατεύθυνση την Τρίπολι. Γράφει ο Κοσμάς Εμμ. Αντωνόπουλος στο βιβλίο του «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» σελίδα 220-221…Επειδή όμως ήταν ιερωμένος δεν τον χάλασαν αλλά τον έφησαν ελεύθερο. Αυτός όμως εφέρθηκε ως ανάξιος Έλληνας και ιερωμένος. Με καθαρά κίνητρο την εκδίκηση και αδιαφορώντας για τις συνέπειες των ενεργειών του, αναφέρει στον πασά της Τριπόλεως και εις τον Πατριάρχην τι είχε συμβεί. Επίσης έγραψε στον ίδιο το Σουλτάνο ότι οι κλέφτες ληστεύουν και τιμωρούν τον κόσμο. Όμως δεν έγραψε μόνο, αλλά επήγε προσωπικά στην Κωνσταντινούπολι για να περιγράψει και προσωπικά στον σουλτάνο τι γινότανε. «Δεν είσαι συ του λέι, βασιλιάς,  βεζύρης και κατής αλλά οι κλέφτες και αρματωλοί του Μωριά». Σχετικό δημοτικό τραγούδι αναφέρεται στα ανωτέρω…ΑΚΟΥΣ΄ΑΦΕΝΤΗ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΧΡΟΝΕΜΕΝΕ\ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΩΡΙΑ ΓΙΝΗΚΑΝ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ\ Ο ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΙΝ΄ΒΕΖΥΡΗΣ/ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΕΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΕΝΕΙ….» Η αναφορά του πρωτοσύγγελου Ανδριανόπουλου έδωσε αφορμή  της δίωξης των κλεφτών. Ο Σουλτάνος αποφάσισε την σφαγή μέσα σε μία νύχτα όλων των πελοποννησίων ή την μεταφορά ολων των κατοίκων στην Αραπιά και μετακίνηση αραπάδων για να απαλλαγεί οριστικά η τουρκιά από τους κλέφτες. Όμως ο Πατριάρχης Καλίννικος έπεισε τον σουλτάνο να αλλάξει γνώμη και ότι θα ήταν προτημότερο να υπογράψη μια διαταγή- φιρμάνι και ο Πατριάρχης Καλίνικος μια διαταγη επιτίμιον κατά των κλεφτών και για όσους Χριστιανούς τους υπόθαλπταν, με το σκεπτικό ότι : Άμα μετέφερε τους Ελληνες από που θα έπερνε φόρους. Σε όλη την Πελοπόννησο αρχίζει εξοντωτική καταδίωξη των κλεφτών. Τούρκοι και Έλληνες ραγιάδες επιστρατευμένοι από την τουρκιά και τους κληρικούς καταδιωκουν τους κλέφτες. Το τούρκικο φιρμάνι και το Χριστιανικό Επιτίμιο διαβάζονται σε πόλεις και χωριά, σε εκκλησίες και μοναστήρια. Αρχίζει τότε ένα άγριο κυνηγιτό, παρουσιάζοντας τους κλέφτες και αρματωλούςως κοινούς ληστές, άρπαγες, δολοφόνους και κακούργους. Οι κλέφτες προδίδονται σε Τούρκους και Χριστιανούς ως «αντίχρηστοι διάβολοι». Όλοι τους αποφεύγουν σαν το διάβολο το λιβάνι, κανείς δεν τους δίνει μια μπουκιά ψωμί, οι πέτρες ραγίζουν από το χαλασμό που γίνεται. Χιλιάδες κλέφτες στο Μωριά βασανίστηκαν και χάθηκαν, φόβος, τρόμος ΑΝΑΣΚΟΠΟΛΟΠΙΣΜΟΣκαι θάνατος παντού. Ο σουλτάνος έστειλε εφτά αγγελιοφόρους (Ζατόρους) να παραδώσουν τα φιρμάνια και το επιτίμιον. Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στη θυσία των κλεφτών και στο δράμα τους: ΕΦΤΑ ΖΑΤΟΡΟΥΣ ΕΣΤΕΙΛΕ ΝΑ ΠΑΝΕ ΤΑ ΦΙΡΜΑΝΙΑ / ΤΡΕΜΟΥΝ ΟΙ ΣΤΡΑΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΤΡΕΜΕΙ ΚΑΙ Ο ΧΑΜΟΥΖΑΤΟΥΡΑΣ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΦΙΡΜΑΝΙ / ΕΨΕΣ ΠΡΟΨΕΣ ΕΔΙΑΒΑΙΝΑ ΑΠ’ ΤΑ ΣΟΥΛΙΜΟΧΩΡΙΑ / ΚΙ’ ΑΚΩ ΝΤΟΥΦΕΚΙΑ ΝΑ ΒΡΟΝΤΟΥΝ ΚΑΙ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ ΝΑ ΠΕΦΤΟΥΝ / ΑΛΗ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ ΡΟΒΟΛΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΣΙΔΑΚΙ / ΦΕΡΝΕΙ ΚΕΦΑΛΙΑ ΚΛΕΦΤΙΚΑ, ΚΕΦΑΛΙΑ ΑΝΔΡΙΩΜΕΝΩΝ / ΚΑΙ ΝΤΕΣΚΕΡΕΔΕΣ ΑΠΟΛΑΕΙ ΝΑ ΠΑΝ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΟΥΝ. Για τον κατατρεγμόν γραφει ο Φρατζής:…. Μετά την ανάγνωση  των επισήμων εγγράφων αφού έφυγαν οι Αρχιερείς και οι Δημογέροντες, ο Πασάς ετοίμασε… τον Κεχαγιάμπεη αντιπρόσωπό του, ο οποίος ξεκίνησε εκστρατία κατά των κλεφτών με στρατό, κρεμάλες, μπαλτάδες για τεμαχισμό και παλούκια χρωματισμένα. Όσους από τους κλέφτες έπιαναν ζωντανούς τους έστελναν στα στρατόπεδα Συνάνου, Σκάλας και Πάλουκας του Κεχαγιάμπεη και του Τσεκούρα. Από αυτούς άλλους τους παλουκώνανε, άλλους τους απαγχονίζανε και καρφωνε τα κεφάλια τους σε παλούκια, άλλους τους έψηνε σουγλίζοντάς τους και άλλους έσχιζε με τον μπαλτά σε τέσσερα κομμάτια δημόσια προς εκφοβισμόν και παραδειγματισμόν συνάμα. Τα ίδια αναφέρει και ο ΒΑΣΑΝΗΣΤΗΡΙΑΤερτσέτης στα «Απομνημονευματά Κολοκοτρώνη»…. Αφηγήται ο Κολοκοτρώνης: Καθώς πηγαίναμε προς το Πήδημα μια ώρα μακρυά από την Σκάλα, πλάκωσε ο Κεχαγιάμπεης με 2000 Τούρκους και με τα παλούκια… Επολεμήσαμε όλη την ημέρα και το βράδυ τραβήξαμε τα σπαθιά, τραβώντας για τα χωριά της Αρκαδιάς (Κυπαρυσσίας). Ο ιστορικός Αθ. Γρηγοριάδης εκτός των γνωστών εις το βιβλίον «Ιστορικαί Αλήθειαι», γράφει: Ότι κατά την μάχη στην θέση «Φουρσαλοκάμαρα» μεταξύ 170 Αρχηγών και 1200 Ελλήνων, με 5.000 Αλβανούς, 14.000 Τούρκους, 2.000 καβαλάριδες,και 20 μεγάλα τηλεβόλα, εκτός των φονευμένων περικυκλώθηκαν από το ιππικό 80 Έλληνες οι οποίοι μεταφέρθηκαν στα πλησίον στρατόπεδα και ή παλουκώθηκαν, ή βρήκαν φοβερόν θάνατο με πριονισμό ή κάϊκαν στην φωτιά. Οι περίφημοι Κοντοβουνήσιοι κλέφτες, Γιώργος Μπέλκοςαπό τον Αετό και ο Μήτρος από το Βυδίσοβα το 18ο6 προδόθέντες από καλόγερον συνελήφθησαν από τους Τούρκους. Ο Γιώργος με τον αδελφό του Κολοκοτρώνη βασανίστηκαν και πέθαναν με τον δια πυρός βασανισμόν, ο δε Μήτρος με τα αδέλφια του παλουκώθηκαν. Για τον κατατρεγμόν των κλεφτών ο Π. Παπαδόπουλος αναφέρει:…. Από την Ποντιά κατά την αφήγηση του Γεωργακία, συνέχισαν την πορεία τους και έφτασαν στο χωριό του Αετού. Αφού έφαγαν και χορεψαν στο Σταυρέϊκο αλώνιπήγαν στο δάσος του κλάδι να περάσουν την νύχτα και να σκεφτούν τι θα κάνουν… Ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης επρότεινε να φύγουν για τις «Φραγκιές», (Έτσι έλεγαν τότε τα Επτάννησα). Ο Γιώργος Μπέλκος εμίλησε τελευταίος και είπε: » Τα κουμούτσια του Μορηά μας έθρεψαν, τα σκυλιά του Μοριά ας μας φάνε!»… και χωρίστικαν σε μικρές ομάδες. 60 κλέφτες μόνο έμειναν στη μία ομάδα και ξεκίνησαν από τον Αετό με κατευθυνση το τετράζι. Στο ορεινό Ψάρι συναντήθηκαν με τούρκους. Κοντά στο όρος Μίνθη (Διαφόρτι), ο Γύφτος σκοτώθηκε. Ο Νταλαχάνης και ο Γιωργάς πιάστηκαν αιχμάλωτοι και θανατόθηκαν με το μαρτύριο της παλούκας. Κατά την παράδοση ο Νταλαχάνης έζησε επτά ολόκληρες υποφέροντας τους αφόρητους πόνους. Σε ολόκληρη την Πελοπόννησο έχει απλωθεί ο φόβος και ο τρόμος όλων των κλεφταρματολών . Ιδιαίτερα στα κλέφτικα λιμέρια της Μεσσηνίας και ιδιαίτερα στην περιοχή της Σκάλας οι Τουρκαλβανοί

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΟΥ ΠΡΙΟΝΙΣΜΠΟΥ

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΟΥ ΠΡΙΟΝΙΣΜΠΟΥ

είχαν στήσει μια «Πάλουκα» στην θέση «Παλουκόραχη» και άλλη μία στην θέση «Παναγιά» των Κοντοβουνίων εκεί που έχει κτισθεί σήμερα το εξωκκλήσιον του Άϊ Λιά. Μεταξύ των χωριών Βαρυμπόπι (Μοναστήρι)-Αετού-Πολυθέας (Μαλίκι)-Κρυονερίου (Σαρακινάδα) και Αρτικίου. Ο λόφος  πάνω απο τον Άϊ-Λιά ονομάζεται ακόμα και σήμερα «ΠΑΛΟΥΚΑ». Σε αυτές τις δύο περιοχές παλουκόθηκαν (σουβλήστικαν) πολλοί κλέφτες και αρματωλοί όπως οι τρείς Δαραίοι από το ψάρι, τα δύο αδέλφια οι Μανταίοι απο το χωριό Βυδίσοβα Δροσοπηγή, ο Κόντος – Μπουχανάς από την Τριπύλα κ.α. Εκεί σε ψηλό σημείο για να ακούγωνται τα βογγητά από τον αφόρητο πόνο των παλουκομένων κλεφτών και του κάθε είδους σωματικά βασανηστήρια, και όλα αυτά για να τα ακούν οι υπόδουλοι Έλληνες και να τρομοκρατούνται για να αλλάξουν γνώμη και να μην ξεσηκωθούν. Πολλοί από τους γέροντες λέγανε ότι όποιος περνούσε τα καυτά μεσημέρια ή αργά το βράδυ ακούγανε κοπετό και βογγητά πόνου από βασανιστήρια. Γράφει ο Κοσμάς Εμμ. Αντωνόπουλος τ. Νομάρχης στο βιβλίο του Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ… » Ακόμη και σήμερα στην θέση όπου εσούβλιζαν τους κλέφτες και ονομάζεται (Πάλουκα), δεν έχουν στήσει μία πλάκα μαρμάρινη στην μνήμη των βασανισθέντων, ούτε και εψάλη ακομη ένα τρισάγιον ή έστω μία δέηση. Δεν ακούσθηκε ένα ευχαριστώ, δεν έγινε ένα προσκύνημα των Ελλήνων που εσώθηκαν και ζουν ελεύθεροι από τις θυσίες εκείνων. Προς τιμή των αδελφών Κώστα και Πανάγου Παντελή, εκτίστει στα θεμέλια του παλαιού εξωκκλησίου που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, ένα εκκλησάκι ο Άϊ – Λιάς. Ακόμη και σήμερα επικρατεί η προσφώνηση προς τον άτυχο τον δυστυχή: «ΡΕ ΠΑΛΟΥΚΩΜΕΝΕ…» η μνήμη αυτών των βασανισμένων για την ελευθερία μας ανθρώπων πρέπει να μείνει ιερή σε όλους τους κατοίκους της Τριφυλίας. Αυτός ο τόπος θα έπρεπε να γίνει ιερό προσκύνημα για να μην ξεχνούν οι νεώτεροι Έλληνες αυτή την σςελίδα από την ιστορία της πατρίδας μας». Αν στην Αλαμάνα η θυσία το 1821 του Αθανάσιου Διάκου που βρήκε φρικτό μαρτυρικό θάνατο, έγινε σύμβολο αυτοθυσίας χάριν της ελευθερίας. Η θυσία τόσων κλεφτών στην Σκάλα της Μεσσηνίας στην «Παλουκόραχη» και την Ορεινή τριφυλία στη θέση «Πάλουκα» το 1805 – 18ο6 χάριν της ελευθερίας, είναι παράδειγμα προς μίμηση που μας θυμίζει την ηρωϊκή αυτοθυσία των Ελλήνων μπροστά στο  αγαθό της ελευθερης ζωής. Και φανερώνει την περιφρόνηση όλων των βασανιστηρίων του σώματος από τους εχθρούς της πατρίδος χάριν της ιδέας. Οι Τούρκοι τον παλούκωσαν ζωντανό. Ένας Τούρκος γύφτος παραγγέλθηκε για να του περάσει το σουβλί μέσα από το σώμα του. Χωρίς να πειράξει τα ζωτικά εσωτερικά όργανα, και μόνον τρυπώντας του το έντερο και το διάφραγμα, ο γύφτος του πέρασε το σουβλί ανάμεσα από τα σπλάχνα και το πνευμόνι, μέχρι που του το έβαλε επάνω από τον ώμο. Ο Διάκος στήθηκε όρθιος στραμμένος προς τη Δύση για να τον καίει ο ήλιος. Γύρω του οι Τούρκοι έστησαν σε πασσάλους τα ακρωτηριασμένα κεφάλια των παλικαριών του, να τον κοιτάνε. Ο Διάκος άντεξε για πολύ το φρικτό βασανιστήριό του, βρίζοντας τους Τούρκους και τη θρησκεία τους, ενώ επαινούσε τους Έλληνες. Ζητούσε όμως νερό να πιει και κανείς δεν του έδινε. Ένας από τους συντρόφους του προσπάθησε να τον απαλλάξει από το μαρτύριό του, και τον πυροβόλησε από μακρυά. Αστόχησε όμως, και αντί να τον σκοτώσει, η σφαίρα του τρύπησε τον ώμο, επιδεινώνοντας το μαρτύριό του. Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων (παλουκώθηκε και στη συνέχεια κάηκε) τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό.

ΠΕΡΣΙΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ Ο ΦΕΤΕΙΝΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

Ιουνίου 3, 2013 Posted by | Η ΠΑΛΟΥΚΑ (Πάλουκα), ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΑ ΣΠΙΤΙΚΑ ΦΙΔΙΑ – ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΑΪΤΑΡΙΑ. ΙΕΡΟΤΗΤΑ-ΛΑΤΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ- ΧΡΗΣΗΜΟΤΗΤΑ. Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ


 ΣΠΙΤΟΦΙΔΑ ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΑΪΤΑΡΙΑ

  Γεμάτο με τόσο πολλούς  συμβολισμούς, η ιερότητά το φιδιού λατρευόταν στις αρχαίες και μεχρι τις σημερινές παραδόσεις και τις μαγικές πρακτικές του ελληνικού λαού, όπου συχνά η παρουσία του αγγίζει τα όρια της λεγομένης οφιολατρείας, δηλαδή την λατρεία του φιδιού. Η πιo διαδεδομένη μορφή είναι η πανελλήνια λατρεία του ΣΠΙΤΙΚΟΥ ΦΙΔΙΟΥ κυρίως στα χωριατόσπιτά μας. Είναι η λατρεία της  επιβίωσης του ΚΤΗΣΙΟΥ ΔΙΑ. Όπως εκείνος, έτσι και το φίδι του αρχαίου και στην συνεχεια νεοελληνικού σπιτιού είναι ο φύλακάς του, το καλόγνωμο στοιχειό, μνήμη του ΜΕΙΛΙΧΙΟΥ ΔΙΑ, (ο θεός που χαραχτηρίζεται από το στοιχείο της γλυκύτητας και καλοσύνης). Στο οποίο γίνονται ειδικές προσφορές, απευθύνονται φιλικοί χαιρετισμοί και απαγορεύεται ρητά και κατηγορηματικά να το σκοτώσουν. Ένας άλλος σπιτικός θεός, με μορφή φιδιού, ήταν ο ΑΓΑΘΟΣ ΔΑΙΜΩΝ, που το όνομά του βρέθηκε να είναι σκαλισμένο σ’ έναν  βωμό  σπιτιού της Θήρας, και συνηθισμένη σ’ αυτόν σπονδή ήταν λίγες σταγόνες άκρατου κρασιού, που έχυναν στο πάτωμα, στο τέλος του καθημερινού φαγητού. Οι Αρχαίοι Έλληνες έπιναν το κρασί αναμειγνύοντας το με νερό, σε αναλογία συνήθως ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού. Διέθεταν ειδικά σκεύη  για την ανάμειξη του τους λεγόμενους (κρατήρες). Ο άκρατος οίνος ήταν ο ανόθευτος χωρίς την πρόσμιξη με νερό.Από τα αρχαία χρόνια οι πιστοί (οι Οφίτες ή Οφιανοί) το λάτρευαν σε εξαιρετικά τελετές μυήσεως. Για τους προγόνους μας ήταν και σύμβολο της ιατρικής, της γνώσης και της μαντικής και συνδέεται με τη λατρεία του Ασκληπιού, του Διόνυσου, του Απόλλωνα και της Αθηνάς. Όμως ο σπουδαιότερος συμβολισμός του φιδιού, στις σημερινές παραδόσεις μας, συνδέεται με τη λατρεία του Δία, ο οποίος, με τα επίθετα, Κτήσιος και Μειλίχιος, λατρευόταν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, ως ΖΕΥΣ-ΠΑΤΗΡ, προστάτης του σπιτιού, και εικονιζόταν με τη μορφή του φιδιού σε διάφορα μνημεία, κυρίως σε βωμούς της σπιτικής λατρείας. Η Αρκαδική Άρτεμις, η Περσεφόνη και η Εκάτη, εικονίζονται να κρατούν στα χέρια τους φίδια.

Τα φίδια στους πρώτους μήνες της ζωής τους καθαρίζουν το περιβάλλον από διάφορα έντομα και σαν γίνουν μεγάλα συνεχίζουν τρόγωντας μεγάλο αριθμό ποντικών. Περίπου 1.000 ποντίκια καταναλώνονται σαν τροφή στη διάρκεια της ζωής ενός και μόνο φιδιού. Έτσι όταν σκοτώνεται ένα φίδι στην ουσία αυξάνεται ο αριθμός τους! Ένα πολύ καλό παράδειγμα χρησιμότητας των φιδιών είναι η προέλευση της ονομασίας «Σπιτόφιδο» του Zamenis Situla. Την ονομασία κέρδισε το συγκεκριμένο είδος όταν παλιότερα οι αλλά ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι το χρησιμοποίησαν σαν εξολοθρευτή τρωκτικών σε στάβλους και μάντρες, ακόμα και στα κατώγια των σπιτιών τους, σε σημεία όπως τα πατερά που ούτε οι γάτες μπορούν να σκαρφαλώσουν είτε στα κεραμίδια που μόνο αυτά μπορούν να τρυπώσουν.Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι καλοδέχονταν κάποια φίδια στα σπίτια τους,επειδή εξολόθρευαν τα ποντίκια. Το ίδιο,άλλωστε, συμβαίνει και σήμερα σε δίαφορα μέρη της αγροτικής χώρας μας.Ιδιαίτερα στα χωριά βάζουν στα κελάρια σπιτόφιδα για πρoστασία από τα τρωκτικά. Κάθε χρόνο το φίδι αλλάζει το δέρμα του ή αλλοιώς το πουκάμισό του. Οι χωρικοί το χρισημοποιούσαν για φυλαχτό.Οσοι καταγόμαστε από χωριά και ζήσαμε εκεί τα παιδικά μας χρόνια έχουμε σίγουρα ακούσει για του «όφι το ποκάμισο», όπως το λέγαμε εδώ στην Ορεινή Τριφυλία. Μιλώ για το δέρμα το οποίο εποχιακά αλλάζει το φίδι και το αφήνει φεύγοντας ανάμεσα σε πέτρες ή χόρτα. Μάλιστα, αυτό το «πουκάμισο» το θεωρούσαμε τότε εξαιρετικό εύρημα, γιατί είχε, όπως πιστεύαμε, ξεχωριστές ιδιότητες και γιʼ αυτό το χρησιμοποιούσαμε ως φυλαχτό. Αργότερα, μεγαλώνοντας, αφήσαμε στην άκρη μαζί με την παιδική μας αθωότητα και αυτές τις προλήψεις, Όμως δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που έχουν αυτές τις παλιές αντιλήψεις  πιστευω.
Στην πατρίδα μας υπάρχουν πολλά  είδη φιδιών, αρκετά από αυτά προστατεύονται. Το Σπιτόφιδο ή  Σαϊτάρι ανήκει σε αυτό το είδος,  εξαιτίας της γνωστής  χρησιμοτητάς του.  Το σαϊτάρι έχει στην πλάτη του καφεκόκκινα σημάδια και είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο. Επειδή έχει ένα σημάδι με σχήμα «V» πίσω από το κεφάλι του, μοιάζει με την οχιά, είναι όμως ακίνδυνο. Όπως επίσης και πολύ χρήσιμο γιατί σαν μεγαλώσει τρώει κυρίως τρωκτικά. Βρίσκεται σε περιοχές, γύρω από κατοικημένες περιοχές. Σε αρκετά μέρη της Ελλάδας γνωρίζοντας αυτή του, την χρησιμότητα το έπιαναν και το έριχναν στις αποθήκες τους, ώστε να ελέγξουν τους πληθυσμούς των ποντικών. Για αυτό το λόγο ονομάστηκε σπιτόφιδο.Ο ΚΩΣΤΑΣ Χ. ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ γράφει : Ανάμεσα στα νησιά τού Αιγαίου υπάρχει και το μικρό μα ένδοξο νησί των Ψαρών (Θυμήσου: «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…)· Εκεί παλαιότερα υπήρχε ένα Μονα­στήρι στην περιοχή «Φιδόλακκος», αφιερωμένο στην «Άγια -Κιουρά», δηλ. στην Αγία Ματρώνα. Όπως το δείχνει και η ονομασία αφθονούσαν τα φίδια. Έτσι κάποτε σε μία θ. Λειτουργία ένα μικρό φίδι έπεσε μέσα στην θεία Κοινωνία. Ο Ιερέας μόλις το είδε έφριξε. Τι να κάνη; Να το πετάξη, δεν μπορούσε, γιατί είχε απορ­ροφήσει θεία Κοινωνία. Αναγκάσθηκε και το έφαγε!
Τόσο όμως κουράσθηκε ψυχικά και αγανάκτησε, ώστε παρεκάλεσε με δυνατή κραυγή τον Θεό, να εξαφάνιση τα φίδια από το νησί. Τα καταράσθηκε να εξα­φανισθούν όλα. Και το αποτέλεσμα: Από την στιγμή εκείνη μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει στα Ψαρά ούτε ένα φίδι. Απίστευτο και όμως αληθινό! Πολλές φορές έφε­ραν για δοκιμή φίδια από τα γειτονικά νησιά και μόλις προχώρησαν τρία-τέσσερα μέτρα στην παραλία, ψόφη­σαν.
Ενθυμούμαι, προ ετών σε κήρυγμα στο χωριό Άνω Ωρωπός Αττικής ανέφερα την εν λόγω περίπτωσι. Στο τέλος με πλησιάζει ένας ακροατής. «Είμαι δάσκαλος — μου λέει — και έχω υπηρετήσει και στα Ψαρά δέκα χρό­νια. Έτσι ακριβώς είναι όπως τα είπατε. Έχω μάλιστα να προσθέσω ότι και το χώμα από τον «Φιδόλακκο», αν το μεταφέρουμε σε άλλες περιοχές, σώζει από τα φίδια». Ο καλός αυτός δάσκαλος μου προμήθευσε και το βιβλίο, «Δημητρίου Γρ. Σπανού, Δημοδιδασκάλου, ΨΑΡΙΑΝΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Αθήναι 1962», από το οποίο αντιγραφω τις επόμενες σειρές:

«Εάν τυχόν με τις κουφάλες των δένδρων, που το κύμα αποβάλλει εις τα Ψαρά, μεταφερθούν φίδια, αυτά δεν μπορούν να ζήσουν, αλλά ψοφούν ευθύς ως αποβιβα­σθούν στην ξηρά… Πολλοί ξένοι που επισκέπτονται τα Ψαρά, παίρνουν χώμα από το αναφερόμενο εξωκκλήσι, τον «Φιδόλακκον», και το μεταφέρουν σε άλλα μέρη της Ελλάδος, όπου παραδόξως εξαφανίζονται τα φί­δια από τα σπίτια, στα οποία το τοποθετούν ή το σκορ­πίζουν. Τούτο το διεπίστωσε και ο γράφων τις γραμμές αυτές. Άφ’ ότου ετοποθέτησε στις τέσσερες γωνιές του πατρικού του σπιτιού το «φιδόχωμα», φίδι δεν ενεφανί­σθη. Όταν κατόπιν επεσκευάσθη, και το «φιδόχωμα» εσκορπίσθη, ήρχισαν πάλιν να εμφανίζωνται τα φίδια» (σελ. 76). ΚΩΣΤΑΣ Χ. ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ.

Νοέμβριος 18, 2012 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | 1 σχόλιο

Είχαμε και… τέτοιους σ’ αυτή τη χώρα ! Για τον Νικόλαο Πλαστήρα.Νικόλαος Πλαστήρας! “Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε …τηλέφωνο;(!)”

Είχαμε και… τέτοιους σ’ αυτή τη χώρα ! Για τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Νικόλαος Πλαστήρας! “Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε …τηλέφωνο;(!)”

(Νικόλαος Πλαστήρας, πρωθυπουργός της Ελλάδας με άνεργο αδερφό….)
Η φτώχεια του πρώην πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα, δεν αποτελεί παράδειγμα για τους σημερινούς κηφήνες της πολιτικής! “Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο”, είχε πει, ενώ ο αδελφός του ήταν άνεργος. Μεταφέρουμε μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα και τον καθιστούν πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση για παλιότερους αλλά και σημερινούς, δεδομένου ότι, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι, έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική και έβγαιναν πάμφτωχοι.
Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ – πιστός φίλος του – αναφέρει:
Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα “Πλαστήρας” όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται: Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Και δεν πήγε.
Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος -έπασχε από φυματίωση – κι έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλ’ αυτός αρνήθηκε λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».
Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Τι κάνω. σκάβω για να καλοτρώγω;».
Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό:
Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «Τι;», απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο κύριος πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους!»
Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: «Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Έσχισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.
Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει:
– Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
– Μα θα προσβληθεί.
– Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!
Το 1952, πρωθυπουργός ακόμη ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα: «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.».
Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Όλα για την Ελλάδα!». Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ – γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά – ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.
ellhnografos

Οκτωβρίου 6, 2012 Αναρτήθηκε από τον/την | ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

Οκτώβριος 9, 2012 Posted by | ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΥΠΕΛΛΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΟΜΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΟΥΗ. Πηγή : Mandata.gr

Το κύπελλο του Σπύρου Λούη στο Μουσείο Ακρόπολης

22 Αυγούστου 2012, 16:04

Μικρότερα γράμματα Μεγαλύτερα γράμματα

Το κύπελλο του Σπύρου Λούη στο Μουσείο Ακρόπολης

​Το ασημένιο κύπελλο του Σπύρου Λούη θα φιλοξενείται από την Τρίτη 28 Αυγούστου και για ένα χρόνο στην είσοδο του Μουσείου της Ακρόπολης, ενώ θα πλαισιώνεται από οπτικοακουστικό, καθώς και έντυπο ενημερωτικό υλικό.

Το κύπελλο είχε απονεμηθεί στον Ολυμπιονίκη Σπύρο Λούη μετά τη νίκη του στον Μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 και είναι έμπνευση του Γάλλου φιλόλογου και φιλέλληνα Μισέλ Μπρεάλ.

Το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», το οποίο είχε αποκτήσει το Κύπελλο σε δημοπρασία τον περασμένο Απρίλιο, εκπληρώνει τη δέσμευσή του να το παρουσιάσει στο ευρύ κοινό και να το καταστήσει ευρύτατα προσβάσιμο σε όλους, χωρίς κάποιο αντίτιμο.

«Προσκαλούμε όλους τους πολίτες να επισκεφθούν το Μουσείο της Ακρόπολης για να θαυμάσουν από κοντά ένα από τα πολυτιμότερα τεχνουργήματα των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και να εμπνευσθούν από όσα αυτό συμβολίζει: την αγωνιστικότητα, τη νίκη και τελικά, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο» ανέφερε ο Ανδρέας Δρακόπουλος, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος».

Το Ίδρυμα θα συνεχίσει τις προσπάθειες για να εντοπίσει και άλλους κατάλληλους χώρους σε όλη την Ελλάδα, οι οποίοι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν προσωρινά το Κύπελλο, μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης του στο Μουσείο της Ακρόπολης, και πριν το 2015, οπότε θα ξεκινήσει η μόνιμη έκθεσή του στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Πληροφορίες

Ωράριο λειτουργίας του Μουσείου Ακρόπολης,
Τρίτη – Κυριακή: 8 π.μ. έως 8 μ.μ., ώρα τελευταίας εισόδου: 7.30 μ.μ..

Κάθε Παρασκευή το Μουσείο είναι ανοιχτό έως τις 10 το βράδυ.

Κάθε Δευτέρα, κλειστά

Αύγουστος 27, 2012 Posted by | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Παρουσιαση βιβλιου: »O Iωαννης Καποδιστριας και το πρωτο σχολειο της Κυπαρισσιας» Πηγή: Kyparissianews.blog

Παρουσιαση βιβλιου: »O Iωαννης Καποδιστριας και το πρωτο σχολειο της Κυπαρισσιας»

Το Προγραμμα για την προστασια και αναδειξη της Παλια Πολης παρουσιαζει το βιβλιο με τιτλο »O Iωαννης Καποδιστριας και το πρωτο σχολειο της Κυπαρισσιας»

ΠΕΜΠΤΗ 16/8/12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ  «Ο Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ», ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Ο ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΗΣ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ  – ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ  – ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΏΡΑ  20.00-21.30

αναρτήθηκε Δευτέρα, Αυγούστου 13, 2012

Αύγουστος 16, 2012 Posted by | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΟΙΗΣΗ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ. Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ

ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΞΥΛΙΝΟ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΛΑΠΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΙΑΝΝΗ, Φωτογρ. αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Το παραδοσιακό σπιτικό στα χωριά της Ορεινής Τριφυλίας, από τον καιρό 1800 μέχρι και τον καιρό του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και λίγο αργότερα, δύο τύποι επικρατούσαν κυρίως στα γύρω χωριά του Κοπανακίου. Αυτό το λέω διότι οι κάτοικοι του Κοπανακίου της Ορεινής Τριφυλίας ξεκίνησαν την δεκαετία του 1900 περίπου, να χρησιμοποιούν τα περίφημα και γνωστά για την τέχνη τους Ηπειρώτικα όπως του Στέλιου και Κωνσταντή  φραμπελιά, τα Λαγγαδιανά όπως του Δημήτρη Κοντούλη (Μήτσο – μάστορα) και  κυρίως από το χωριό Σέρβου συνεργεία όπως του Παναγιώτη και Θοδωρή Μπόρα του Ηλία, του Κωνσταντόπουλου πατέρα του παπα – Λιά, τον Κατσιάπη πατέρα του Κώστα – Μάγκα κ.α. για την οικοδόμησή των σπιτιών τους αρχίζοντας από την Κάτω Ρούγα και τον Λιθερό. Το Κοπανάκι είναι μία όμορφη κωμόπολη της επαρχίας Τριφυλίας. Είχε ένα αρχικά μονοτάξιο και εν συνεχεία διτάξιο σχολείο. Το κτήριο του σχολείου το έκτισαν Λαγκαδιανοί και από το χωριό Σέρβου τεχνίτες και ντόπιοι μαστόροι. Οι κάτοικοι στην συνέχεια το δώρισαν στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του προδρόμου για να το διαχειρίζεται.    Τα συνεργεία αυτά, πριν οι κάτοικοι κατέβουν στα πεδινά, είχαν αρχίσει να χτίζουν εφοδιασμένα με τα απαραίτητα εργαλεία και σύνεργα τους το 80% των σπιτιών των ορεινών χωριών και των συνοικισμών της γύρω περιοχής. Είναι γνωστό πως κάθε συνεργείο εκείνη την εποχή ερχόταν από τα μέρη τους έχοντας 10 – 20 άτομα , Τον πρωτομάστορα, τους κτιστάδες μαστόρους, τους μαθητές βοηθούς, τα βασταγά τους για την μεταφορά των υλικών, την πέτρα, την άμμο, το νερό, το χορίδι, τα μουλάρια τους για πιο βαριά υλικά π.χ. ξυλεία και τα απαραίτητα σύνεργα για το κτίσιμο. Είναι πασίγνωστη η απάντηση του μικρού μαθητή, όταν ο δάσκαλος ρώτησε αν γνώριζε κάποιος από τους μαθητές του να του πει : «ΠΟΙΟΣ ΕΚΤΙΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;». Και ένα αγοράκι αυθόρμητα, του απάντησε : «ΟΙ ΛΑΓΓΑΔΙΑΝΟΙ… ΚΥΡ ΔΑΣΚΑΛΕ !». Τα σπίτια εκείνη την εποχή κτίζονταν ανάλογα την οικονομική κατάσταση του νοικοκύρη. Μεγάλα ή μικρά σε διαστάσεις. Βασικό υλικό για την τοιχοποιία για τους οικονομικά αδύνατους οι πλίνθες από κοκκινόχωμα ή γλύνα ανακατεμένα με άχυρο. Αυτά τα σπίτια από πλίνθες πρώτα σκάβανε τα θεμέλια ένα μέτρο περίπου μέχρι να βρούν σκληρό έδαφος και κτίζανε τα θεμέλια με πέτρα και συνεχίζαν πάλι με πέτρα από την επιφάνεια του εδάφους  ένα μέτρο ύψος. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για το δέσιμο (κτίσιμο) της πέτρας, ήταν ένα μίγμα από πορσελάνη, κρόκο αυγού και ζεσταμένου θειαφιού που μόλις στέγνωνε γινόταν σκληρό σαν τσιμέντο και βάσταγε για πολλά χρόνια.  Μετά επάνω στον πέτρινο  τοίχο τα κτίζανε με διπλή σταυρωτή πλίνθα και στην συνέχεια τα πέρναγαν με επίχρισμα από ασβέστη και χώμα για να τα στεγανοποιήσουν από την βροχή, χωρίς να παραλείπουν βέβαια κάθε χρόνο να τα ασβεστώνουν. Έλεγαν οι τότε μάστορες για τα πλίνθινα τα σπίτια : «ΦΥΛΑΞΕ ΜΕ ΑΠ ΤΗΝ

ΚΤΙΣΤΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΡΒΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

ΒΡΟΧΗ ΝΑ ΣΕ ΣΩΣΩ ΑΠ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ». Ορισμένοι εκτός από τις πλίνθες και την πέτρα ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, χρησιμοποιούσαν τούβλα όπως στην φωτογραφία εκείνης της εποχής που παραθέτω με μαστόρους τους Κωνσταντόπουλο παναγιώτη από το Σέρβου ανηψιός του Παναγιώτη Μπόρα από το Σέρβου Αρκαδίας, Λούμπαρδης Κωνσταντίνος (Καντάφι), Παναγούλης Κωνσταντίνος, Παπαγεωργίου Γεώργιος, κτίζοντας το γωνιακό σπίτι στην Δρίζα 1965 -1966.  Για τους οικονομικά δυνατούς βασικό υλικό ήταν οι πέτρες από τους γύρω λόγγους κυρίως σχιστόλιθοι, άμμο από τα ρέματα και τις όχθες, των σε αφθονία γύρω ποταμιών. Το ασβέστι από τα ασβεστοκάμινα της γύρω περιοχής που εκείνη την εποχή είχε πολλά. Την ξυλεία από μεσσηνιακά κυπαρίσσια και λεύκες που αφθονούσαν στην γύρω περιοχή και τα κόβανε με χειροπρίονα, ξυλουργοί μάστορες ζηλευτοί, από την

ΜΕΣΟΧΩΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΚΑΛΑΜΙΑ (ΤΣΑΤΜΑΣ), ΥΠΟΓΕΙΟ ΟΙΚΙΑΣ ΠΟΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΟΒΡΥΣΗ, Φωτογρ.αρχειο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

περιφέρεια της Μεσσηνίας του Πιτσά, την Μουριατάδα κ.α. Τα καλάμια για τα μεσοχωρίσματα τους λεγόμενους «τσατμάδες». Οι Μπρουσταίοι, οι Καπελιαίοι, οι Σοφαίοι, οι Ματζωραίοι με τα κάρα τους αναλάμβαναν την μεταφορά τους. Κεραμίδια από τα κεραμιδοκάμινα της περιοχής. Οι Πάντες και τα πάντα είχαν απόλυτη πειθαρχία στον αρχιμάστορα, αυτός είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Αυτός θα έκανε τις συμφωνίες, τις μετρήσεις του έργου. Για το κτίσιμο του σπιτιού η συμφωνία γινόταν ή κατ’ αποκοπή ή με τα τετραγωνικά μέτρα. Βέβαια στην συμφωνία ήταν και το φαγητό για όλους τους εργάτες όσο καιρό δούλευαν για το κτίσιμο. Τα σπίτια στην ορεινή Τριφυλία είχαν παχιά ντουβάρια για να μπορούν να αντέχουν στις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στον τόπο. Κτισμένα γενικά με ένα ισόγειο (κατώϊ) και ένα όροφο το κυρίως σπίτι με δύο ή τρία δωμάτια. Τα δωμάτια χωρίζονταν μεταξύ τους με καλαμένια ή σανιδένια χωρίσματα τις λεγόμενες «Μεσάντρες». Οι εργασίες μοιράζονταν από τον πρωτομάστορα, οι βοηθοί κουβαλούσαν τα υλικά, τις πέτρες, την άμμο, το χώμα και τα εργαλεία. Οι λασπιτζίδες τους λέγαν και (ΤΡΙΟΤΕΣ), κατασκεύαζαν την λάσπη και ήταν οι βοηθοί των μαστόρων. Οι μαστόροι έκτιζαν τα τοιχία και εργαζόνταν κατά ζεύγη, ο ένας ο πιο τεχνίτης έκτιζε την έξω μεριά και τον φώναζαν «ΦΑΤΣΑΔΟΡΟ» και ο άλλος την από μέσα και τον έλεγαν «ΜΕΣΟΜΑΣΤΟΡΗ». Επίσης ήταν και ο μάστορης που σκάλιζε τα αγκωνάρια για τους παραστάτες και τα υπέρθυρα ο λεγόμενος «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ». Την δουλειά αυτή την έκανε τις περισσότερες φορές ο αρχιμάστορας. Και τέλος ο «ΛΙΘΑΡΑΣ» που σκάλιζε τις πέτρες. Το παραδοσιακό σπίτι της ορεινής Τριφυλίας είχε ως επί το πλείστον ένα όροφο και το ισόγειο (κατώϊ). Ο επάνω όροφος ήταν ο κατοικήσιμος, και είχε δύο ή τρία δωμάτια που χωρίζονταν από μεταξύ τους με την λεγόμενη «ΜΕΣΑΝΤΡΑ» ή «μεσοχώρισμα». Το κυριότερο και σπουδαιότερο δωμάτιο ήταν το λεγόμενο «χειμωνιάτικο» ή «καθιστικό». Το δωμάτιο αυτό ήταν ταυτόχρονα υπνοδωμάτιο, τραπεζαρία, κουζίνα, και δωμάτιο εργασίας. Εκεί μαγείρευε η νοικοκυρά στο τζάκι ή στον «τζάκη» όπως συνήθιζαν να τον λένε. «ΕΜΠΡΟΣ ΠΥΡΑ ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΚΛΑΔΕΥΤΗΡΑ». Εκεί

ΚΑΜΑΡΕΣ ΣΤΟ ΙΣΟΓΕΙΟ ΟΙΚΙΑ ΠΟΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΟΒΡΥΣΗ Φωτογρ αρχείο ΚΟΠΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

υπήρχε και το «σταχτοφούρνι» η αντίστοιχη σημερινή κουζίνα για να μαγειρεύει η νοικοκυρά. Εκεί σε αυτό το δωμάτιο καθισμένοι γύρω από τον σοφρά έτρωγε η φαμελιά. Εκεί κοιμόνταν στρωματσάδα όλη η οικογένεια, έξεναν, λανάριζαν το λανάρι, γνέθαν το μαλλί, ύφαιναν στον αργαλειό η Βλαχοκερασιώτισα πεθερά μου τον έλεγε και «λάκκο». Εκεί με την βοήθεια του λαδολύχναρου και αργότερα με την «τσιμπλού» όπως λέγανε την λάμπα πετρελαίου, μελετούσαν τα παιδιά τα μαθήματά τους. Στο καθιστικό ήταν όλο το νοικοκυριό του σπιτιού, τα τηγάνια, τζετζερέδια, ταψιά, κουταλομαχαιροπήρουνα, τέσες, τα γυαλικά, οι κανάτες, γαβάθες, μουρχούτες, (πήλινες γαβάθες) που έτρωγαν όλοι μαζί. Στο χειμωνιάτικο είχαν και σεντούκια για τρόφιμα και ρούχα, Το βαρέλι από ξύλο με δόγες για την μεταφορά του νερού ζαλιά ή παραμάσχαλα. Πλάϊ στο καθιστικό είχαν μία καμαρούλα που κοιμόνταν τα παιδιά ή για τους μουσαφιραίους, πολλές φορές για κάποιον που ήταν άρρωστος και ήθελε ησυχία, ή για τους νιόγαμπρους. Τελευταία συναντάμε το δωμάτιο της σάλας, δεν έχει σπουδαία έπιπλα εκεί μέσα βρίσκεται ο «γιούκος» με χοντρά σκεπάσματα, παπλώματα. Είναι κυρίως το δωμάτιο των κοριτσιών και έχει μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα στην γωνία βρίσκεται ο «καταρράκτης», που χρησίμευε για να κατεβαίνουν τις βροχερές και κρύες μέρες του χειμώνα με το λαδοφάναρο για να παχνίσει τα ζωντανά. Η «κράμπα» είναι ένα είδος μίας ξύλινης καταπακτής που ήταν λίγο πιο πέρα, και χρησίμευε να ρίχνουν τα άχυρα ή τον σανό στο «γκράζι» που βρισκόταν στο κατώϊ, μία κατασκευή σαν φράχτη από παλούκια κυπαρισιού που τα πλέχανε με λυγιές, σκίντα ή καλαμιές. Το κατώϊ χωριζόταν με τσατουμά σε δύο διαμερίσματα. Στο ένα διαμέρισμα πολλές φορές κτίζανε και πέτρινες καμάρες όπως στην φωτογραφία, τις οποίες χρησιμοποιούσαν για το σταύλισμα των ζώων (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, γίδες, προββάτες. Και στον τοίχο ήταν οι κούρνιες για να κουρνιάζουν οι κότες, αυτό το διαμέρισμα είχε ένα μόνο παράθυρο προς τον νοτιά για να μην κρυώνουν τα ζώα σαν φύσαγε ο βοριάς. Στο άλλο διαμέρισμα στο κατώι υπήρχαν και ξύλινα αμπάρια για να αποθηκεύουν το σιτάρι, την βρώμη, τα τυριά, τα κρεμμύδια, τις πατάτες, τα βαρέλια με τα κρασιά, οι λαδούσες για το λάδι, το ζουναρωτό μεγάλο κιούπι για το λάδι της χρονιάς, τις λαίνες με το άλειμα  ή την λίγδα από το μπουζί (γουρούνι), τα λαίνια με τα λουκάνικα και μια μικρότερη για τις τσιγαρίδεςκ.α. Έτσι τελειώνουμε γενικά με το κυρίως σπίτι και το κατώι. Στην αυλή πρίν μπούμε στο κατώι στην δεξιά μεριά συναντάμε το «πολύμι», είναι σαν πηγάδι αρκετά πλατύ και με βάθος ένα μέτρο που έχει επάλειψη με ένα μείγμα από κεραμιδόσκονη, ασβέστη, άμμο, νερό, ένα είδος αμμοκονιάματος, για να γίνει αδιάβροχο και το λένε «κορασάνι». Στο πολύμι μαζεύεται ο μούστος από το πατητήρι τον λεγόμενο «ληνό» και αυτός με επάλειψη από πολύμι. Στην συνέχεια αφού περάσει από την σήτα μεταφέρεται καθαρισμένος από φλίτσα στα βαρέλια στο κατώι. Μετά κολλητά στο σπίτι είναι το «παράσπιτο», και αυτό πολλές φορές χωρισμένο με τσατμά στην μέση. Στην μία μεριά για το άχυρο και την φάγνα για τα ζώα, στο άλλο η «ξελόντζα» για τα ξύλα, τα σύνεργα και εργαλεία του νοικοκύρη, τα λεβέτια, το καδί τις βεδούρες κ.α. Αυτή σε γενικές γραμμές ήταν η αρχιτεκτονική του αγροτικού σπιτιού της ορεινής Τριφυλίας, ανάλογα με την καλλιέργεια και την οικονομική δυνατότητα του καθενός αγρότη εκείνης της εποχής.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ,  komianos.wordpress.com 

Ιανουαρίου 11, 2012 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 6 Σχόλια

ΧΟΙΡΟΣΦΑΓΙΑ- ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΦΑΓΙΑ-ΠΑΣΤΟ-ΟΜΑΘΙΑ-ΛΟΥΚΑΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΑ, ΕΝΑ ΧΡΙΣΤΙΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΕΘΙΜΟ ΚΑΙ ΣΥΝΑΜΑ ΕΘΙΜΟ ΑΠΟΚΡΕΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΡΕΑΤΙΝΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ, ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΩΝ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos,wordpress,com

ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΡΟΥΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ

ΚΑΤΩ ΚΠΑΝΑΚΙ ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΦΑΓΙΑΤον Δεκέμβριο είναι μια εποχή πολύ δραστήρια για τους κατοίκους της Ορεινής Τριφυλίας. Ένα έθιμο από τα χρόνια τα παλαιά αναβιώνει σε κάθε σπίτι. Τα «χοιροσφάγια». Το έθιμο πηγάζει από την αρχαιότητα, από την λατρεία του θεού Διονύσου και της μητέρας του Σεμέλης. Θυσία των ανθρώπων για να κερδίσουν την χάρη των θεών. Το κρέας των χοιρινών εδώ στην Ορεινή Τριφυλία, αποτελούσε βασική τροφή για τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Αποτελούσε το πρόχειρο φαγητό, τον εκλεκτό μεζέ για τον καλεσμένο ή για τον έκτακτο επισκέπτη. Το προσφάϊ της εργατιάς, βασικό, πρόχειρο, γρήγορο και γευστικότατο έδεσμα,  ο περίφημος «καγιανάς». Ή και σκέτο βγαλμένο με τα χεράκια της νοικοκυράς κατευθείαν από το «κιούπι». Όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αλλά και πανελλαδικά, συνήθιζαν να αγοράζουν από μικρά τα γουρουνόπουλά τους, τα οποία έτρεφαν όλο το χρόνο στις αυλές των σπιτιών τους. Λίγους καρπούς από την σοδειά τους, τυρόγαλο ανακατεμένο με πίτουρα στην σκαλιστή πέτρινη γούρνα, περισσεύματα, (αν υπήρχαν) από τα αποφάγια του μεσημεριανού ή βραδινού φαγητού, χλωρακιά ή διάφορα σάπια φρούτα και κηπευτικά, όλα ήταν ευπρόσδεκτα από τα παμφάγα γουρουνόπουλα, μέχρι και σάπια κρέατα ή ψόφια ζώα. Τα γουρουνόπουλα το κάθε νοικοκυριό τα έτρεφαν για να μεγαλώσουν και να βάλλουν όσο λίπος περισσότερο ήταν δυνατό. Αρχικά ως κύριο φαγητό την ημέρα των Χριστουγέννων ήταν το χοιρινό.Το έθιμο των Χριστουγέννων στα χωριά μας ήταν το σφάξιμο των γουρουνιών και εν συνεχεία το ψήσιμο τους με πατάτες στον χωριάτικο  ξυλόφουρνο. Το έθιμο της γεμιστής λαχταριστής γαλοπούλας με ξηρούς καρπούς και διαφορετικά είδη ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΦΑΓΙΑ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙκαρυκευμάτων, είναι ξενόφερτο και σιγά σιγά το έθιμο του ψησίματος του γουρουνιού ξεθύμανε και έσβυσε με το πέρασμα του χρόνου. Τώρα σαν έρχονται οι Αποκριές και τα χοιρινά ξεπερνούν τις 100 οκάδες από την πολυφαγία και έχουν γίνει γομάρια, τότε τα σφάζουν την ΚΡΕΑΤΙΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ των αποκρεών. Το σφάξιμο του γουρουνιού είχε τελετουργικό χαρακτήρα. Ήταν μια μέρα χαράς και συνάμα γιορτής για τους νοικοκυραίους, τους καλεσμένους συγγενείς, γείτονες, και τον περαστικό επισκέπτη. Το αλατισμένο χοιρινό κρέας τραβούσε το κρασάκι και η ευθυμία σιγά – σιγά ανέβαζε το κέφι. Το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν ως εξής: σαν ερχόταν η ημέρα για τα «γουρουνοσφάγια», οι νοικοκυραίοι καλούσαν τους φίλους και τους συγγενείς τους στο σπιτικό τους. Ακόνιζαν τα μακρυμάνικα μαχαίρια τους, και ετοίμαζαν όλα τα απαραίτητα εργαλεία για να σφάξουν τα χοιρινά τους. Και έσφαζαν με την σειρά τα πολύτιμα για το κρέας της χρονιάς χοιρινά τους. Στη συνέχεια τα κρεμούσαν από τα τσιγγέλια στο «πατερό» ή σε άλλο μέρος στερεό. Αφού έπεφταν τα αίματα και στράγγιζε το κρέας, άνοιγαν τις κοιλιές τους, έβγαζαν τα εντόσθιά τους, τα άντερα, τις ελιές, τα πνευμόνια κ.α.  Οι φωτιές με ξύλα ζέσταιναν το νερό στα λεβέτια στην αυλή αν ο καιρός το επέτρεπε… ή στο κουζιναριό. Στην αυλή έκαιγαν μεγάλα ξύλα δίπλα στα λεβέτια, αργότερα σαν καιγόντουσαν  καλά επάνω στις θράκες θα ψηνόντουσαν ο καρούτζος, οι συκωταριές, οι μπριτζόλες κ.α. για να φάνε όλοι για το καλό, με συνοδεία το γευστικώτατο και μυρωδάτο κρασί του νοικοκύρη, οι χοροί και τα τραγούδια τέτοιες στιγμές δεν έλειπαν. Μέχρι που ερχόταν η ώρα να ευχηθούν, «Χρόνια πολλά και του χρόνου». Οι , άνδρες ετοίμαζαν το μεγάλο τραπέζι τον «Σοφρά». Εκεί ξάπλωναν το σφαγμένο χοιρινό να το «ξουρίσουν» από τις τρίχες. Πρώτα έβρεχαν με κρύο νερό το δέρμα του γουρουνιού και μετά με θερμό (καυτό) νερό. Το σκέπαζαν με μια λινάτσα για λίγη ώρα και μετά του ξύριζαν τις τρίχες. Άλλοι χρησιμοποιούσαν για την δουλειά αυτή κοφτερά μαχαίρια και άλλοι ένα εργαλείο τσίγγινο το λεγόμενο «Χωνί». Το δέρμα του γουρουνιού την λεγόμενη «Σφέρτσα» δεν το έβγαζαν, το άφηναν επάνω στο σφαχτό  με το λίπος για να το χρησιμοποιήσουν και να φτιάξουν το παστό αργότερα.  Δεν ήταν λίγες οι φορές που ενώ του είχαν κόψει τον καρούτζο δηλαδή το λαιμό το ζωντανό μισοσφαγμένο με τα αίματα να πετάνε δεξιά και αριστερά,  έπερνε δρόμο και το κυνηγούσαν για να το πιάσουν. Ή την ώρα που προσπαθούσαν να το μαχαιρώσουν εκείνο κουνιόταν με αποτέλεσμα αντί για το χοιρινό, να μαχαιρώνουν τα

ΛΟΥΚΑΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΑ

μπούτια τους ή τους συγχωριανούς που τους βοηθούσαν. Στα όρθια έτρωγαν και έπιναν αυτά που ψήνανε οι νοικοκυράδες στη θράκα. Τον καρούτζο, το συκώτι, καμιά μπριτζόλα, το ψαρονέφρι τσούγκριζαν τα ποτήρια τους και έλεγαν τις ανάλογες ευχές. Αφού έσφαζαν του ενός από την παρέα, μετά ερχόταν η σειρά του άλλου της παρέας και ή το σφάζανε εκεί ή στο σπίτι του φίλου. ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗΝ ΣΥΜΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΠΑΘΕΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ. Νιόπαντρος είμουν,  δεν γνώριζα καλά τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Με είχε καλέσει το σόϊ της γυναίκας μου στον Άϊ – Γιαννάκι στο Καλό Νερό στα γουρουνοσφάγια… Πήγα και εγώ εκεί γύρω στις 10 η ώρα, και βρήκα τον ξάδελφο Νίκο Σταθόπουλο,  τα αδέλφια του και τις γυναίκες της οικογένειας  με τους γείτονες να βράζουν κομμάτια κρέας μέσα σε λεβέτια. Οι άνδρες είχαν στρογγυλοκαθίσει τσίμπαγαν  τα μεζεδάκια τους και τσούγκριζαν τα ποτήρια τους. Μου έβγαλαν από το λεβέτι μία κομματάρα πεντανόστιμο και τρυφερότατο κρέας και ένα ποτήρι ξέχειλο μυρωδάτο βαρελίσιο κρασί. Σήκωσα και κουπάρι, στην υγεία του κάθε συγγενή χωριστά  και μάλιστα από ένα… ποτήρι, στο κρέας έριχνα κάθε φορά και από μία πρέζα αλατοπίπερο. Δεν ήξερα ότι το παστό κρέας το βράζουνε αφού του βάζουν και μπόλικο αλάτι μαζί με την βράση. Ένας θεός ξέρει πως έφθασα στο σπίτι μου στο Κοπανάκι… με φέρανε;… ή ήρθα μόνος μου;… και αν ήρθα μόνος μου πως ήρθα;!!! Αυτό που μου έμεινε είναι ότι την επόμενη ημέρα και για τις πέντε μέρες που ακολούθησαν… η γλώσσα μου ήταν σαν «παντόφλα», διψούσα για πέντε ημέρες σαν κολασμένος. ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΞΑΝΑΠΑΤΗΣΑ ΤΟ ΠΟΔΙ ΜΟΥ ΣΕ ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ!! Πάντοτε βρίσκω δικαιολογίες και αρνούμαι ευγενικά. «Όποιος καεί με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι»!!! Αφού λοιπόν διάλεγαν τα κομμάτια που θα έτρωγαν, τα άλλα κομμάτια τα αλάτιζαν για να διατηρηθούν μέσα σε καλάθια ή κάνιστρα και να στραγγίξουν μέχρι την Τσικνοπέμπτη. Στο παστό προσθέτανε και τα αυτιά, τα μούσκουλα και όσο κρέας μπορούσαν να μαζέψουν από το κεφάλι του γουρουνιού. Αφού το ξεκοκάλιζαν μετά το έκαναν βραστό μαζί με το μεδούλι. Δεν σταμάταγε όμως εκεί ηπαραγωγή…. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν την περίφημη «ΟΜΑΤΙΑ».

ΟΜΑΘΙΑ

Από τα χοντρά έντερα που είχαν καθαρίσει και πλύνει προσεκτικά. Πρώτα βράζανε το στάρι από το βράδυ, το έλεγαν μπουλουγούρι, βράζανε τα πνευμόνια, τις «μπόλιες» από τα έντερα, το «βασιλικό» (ήταν το πρώτο λίπος από την κοιλιά), αλάτι, πιπέρι. Όλα αυτά τα ψιλόκοβαν τα ανακάτεβαν και μαζί με χόρτα καφκαλίδες, λέχουρδες, πορτοκαλόφλουδα τριμμένη τα έριχναν μέσα στα εντόσθια. Μετά τα έψηναν στον φούρνο. Το αποτέλεσμα ήταν ένας μεζές που όλοι ήθελαν να γευθούν, μια καλή και ιδιαίτερη γεύση. Επίσης έφτιαχναν και τα λουκάνικα με τα λεπτά έντερα. Παραγεμισμένα και κομμένο με σταυρωτά μαχαίρια ή στο μύλο κρέας, με πιπέρι, αλάτι, ψιλοκομμένη πορτοκαλόφλουδα και κρασί σπιτίσιο. Αφού πρώτα τα τρυπούσαν για να φεύγουν τα υγρά και να ξεραθεί το περιεχόμενό τους. Τα έδεναν στο μέγεθος που ήθελαν και τα κρεμούσαν στο τζάκι για να καπνιστούν και να χάσουν τα υγρά τους. Την Τσικνοπέμπτη έκαναν το παστό. Έκοβαν το κρέας σε μικρά κομμάτια τα έβραζαν πρώτα και μετά τα τσίκνιζαν. Μετά με το ίδιο λίπος τα τσιγάριζαν να πάρουν χρώμα. Έριχναν κρασί και πορτοκαλόφλουδες να πάρουν άρωμα. Μόλις ψηνόταν το τοποθετούσαν με σειρά σε μικρά πιθάρια (κιούπια) και από πάνω τα κάλυπταν με ένα στρώμα λίπους, και αν δεν ήταν αρκετό ρίχνανε και λάδι ελιάς  για να διατηρηθεί όλο τον χρόνο. Ένα νόστιμο, πρόχειρο φαγητό, με αυγά ομελέτα και τοματοπελτέ ή κρεμύδια με αυγά και παστό κρέας, για την οικογένεια και τον έκτακτο επισκέπτη.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos.wordpress.com

Ευχαριστώ την Μαρία Μπάλτα, την Σοφού Σπυρούλα, την κυρά Μαργαρίτα  και όλες τις άλλες γυναίκες του χωριού, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου δώσανε, για να φέρω εις πέρας αυτήν την εργασία.

Ανώνυμος είπε : Μην στεναχωριέστε. Όπου να είναι σε λίγο γυρίζουμε στα παλαιά αναγκαστικά. Με την κρίση που έρχεται θα δούμε σε λίγο μαντρόχοιρους σε κατώγια με κριθάρια, και άλλα γεννήματα, ελιές και σύκα στα πιθάρια…..

Δεκεμβριος 20-12- 2011 – Αναρτήθηκε από τον/την | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized

Δεκέμβριος 20, 2011 Posted by | ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΗΘΗ – ΕΘΙΜΑ – ΕΟΡΤΕΣ -ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΗΝΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟ, Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ – ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ – ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ- ΕΛΑΙΟΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ :  Ο πλέον μυστηριώδης και ιδιόμορφος μήνας του χρόνου. Είναι μια περίοδος μελαγχολική, επειδή πλησιάζει ο χειμώνας, αλλά και γεμέτη αισιοδοξία για τη συγκομιδή, που θα βοηθήσει σε εύκολο ξεχειμώνιασμα. Είναι ο μήνας που θυμίζει πότε καλοκαίρι και πότε το επερχόμενο χειμώνα.Έχει 30 ημέρες. Ονομάστικε έτσι από το λατινικό novem δηλ. 9 γιατί ήταν ο ένατος  μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου. Οι Ρωμαίοι τον είχαν αφιερώσει στον Ποσειδώνα και γιόρταζαν τα Ποσειδώνια. Το ουράνιο σημάδι που κυριαρχει τον μήνα Νοέμβριο και οργανώνει τις εργασίες των ελλήνων αγροτών και κτηνοτρόφων, είναι ο αστερισμός της Πλειάδας, δηλαδή η Πούλια, όπως την ονομάζει ο λαός μας. Η ανατολή της Πούλιας στα τέλη Μαϊου και η δύση της στα μέσα Νοεμβρίου λίγο πριν την ανατολή του ηλίου, σημαδεύουν αντίστοιχα την αρχή του καλοκαιριού και την αρχή του χειμώνα, η δύση της τοποθετείται στις 14 Νοεμβρίου ανήμερα της γιορτής του Αγίου Φιλίππου. Ο λαός τον αποκαλεί Βροχάρη (γιατί έχει πολλές βροχές), Χαμένο (γιατί έχει τις μικρότερες σε διάρκεια ημέρες), Ανακατεμένο (από τον άστατο καιρό), Σκιγιάτης ή Νυκτιάτης ( έχει πολύ σκιά, και μεγαλη νύχτα), Παχνιστής (εξαιτίας της παχνης), Κρασομηνάς (επειδή τότε άνοιγαν τα καινούρια κρασιά), Μεθυστής (επειδή όσοι δοκιμάζουν τα νέα κρασιά μεθάνε), Φιλιππιάτης (14-11 εορτή του Αγ. Φιλίππου), την παραμονή του Άι-Φιλίππου έχει καθιερωθεί κάθε χρόνο να γιορτάζει ο σύλλογος «ΛΙΘΕΡΟΣ», στο παλιό σχολείο του κάτω Κοπανακίου στην πέρα ρούγα,τρώνε και χωρεύουν γιατί την επομένη ημέρα αρχίζει νηστεία. Λέγεται και Σποριάς  (μιας κι είναι ο καταλληλότερος μήνας για τη σπορά στα στάρια και τα όσπρια) σε άλλα μέρη τον αποκαλούν και  Μεσοσπορίτης (γιατί τότε οι περισσότεροι γεωργοί βρίσκονται στο μέσο της σποράς), Ξυλευτής (αυτόν τον μήνα οι αγρότες κόβουν ξύλα και τα αποθηκεύουν για να ζεσταίνονται και να κάνουν τις δουλειές τους, τις μέρες του χειμώνα). Επίσης οι μελισοκόμοι μεταφέρουν  και τοποθετούν τις κυψέλες σε μονιμες χειμωνιάτικες θέσεις. Βασική εργασία είναι το » ξελάκωμα» στα αμπέλια.  Στην περιοχή μας της Ορεινής Τριφυλίας αυτόν τον μήνα τον περιμένει με ανηπομονησία η αγροτιά, γιατί αρχίζει το μάζεμα των ελιών, το ευλογημένο λάδι, βασική τροφή της αγροτικής οικογένιας, θα αποθηκευθεί στις «τζάρες» ή στις «λαδούσες» για τις ανάγκες του σπιτιού και για τις οικονομικές ανάγκες. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου εντύπωση κάνει ένα όμορφο έθιμο. Σαν τελειώσει με το καλό το μάζεμα του ελαιοκάρπου στο περιβόλι. Ένας από τους ραβδιστές εργάτες χώνει στην γη το ραβδί του ανάποδα και του βάζει φωτιά. Και πιστεύουν πως εάν λυγίσει το μακρύ ραβδί, έτσι θα λυγίζουν φορτωμένες με καρπό οι «ποδιές» των δένδρων την επόμενη χρονιά. Σε άλλα μέρη της πατρίδας μας σαν τελειώσει η περίοδος συγκομιδής των βρόσιμων ελιών, οι γυναίκες και οι άνδρες που παίρνουν μέρος στην γιορτή της ελιάς, αφού στύψουν τις μαυρολιές με το μαυροζούμι αλείφουν τα πρόσωπά τους και χορεύουν γύρω από μεγάλες φωτιές. Οι γυναίκες χορεύοντας γύρω από τη φωτιά, πετούν τα καλάθια τους και εύχονται στους νοικοκυραίους, οι ελιές τους να έχουν του χρόνου περισσότερο καρπό και στους ανύπαντρους και ανύπαντρες εύχονται να κάνουν οικογένεια και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Του Αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου τηγανίζουν «λαλαγγίδες» (τηγανίτες), «για να μην τρυπήσει το τηγάνι». Από τις λαλαγγίδες έτρωγαν όλοι, η οικογένεια, οι γείτονες και τα ζωντανά του σπιτιου. Η εορτή του Χριστιανισμού που δεσπόζει αυτό το μήνα είναι «ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» Στις 21 Νοεμβρίου, είναι η ανάδειξη του θεϊκού γυναικείου στοιχείου στον Χριστιανισμό, και η τυπική γιορτή της σποράς. Την μέρα αυτή οι γεωργοί έχουν αργία και τρώνε ένα ειδικό φαγητό, τα λεγόμενα «πολυσπόρια». γι΄αυτό η γιορτή ονομάζεται επίσης «Της Παναγιιάς της πολυσπορίτισσας». Τα πολυσπόρια βράζουν λίγους σπόρους από κάθε είδος δημητριακά, και όσπρια προσθέτοντας σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια και πετιμέζι. Τα πολυσπόρια τα ανταλάσσουν μεταξύ τους και ανταλάσσουν ευχές. Ας μην παραλείψουμε, τέλος το γεγονός ότι στις 17 Νοέμβρη είναι «Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΡΓΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ». το 1973 κατά της Απριλιανής δικτακτορίας του 1967. Ο Νοέμβρης ονομάζεται και Άϊ-Ταξιάρχης, Άϊ-Στράτηγος και Αρχαγγελιάτης από την γιορτή στις 8 του μήνα των Ταξιαρχών. την μέρα αυτή πιστεύει ο λαός ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ γράφει στο τεφτέρι του τις ψυχές που θα πάρει μέσα στο χρόνο. Γι΄αυτό έλεγαν: » Σήμερα μην κοιτάζεις δουλειές. Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος σε γράφει στο χαρτί του και παίρνει την ψυχή σου».

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.worpress.com 4 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΗΝΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟ

  • «Νοέμβρη οργώματα κι ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές». 

  • «Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες». 

  • «Η Πούλια βασιλεύοντας, το μήνυμά της στέλνει. Ούτε τσοπάνος στα βουνά ούτε ζευγάς στους κάμπους».  

  • «Άι- Μηνάς εμήνυσε του πάππου του χειμώνα: -Έρχομαι ή δεν έρχομαι και τ’ Άι- Φιλίππου αυτού είμαι».

  • «Αν τ’ Άη Φιλίππου λείπω, τ’ Άγια, των Αγιών δε λείπω».

  • «Ο άη- Μηνάς εμήνυσε, πούλια μη ξημερώσει».

  • «Ο Νοέμβρης έκλεισε, τα ζευγάρια είν΄ στο στάβλο κι ούτε ζευγάς στον κάμπο». 

  • «Ο Νοέμβρης σαν θα έλθει τα γομάρια μέσα κλείνει».

  • «Οποίος σπείρει τον Νοέμβρη ούτε σπόρο δεν Θα πάρει». 

  • «Όταν έρθει ο Νοέμβρης σιγομπαίνει ο χειμώνας». 

  • «Σ’ τσι τριάντα, τ’ Αγι-Αντριός, αντριεύεται το κρύο». 

  • «Της ελιάς το φύλλο κι αν χαθεί, πάλι θε να ξαναβρεθεί». 

  • «Τον Οκτώβρη τα κουδούνια, το Νοέμβρη παραμύθια». 

  • «Του Σαρανταμέρου η μέρα «καλημέρα» – «καλησπέρα».

Νοέμβριος 4, 2011 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Ο ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ, Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ,komianos.wordpress.com

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

Ο ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΗΝ ΔΕΞΙΑ ΜΕΡΙΑ, Από το φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ

Ο κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός Κοπανακίου είναι δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής που συνδυάζει λιτότητα με αξιόλογη αρχιτεκτονική λύση. Το κτήριο είναι κτισμένο με εμφανή πέτρα και στεγασμένο με δίρριχτη στέγη και κεραμίδια. Το κτίσμα είναι μονόροφο, ενώ προστέθηκε αργότερα μία προέκταση από ένα μονώροφο ισόγειο στην ανατολική πλευρά κατά μήκος της κεντρικής γραμμής, το οποίο χρησημοποιόταν σαν καφενείο του σταθμού και σαν αίθουσα αναμονής. Άρχοντας και γενικός δερβέναγας επί πολλά χρόνια από το 1966 έως το 1998 ο Κυρ΄Σωτήρης ο Δριμής.Ο καφές του «ακτύπητος», η εξυπηρέτησίς του και η υπομονή του πάντοτε με χαμόγελο, όμως το ούζο του συνοδευόταν μόνιμα με στραγάλια…και δροσερό νεράκι από το πιγάδι του σταθμού.
Χαρακτηριστικά στοιχεία του σταθμού είναι το μπουνιάτο στις τέσσερις πλευρές, τα πλαίσια θυρών και παραθύρων από σκαλιστές πέτρες συμμετρικά τοποθετημένες από Ιταλούς και Έλληνες τεχνιτες και κτιστάδες, τα παράθυρα ελαφρά τοξωτά, με τις μεγάλες ταμπλαδωτές πόρτες, και τη περιμετρική διακοσμητική ταινία. Τεχνικός επιστάτης για όλες τις εργασίες ήταν ο Βέλγος την καταγωγή k.Vinger ο οποίος έπερνε κάθε εβδομάδα από μία πεντάρα από τους Ιταλούς εργάτες σαν οικονομική βοήθεια για να κτίσουν το εκκλησάκι του Άγιάννη του προδρόμου στο κάτω Κοπανάκι, εάν είχαν

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ

κανένα ρεπό βοηθούσαν και στο κτίσιμο αφιλοκερδώς. Χθες το πρωί στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κοπανακίου το κλίμα ήταν βαρύ. Το μεσημέρι έληγε η προθεσμία των δρομολογίων Καλαμάτα – μελιγαλά – καλλιρρόη – Βασιλικό- Δώριο – Κοπανάκι – Καλό-Νερό – Κυπαρυσσία. Οσο για τις μετατάξεις στην Καλαμάτα και σε όλους τους σταθμούς οι εργαζόμενοι έπρεπε να καταθέσουν τις αιτήσεις τους. Δύο μέρες έμειναν ακόμη πριν σημάνει «τέλος εποχής» για το τρένο στην περιοχή μας. Με το που θα μπει το 2011, ο σιδηρόδρομος με τον οποίο ταξίδεψαν γενιές και γενιές, δε θα υπάρχει πια. Αποφασίσαμε, λοιπόν, εγώ και η οικογένειά μου να απολαύσουμε μια τελευταία μικρή βόλτα. Στην κοντινή διαδρομή Κοπανάκι – Καλαμάτα μετ’ επιστροφής, επιβάτες και προσωπικό είχαν πολλά να μας πουν και για πολλά να παραπονεθούν. Σύμφωνα με το βιβλίο «Οι Σιδηρόδρομοι της Πελοποννήσου (1882-1962)», του Μουσείου Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκέρης» (Δήμος Καλαμαριάς, κείμενα Κώστα Ανδρουλιδάκη), «με το νόμο ΑΠΦΕ’/14.12.1887 (του Τρικούπη) εγκρίνεται η κατασκευή για λογαριασμό του Κράτους της σιδηροδρομικής γραμμής . Η σχετική σύμβαση συνοδευόμενη από λεπτομερή τεχνικοοικονομική μελέτη θα συντασσόταν από τη Γαλλική Αποστολή Μηχανικών, ενώ το Κράτος θα διατηρούσε τη συνολική κυριότητα της γραμμής και θα κατασκεύαζε το έργο με ειδικό προσωπικό που θα προσλάμβανε το Υπουργείο Εσωτερικών. Ωστόσο, στις 30.4/12.5.1888 υπογράφεται σύμβαση, μεταξύ του Κράτους (του Χ. Τρικούπη ως Πρωθυπουργού και του Κ. Λομβάρδου ως Υπουργού Εσωτερικών) και του Λουδοβίκου Ρόσσελς, Προξένου του Βελγίου, ως αντιπροσώπου του Ερνέστου Ρολέν, Γεν. Διευθυντή της βελγικής “Διεθνούς Εταιρίας οικοδομών και εργολαβιών δημοσίων έργων”, σύμφωνα με την οποία η Εταιρία αναλαμβάνει “την κατασκευήν και εκμετάλλευσιν της σιδηροδρομικής γραμμής. Σύμφωνα με αυτήν, ο ανάδοχος ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει το έργο μέσα σε τρία χρόνια, ενώ η Κυβέρνηση θα κάλυπτε το κόστος της κατασκευής λαμβάνοντας δάνειο 24 εκατ. φράγκων, από το οποίο ο ανάδοχος θα έπαιρνε 120.000 φράγκα ανά χιλιόμετρο. Το συνολικό μήκος της γραμμής υπολογιζόταν σε 180 χιλιόμετρα».
Όπως περιγράφεται στο ίδιο βιβλίο του Μουσείου Φωτογραφίας, «οι κατασκευαστικές εργασίες ξεκινούν στις αρχές του 1889 . Η εταιρία διέθετε μάλιστα στην κατοχή της ένα μικρό ατμόπλοιο, καθώς και φορτηγίδες (μαούνες) για τη μεταφορά των σιδηροδρομικών υλικών μέχρι τις παραλίες. Αφού διαμορφώθηκαν τα παραθαλάσσια εργοτάξια, άρχισε η επίστρωση της γραμμής προς το εσωτερικό, ενώ το εργατοτεχνικό προσωπικό, τα υλικά και τα εργαλεία μεταφέρονταν προς τα ενδότερα με σιδηροδρομικούς συρμούς». Η ανάδοχος εταιρία δεν άντεξε, άφησε τους εργάτες της απλήρωτους και κηρύχθηκε έκπτωτη, μετά και από διαμαρτυρίες της Ιταλικής Πρεσβείας, δεδομένου ότι υπήρχαν αρκετοί Ιταλοί εργαζόμενοι. Πρόλαβε, πάντως, να ετοιμάσει τα τμήματα Καλαμάτας-Διαβολιτσίου (μαζί και το Ασπρόχωμα-Μεσσήνη), τα οποία ήταν έτοιμα μέσα στο 1891 και η εκμετάλλευσή τους ξεκίνησε το 1992. Το κράτος αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά, γραφειοκρατικά και πολιτικά προβλήματα και οι ανάδοχες εταιρίες το ίδιο, ενώ πρόκειται και για ένα τμήμα με μεγάλες τεχνικές δυσκολίες.
Στη Μεσσηνία υπάρχουν περιοχές όπου το σφύριγμα του σιδηροδρόμου δεν ακούστηκε ποτέ, παρ’ ότι όχι μόνο είχε μπει στο σχεδιασμό η κατασκευή γραμμής, αλλά είχε δημοπρατηθεί κιόλας. Πρόκειται για τη γραμμή Κυπαρισσίας- Φιλιατρών- Γαργαλιάνων- Πύλου, που δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Τριφύλιοι και Πύλιοι ισχυρίζονται ότι τα ισχυρά πολιτικά ερείσματα που είχαν οι Κυπαρίσσιοι εμπόδισαν να συνεχίσει ο σιδηρόδρομος και πιο κάτω από την τριφυλιακή πρωτεύουσα, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΧΑΘΕΙ ΤΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ που της προσέδιδε η αφετηρία του τρένου. Η αλήθεια είναι ότι η γραμμή δε φτιάχτηκε, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Όλα τα άλλα τα άφησαν οι τοπικοί πολιτικοί να διαχέονται για να συντηρούν την πολιτική τους πελατεία με το δόλωμα του τοπικισμού.
Το 1890 ανατέθηκε στην εταιρία που είχε αναλάβει την κατασκευή και εκμετάλλευση της γραμμής. Η εταιρία κηρύχθηκε έκπτωτη για το πρώτο έργο, οπότε έμεινε στον αέρα και το δεύτερο.
Δέκα χρόνια μετά οι Σ.Π.Α.Π. ανέλαβαν να φτιάξουν και να εκμεταλλευτούν τη γραμμή Πύργου-Κυπαρισσίας-Μελιγαλά, με πρόβλεψη στη σύμβαση για επέκταση από Κυπαρισσία μέχρι Πύλο. Η κύρωση της σύμβασης έγινε τον Απρίλιο του 1900 και όπως μας πληροφορεί το βιβλίο του Μουσείου Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκέρης», «ιδρύεται ξεχωριστή υπηρεσία για την κατασκευή, με έδρα την Κυπαρισσία, ώστε να υπάρχει καλύτερη επίβλεψη των εργασιών. Παρά τις οικονομικές αντιξοότητες που εξακολουθούν να ταλανίζουν τη σιδηροδρομική εταιρία, το έργο ξεκινάει με εντατικούς ρυθμούς. Χρησιμοποιούνται τα εύχρηστα υλικά που έχουν περισσέψει από το εργοτάξιο Μύλων-Καλαμάτας, ενώ οι καινούργιες προμήθειες υλικών εξωτερικού παραλαμβάνονται από τα πλοία στο λιμάνι της Κυλλήνης. Αν εξαιρέσουμε κάποιες βλάβες στη γραμμή λόγω ραγδαίων βροχοπτώσεων, καθώς και τις περιοδικές ελλείψεις προσωπικού εξαιτίας ασθενειών, και δυστυχημάτων, μόνο στην περίφημη τοξοτή γέφυρα στην τοποθεσία κακόρεμμα 4 Ιταλοί εργάτες σκοτώθηκαν και κηδεύθηκαν στο κοιμητήριο της Παναγιάς στο Λιθερό. η κατασκευή του τελευταίου αυτού τμήματος δεν παρουσίασε ιδιαίτερες δυσχέρειες. Η παραλαβή ολόκληρης της διαδρομής Πύργος-Κυπαρισσία και Καλό Νερό-Κοπανάκι-Μελιγαλά έγινε από την επιτροπή του υπουργείου στις 27-28 Αυγούστου 1902, ενώ η λειτουργία

ΠΑΛΙΑ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

της ξεκίνησε λίγες μέρες αργότερα, στις 7 Σεπτεμβρίου. (…) Η διαδρομή είχε μήκος περίπου 90 χιλιόμετρα και περιελάμβανε περί τους 25 σταθμούς και στάσεις. Επίσημα εγκαίνια δεν έγιναν “εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών και λόγω της μεγάλου κόστους του έργου», αλλά αποφασίστηκε να δοθεί μόνο “γεύμα στην Επιτροπή (παραλαβής) στην Κυπαρισσία, στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους υπαλλήλους της Εταιρίας και στις ντόπιες αρχές.
Υπάρχει και ένα θεωρητικό ενδιαφέρον από την αυτοδιοίκηση, την Περιφέρεια και τους Δήμους, να χρηματοδοτήσουν προαστιακές γραμμές. Στην πράξη, όμως, κανείς τους δεν προτίθεται να διαθέσει χρήματα για την επαναλειτουργία του τρένου. Πιο πολύ ενδιαφέρει την αυτοδιοίκηση να αλλάζει πλακάκια στις πλατείες των πόλεων, παρά να καθίσει να δουλέψει και να αξιοποιήσει το αναπτυξιακό μέσο που λέγεται σιδηρόδρομος, ο οποίος προσφέρει και κοινωνικές υπηρεσίες στους κατοίκους της επαρχίας.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο πρώτος πρωθυπουργός που έφτιαξε νομοσχέδιο για το σιδηρόδρομο, το 1855, είπε στη Βουλή ότι «το κράτος εκείνο, το οποίον δεν ήθελεν αποφασίσει να βαδίση εις τη νέαν ταύτην οδόν (σ.σ. τρένα στη στεριά, πλοία στη θάλασσα), θέλει καταδικασθή να μένη πολύ όπισθεν των άλλων κατά τον πολιτισμόν και την ευπορίαν».
Εμείς σήμερα έχουμε μείνει πίσω και στον πολιτισμό και στην ευπορία, όχι βέβαια μόνο επειδή καταργήθηκε ο σιδηρόδρομος, είναι όμως και αυτό ένα δείγμα για τις επιλογές των τελευταίων κυβερνήσεων. Ο δε Χαρίλαος Τρικούπης, θεμελιώνοντας το 1882 τη μεγάλη προσπάθεια δημιουργίας σιδηρόδρομου, είπε ότι «δεν είναι επιτετραμμένον εις την Ελλάδα να περιμένη πλειότερον». Να, όμως, που στην Ελλάδα όλα επιτρέπονται, ακόμη και να κλείνουν το σιδηρόδρομο!

Οκτώβριος 5, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΦΟΥ (ΤΙΝΤΗΡΗ), Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ (ΤΙΝΤΗΡΗ) ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

Πάσχα 14-4-1974, Καφενείο Σοφού (Τίντηρη) ΣΟΦΟΥ ΣΠΥΡΟΥΛΑ-ΜΠΡΟΥΣΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ-ΧΑΜΠΕΣΗΣ ΣΤΑΘΗΣ-ΣΟΦΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ-ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, φωτογρ.αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Βρισκόμαστε μου έλεγε πέρσι τέτοια εποχή η Σπυριδούλα Σοφού λες και ήταν μάντης, ένα βηματάκι,  όχι ολόκληρο βήμα πριν το κλείσιμο. Δεν αντέχουμε άλλο Σπύρο μου, όπου και να κοιτάξεις ερημιά και καταχνιά, τα έξοδα πολλά και εγώ είναι ζήτημα αν ψήνω 4 με 5 καφέδες και αν σερβίρω 4 με 5 ποτά ή μπύρες την ήμερα. Εδώ που κάποτε κτυπούσε η καρδιά της κάτω ρούγας του Κοπανακίου, οι μόνοι που έχουν απομείνει σήμερα είναι μόνο κάτι γέροντες, αραιά και που κάνουν την εμφάνισή τους, πίνουν το καφεδάκι τους λέμε και καμιά κουβέντα, και μαθαίνω κανένα νέο. Αυτός είναι και ο λόγος που το κρατάω ανοικτό, για να μη με πιάνει παραλογιά. Πόσα λεφτά να κερδίσεις την ημέρα με 50 λεπτά που παίρνω για κάθε ένα καφέ; Αν δεν είχαμε και τους ξένους εργαζόμενους ματανάστες, έστω αυτούς τους λίγους, το καφενείο θα θύμιζε ΚΑΠΗ. Σήμερα ευτυχώς έστω και αυτοί οι λίγοι χωριάτες ή οι Αθηναίοι που έρχονται για ελιές ή διακοπές, τις γιορτές ή τα Σαβατοκύριακα, μου προσφέρουν μια ανάσα ζωής, με ξανανοιώνουν! Το μαγαζί αυτό λειτουργεί πάνω από 110 χρόνια. Είναι το παλαιότερο και πιο γνωστό μαγαζί στο χωριό Κοπανάκι της ορεινής Τριφυλίας. Το ξεκίνησε γύρω στο 1900 περίπου σαν μονοπώλειο και χάνι ο Βαρυμποπαίος Δημήτρης Σοφός γνωστός ως (Τίντηρης) με την γυναίκα του Σταθούλα. Εκεί μπορούσε ο χωρικός να αγοράσει αλάτι, πετρέλαιο, σπίρτα, είδη παντοπωλείου και συγχρόνως είχαν και κατάστημα νεοτερισμών. Το μονοπώλειο σταμάτησε το 1917. Δίπλα είχαν και λιοτρίβι, που μετά το αγόρασε η Ρεβέκα Παπασταμάτη. Οι περαστικοί ξεπέζευαν και δένανε τα ζωντανά τους στο λιοτριβιό ή στις γύρω χαμοκέλες για να τα ποτίσουν και να τα ταίσουν, οι αγωγιάτες για να φάνε ένα πιάτο φαγητό να ξαποστάσουν και να ξαναπάρουν το δρόμο για τον προορισμό τους. Μετά το το 1917 αφού πουλήσανε το μονοπώλειο, ο νέος διάδοχος ο Χρήστος Σοφός (τίντηρης), ανέλαβε την επιχείρηση και άνοιξε κουρείο, παντοπωλείο, καφενείο, συγχρόνως ασχολείτο με αγροτικές εργασίες και δούλευε μεταφέροντας με το κάρο του εμπορεύματα ή άλλα αγαθά . Βοηθός του στη ζωή και στη δουλειά η γυναίκα του Φωτούλα. Το 1932 αγόρασε ένα μαύρο φορτοταξί. Τότε ο άνδρας μου ο Γιώργης ήταν 13 ετών, δεν πρόλαβε να τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο παρ΄ όλο που λάτρευε τα γράμματα, στην Πέμπτη τάξη τον σταμάτησε, και του έδωσε το κάρο με το άλογο να το δουλεύει, οι ανάγκες πολλές και τα χρέη έτρεχαν. Ο μπάρμπα Χρήστος πέθανε το αρχές του 1946. Ο Γιώργη

Αναμνηστική φωτογραφία μπροστά στο καφενείο του ΤΙΝΤΗΡΗ. ΙΩΑΝ.ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΣΑΚΟΣ)-ΑΝΔΡ.ΤΖΑΒΕΛΑΣ-ΒΑΣ.ΓΚΟΤΣΗΣ (ΚΟΥΝΕΛΗΣ)-ΚΙΜ.ΡΗΓΑΣ-ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ-ΘΑΝ.ΜΑΡΑΒΕΛΗΣ-ΜΗΤΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΝΤ.ΜΠΕΜΠΟΝΗΣ-ΠΑΝΑΓ,ΜΥΛΩΝΑΣ-ΗΛ.ΡΗΓΑΣ-ΠΑΝ.ΡΗΓΑΣ (ΔΑΣΚΑΛΟΣ)-ΗΛ.ΚΑΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΡΙΣΤ.ΡΗΓΑΣ.ΙΩΑΝ.ΜΠΡΟΥΣΤΗΣ

Σοφός (Τίντηρης) το κάρο το βάστηξε και στην διάρκεια της κατοχής μέχρι το 1956. Το 1950 παντρευτήκαμε και από τότε ανέλαβα το καφενείο μόνη μου με την πεθερά μου και την κουνιάδα μου Τασία. Το 1954 όταν γύρισε από την αεροπορία  ο κουνιάδος μου Δημήτρης Σοφός το δουλέψαμε μαζί. Από τότε 60 ολόκληρα χρόνια, μια ζωή σερβίριζα ότι μπορείς να φαντασθείς. Καφέδες σε μπρίκι χάλκινο επάνω στην χόβολη, έχεις πιει καφέ καβουρδισμένο στο χέρι; και όταν τον έκοβες στον μύλο του καφέ η μοσχοβολιά του σου έσπαζε τα ρουθούνια. Άσε που όταν ψηνότανε γέμιζε με την ευωδία του τα μερακλίδικα ρουθούνια των πελατών. Ποτέ δεν έψησα καφέ με ζεστό νερό γιατί έκοβε, πάντα χρησιμοποιούσα κρύο νερό ή χλιαρό. Πρώτα έριχνα την ζάχαρη στο νερό, ανακάτευα καλά και μετά έριχνα τον καφέ, ανακάτευα αργά μέχρι να αρχίσει να φουσκώσει. Αργούσε να γίνει βέβαια… αλλά το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που όλοι οι πελάτες ερχόντουσαν στο καφενείο για να απολαύσουν τον μερακλίδικο Ελληνικό καφεδάκι τους, σερβιρισμένο σε χοντρό φλιτζάνι, με την συνοδεία ενός σέρτικου τσιγάρου. Η δουλειά δεν σταματούσε ποτέ, αν δεν σερβίριζα καφέδες, θα ετοίμαζα φαγητό για την οικογένεια ή για τους εργάτες που έφτιαχναν τον κεντρικό δρόμο, στα χωράφια ή στο λιοτρίβι της Ρεβέκας. Μόλις εύρισκα καιρό πήγαινα και στα κτήματα και στα ζωντανά μου, άσε τις μπουγάδες… το τι έχουν τραβήξει αυτά τα χέρια δεν λέγεται μία ζωή βάσανα. Στα μαγαζάκια αυτά κάποτε βρίσκανε θαλπωρή οι ξωμάχοι αγρότες, εδώ κτύπαγε η καρδιά του χωριού. Το παραδοσιακό καφενείο εξαφανίζεται, οι νέοι φεύγουν γιατί δεν υπάρχει και τίποτα να τους κρατήσει, τα γερόντια αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, και αργά ή γρήγορα φεύγουν από τη  ζωή. Αναπολεί τα περασμένα χαϊδεύοντας τα σιδερένια τραπεζάκια και τις γερασμένες ξύλινες με ψαθί καρέκλες. Σε αυτές τις καρέκλες που κάποτε γέμιζαν με ξωμάχους αγρότες. Κάθε πρωί πέρναγαν 30 τουλάχιστον άνθρωποι και άλλοι τόσοι μαζευόντουσαν τα βράδια. Άλλοι έπαιζαν το τάβλι τους, άλλοι τα χαρτάκια τους, άλλοι έπιναν το καφεδάκι τους, το λουκούμι τους, το παστέλι, την κομπόστα τους (γλυκό του κουταλιού), τα παιδιά το υποβρύχιό τους, το ουζάκι ή το τσιπουράκι τους, πάντα συνοδεία με ένα ποτήρι δροσερό νερό από το πηγάδι της αυλής. Τα πειράγματα και οι πολιτικές συζητήσεις εδινάν και έπαιρναν, εδώ ήταν η μικρή βουλή της κάτω ρούγας. Κάποτε αποτελούσε σημείο αναφοράς του χωριού, τώρα λίγες κονσέρβες στα ράφια, λίγα πακέτα τσιγάρα, χαρτικά και τρόφιμα  πρώτης ανάγκης. Δίπλα στον πάγκο η περίφημη πλεχτομηχανή, αγορασμένη το 1970 από την Καλαμάτα. Παρά τον φόρτο εργασίας πάντα εύρισκε χρόνο να ασχοληθεί με το πλέξιμο πουλόβερ, μπλούζες, κασκόλ, φούστες, ζακέτες και τόσα άλλα γυναικεία ή ανδρικά, περήφανη για την όμορφη και προσεκτική δουλειά της. Δεν θέλει ούτε να το σκέπτεται ότι μπορεί κάποια στιγμή να κλείσει το καφενεδάκι της λέει, «Θα πεθάνω την άλλη μέρα από την παραλογιά και το μαράζι». Κάθε πρωί συναντιώμαστε 4-5 άνθρωποι και πίνοντας το καφεδάκι μας, σχολιάζουμε την επικαιρότητα ανταλλάσουμε απόψεις και νέα, το ίδιο και το βράδυ. Αν κλείσει και αυτό το μαγαζάκι θα κάνουμε ρούγα όπως παλιά, κάτω από τις μουριές της διπλανής πλατείας του Παπασταμάτη, θα πάρουμε τα σκαμνάκια μας και θα καθόμαστε δίπλα στο πεζοδρόμιο. «Αν χαθεί η επικοινωνία, πάει χαθήκαμε και εμείς», σημειώνει ο καινουργιοφερμένος στην πέρα ρούγα Νίκος Χιώτης. Την ίδια γνώμη έχουν και ο Παπαγεωργίου Δημήτρης, το ίδιο και ο Τάσσο – Ρήγας. Το παραδοσιακό καφενεδάκι εξαφανίζεται, μαζί του χάνονται και όλα τα στοιχεία που γενιές και γενιές ξωμάχων αγάπησαν. Τις ξύλινες με ψαθί καρέκλες, τα σιδερένια στρογγυλά τραπεζάκια, το τάβλι, η ξεφτισμένη από την πολύ χρήση τράπουλα, η κομπόστα, το μερακλήδικο καφεδάκι, το ούζο με τα στραγάλια, η μυρωδιά του καπνού από σέρτικα τσιγάρα, οι πολιτικές συζητήσεις, οι μικροπαρεξηγήσεις, τα καλαμπούρια. Ο μαρασμός είναι εμφανής και η εικόνα θλιβερή. Τα παραδοσιακά στέκια της αγροτιάς κατεβάζουν ρολά, και αυτά που μένουν ανοικτά είναι για την τιμή των όπλων. Η κυρά Σπυρούλα με σερβίρει το καφεδάκι μου στην αυλή του καφενείου λέγοντάς με πίκρα: «πόσο θα ήθελα να σου έψηνα καφέ στην χόβολη… τότε θα έβλεπες την διαφορά». Οι πολιτικές αλλά και κοινωνικές συζητήσεις στα παλιά καφενεία τα μετέτρεψαν σε χώρους δημοκρατίας. Εκεί άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, αριστεροί, δεξιοί, βενιζελικοί κ.α., παναθηναϊκοί, ολυμπιακοί, διαφωνούσαν πίνοντας παρέα τον καφέ τους, αλλά λίγες φορές χάλαγαν τις καρδιές τους και την φιλία τους. Απόδειξη περίτρανη το δέσιμο τους κατά την διάρκεια της κατοχής τον καιρό του εμφυλίου, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, ενώ στο πάνω Κοπανάκι οι εκτελεσθέντες και απωλεσθέντες από όλες τις παρατάξεις ήταν πάρα πολλές, στην κάτω ρούγα δεν «λύθηκε μύτη» στην κυριολεξία! . Από το καφενείο του Σοφού πέρασαν άνθρωποι των γραμμάτων, και του μόχθου όπως ο δάσκαλος Παναγιώτης Ρήγας, ο Γιώργη Κανόπουλος (Γιώργη Κάνος), ο Παναγιώτης Ματζώρος, ο Θανάσης Κοκκίνης, Γιάννης Χριστοφιλόπουλος (Τσάκος), Πάνο – Σοφός, Μπάμπης Χριστοφιλόπουλος (Τσάκος), εδώ

ΟΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΦΩΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΌ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΦΟΥ ΣΠΥΡΟΥΛΑΣ ΣΤΙΣ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον ιδιόμορφο αγαπητό σε όλους και που άφησε πρόωρα με τον χαμό του την πέρα ρούγα, Νικολάκη Χριστοφιλόπουλο (Παπαλόπα), Γιώργη και Γιάννη Καράμπελα (Κατσουλογιανναίους), τον φανατικό λάτρη του ποτού Γιώργη Μπεμπόνη. Σήμερα οι λιγοστοί αλλά μόνιμοι θαμώνες μετρημένοι στα δάκτυλα, Τάσος Ρήγας, Παπαγεωργίου Δημήτρης, Χαμπεσής Στάθης, φανατικοί ταβλαδόροι, ο Κώστα Μυλωνάς, ο Αποστόλης Παυλόπουλος, ο Νίκος Χιώτης, ο γράφων Κομιανός Σπύρος και οι Αλβανοί Γιώργης, Άλεξ, Γιάννης και τζίμης με τις οικογένειές τους. Όλα αυτά μέχρι τις 27 Ιουλίου 2010 στις 6.00 μ.μ την ώρα που είμαστε έξω από το καφενεδάκι, μία έντονη μυρωδιά από φωτιά και ένα πυκνό σύννεφο καπνού μας τύλιξε. Αιτία  ένα ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα και το παραδοσιακό καφενεδάκι της Σπυριδούλας Σοφού έγινε παρανάλωμα πυρός, η καταστροφή ήταν πραγματικό πλήγμα για όλους μας, όσο και αν προσπαθήσαμε και παρ΄όλο που η πυροσβεστική ήρθε γρήγορα δεν κατάφερε να παρά να περισώσει μερικά έπιπλα και το οίκημα που ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρές ζημιές. Πιστοί εμείς οι εναπομείναντες θαμώνες, αντί να πάρουμε τα σκαμνάκια μας και να κάνουμε «ρούγα» στην πλατεία Παπασταμάτη, επισκεπτόμαστε την κυρά Σπυρούλα Σοφού με την ιδιότητα του γείτονα και επισκέπτη, για να μη νοιώθει μόνη, να έχει κάποιον να μιλήσει και να σπάσει την μοναξιά της. Όσο για μένα οι επισκέψεις μου είναι ευκαιρία να εκμαιεύσω τις απαραίτητες πληροφορίες για το ιστολόγιό μου, γιατί πραγματικά παρά την ηλικία της 84 χρονών, είναι για μένα ένας πραγματικός θησαυρός πληροφοριών, και επιπλέον να γεύομαι τον μερακλίδικο αλλά σπιτικό πλέον καφέ της, που με τόση μαεστρία και τέχνη ψήνει!

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com 

 

Σεπτεμβρίου 10, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 2 Σχόλια