Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΚΡΕΟΠΩΛΕΣ – ΓΥΡΟΛΟΓΟΙ Η ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ ΜΑΚΕΛΑΡΗΔΕΣ Η ΧΑΣΑΠΗΔΕΣ. Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ. komianos.wordpres’s.com

ΓΥΡΟΛΟΓΟΙ Η ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ ΧΑΣΑΠΗΔΕΣ

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΚΡΕΟΠΩΛΗΣΗ αιτία που ασχολήθηκα με το παραδοσιακό επάγγελμα του παραδοσιακού πλανόδιου κρεοπώλη, ή κοινά  γνωστού ως γυρολόγου χασάπη-Κρεοπώλη, ξεκίνησε από μια συζήτηση που έκανα με τον (Πέτση) Στάθη- Στρατικόπουλο από τον Αετό Ορεινής Τριφυλίας. Σήμερα ο Πέτσης διατηρεί ένα παραδοσιακό παντοπωλείο στο χωριό και συνεχίζει την δουλειά του κρεοπώλη και σφάχτη μικρών και μεγάλων ζώων.  Μου έλεγε λοιπόν την ιστορία του ηλικιομένου πατέρα του, γνωστού ως Πάνο-Βαγγέλη Στρατικόπουλου ετών 87 εν ζωή. Παντρεμένο με την Σωτηρία Λαμπροπούλου από το χωριό Άϊ-Γιάννη ή (Τούρλα).   Του Κοπανακίου. Τα παλιά χρόνια τότε που ο πάγος και το ηλεκτρικό δεν το είχαν δει οι παππούδες και οι πατεράδες μας ούτε στα όνειρά τους, υπήρχαν οι παραδοσιακοί πλανόδιοι ή γυρολόγοι χασάπηδες. Δουλειά τπυς να γυρίζουν στα χωριά και να ψάχνουν για να αγοράσουν γερά και υγειεί ζωντανα. Το πάρε δώσε γινότανε επί τόπου από την προϊγούμενη μέρα, με το που τελείωνε την γύρα του ο πλανόδιος χασάπης, είχ ε αγοράσει τα ζωντανά που τον ενδοιέφεραν. Π.χ. αρνιά, κατσίκια, χοιρινά, βετούλια, ζυγούρια, κότες. Πολλές φορές και μοσχάρια ανάλογα με τις παραγγελίες ή τις επαγγελματικές του ανάγκες. Τα πουλερικά τα έβαζε σε κλούβες ή δεμένα με σχοινί στα πόδια, τα ζώα τα έσερνε με σχοινί πίσω στο μουλάρι του. Τα ζώα σφάζονταν πρωί – πρωί, με τη δροσιά. Πρώτα μια μαχαιριά στο λαιμό από τον «μακελάρη» όπως ονόμαζαν χαραχτηριστικά τον χασάπη. Μετά έκαναν μια μικρή χαρακιά στο πίσω δεξί ή αριστερό πόδι, ίσια ίσια να ΚΑΤΩ ΚΠΑΝΑΚΙ ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΦΑΓΙΑπερνάει το στόμιο του φυσερού. Με το φυσερό φουσκώνανε το δέρμα του σφακτού και τους διευκόλυνε στο γδάρσιμο. Έδενε με σχοινί δυο ξύλινες τάβλες στα πλαϊνά του αλόγου ή του μουλαριού και κρεμούσε από τους ξύλινους ή σιδερένιους γάντζους που υπήρχαν στο πάνω μέρος κάθε τάβλας, μεγάλα κομμάτια κρέας και ξεκινούσε τη γύρα του φορώντας έπειτα μιαν άσπρη ποδιά. για να προφυλάξει το κρέας απ’ τις μύγες και τα άλλα έντομα, είχε μια τρίχινη φούντα, φτιαγμένη από ουρά αλόγου, και μ’ αυτήν τα έδιωχνε. κατεβαίνοντας στην πόλη ή στα χωριά περιδιαβαίνοντας τις ρούγιες και τις γειτονιές να τα πουλήσει.  Το σφαχτό έπρεπε να καταναλωθεί πριν περάσει το εικοσητετράωρο. Ένας άλλος  πλανόδιος χασάπης μου έλεγε η κυρία Μαρία σύζηγος του Αντώνη Διακουμή, ήταν ο κυρ’Αριστείδης Πουλάκης ή (Τήρης) από το χωριό Κυπαρίσι. Ο κυρ’ Αριστείδης έπαιρνε παραγγελίες, έσφαζε τα ζώα, τα ζύγιζε σε οκάδες και τα τοποθετούσε με το όνομα του καθενός νοικοκύρη σε κόφες που μετέφερε με το γαϊδουράκι του στο Κυπαρίσι και το διπλανό χωριό Μητρόπολη, μέχρι και το 1966 έκανε αυτή τη δουλειά, «μαύρα μάτια κάναμε να δούμε ψυγείο στα χωριά μας»….Κυρίως την ημέρα του Σαββάτου ο πλανόδιος κρεοπωλης επισκεπτονταν  μικρότερα χωριά με το μουλάρι, του έβαζε πάνω απ΄το σαμάρι ένα μεγάλο κόκκινο ρούχο, για να μην ακουμπά το κρέας στο σαμάρι και στην πλάτη του ζώου, και κυρίως για να μην φαίνονται τα αίματα. Το κρέας κοβότανε με την χαντζάρα «παρουσία της νοικοκυράς ή του νοικοκυρη». Μετά ξεκρέμαγαν την παλάντζα ή το καντάρι και ζυγιζε σε οκάδες το κάθε κομμάτι. Επειδή τα παλιά χρόνια δεν υπήρχαν ψυγεία όπως προείπα, και επειδή το φρεσκοσφαγμένο από το πρωί ζώο έπρεπε να διατεθεί σε 24 ώρες. 

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΠΩΛΗΤΗΣ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΡΕΑΤΩΝ

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΠΩΛΗΤΗΣ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΡΕΑΤΩΝ

Τούς καλοκαιρινούς μήνες, έδεναν κομμάτια κρέας με σχοινιά και το κατέβαζαν στο βάθος κάποιου πηγαδιού όπου η δροσιά παρέτηναι την συντήρηση του. Εάν δεν υπήρχε πηγάδι κρεμούσαν τα σφαχτά από το πάτερο σε δροσερά υπόγεια. Σε περιπτώσεις που είχε ρίξει χιόνι, τα σκέπαζαν με χιόνι και όταν τα χρειαζόντουσαν τα ξέθαβαν συντηρημένα από την παγωνιά. Ένας άλλος πλανόδιος χασάπης, μου έλεγε ο Γιώργης Λιάτσος, απολαμβάνωντας το καφεδάκι του στην καφετέρεια του Βασιλόπουλου στην κεντρική πλατεία του Κοπανακίου, ήταν ο πατέρας του, ο Χρήστο – Λιάτσος του Αγάθωνα από το Σιτοχώρι, παντρεμένος με την κυρά Δήμητρα από το χωριό Ριζοχώρι (Λάπι) της Ορεινής Τριφυλίας. Γύρναγε όλα τα χωριά της περιφέρειας, Σιτοχώρι (Πιτσά), Άϊ Γιώργη, Τούρλα, Σανοβά, Γλυκορίζι κ.α. Διάλεγε τα πιο υγιεί και καλοθρεμένα ζώα. Τα περισσότερα ανάλογα με τις ανάγκες τα έσφαζε επιτόπου και τα πουλούσε με την οκά, το δέρμα το κρατούσε για την πάρτη του. Τότε τα δέρματα τα πουλούσαν και έπαιρναν αρκετά χρήματα από τους δερματέμπορους. Διαφορετικά τα έδενε πίσω στο γαϊδουράκι του και σαν ερχόταν η ώρα τα κρέμαγε έξω από το σπίτι του στο Λάπι σε ένα χοντρό κλαδί μιας μουριάς στην αυλή του σπιτιού του. Από κάτω τοποθετούσε ένα λεβέτι για τα αίματα. Αν δεν είχε το φυσερό φούσκωνε τα τομάρια με το στόμα, τα εγδερνε και τα τεμάχιζε ανάλογα με τις παραγγελίες σε οκάδες . Το επάγγελμα αυτό υπήρχε απ’ τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και διατηρήθηκε περίπου μέχρι το 1930 περίπου. Σε άλλες περιοχές που ο πάγος ή το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαν ακόμη φθάσει, οι πλανόδιοι χασάπηδες συνέχιζαν το επάγγελμα μέχρι και το 1960 περίπου. Έτσι πουλιόταν το κρέας στις αστικές περιοχές μέχρι τα μέσα περίπου αυτού του αιώνα, οπότε οι συνθήκες και η εξέλιξη το κατήργησαν. Έπειτα στήθηκαν πάγκοι και αργότερα ξύλινες παράγκες. Σε ορισμένα χωριά συνήθως πουλούσαν τα σφαχτά τους σε καφενεία ή σε παντοπωλεία (μπακάλικα). Ο τελάλης διαλαλούσε που και πότε θα πουλιώταν κρέας και τι είδος. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το σφάξιμο, το γδάρσιμο και το πούλημα γινόταν στο κεντρικό μεγάλο δένδρο της πλατείας του χωριού. Το Πάσχα έσφαζαν κατσικάκια και προβατάκια των συγχωριανών τους κι έπαιρναν για τον κόπο τους τις προβιές. Το σφάξιμο γινόταν Παρασκευή ή προπαραμονή μεγάλων γιορτών, κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, έξω από το χωριό ή μέσα στο χωριό, κάτω από μακριά οριζόντια πέτρα, στερεωμένη σε τοίχους, για να κρεμάει τα ζώα, προκειμένου να τα γδάρει και να τα τεμαχίσει. Σήμερα οι πάγγοι και οι προχειρα στημενες ξύλινες παράγκες αντικατασταθηκαν πλέον σε κάθε γειτονιά από σύγχρονα κρεοπωλεία. 

Εργασία: ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ – komianos.wordpres’s.com


                                                              

 

 

 

Advertisements

Φεβρουαρίου 17, 2013 Posted by | ΓΥΡΟΛΟΓΟΙ Η ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ ΚΡΕΟΠΩΛΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΝΤΕΛΑΛΗΣ Η ΤΕΛΑΛΗΣ-ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ-ΚΗΡΥΚΑΣ-ΚΡΑΧΤΗΣ ΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΥ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΣΒΥΝΕΙ. Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos.wordpres’s.com

ΝΤΕΛΑΛΗΣ Η ΤΕΛΑΛΗΣ – ΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΕΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΡΟΥ

Οι ντελάληδες η κράχτες, η τελάήδες, η δημόσιοι κήρυκες κοινώς διαλαλητές, συνήθως μεγάλοι σε ηλικία, που έκαναν αυτή τη δουλειά συγχρόνως με άλλα επαγγέλματα για να εξοικωνομήσουν τα  απαραίτητα χρήματα για  να ζήσουν την φαμελιά τους. λίγες ήταν οι περιπτώσεις που νέοι άνθρωποι προσπαθούσαν να βγάλουν μερικά χρήματα, πέρα από την τακτική τους εργασία με αυτόν τον τρόπο. Τα χρήματα που έπαιρναν σαν αμοιβή ήταν λίγα και δεν ήταν αρκετά  για να ζήσει μια οικογένεια, αφού ήταν λίγα και όχι σίγουρα. Ανάλογα με το πόσο ανοικτοχέρης ήταν ο εργοδότης.

Ντελάληδες: Μορφές διαφήμισης δια ζώσης φωνής. Η ονομασία τελάλης έχει ρίζα  αφ’ενός Τουρκική (TELLAL): Αυτός που ανακοινώνει τα νέα. Κατά άλλους έχει ρίζα Αραβική (DELLAL), Ντελάλης. Οι ντελάληδες διαλαλούσαν τα νέα, ήταν γενικά μια κινητή εφημερίδα. Τα αγαθά που έφερναν για πώληση οι εμπόροι, γάμους, βαπτίσια, αποφάσεις και γνωστοποιήσεις των τοπικών αρχόντων, ασθένειες μεταδοτικές κ.α. Πρωτέρημά τους, η δυνατή φωνή και το κυριώτερο ο τρόπος που ενημέρωναν τους κατοίκους, π.χ πότε και που θα εφέρνε γράμματα ο ταχυδρόμος, γιορτές, πανηγύρια, κλοπές ζώων. Οι ντελάληδες περπάταγαν τους δρόμους βάζοντας τις παλάμες στο στόμα τους σαν χωνί φωνάζοντας,  πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και ιδιόρυθμα ηχητικά μέσα όπως κουδούνια, τούμπανα, κερατοβούκινα , κουδούνες, χωνιά κ.α. για να προσελκύσουν την προσοχή. Γενικότερα οι περισσότεροι αυτοσχεδίαζαν. Ορισμένοι επέλεγαν σοβαρό ύφος, άλλοι χρησιμοποιούσαν χιουμοριστικές φράσεις. Συνήθως έκαναν τη δουλειά τους με τα πόδια, απαραίτητο και το υψηλό καφάσι για να προσελκύουν την προσοχή των κατοίκων, αλλά ορισμένες φορές χρησιμοποιούσαν και ζώα για να μεγαλώσουν την εμβέλεια της δράσης τους, δεν ήταν λίγες οι φορές που χρησιμοποιούσαν και κάρρα. Η αμοιβή τους ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό. Τα νεώτερα χρόνια τους πλήρωνε η Κοινότητα ή ομάδα κατοίκων. Γενικότερα οι περισσότεροι αυτοσχεδίαζαν. Σήμερα ντελάλη μπορεί να συναντήσει κανείς σπάνια και μόνο σε κάποιο μικρό χωριό. Πάντως σχεδόν όλοι οι ντελάληδες ξεκινούσαν τα μαντάτα με τη φράση όπως : «ακούσατε… ακούσατε…».

ΝΤΕΛΑΛΗΣ 1978  Στίχοι και Μουσική: ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΚΑΣ, Τραγούδι: ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΙΤΣΙΑΣ

Χρόνια ριγμένα στο σταθμό
Χρόνια χαμένα φως μου
Τραγούδια φτιάχναν τον καημό
Με την φωνή του κόσμου

Ξανα κι όλο ξανά σου τραγουδώΧΑΤΖΙΑΒΑΤΗΣ
Χίλια τραγούδια βρε ζωή χαλάλι σου
Έμαθα πάντα πικραμένος να γυρνώ
Μέσα στους δρόμους και να γίνομαι ντελάλης σου

Χρόνια με δίχως τελειωμό
Φτιάχναν τα όνειρά μου
Σ’ ανταμωσα μ’ αντάμωσες
Ανοίξαν τα φτερά μου   

ο πιό ..γνωστός μας “ ντελάλης “ , είναι ο ..ήρωας των παιδικών μας χρόνων , ο..κολλητός του αγαπημένου μας ..Καραγκιόζη , ο..Χατζηαβάτης .. Σκηνή..εισόδου στο..μπερντέ του Χατζηαβάτη :….«Ακούσατε… ακούσατε… Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Έλληνες και Οθωμανοί,..». Έτσι κάνει το ντεμπούτο του στον καραγκιόζη μπερντέ, καλώντας τους θεατές του θεάτρου σκιών, ο Χατζηαβάτης, ο αρχητελάλης του Πασά, και  «άσπονδος» φίλος του Καραγκιόζη … Kατάλοιπο, της ..Τουρκοκρατίας, η συμπαθής ..φυσιογνωμία του ντελάλη που ..έμεινε πια ανεξητηλη στην  ζωή μας

Σέ όλους τους παλιούς ντόπιους αλλά και περαστικούς επισκέπτες της πόλης του Κοπανακίου, ακόμα ηχεί η φωνή του ΚΩΣΤΑ – ΜΑΓΚΑ. Όταν περιδιαβαίνοντας τα σοκάκια της πόλης, ή από το στέκι του στην πλατεία, διαλαλούσε την δουλειά του: ΕΔΩ Ο ΚΑΛΟΣ ΧΑΜΑΛΗΣ !!!….ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΥΒΑΛΑΩ!!!…ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΑΦΕΡΩ !!!! ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΛΑΤΗ ΜΟΥ…Ο ΔΙΚΟΣ ΣΑΣ ΦΙΛΟΣ ΚΩΣΤΑ – ΜΑΓΚΑΣ. Σιγά σιγά δουλεύοντας και με τις οικονομίες που έκανε, αγόρασε και το σπίτι που έμενε ο Δημήτρης Ανδριανόπουλος, πατέρας του Νίκο – Κούγια κοντα στο σπίτι του Παπα-Γιώργη Καράμπελα. Το επισκεύασε, έβαλε και το νοικοκυριό του και έμενε εκεί. Όποιος περναγε την ώρα που καταπιανότανε  με την επισκευή του σπιτιού του, τον ρωτούσε: :” Τι κάνεις Κώστα;” ” ΕΔΩ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΥΟΜΑΣΤΕ “…Έτσι κυλούσε η ζωή του ήσυχα και αθόρυβα. Θυμόμαστε μου έλεγαν οι παλιοί, σαν ήθελε να πλυθεί ή να πλύνει μάζευε από την εξαέρωση του τραίνου το ζεστό νερό σε ένα κουβά, το ανακάτευε με κρύο νερό από το πιγάδι το0υ σταθμού και είχε χλιαρό νερό για τις προσωπικές του ανάγκες λέγοντας σε όποιον τον ρωτούσε » ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ… ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΗΝ ΜΠΟΥΓΑΔΑ ΜΟΥ». Τις μεγάλες γιορτές, πήγαινε όπως συνήθιζαν οι περισσότεροι Λαγκαδιανοί τέτοιες γιορτινές ημέρες, στο χωριό του το Σέρβου Αρκαδίας, κοντά στους συγγενείς του. Κάποτε άδικα περιμένανε την επιστροφή του. Αυτή την φορά το ταξείδι του ήταν χωρίς επιστροφή…Στο χωριό Σέρβου της Αρκαδίας τον αγαπημένο του τόπο, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο μόνος, χωρίς οικογένεια, όπως  και μόνος έζησε. Όμως και αυτός άφησε την ιστορία του στον τόπο μας και σε όλους εμάς. Αλλά και σε σας τους επισκέπτες αυτού του Blog, που ίσως  έχετε την υπομονή και την περιέργια να διαβάσετε αυτήν την ιστορία…  Και ο συνηθισμένος κογιόνης “ποιητής εκ του προχείρου”, Γιώργης  Μαραβελής από το χωριό Μοναστήρι, του σκάρωσε το παρακάτω στιχάκι: ΚΩΣΤΑ- ΜΑΓΚΑ ΦΟΥΚΑΡΑ…ΑΠ’ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ – ΠΙΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΧΑΜΑΛΙΚΙ…ΤΟΥΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΣΤΑ ΧΟΝΤΡΑ – ΜΕΤΑΦΕΡΕΙΣ ΤΑ ΥΛΙΚΑ – ΚΟΝΟΜΑΣ ΚΑΙ ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ !!! 

Ένας άλλος ντελάλης ήταν και ο κυρ’ Αποστόλης Μαραβελής από το Μοναστήρι (Βαρυμπόπι) της Ορεινής Τριφυλίας, αγρότης το επάγγελμα, πατέρας του Γιώργη Μαραβελή (ΜΠΟΓΙΑ).

Επίσης ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΚΟΥΓΙΑΣ) Από το χωριό ΜΑΛΘΗ Η (ΠΟΝΤΙΑ), παντρεμένος στο χωριό ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ με την κυρά Ελένη από την οικογένεια των ΚΑΡΑΒΙΔΑΙΩΝ. Ακόμη και σήμερα σωζεται η συκιά που πιτσιρικάδες κλέβαμε σύκα. (Η συκιά του Κούγια). Για να ζήσει την οικογένεια του εκτός από ντελάλης έκανε ότι δουλειά μπορεί να φαντασθεί ο καθένας μας. Είχε και δικό του κάρρο για μεταφορές εμπορευμάτων και νοικοκυριών, αγροτικές εργασίες και κυρίως τις χειμωνιάτικες μέρες έψηνε και πουλούσε κάστανα. Είχε δικό του τρόπο να διαλαλεί διαφημιζωντας την πραματειά του, ήταν και καλαμπουρητζής, «κογιώνης» π.χ. για να διαλαλήσει  την πραμματειά του, έλεγε :» ΚΑΣΤΑΝΑ ΖΕΣΤΑ ΜΑΡΟΝΙΑ!!!! ΤΗΣ ΚΟΥΓΙΕΝΑΣ ΤΑ ΒΡΑΚΟΖΟΝΙΑ!!! Μου έλεγε ο εγγονός του Νίκο-Κούγιας πως πέθανε σε βαθειά γεράματα γύρω στο 1960 τρώγωντας το το τελευταίο του φαϊ, μακαρόνια.  Στις μέρες μας οι ντελάληδες αντικαταστάθηκαν από τις μεγαφωνικές συσκευές, μόνο στα μικρά χωριά και σε έκτακτα περιστατικά θα ακούσεις να ζωντανεύει η ιδιόμορφη φωνή του ντελέλη στα καλτερίμια και τα στενοσόκακα. ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, ΟΙ ΝΤΕΛΑΛΗΔΕΣ ΔΕΝ ΕΣΒΥΣΑΝ. ΣΕ ΚΑΘΕ ΒΗΜΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΝΑ ΔΙΑΛΑΛΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟΜΟΡΦΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ, ΠΡΟΣΘΕΤΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙΑ ΤΟΥΣ, ΒΡΟΝΤΟΦΩΝΑΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΗΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΟΥΣ.

Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα σας, πάντα θα σας θυμόμαστε με αγάπη και όμορφα συναισθήματα οι συγχωριανοί σας. Κώστα Κατσιάπη    ( Κώστα – Μάγκα) από το Σέρβου Αρκαδίας, Αποστόλη Μαραβελή από το Βαρυμπόπι Ορεινής Τριφυλίας, Γιώργη Ανδριανόπουλε από την Μαλθη (ΠΟΝΤΙΑ) της Ορεινής Τριφυλίας και όλους όσους ξεχάσαμε να αναφερθούμε. Είναι αυτοί άφησαν την ιστορία τους στον τόπο μας και σε όλους εμάς. Αλλά και σε σας τους επισκέπτες αυτού του Blog, που είχατε την ευγενή υπομονή και την περιέργια να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες…

Με αγάπη και σεβασμό. Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos wordpress.com.




 

 

 


 


 


 


Φεβρουαρίου 11, 2013 Posted by | ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΕΚΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΞΟΣΛΩΛΗΚΑ, ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ ΜΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΠΟΥ ΕΣΒΥΣΕ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

ΚΟΥΚΟΥΛΙΑ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑ

Εδώ και 4500 χρόνια στην μακρινή Κίνα όπως γράφουν τα αρχαία κείμενα ήταν γνωστή η μεταξουργία ή αλλιώς ονομαζόμενη σηροτροφία, δηλαδή όλα τα στάδια της εκτροφής του μεταξοσκώληκα μέχρι και την παραγωγή του πολύτιμου νήματος από μετάξι. Λέγεται ότι γύρω στο 2500 π.χ. όταν  αυτοκράτειρα ήταν η Σι-Λιγκ-Σι, μία αξιόλογη και με πολλές γνώσεις γυναίκα, ανακαλύφθηκε η πολύτιμη χρήση των κουκουλιών και του μεταξοσκώληκα. Στην συνέχεια με μεγάλη μυστικότητα έφτιαξε μέσα στα ανάκτορά  σηροτροφείο, μεταξουργείο και εργαστήρια παραγωγής νημάτων μεταξιού αναπτύσσοντας συγχρόνως και την ανάλογη υφαντική τέχνη. Σαν εργάτριες την εποχή εκείνη για να μην διαρρεύσει το πολύτιμο μυστικό, χρησιμοποιούσε τις κυρίες της αυτοκρατορικής αυλής. Για χιλιάδες χρόνια οι κινέζοι κατόρθωσαν να κρατήσουν εφτασφράγιστο μυστικό την παραγωγή του φυσικού μεταξιού. Όμως κανένα μυστικό δεν είναι αιώνιο όπως και κανένα κάστρο δεν είναι απόρθητο. Η μεγάλη ζήτηση, αλλά συγχρόνως  η υψηλή τιμή και αξία του υφάσματος, έκανε πάρα πολλούς να σκεφτούν διάφορους τρόπους για την απόκτηση του κινέζικου μυστικού, όμως όλες οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό. Οι μυστικοπαθείς Κινέζοι ήταν επιφυλακτικοί σε κάθε ξένο που τους έκανε περίεργες ερωτήσεις γύρω από αυτό το ζήτημα. Αντιθέτως ήταν ανοικτοί σε ξένους εμπόρους από άλλες χώρες που ενδιαφέρονταν για την αγορά και μόνο του πολύτιμου υφάσματος. Το μονοπώλιο αυτό το κράτησαν μέχρι τον 6οο μ.χ. Αλλά τελικά το μυστικό της σηροτροφίας και παραγωγής της πρώτης ύλης έγινε γνωστό στην ανατολή και μάλιστα στο Βυζάντιο. Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός έστειλε στην Κίνα δύο ιερομόναχους με αποστολή να μάθουν τα μυστικά του μεταξιού. Κατά την εκεί παραμονή τους έμαθαν τα μυστικά εκτροφής και παραγωγής του μεταξιού. Σαν ήλθε ο καιρός έκρυψαν φεύγοντας μέσα στα κούφια ξύλινα μπαστούνια τους μεταξόσπορο και τον μετέφεραν στο Βυζάντιο. Για αρκετά χρόνια η εκτροφή και παραγωγή κρατήθηκε μυστικό. Δεν άργησε όμως να διαρρεύσει και έξω από τα σύνορα. Όλη η Ελλάδα από βορά έως τον νότο ασχολήθηκε με την μεταξουργία. Ειδικά στην Πελοπόννησο… αυτή ήταν και η αιτία που ονομάστηκε Μοριάς ή Μορέας, επειδή εκεί αναπτύχθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό η καλλιέργεια του δένδρου της μουριάς της οποίας τα φύλλα αποτελούν την βασική τροφή για την ανάπτυξη των μεταξοσκωλήκων. Το 1130 μ.χ. διαδόθηκε στην Ιταλία μετά στην Γαλλία και στην συνέχεια σε όλον τον αναπτυγμένο κόσμο. Πάντως σήμερα το μεγαλύτερο μέρος μεταξιού παράγεται στην Κίνα και την Ινδία. Στην Κίνα μόνο, δέκα εκατομμύρια αγρότες τρέφουν μεταξοσκώληκες και παράγουν υφάσματα από μετάξι γύρω στα 600 με 700 εργοστάσια υφαντουργίας. Απολαμβάνοντας τον μερακλίδικο καφέ από τα χέρια της θείας Σπυρούλας Σοφού, στην κάτω ρούγα του Κοπανακίου το έφερε η κουβέντα γύρω από τους μεταξοσκώληκες. Μου έλεγε ότι πριν έρθει η κατοχή, στα χωριά του Λίατα, τη Βαλύρα, Σκάλα, Μελιγαλά, Μπάστα, φιλιάτα στο χωριό Άρη, Σολάκι, Ζευγολατιό, Ματζάρι, Διαβολίτσι, Οιχαλία, Ταναζίρ (Εύα), Μπάστα (Πλατύ), το Νησί και στις γύρω περιοχές ασχολούνταν με την σηροτροφία. Από τον Φεβρουάριο οι έμποροι έφερναν τα αυγά του μεταξοσκώληκα σε χάρτινα τετράγωνα κουτάκια, από την περιοχή της Ξάνθης κυρίως μετρημένα και σχισμένα. Εμείς αγράμματοι άνθρωποι, τότε δεν ξέραμε από ζύγια και τα μετράγαμε με την «δακτυλήθρα». Κάθε κουτάκι για να είναι σωστό έπρεπε να έχει 12 δακτυλήθρες γεμάτες. Αυτό ήταν για μια δόση εκτροφής μεταξοσκώληκα. Τα κουτάκια δεν είχαν τρύπες και τα αυγά μέσα ήταν μικρούλια σαν του σιναπόσπορου και ακόμη πιο μικρά. Την ημέρα του Ευαγγελισμού στις 25 του Μάρτη, η κάθε νοικοκυρά τύλιγε σε μια καθαρή πετσέτα τα κουτάκια με τα αυγά και τα πήγαινε για να τα ευλογήσει ο παππάς στην εκκλησία. Η μία στην άλλη ευχόμασταν καλή επιτυχία και καλή σοδειά…  Μετά  στο δωμάτιο ή στους χώρους που βάζαμε τα αυγά για εκτροφή, τα καθαρίζαμε με μεγάλη σχολαστικότητα, και τα αερίζαμε. Πολύ λίγα σπίτια στα χωριά της Μεσσηνίας δεν είχαν τα λεγόμενα «ΜΠΙΖΙΚΛΙΚΙΑ», (για εκτροφή μεταξοσκώληκα). Ύστερα τα βάζαμε στην ζεστασιά, στρώναμε σε ένα η περισσότερους «Αρίλογους» (κόσκινα), πεντακάθαρο ξασμένο μαλλί, εκεί απλώναμε τα αυγά, το σκεπάζαμε με καθαρό σεντόνι ή πετσέτα και τα κρατάγαμε σε ζεστό περιβάλλον. Σαν έμπαινε ο Απρίλης και ζέσταινε ο καιρός τότε έσκαζαν τα αυγά και εμφανίζονταν οι προνύμφες σαν μικρά μυγάκια. Τότε μαζεύαμε φυλλαράκια από άσπρη μουριά, την αγαπημένη τροφή τους. Αν τρώνε τέτοιου είδους φύλλα, φτιάχνουν πιο λεπτή και ποιοτικά καλύτερη κλωστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και φύλλα θηλυκής μουριάς για την διατροφή τους. Μετά τα ακουμπούσαμε στο αρίλογο και μόλις το φύλλο γέμιζε από μυγάκια, τότε το μεταφέραμε σε άλλο αρίλογο ή σκάφη και αυτή στρωμένη με ξασμένο μαλλί και το σκεπάζαμε με πανί σε περιβάλλον ζεστό. Από μαύρο που ήτανε έβγαζε ένα κεφαλάκι ασπραδάκι και σιγά σιγά μέσα σε 10 περίπου ημέρες γίνονταν μικρά σκουλικάκια με μάκρος μισό πόντο περίπου. Αν τα φύλλα 

ΕΚΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΩΝ ΣΕ ΚΑΛΑΜΩΤΕΣ

μαρανόντουσαν  ή ότι έχει απομείνει αμέσως τα αλλάζουμε με φρέσκα. Ανάλογα με την σειρά τα ονομάζαμε «πρωτάκια», «δευτεράκια» κ.λ.π. Σε λίγο καιρό μετά από συνεχή διατροφή με μουρόφυλλα τα μεταφέραμε στις λεγόμενες «Καλαμωτές». Οι καλαμωτές ήταν φτιαγμένες από καλάμια πλεγμένα εκείνη την εποχή με λουρίδες από κλαριά μουριάς. Κάθε ένα καλαμωτό είχε μέγεθος διπλού κρεβατιού. Τα καλαμωτά τα κρεμάγαμε από τα «πατερά» της οροφής, το ένα κάτω από το άλλο σε 6 – 7 σειρές και αρκετό χώρο, για να μπορούμε να δουλεύουμε με άνεση στην αλλαγή των φύλλων για την εκτροφή των μεταξοσκωλήκων. Μετά περίπου 7-8 εβδομάδες δεν θυμάμαι καλά, είχαν πάρει ένα χρώμα κίτρινο – ροζέ και γκρί, με μάκρος 5-6 εκατοστά σαν το κοπροσκούλικο. Πηγαίναμε στην Αγιά – Σωτήρα το μοναστήρι μαζεύαμε ρύκια και θυμάρια που είναι άφθονα στην γύρω ορεινή περιφέρεια. Ύστερα τα τοποθετούσαμε επάνω στις καλαμωτές. Πολύ παιδεμός για να μεγαλώσεις, έπρεπε να τα ταίσουμε πρωί και βράδυ. Τα φύλλα έπρεπε να μην έχουν καθόλου δροσιά γιατί τα έβλαπτε και ψωφούσαν. Οι μεταξοσκώληκες ανέβαιναν έρποντας στα κλωνάρια, «ΚΛΑΔΩΝΑΝΕ», έτσι λέγαμε, και άρχιζαν την κατασκευή των κουκουλιών ή «βουτουλιών» στις κορυφές τους. Έφτιαχναν πρώτα ένα «βουτούλι» κεφαλάκι εδώ, ένα κεφαλάκι εκεί και στην μέση ζωναράκι. Και μετά άρχιζαν να πλέκουν το κουκούλι τους εκκρίνοντας  μία συνεχή μακριά μεταξένια κλωστή. Σε 6-7 ημέρες το κουκούλι είχε τελειώσει και ήταν έτοιμο για εκμετάλλευση η για πούλημα. Δεν το αφήναμε περισσότερο γιατί αν το τρυπούσε για να βγεί έξω τότε κατέστρεφε την κλωστή, έβγαινε κομάτι- κομάτι και δεν μπορούσες να το πλέξεις. Να σκεφτείς Σπύρο μου, ο μεταξοσκώληκας είναι τόσο πολύ εργατικός που μέσα σε τόσο λίγες ημέρες τελειώνει το κουκούλι του ή όπως το λέγαμε στα μέρη μας, «ΒΟΥΤΟΥΛΙ», κάθε ένα μας έδινε 600 και παραπάνω μέτρα κλωστής. Το καθαρίζαμε το βάζαμε στο τσουβάλι και το πηγαίναμε στην Καλαμάτα για πούλημα, το κιλό έκανε εκείνη την εποχή 200 δραχμές. Η περιοχή δεν γνώριζε πως γινότανε η παραγωγή, το μυστικό το γνωρίζανε μόνο τα γυναικεία μοναστήρια, τα μυστικά τα μάθαμε από γυναίκες που δούλευαν εκεί μέσα, μετά τα υπόλοιπα ήταν εύκολα για όποιο νοικοκυριό ενδιαφερόταν. Αυτή η γνώση μας χρησίμευσε τις μαύρες μέρες της κατοχής. Βλέπεις τότε το εμπόριο σταμάτησε, όλος ο κόσμος είχε τον νου του πώς να βρει φαί να γεμίσει το στομάχι του. Που μυαλό για φρου φρου και αρώματα… Εμείς όμως που γνωρίζαμε τον τρόπο, μόλις οι έμποροι σταμάτησαν να αγοράζουν το βγάζαμε με τον εξής τρόπο: Σε ένα τσουκάλι βράζαμε καυτό νερό που σκοπό είχε να σκοτώσει τα σκουλήκια και να μαλακώσει τα κουκούλια. Ρίχναμε μέσα 20-22 κουκούλια κάθε φορά και με μια αφανίτσα το ανακατέβαμε, με αποτέλεσμα να κολλάνε οι κλωνές επάνω της. Μετά τις πιάναμε όλες μαζί και τις τραβάγαμε μάτσο μάτσο. Ήταν γερές σαν σύρμα, τόσο πολύ, όπως ήταν ενωμένες τις τυλίγαμε με το μαγκάνι και γινόταν μία κλωστή. Μετά την βάζαμε στην ανέμη και γινόταν μια θηλιά και γυρίζοντας έστριβαν όλες μαζί κάνοντας μία σωστή κλωστή. Τότε ήτανε έτοιμο για να το υφάνουμε στον αργαλειό. Και τι δεν φτιάχναμε σεντόνια, νυφικά,

ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑΣ ΚΑΙ ΚΟΥΚΟΥΛΙ

μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντηλα, μαντίλια, υφάσματα για φορέματα ή για πουκάμισα γυναικεία ή ανδρικά, προίκες αξίας να δουν τα μάτια σου Σπύρο μου. Ήταν μπελαλίδικη δουλειά ούτε να τηγανίσουμε  στο σπίτι δεν τολμούσαμε για να μην πάρουν μυρουδιά τα κουκούλια. Ήτανε και νεραϊδιακά… και τα έπιανε το μάτι και το κακό στόμα. Ο μεταξοσκώληκας πολλές φορές έχανε το χρώμα του γινόταν κάτασπρο και ψόφαγε, τους λέγαμε «ΓΑΛΑΤΑΔΕΣ». Και δεν ψόφαγε όταν ήταν μικρός αλλά αφού είχε φάει τον «Άμπακο».. «Πως πας με τα κουκούλια σου;» ρώταγε η μία γειτόνισσα την άλλη… «Άσε… είχα πολλούς γαλατάδες». Στην Μεσσήνη είχε πολλές μουριές, έτσι και έκανες αρχή να μαζεύεις φύλλα η μουριά πέταγε καινούργια, εγώ δεν τα είχα χρησιμοποιήσει ποτέ… το πρώτο χέρι μου ήταν αρκετό. Στην τιμή της αγοράς των κουκουλιών ήταν πληρωμένα όλα και τα εργατικά και τα φύλλα από τις μουριές. Άμα δεν είχα δικά μου κουκούλια πήγαινα σε μια κυρία στο χωριό Λιάτα στη Βαλύρα, είχε δικό της μαγκάνι και κτιστή φωτιά για το θερμό. Εγώ μάζευα τις κλωνές και με πλήρωνε με την μισή παραγωγή. Σε όλα σχεδόν τα κονάκια οι αγρότες έτρεφαν μεταξοσκώληκες από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο. Ο Μάης είναι ο μήνας της πείνας γενικά για τους αγρότες της Μεσσηνίας, όμως όσοι είχανε κουκούλια στα σπίτια τους κονομιόντουσαν. Το πανηγύρι στην Βαλύρα γίνεται του Αγίου Πνεύματος μέχρι και σήμερα. Εάν ερχόταν νωρίς δεν μπορούσαν να φιλοξενήσουν στα σπίτια τους επισκέπτες γιατί δεν είχαν χώρο λόγω της εκτροφής των μεταξοσκωλήκων, και λεγόταν «ΦΤΩΧΟΣ». Αν γινόταν αργά τότε είχαν πουλήσει τα κουκούλια και είχαν αρκετό χώρο στο σπιτικό τους να φιλοξενήσουν τους επισκέπτες και συγγενείς τους.

Εδώ στο Κοπανάκι δεν είχε αξιοποιηθεί ή για να ακριβολογήσω δεν είχε αξιολογηθεί το όφελος της σηροτροφίας, όμως στα γύρω χωριά γυναίκες που είχαν καταγωγή από εκείνα τα χωριά και από την Βόρεια Ελλάδα όχι βέβαια πολλές αλλά αρκετές ασχολήθηκαν με αυτή την τέχνη. Γενικά όμως οι περισσότερες αγόραζαν κλωστές από μετάξι που τις ύφαιναν στον αργαλειό, η αγόραζαν έτοιμα υφάσματα που στα έμπειρα χέρια τους γινόντουσαν έργα τέχνης.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com   

Μαΐου 19, 2011 Posted by | ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ - ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΕΣ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ , Ο ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ), Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Ο ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΑΙΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

 

Ο Κυρ ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ)

Στο κοντινό χωριό Βαρυμπόπι ζούσαν ο Θεμιστοκλής και η Γιωργίτσα Παπαναγιώτου καλλιεργώντας την κακοτράχαλη Τριφυλιακή γη. Όμως ήρθε η στιγμή που ο τόπος δεν τους βαστούσε άλλο και μετακινήθηκαν όπως και άλλοι πατριώτες τους χαμηλότερα στα περίχωρα του Κοπανακίου. Η καλλιέργεια στα πεδινά πιο εύκολη, κοντά στην περιουσία τους, και περισσότερα μεροκάμματα.  Επέλεξαν σαν τόπο κατοικίας τους την τοποθεσία «Λακαγκούμα», μεταξύ των τοποθεσιών «Ρηγαίικα» και «Καπελιαίικα». Εκεί έκτισαν το πέτρινο σπιτικό τους δύο καμαρούλες όλο και όλο. Μπορεί το κονάκι τους να ήταν μικρό όμως η αγάπη χρύσωνε και ζέσταινε την φτώχια τους και την ανέχιά τους. Το 1921 γεννήθηκε το έκτο παιδί  ο κυρ Μανώλης Παπαναγιώτου, ήταν και το τελευταίο τους παιδί, ο Βενιαμίν της οικογενείας. Μετά από λίγα χρόνια όλη η οικογένεια μετακόμισε στο Κάτω Κοπανάκι γύρω στο 1927-1928. Εκεί τελείωσε τα πρώτα του γράμματα στο πρώτο Δημοτικό Σχολείο του Κάτω Κοπανακίου. Οι γονείς του σαν τελείωσε το δημοτικό σχολείο τον έστειλαν κοντά στα πεθερικά μου, τον Γιώργη και Γιάννη Καράμπελα τους «Μπερνακαίους» ή «Κατσουλογιανναίους», άριστους και γνωστούς τεχνίτες εκείνης της εποχής για να μάθει κοντά τους την τέχνη του τσαρουχιού και του παπουτσιού. Πιστεύω ότι στην φωτογραφία που παραθέτω στο άρθρο μου ο νεαρός που είναι στο κέντρο της είναι ο Μανώλης Παπαναγιώτου. Το 1951 παντρεύτηκε με την Ψαραίισα Δήμητρα Μπούσιου.  «Τούλα». Το 1952 ήρθε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, η Γεωργία υπάλληλο στο Υπουργείο Άμυνας, το 1954 ήρθε ο Κώστας που ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, μέχρι και σήμερα διατηρεί φωτογραφείο στην πόλη της Κυπαρυσσίας το «Φώτο Κώστας» και τέλος 1956 γεννήθηκε ο Νίκος που έγινε

ΣΤΟ ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΙΚΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΜΑΛΛΟΝ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ) Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

αστυνομικός. Στο μεταξύ αφού έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη καλά, άνοιξε δικό του τσαγκάρικο με πολλούς εργάτες στην δούλεψή του, γύρω στους 15 με 18 μαστόρους, βοηθούς και πωλητές. Οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, οι μάστορες ευχαριστημένοι και ο κυρ Μανώλης εξαιρετικός εργοδότης. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά, μια ξαφνικά απρόσμενη ασθένεια ήταν η αιτία να σταματήσει η επιχείρηση. Οι μάστορες, οι βοηθοί, οι καλφάδες, οι πωλητές έχασαν την δουλειά τους, τα «ρολλά» της επιχείρησης κατέβηκαν. Η κυρά Τούλα έμεινε στο χωριό να φροντίσει την οικογένειά της με κάθε θυσία, τα χρόνια τότε ήταν πολύ δύσκολα ακόμα περισσότερο για μια γυναίκα με πολυμελή οικογένεια. Στην Αθήνα ο κυρ Μανώλης συγχρόνως με την θεραπεία του έπιασε δουλειά σε ένα φωτογραφείο. Τίμιος και εργατικός καθώς ήταν απόκτησε την συμπάθεια του αφεντικού. Ο οποίος όταν του δινόταν ευκαιρία του έδειχνε και κάποιο από τα μυστικά του επαγγέλματος του. Εκείνη την εποχή οι επαγγελματίες δεν έλεγαν εύκολα τα μυστικά τους… και αυτό για λόγους καθαρής εκμετάλευσης. Όπως μου έλεγε ο κυρ Μανώλης τα σύνεργα που χρησιμοποιούσε  το νέο αφεντικό του φάνταζαν στα μάτια του μαγικά. Κάθε πρωί στηρίζαμε την φωτογραφική μηχανή με το τρίποδο, με φόντο το αντικείμενο μπροστά στο οποίο θα πόζαραν οι πελάτες για φωτογράφηση. Κυρίως σε κεντρικές πλατείες ή τοποθεσίες με ιστορική ή τουριστική σημασία Η φωτογραφική μηχανή ήταν τοποθετημένη σε ένα ξύλινο κουτί. Πίσω από το κουτί είχε ένα κατάμαυρο ύφασμα, εκεί χωνόταν ο φωτογράφος σαν ήθελε να τραβήξει μία στάση και το κάλυμμα αυτό τον κάλυπτε μέχρι την μέση. Εκεί είχε μικρές σκαφούλες με διάφορα υγρά, εκεί μέσα βάπτιζε το χαρτί της φωτογραφίας και το κουνούσε μέχρι να εμφανιστεί η «Μαγική» φωτογραφία, προσέχοντας πάντα να τις βαστήξει μέσα στα υγρά όσο χρειαζόταν για να μην του «μαυρίσουν», και το «Πουλάκι» εμφανιζότανε… «αυτό ήταν όλο»! τους έλεγε κάνοντας και το καλαμπούρι του. Ύστερα σκούπιζε με πετσέτα το χαρτί, το έπλενε με καθαρό νερό από τον κουβά που πάντα είχε δίπλα του, κρεμούσε τις φωτογραφίες με μανταλάκια από τον σπάγγο μέχρι να στεγνώσουν και μετά στεγνές της παρέδιδε στους ενδιαφερόμενους. Από τα χρόνια τα παλιά η δουλειά του πλανόδιου φωτογράφου θεωρείτο σπουδαία. Στα παιδικά μας μάτια αλλά και στους απλοϊκούς ανθρώπους φάνταζε κάτι το μαγικό, κάτι το σπουδαίο. Σαν τον μάγο που έβγαζε πολύχρωμα μαντήλια, το κουνέλάκι ή περιστέρια από το καπέλο. Έτσι και αυτός από το μαγικό του ξύλινο κουτί έβγαζε τις μαγικές φωτογραφίες. Πολλές φορές ανάλογα την ιδιότητα του πελάτη ή της απαιτήσεις του το φόντο ήταν και διαφορετικό. Π.χ. για στρατιώτες άλλο, για ερωτευμένους άλλο, για οικογενειακές φωτογραφίες άλλο, κάθε μία στάση έφερε και διαφορετική επιγραφή. Για τα ερωτευμένα ζευγαράκια έγραφε «ενθύμιον αγάπης», για τα στρατιωτάκια έγραφαν «ενθύμιον της τάδε μονάδας», ή «οικογενειακόν ενθύμιον», κ.ο.κ.  Μου έλεγε, γαμπρέ οι περισσότεροι άνθρωποι νοιώθουν αμήχανα όταν γνωρίζουν ότι φωτογραφίζονται και η αμηχανία τους αποτυπώνεται στην φωτογραφία. Για να έχει επιτυχία η στάση πρέπει να την τραβάς όταν δεν το περιμένει ο πελάτης, έτσι βγαίνει φυσική διαφορετικά αλλάζει ο τρόπος έκφρασης, στάσης και δράσης. Καλό είναι να μην γνωρίζει κάποιος την παρουσία του φωτογράφου, πράγμα το οποίο είναι πρακτικά αδύνατον όταν στέκεσαι πίσω από ένα τεράστιο τρίποδο με την μηχανή τοποθετημένη επάνω του. Όμως ο κυρ Μανώλης είχε το χάρισμα και την υπομονή να σε βάζει να ποζάρεις με τον καλύτερο τρόπο, τα σκυθρωπά πρόσωπα εμφανιζόταν χαμογελαστά, τα μελαγχολικά πρόσωπα αποκτούσαν νάζι, τα θυμωμένα  αποκτούσαν όψη χαρούμενη. Είχε γενικά την καλλιτεχνική φλέβα μέσα του. Μακάρι η γυάλινες πλάκες του που αποτύπωσαν στην ασπρόμαυρη επιφάνειά τους τόσες και τόσες στάσεις, πρόσωπα και εικόνες και γεγονότα να σώζονταν μέχρι σήμερα…. Πόσο ανεκτίμητης ιστορικής αξίας γεγονότα, πρόσωπα αγαπημένα και περιστατικά θα είχαν να μας διηγηθούν… φωτογραφίες που μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές γεμάτες νοσταλγία με τις ιδιόμορφες στιγμές τους, γιορτές, γάμοι, βαπτίσεις, χοροί, πανηγύρια, πάντα με την δική τους ομορφιά.  Δυστυχώς μόνο ελάχιστες έχουν διασωθεί από αυτές τις πολύτιμες υάλινες πλάκες. Η φράση «χαμογελάστε βγαίνει το πουλάκι» έχει μείνει παροιμιώδης. Στις μέρες μας έχει αντικατασταθεί από το «Πέστε όλοι μαζί “cheese”… Όταν γύρισε με το καλό έφερε μαζί του και μια φωτογραφική μηχανή, με τον καιρό ασχολήθηκε επαγγελματικά. Αγόρασε νεότερης τεχνολογίας φωτογραφικά εργαλεία. Το τρίποδο έγινε παρελθόν τα ίχνη του έμειναν ζωγραφισμένα επάνω στα πλάγια του γερασμένου αυτοκινήτου του, δείχνοντας την ιδιότητα του ιδιοκτήτη. Ήταν ο μοναδικός φωτογράφος σε όλη την ορεινή Τριφυλία. Με κρεμασμένη την φωτογραφική μηχανή στον ώμο ξεκίνησε από το περίφημο Κυριακάτικο πανηγύρι του Κοπανακίου, από εκεί έγινε γνωστός στην περιοχή. Όπου χαρά, πανηγύρι, γάμος και εθνικές εορτές,  εκεί και ο κυρ Μανώλης. Σε  στιγμές κεφιού όλοι θυμούνται ότι χρειάζονται τον φωτογράφο. Στα γύρω χωριά Κόκλα, Βασιλικό, Ψάρι, Σουλιμά, Αετός, Βρυμπόπι, Αρτίκι κ.α.  όλο και κάποιος χωρικός θα είχε ανάγκη για κάποια φωτογραφία ταυτότητας ή αναμνηστική. Πολλές φορές η πληρωμή γινόταν με αγροτικά προϊόντα. Με αυγά, κανένα κοτόπουλο, λίγο λάδι, στάρι, καμιά σφέλα τυρί ή ότι άλλο είχαν για συναλλαγή. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που τις έδινε και βερεσέ, το «τεφτέρι» ας ήταν καλά… Το 1972 αφού τελείωσαν τα παιδιά το σχολείο πήγαν οικογενειακώς στην Αθήνα, εκεί άνοιξαν φωτογραφείο στην κάτω ηλιούπολη. Με την καινούργιο μαγαζί τελειοποίησε και τις γνώσεις του γύρω από το επάγγελμά του, και κοντά του έμαθε την δουλειά και ο γιος του Κώστας. Μετά 10 περίπου χρόνια γύρισε στην αγαπημένη του πατρίδα συνεχίζοντας το επάγγελμα του φωτογράφου. Εδώ και ένα χρόνο που άρχισα να ασχολούμαι παράλληλα με το ιστολόγιο μου, το ιδιωτικό  παραδοσιακό μου λαογραφικό μουσείο και το πραγματικά αξιόλογο φωτογραφικό αρχείο του τόπου. Με πολύ ευαισθησία και τον πρέποντα σεβασμό σιγά σιγά μαζεύω αυτά τα πολύτιμα φωτογραφικά κειμήλια που αποθανάτισε ο κυρ Μανώλης σε όλες τις χαρούμενες στιγμές της ζωής του τόπου μας και σε όλες τις εκδηλώσεις. Κληρονομιά ενός πραγματικού καλλιτέχνη. Εγώ τον γνώρισα λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ψιλόλιχνο, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, αρρενωπότατο να τριγυρνά με την φωτογραφική του μηχανή κρεμασμένη μπρος στο στήθος του, έτοιμο να προσφέρει υπηρεσίες σε όποιον του το ζητούσε. Στα γύρω χωριά πήγαινε οδηγώντας το μικρό αυτοκινητό του με την επιγραφή «ΦΩΤΟ ΚΩΣΤΑΣ Καλλιτεχνικές φωτογραφίες» Γάμοι – Βαπτήσεις.Τώρα βρίσκεται παροπλισμένο στην αυλή του πατρικού του σπιτιού, αναμνήσεις του παρελθόντος. Γράφει σε ένα αφιέρωμα της η «Μαλλούσα», Γεωργία Ναούμ Αγγελοπούλου- Παπαβασιλείου: «Κι έρχεται στη μνήμη μου…. Ο κυρ Μανώλης Παπαναγιώτου, ο (Χουρχουριάς). Ο ψιλόλιχνος φωτογράφος μας. Ο καλλιτέχνης! Ο άνθρωπος! Ευγενής, χαμογελαστός, ακούραστος, με το μεράκι, την καλοσύνη, την υπομονή. Είχε το χάρισμα, να σε βάζει να ποζάρεις με τον ωραιότερο τρόπο, για να κρατήσει το τώρα, τι στιγμή που θα γίνεις χθές….». Σε μία άλλη παράγραφό της λέει: «Μπορούσε να πιάσει τα χρώματα, του ουράνιου τόξου! Να φυλακίσει μια ζεστή ματιά, ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, όσα συναισθήματα ξεχείλιζαν και τα κρατούσε σ’εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που έγινε κι έμεινε μια αλήθεια! Η φωτογραφία του…». Και αλλού γράφει ξεφυλλίζοντας το φώτο – άλμπουμ: « Με απορία και θλίψη παρατηρώ τα σημάδια του χρόνου. Ω! Ναι…

ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ Κυρ ΜΑΝΩΛΗ ΣΕ ΠΑΡΟΠΛΙΣΜΟ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Ο χρόνος! Αθώος φταίχτης, Σπλαχνικός φονιάς». Για σαράντα ολόκληρα χρόνια ήταν ο φωτογράφος όλων μας, μέχρι που στις 9 Απριλίου 2003 έφυγε από την ζωή ο κυρ Μανώλης, από τότε μέχρι σήμερα ο τόπος ορφάνεψε από φωτογράφο. Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ στην Πρόεδρο Πολιτιστικού, Πολιτισμικού και Αγροτουριστικού Συλλόγου Κόκλας, Κα Φράγκου Αγγελική. Στο υπέροχο και αξιόλογο αφιέρωμα της αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ας σπεύσουμε, οι πολιτιστικοί συλλόγοι της περιοχής Κοπανακίου, Δωρίου και περιχώρων, να συλλέξουμε αυτό το υλικό, με πολύ προσοχή και σεβασμό στην παράδοση. Γιατί έχουμε κοινά σημεία, λόγω καταγωγής μας και λόγω θέσης μας». Και συνεχίζει: « Εμείς το έχουμε ξεκινήσει ήδη, με την δημιουργία Λαογραφικού Μουσείου στο χωριό μας Κόκλα»… Και εγώ σαν ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ,ξεκίνησα με αγάπη και σεβασμό πριν από λίγο καιρό, την συλλογή παραδοσιακών αντικειμένων και φωτογραφικών κειμηλίων. Είναι συγκινητική ή συμμετοχή και προσφορά των κατοίκων της περιοχής μας. Δεν περνά ημέρα που να μην μου προσφέρουν κάτι καινούργιο και δυσεύρετο για να το προσθέσω στην συλλογή του μουσείου μου. Κάποτε συζητώντας με την γυναίκα του Δήμητρα και με τον γιο του Κώστα που διατηρεί φωτογραφείο στην Κυπαρυσσία, τους ζήτησα εάν άφησε δείγματα της δουλειάς του, η απάντηση ήταν απογοητευτικά αρνητική. Όπως αναφέρει η κυρία Φράγκου Αγγελική της είχε δείξει πολλά άλμπουμ με φωτογραφίες μήπως μέσα από αυτές αναγνωρίσει κάποιο γνωστό πρόσωπο. Όμως όπως γράφει μετά από 40 χρόνια στάθηκε αδύνατο να αναγνωρήσει από κάποιο παιδικό πρόσωπο έναν ή μία γνωστή της. Από τις φωτογραφίες που έχω κατορθώσει να μαζέψω είμαι βέβαιος ότι το αρχείο του εάν υπήρχε θα ήταν ένα αξιόλογο και πλούσιο. Εμένα προσωπικά με έχει βοηθήσει πάρα πολύ στο ιστολόγιό μου. Όλοι μας γνωρίζουμε πως η μαγεία της φωτογραφίας είναι αδύνατο να μας αφήνει αδιάφορους, και να μην μας προκαλεί αισθήματα νοσταλγικά. Το επάγγελμα του πλανόδιου φωτογράφου χάθηκε οριστικά, αφού η τεχνολογία προχωράει με άλματα και οι παλιές φωτογραφικές μηχανές έχουν αντικατασταθεί με τις ψηφιακές. Όμως σε πολλά σημεία κεντρικά της πατρίδας μας συναντάμε τους παραδοσιακούς φωτογράφους εκείνης της εποχής… που σε πείσμα στην σημερινή τεχνολογία κρατάνε ζωντανή την τέχνη τους, και δεν είναι λίγοι οι περαστικοί που θα θελήσουν να ποζάρουν μπροστά στον φακό τους για μια αναμνηστική φωτογραφία ακόμη και από περιέργεια για το πώς εμφανίζεται το «Πουλάκι»!!! Πολλοί είναι αυτοί που θα σε θυμηθούν κυρ – Μανώλη διαβάζοντας αυτό το άρθρο. Ας είναι ελαφρό το χώμα που σε σκεπάζει. Αγαπημένε μας και αξέχαστε χαμογελαστέ φωτογράφε.

Εργασία :  ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com

Μαρτίου 31, 2011 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΕΡΖΗΣ-ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ-ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ-ΚΕΤΣΕΤΖΙΔΕΣ Η ΠΙΛΗΤΕΣ-ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΕΡΖΗΣ – ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ – ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ –  ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ Ή ΠΙΛΗΤΕΣ – ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

 

ΤΣΟΠΑΝΟΣ ΜΕ ΚΑΠΑ ή ΚΑΠΟΤΑ

«ΤΕΡΖΗΣ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ» λεγόταν αυτός που έφτιαχνε κάπες από χοντρό υφασμένο στον αργαλειό «δίμητο», ύφασμα με πλέξιμο πυκνό και σφικτό. Ένας από τους πιο καλούς τερζήδες εκείνης της εποχής γύρω στο 1920 ήταν ο Κώστα Τσώνος ο (γέρο Λοχαγός)όπως τον φωνάζανε. Η καταγωγή του από το Σιτοχώρι (Πιτσά) της Ορεινής Τριφυλίας, παππούς του καθηγητή Γιώργου Τσώνου. Έφτιαχνε «Καπότες» δηλαδή κάπες για τσοπάνους και «Γιουρντιά» για γυναίκες. Όπως μου έλεγε ο Σιτοχωραίος Λεωνίδας Πολίτης, ο μπάρμπα Κώστας ήταν ένας πολύ μαγκιώρος  και περιζήτητος  τεχνίτης εκείνη την εποχή, και η κάπα ήταν ένα απαραίτητο πανωφόρι. Ήταν το ένδυμα των φτωχών αγροτών και βοσκών. Δύο άλλοι τερζήδες και αυτοί περιζήτητοι μαστόροι σε κάπες και σεγκούνες, από τον Αετό της Ορεινής τριφυλίας όπως μου έλεγαν ο Παπα – Γιάννης Κοράκης και ο Χρήστος Κοσμάς, ήταν οι αδελφοί Γρηγόρης και Πασίλης Παπαδημητρίου, και αργότερα εμαθε κοντά τους και ο γαμπρός τους  Αθανασόπουλος Δημήτριος ο (Μπερεκλαίος) από το χωριό Μπέρεκλα. Με την κάπα προφυλαζόντουσαν από το κρύο και την βροχή, με την κάπα στρώνανε καταγής για να κοιμηθούν ή να ξαποστάσουν από την σκληρή δουλειά της ημέρας. Για το ύφασμα της «ΚΑΠΑΣ» ή της «ΚΑΠΟΤΑΣ» την ύφαιναν στον αργαλειό οι υφάντρες με κλωνές από μαλλί προβάτου. Για την κάπα ή καπότα που την ονομάζαν «ΤΑΛΑΓΑΝΙ» την ύφαιναν στον αργαλειό αφού στο στιμόνι περνάγανε κλωνές «ιδιασμένες» από μαλλί προβάτου και υφαίνανε με κλωνές από μαλλί γιδήσιο ή τραγήσιο. Αυτού του είδους την ύφανση την λέγανε «ΜΑΤΕΡΟ». Από αυτά τα υφαντά υφάσματα πάχους ενάμιση πόντου, κατασκεύαζαν οι τερζήδες κάπες από μαλλί προβάτου για τους βοσκούς ή τσοπαναραίους και ταλαγάνια όπως συνηθιζόταν να τα λένε από γιδήσιο

ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΚΑΠΙ ή ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ

ήτραγήσιο μαλλί. Το «ΚΑΠΙ» ή «ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ» λεγόταν η κάπα για μικρούς σε ηλικία τσοπανάκους. Πρίν να φτάσει στα επιδέξια χέρια της υφάντρας, ξεκίναγε σαν πρώτο στάδιο το κούρεμα από τις αρχές του Μάη, τότε το μαλλί των ζώων μετά την περίοδο του χειμώνα είναι μακρύτερο. Μετά το μαλλί το βράζανε στο καζάνι. Αυτό το νερό το βάσταγαν για να το ανακατέψουν με την βαφή όταν θα έβαφαν τα μαλλιά αργότερα. Ύστερα το πήγαιναν στο ποτάμι και το ξεπλένανε πολύ καλά με άφθονο νερό, γινόταν κάτασπρο σαν το χιόνι. Το άπλωναν και το άφηναν να στεγνώσει χωρίς να το βλέπει ο ήλιος για να μην κιτρινίσει. Σαν στέγνωνε το μαλλί, το καθάριζαν από διάφορα ξένα σώματα και το ξένανε. Ύστερα ερχόταν η σειρά του λαναρίσματος, πέρνανε μία ποσότητα από μαλλί προβάτου, μία τούφα, την βάζανε ανάμεσα σε δύο ξύλινες σανίδες με χειρολαβές και καρφιά και ξέμπλεκαν τις ίνες. Για το τράγινο μαλλί επειδή ήταν πολύ πιο κοντό, πρώτα το βρέχανε, μετά το ξένανε με ένα εργαλείο την «Κοτζά», είχε δύο χειρολαβές και επό έντερα γουρουνιού ή μοσχαριού μήκους 4-5 μέτρα περίπου σε δύο σειρές. Με αυτό μαστίγωναν το μαλλί για να το ξάνουνε, μέχρι που αφράτευε. Το λαναρισμένο μαλλί είτε από πρόβατο ή γίδινο το κάνανε μικρές μπάλες που τις λέγανε «τουλούμπες». Μετά με την χρήση της «ρόκας», του «αδρακτιού», του «τυλιγαδιού» του «ροδανιού» ή του «τσικρικιού» το μαλλί το στρίβανε με τα δάκτυλα και το κάνανε «κλώνα». Με την βοήθεια του «τυλιγαδιού» φτιάχναν τα «μασούρια» και ήταν έτοιμο για ύφανση στον αργαλειό. Συνήθως τις κλωνές για τις κάπες Ή τις άφηναν λευκές ή τις βάφανε με μαύρο χρώμα. Έβραζαν δηλαδή στο καζάνι φλούδες από σκλήθρο και βάπτιζαν το μαλλί μέσα στο κατάμαυρο ζεστό νερό για να πάρουν χρώμα. Εκτός από την ονομασία Τερζήδες τους λέγανε και «ΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ» ή «ΑΜΠΑΤΖΑΔΕΣ». Δουλειά τους ήταν γυρνώντας στα χωριά  να πουλάνε  υφαντό χοντρό μάλλινο ύφασμα το λεγόμενο «ΑΜΠΑ», και συγχρόνως έραβαν «ΑΜΠΑΔΕΣ» δηλαδή κάπες για αγρότες και βοσκούς. Επίσης υπήρχαν και οι «ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ» ή «ΠΙΛΗΤΕΣ», τεχνίτες που ράβανε τον «ΚΕΤΣΕ ». Και αυτό σκληρό υφαντό από μαλλί αρνιού ή προβάτου, το χρησιμοποιούσαν και οι καπιστράδες για την κατασκευή καπουλοδετών και

ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΤΟΥ

μεσιών. Οι τσομπάνηδες για τις κάπες τους τα λεγόμενα «ΚΕΠΕΝΕΚΙΑ». Τα εργαλεία τους ήταν απλά: Ο μακαράς (η κλωστή), η κάργα, ο πήχης, η χοντρή δακτυλήθρα, ο γάντζος, τα γυριστά βελόνια, (σακοράφες), η τανάλια, η ειδική μεγάλη ψαλίδα. Ο τερζής ή ο αμπατζής δεν έπαιρναν μέτρα, υπολόγιζε τις διαστάσεις με το μάτι και μετά έκοβε και έραβε. Η κατασκευή απλή, αλλά το ράψιμο δύσκολο και αργό. Η κάπα σε σχήμα τσουβαλιού και ανοικτή μπροστά. Στους ώμους ήταν ραμμένη, είχε σχήμα παλτού με κουκούλα και τα μανίκια ήταν πολύ φαρδιά. Το πάχος του υφάσματος όπως ανέφερα ήταν περίπου ενάμιση πόντο και περασμένη από την νεροτριβή την λεγόμενη (ντριστέλα). Φτιάχνανε

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΓΙΟΥΡΝΤΙ Ή ΣΕΓΚΟΥΝΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΜΙ;ΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

τρεις τάβλες σαν χαντάκι και οι γυναίκες το βρέχανε με μπόλικο χλιαρό νερό, συγχρόνως οι άνδρες το πάταγαν με τα πόδια και το τουμπάρανε για να το τρίψουνε καλά. Έτσι οι πόροι κλείνανε και η κάπα γινόταν αδιάβροχη και ούτε το κρύο την περόνιαζε. Η δουλειά που τους έπαιρνε χρόνο ήταν το στόλισμα με γιορτάνια (συρίτια), τα λεγόμενα γαϊτάνια για γαρνίρισμα από την κάπα μέχρι κάτω και στις άκρες των μανικιών. Για τους πιο φτωχούς βοσκούς γινόταν μόνο με στρίφωμα ήταν πολύ πιο οικονομικό. Τα «ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ» ραβόντουσαν πιο κοντές από το ίδιο ύφασμα και χωρίς μανίκια. Τα κεντούσαν με μαύρο μετάξένιο νήμα και γύρω για μπορντούρα τα στολίζανε με γαϊτάνι και άλλα στολίδια από χρωματιστά νήματα. Στις κάπες και στις σεγκούνες χρησιμοποιούσαν ξύλινα κουμπιά και από τις δύο μεριές, και με «θηλίκια» (κορδόνι στριφτό με θηλιά) τα κουμπώνανε μπροστά. Κάθε κάπα ήταν ασήκωτη, θα πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον 10 οκάδες… το μαλλί από ένα κοπάδι πρόβατα!. Απαραίτητη εξάρτηση εκτός από την κάπα, ήταν ο «Τρουβάς» ή «Ντορβάς», ένα μάλλινο σακούλι που το κρέμαγαν στον ώμο και εκεί έβαζαν το φαγητό τους και άλλα απαραίτητα εργαλεία, το φλασκί ή την νεροκολοκύθα με το νερό ή το κρασί και την απαραίτητη γκλίτσα του, την (στραβολέκα ή αγκούλα) που ήταν μακρύτερη από το μπόϊ τους για στήριγμα ή για να πιάνουν τα ζωντανά τους ανάλογα ή από τον λαιμό ή από τα πόδια.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ευχαριστώ τους : Λεωνίδα Πολίτη από το χωριό Σιτοχώρι Μεσσηνίας, και Σπυριδούλα Σοφού από την κάτω ρούγα Κοπανακίου.

Φεβρουαρίου 27, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΡΓΟΣΒΥΝΟΥΝ, «ΞΥΛΟΚΕΡΑΤΑΣ» – «ΜΑΧΑΙΡΑΣ»- «ΜΑΧΑΙΡΟΠΟΙΟΣ», Ή «ΠΙΤΣΙΑΚΣΙΗΣ». Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΠΕΡΙΤΕΧΝΕΣ ΛΑΒΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΙΔΕΣ ΜΑΧΑΙΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΣΟΥΒΑΛΑ (ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ) ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

«Ξυλοκερατάς», λεγεται ο ειδικός τεχνίτης,  που χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη το ξύλο και το κερατο, για την κατασκευή λαβών για μαχαίρια ή άλλα εργαλεία, για οικιακή ή άλλη χρήση. Πολλές φορές ο ξυλοκερατάς είχε ειδικευτεί και στην τέχνη του σιδερά. Αυτό τον βοηθούσε να φτιάχνει τις λάμες και τις αντίστοιχες λαβές τους ταυτοχρόνα. Τα κέρατα που δούλευε ένας ξυλοκερατάς ήταν από κριάρια, μοσχάρια, βουβάλια,από γίδια,τραγιά, χαυλιόδοντες από αγριογούρουνα και το ξύλο της ελιάς, ήταν το πιο σκληρό ξύλο και είχε ωραία χρώματα και νερά.  Παλιά τα εύρισκαν εκεί που έριχναν οι χασάπιδες τα κέρατα από τα κεφάλια των ζώων που έσφαζαν. Τα θεωρούσαν άχριστα. Τα μάζευαν και αφού τα καθάριζαν, τα δούλευαν με το πριόνι. Μετά τα ζεστένανε και μαλακώνανε, έτσι μπορούσαν να τα πλάσουν και να τους δώσουν το σχήμα που ήθελαν. Π.χ. Λαβές για μαχαίρια ή σπαθιά, τσατσάρες, κουμπιά, κουτάλια, πιρούνια και άλλα. Πολλές φορές συνδύαζαν το κερατο με το ξύλο, το αποτέλεσμα ήταν ένα υπέροχο έργο. Το επάγγελμα του μαχαιροποιού δεν το είχαν εκείνη την εποχή σε μεγάλη υπόληψη. Τα χρήματα που εβγαζαν ήταν λίγα, και η δουλειά τους γυρολόγοι, γύριζαν όλα τα χωριά διαλαλώντας το εμπόρευμά τους. Κάθε τεχνίτης είχε και το δικό του εργαστήρι. Οι πρώτοι τεχνίτες ήταν Τούρκοι. Από αυτούς έμαθαν την τέχνη και οι Έλληνες που την συνέχισαν. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν απλά, π.χ. μία φαλτσέτα ή ένα μαχαίρι ή κάποιο αιχμηρό εργαλείο, για σκάψιμο ή για ξύσιμο των κεράτων και του ξύλου και για

ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΜΕ ΛΑΒΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΑΤΑ

διακοσμητικά στολίδια. Η εργασία του ξυλοκερατά ήταν γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Από παλιά δούλευαν τα κέρατα, τους χαυλιόδοντες από αγρογούρουνα και ελέφαντες, σκαλίζοντας περίτεχνα κοσμήματα, περιδαίρια, τσατσάρες, κουμπιά και λαβές εργαλείων. Χρησιμοποιούσαν επίσης και το «Μαγγανοψάλιδο». Ένα εργαλείο με το οποίο κτυπούσαν τις λαβές από κέρατα ή ξύλο, για να κάνουν την τρύπα στις λαβές των μαχαιριών. Ένα αλλο εργαλείο ήταν ο «Ζουμπάς» για να κάνουν την αντίστοιχη τρύπα στην λεπίδα. Αφού έφτιαχναν την λαβή  την «ζουμπάδιαζαν», δηλαδή την τοποθετούσαν χρησιμοποιόντας μεταλικούς πύρους και έδενε γερά . Στη συνέχεια την πλούμιζαν με διάδορα σχέδια. Μεταξύ των μερακλίδων  ξυλοκερατάδων υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός. Πολλές φορές η λαβή του σπαθιού ή του μαχαιριού, μαρτυρούσε την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική  θέση του ανθρώπου που το φορούσε. Οι ξυλοκερατάδες που συνδίαζαν τις περισσότερες φορές το επάγγελμά τους με το επάγγελμα του σιδερά, χρησιμοποιούσαν την «Ξύστρα» για να ξύνουν την λεπίδα. Τον «τροχό» για το τρόχισμα τις λεπίδας, που τα παλιά εκείνα τα χρόνια γύριζε με το πόδι. Το «Σμυριγδόπλακο» για να δώσουν το τελικό τρόχισμα τις λεπίδας. Και το καμίνι που το φυσερό του ήταν φτιαγμένο από δέρμα γουρουνιού και σανίδια. Το χρώμα της λαβής των μαχαιριών ήταν και ανάλογο με το χρώμα του ζώου. Η παμπάλαια τέχνη του μαχαιριού επιβιώνει ακόμα και σήμερα. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, στην Κρήτη, στη Σουβάλα (Πολύδροσο) Παρνασού κ.α. η τέχνη του ξυλοκερατά την συνεχίζουν μέχρι και σήμερα. Στην Λευκάδα συνεχίχεται η παράδοση ακόμη και σήμερα. Λέγεται δε ότι το σπαθί με την περίτεχνη λαβή του Βασιλέως Όθωνα, λευκαδινοί τεχνίτες το είχαν κατασκευάσει.

Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Νοέμβριος 26, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο