Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΣΕΡΚΟΣ Ο ΑΡΜΕΝΗΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ- Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos.wordpres’s.com

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΗ

Πίνοντας το καφεδάκι μου στο κεντρικό καφενείο της Μηλιάς Μητρογιανοπούλου στο χωριό Κοπανάκι Ορεινής Τριφυλίας. Ν’ασου και εφανίζεται ο Κυρ΄Γιώργης Παπαδάκης. «Έμαθα ότι με ψάχνεις Σπύρο» μου λέει.. Του λέω ότι: «είχα ακούσει απλά μια ιστορία για κάποιον «ξέμπαρκο» Αρμένη που είχε πριν από πολλά χρόνια στην δούλεψή του ο θείος σου Σταύρος και ο πατέρας σου ο Νικολός. «Καί βέβαια τόν είχαμε στην δούλεψή μας, το όνομά του ήταν Σέρκος αλλά τον φωνάζαμε και Σωτήρη. Άνδρας σκληραγωγημένος, γεννημένος για όλες τις δουλειές, δεν ήταν μεγαλόσωμος, ήταν κοντός, χοντρός και μαλιαρός.Ε ίχε κάτι παλάμες σαν μέγγενη, να φαντασθείς από την πολλή και σκληρή δουλειά και τους κάλλους, δεν κλείνανε μέχρι το τέρμα. Από την πάνω μεριά τα δάκτυλά του ήταν γεμάτα με πυκνές τρίχες. Δεν ξέρω και πολλά για τον Σέρκο. Πριν τον Μικρασιατικό πόλεμο είχε έλθει με την γυναίκα του στον Πύργο από τα Προύσσα της Μικράς Ασίας, και δούλευε με μαεστρία την πέτρα στα γεφύρια της σιδηροδρομικής εταιρίας και τους πέτρινους σταθμούς. Όπως έλεγε και ο ίδιος, κάποτε γυρνώντας από την δουλειά του ύστερα από μακρύ διάστημα, βρήκε την γυναίκα του να τον κερατώνει με τον καλύτερό του φίλο, το μυαλό του θόλωσε πηρε ένα κουζινομάχαιρο και την έσφαξε. Μετά παρεδόθηκε στην αστυνομία ομολογώντας το έγκλημά του,  και πήγε φυλακή. Όταν τελείωσε η ποινή του ξαναβρήκε δουλειά στον ΟΣΕ.Συνεχίζοντας να δουλεύει την πέτρα και να κτίζει γεφύρια όπως πρώτα. Στο τελευταίο γεφύρι που εργάσθηκε ήταν αυτό το υπέροχο γεφύρι στο «κακόρεμμα» που σώζεται μέχρι σήμερα βοηθώντας τους Ιταλούς τεχνίτες, σε ένα άλλο μικρότερο λίγο πιο κατω στον παλιό αυτοκινητόδρομο Κοπανακι-Κυπαρυσσίας. Τέλευταία εργασία του γύρω στο 1925 ήταν το κτίσημο του κτηρίου του σιδηροδρομικού σταθμού στο κοπανάκι. Ο θείος μου ο Σταύρος τον εμάζεψε και η θεία μου χαρίκλεια ανέλαβε τα υπόλοιπα. Του έδωσε για να κοιμάται τα απαραίτητα, κρεβάτι, κουβερτες, βελέντζες, ρουχισμό για να ντύνευαι και λιάπικα για να δουλέυει. Το σπιτάκι αυτό ήταν στη θέση «Γιουρούκι» κτισμένο με πλίνθες, κάτω από τις γραμμές του τραίνου απέναντι στις αποθήκες του Α.Σ.Ο. Ο Σέρκος σιγά σιγά το κατεδάφησε, εφτοιαξε τα θεμέλια με ένα και μισό μέτρα ύψος και στην συνέχεια κτίζοντας τσιμεντόλιθους και την σκεπή, σένια πράγματα. Τον Σέρκο τον είχαν υπό την προστασία τους ο θείος μου Σταυρος και ο Νικολός ο πατέρας μου, που σκοτόθηκε αργότερα στο Μελιγαλά. Ο Σέρκος έζησε εδώ 30 – 35 συνεχή χρόνια. Συχνά τον χάναμε για αρκετές ημέρες, έκανε το μπάνιο του, λουζόταν έβαζε και μια φτηνή κολώνια λεμόνι, ντυνόυταν σαν γαμπρός και τα μεσάνυχτα τον χάναμε. Κάποιος που το είχε βάλει σκοπό να δει που πήγαινε τον είχε δει να μπαίνει κρυφά κτυπώντας συνθηματικά την εξώπορτα μιας ζωντοχήρας στην κάτω ρούγα και άλλης μιας στην πάνω ρούγα κάτω από τις γραμμές, το είχε δύπορτο… Από εκεί πάλι έβγαινε κρυφά μετά τρεις με τέσσερες ημέρες, πάλι μετά τα μεσάνυχτα, για να ενφανισθεί φρέσκος και ξανανιωμένος πρωί πρωί στην πιάτσα με το καμτσίκι στο χέρι να οδηγεί το κάρο του. Είχε πατριώτισσα την γριά Κλεάνθη γυναίκα του Γιώργη την  Καλλούπενα την Σμυρνιά του Μήτσου την μάνα. Όταν μιλάγανε στην γλώσσα τους, χαιρώσουνα να τους ακούς, η γλώσσα τους πήγαινε πολυβόλο, είχε βρει ο γύφτος την σειριά του που λέι και ο λαός. Εμείς τον είχαμε και δούλευε στα κτήματα, στο ζευγάρι, στο μάζευμα της ελιάς, στα αμπέλια, τις σταφίδες, το χαράκωμα, τον τρύγο, τον κλάδο, το ψιλοκάθαρο. Του είχαμε δώσει ένα μουλάρι τον φώναζε»Μαλτέζο» και ένα κάρρο. Εκτός από το μουλάρι είχαμε και την «νύφη» μια μουλάρα που την λέγαμε «Κούλα». Ο Σέρκος έσωσε την οικογένειά μου στην κυριολεξία από την πείνα στην κατοχή.

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Κάθε ημέρα πήγαινε με το κάρο στην Καλαμάτα και φόρτωνε σακιά με αλεύρι από το βαπόρι- αποθήκη στο λιμάνι. Σαν τελείωνε το φορτίο που είχε φέρει περιμένανε να έλθει το επόμενο βαπόρι. Μαζί με άλλα κάρα από το Κοπανάκι, του Ματζώρου, του Σοφού (ντίντιρη), του Ρήγα κ.α. που προορισμό είχαν την τροφοδοσία των ανδρών του Ε.Α.Μ. στο Κοπανανάκι, τον Μελιγαλά και όπου αλλού είχε ανάγκη το Ε.Α.Μ. και πληρονώταν σε είδος για το αγώϊ του δηλαδή αλεύρι. Με αυτό το αλεύρι από το αγώϊ που έπερνε ο Σέρκος έζησε όλη η οικογένεια. Επίσης όταν είχαμε συνεταιρικό το ελαιοτριβείο με τον Καπέλιο στο κάτω Κοπανάκι, πήγαινε και γέμιζε ένα σιδεροβάρελο με νερό από την πηγή στο Κρο-Κοπανάκι για τις ανάγκες του λιοτριβιού. Φόρτωνε, μετέφερε και ξεφόρτωνε τα τσουβάλια με τις ελιες. Παλαιότερα δούλευε στο ελαιοτριβείο της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο κάτω Κοπανάκι στα μέσα και στα έξω. Από την στιγμή που τον πηρε στην δούλεψή του ο θείος μου ο Σταύρος, δεν έφυγε πια μέχρι που πέθανε. Η δουλειά του ήταν μόνο για εξωτερικές δουλειές, ποτέ δεν δούλεψε μέσα στο λιοτρίβι ή στον φούρνο. Του άρεσε το φαί και το κρασί, άμα εύρισκε κάνουλα κρασοβάρελου έπινε μέχρι σκασμού. Τον Σταύρο και τον Νικολό τους φώναζε πατέρα και την Χαρίκλεια μάνούλα. Όσο για φαί, έτρωγε όσο τρώει ένας βούβαλος. και κρασί σαν νεροφίδα, κάποτε τύφλα στο μεθύσι πηγαίνοντας για Καλαμάτα, έπεσε στο έδαφος και η ρόδα του κάρου πέρασε από πάνω του, παρ’ όλα αυτά σηκώθηκε με έλαφρές γρατζουνιές και συνέχισε το αγώϊ του μεχρι το Κοπανάκι. Στον γυρισμό μαθένοντας ο γέρο Σταύρος τι είχε συμβεί, τον πλάκωσε στο ξύλο, αλλά που να αλλάξει συνήθειες. Οι μόνες βρισιές που έλεγε ήταν: ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ!!! Το σπιτάκι στο γιουρούκι το χρησιμοποιούσαμε στην κατοχή γιατί το σπίτι πάνω από τον φούρνο το είχαν επιτάξει οι γερμανοί. Στον ανταρτοπόλεμο τον έπιασαν αιχμάλωτο ο στρατός του ΕΛΛΑΣ. Επειδή δούλευε σε σπίτι ταγματασφαλίστικο και τον κρατούσαν στου Χαλβάτσου. Σαν έπεσε το ΕΛΛΑΣ με τις εκκαθαρίσεις στα Δεκεμβριανά τον άφησαν ελεύθερο και ξαναγύρισε στο Κοπανάκι. Μου εξιστορούσε η γυναίκα του Θανάσω, πόσο δεμένοι ήταν το μουλάρι με το Σέρκο. Εάν έπεφτε κάτω το μουλάρι δεν έφευγε, αντίθετα στεκόταν στα τέσσερα από πάνω του με κρύο, ήλιο η βροχή και τον προστάτευε με το σώμα του. Δεμένοι στη ζωή και στο θάνατο, σαν πέθανε το μουλάρι στην εβδομάδα επάνω απεδήμησε εις Κύριον και ο Σέρκος. Τον βρήκε η θεία μου χαρίκλεια να ψυχομαχάει στο Γιουρούκι, γύρω στο 1960 ψελίζοντας τα ονόματα του Σταύρου, του Νικολού που είχε χαθεί στον Μελιγαλά, και ζητώντας στο παραμιλητό του, τον αγαπημένο φίλο του «Μαλτέζο». Μαζί μας έζησε 30 χρόνια κοντά. Όταν πέθανε τον φέραμε για να τον κλαψουμε και να τον μοιρολογήσουμε στο σημερινό μας σπιτικό. Όλοι  οι Κοπανακαίοι  πέρασαν να του ανάψουν ένα κεράκι και για να του πουν το στερνό αντίο. Ο Σέρκος ήταν σε όλους τους κατοίκους αγαπητός. Τον θάψαμε μου έλεγε η Αθανασία δίπλα στα Παπαδακαίϊκα στο κοιμητήριο, σαν άνθρωπο της οικογένειας. Εκανε και μεταφορες με το κάρρο, αλλά δεν έπερνε ούτε μία, εμείς τον χαρτζιλικόναμε. τον ντύναμε, του αγοράζαμε τα τσιγάρα του, τον ταίζαμε και κρασί με την τσότρα. Πριν φύγει γέμιζε και μια μπουκάλα κρασί και κινούσε για το «Γιουρούκι». Αυτός μόνο για ότι μετέφερε από Καλαμάτα αντί για αγώϊ έφερνε τρόφημα και ποτέ χρήματα. Μου έλεγε ο Μήτσο-Σταύρος ο Μιχόπουλος πως άνθρωπο δεν είχε πειράξει. Μια φορά αποκριές ήταν θυμάμαι, είχε ντυθεί μασκαράς και ο Σέρκος, δεν γνωρίζω για ποιο λόγο κάποιος χωροφύλακας τον χαστούκισε και τον κλώτσησε άγρια. Την επομένη το όργανο της τάξεως είχε μαζέψει τα μπογαλάκια του και είχε εξαφανισθεί. Γιατί μετά από αυτό που συνέβει, αν τον έπιανε στα χέρια του ο μπάρμπα Σταύρος θα γινόταν χαμός. Όντως για οποιαδήποτε μεταφορά έκανε δεν πληρωνόταν. Θυμάμαι κάποτε είχε κολήσει στις λάσπες ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας volvo, στην αλάνα του Τσατσούλη κοντά στις αποθήκες. Κόσμος είχε μαζευτεί με τα κάρα τους και τα μουλάρια τους, αλλά δεν κατόρθωναν να το τραβήξουν έξω από τις λάσπες. Πλησιάζει και ο Σέρκος με το κάρρο του και τον «Μαλτέζο», δένει με χονδρή τριχιά τον άξονα του φορτηγού, ΧΑΪ – ΧΟ, ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ….Ο καψερός ‘Μαλτέζος» από το πολύ το ζόρι γονάτισε. Στο τέλος όμως το τράβηξε! Ο οδηγός για να τον ευχαριστήσει βγάζει από το πορτοφόλι του 300 δραχμές, την εποχή εκείνη ήταν σοβαρό ποσο. «Πάρε για να πιεις ένα ποτηράκι ρε φίλε και βρώμη για το άξιο μουλάρι σου, το αξίζεις και συ και ο σύντροφός σου» του λέει. Ο Σέρκος όμως δεν τα δέχτηκε με τίποτα!!! Η συνεργασία με το μουλάρι του ήταν άριστη, Να φαντασθείς στην στροφή της Καραχάλιενας στην ρεματιά είχε μεγάλη ανηφόρα. Δύσκολο να ανεβεί φορτωμένο κάρρο με ένα μουλάρι. Ο «Μαλτέζος» όμως με τις οπλές του έσκαβε το μαλακό χώμα μέχρι να βρει στέρεο έδαφος, μετά με μια δυνατή όθηση την ανέβαινε με την μια. Το παρουσιαστικό του ήταν το φόβητρο των παιδιών. Για να μην κάνουν ατασξίες και να διαβάζουν τα φοβέριζαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες  λέγοντάς τους: «Καθίστε φρόνιμα γιατί θα έρθει να σας πάρει ο «Μεσημεράς» εννοώντας τον Σέρκο!!!  Πάντα θα σε θυμόμαστε με αγάπη εργατικέ Σέρκο και σενα και το φιλότιμο φιλο σου «Μαλτέζο». Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει. Πιστεύω να σου βάλανε για συντροφιά εκεί που πας, καμιά μπότσα με κρασί που τόσο αγαπούσες ..

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ- komianos.wordpres’s.com

Advertisements

Απρίλιος 17, 2013 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΚΥΝΗΓΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΥΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΜΠΡΟΣΘΟΓΕΜΕΙΣ ΚΑΡΑΜΠΙΝΕΣ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΩΝ ΦΥΣΙΓΓΙΩΝ- Εργασία: ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΚΥΝΗΓΟΙ ΙΕΡΟΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

Παπάδες κυνηγοι : Παπά Σωκράτης Τσιώτσιος από το χωριό Κεφαλόβρυση Ορεινής Τριφυλίας. Παλιός ταξιτζης στην Αθήνα. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την θρησκεία και χειροτονήθηκε ιερωμένος. Καλός , απλός και ταπεινός παπάς, λειτουργούσε στην εκκλησία του Ριζοχωρίου (Λάπη) στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος μέχρι το 1993. Δεινός κυνηγός με σκυλιά πουλόσκυλα και κυρίως λαγόσκυλα. «Παπά, θα ‘ρθεις για κυνήγι αύριο;». «Ναι ευλογημένε μου, θα ξεπετάξω γρήγορα τη θεία λειτουργία και θα ‘ρθω!». Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Και σαν καλός και έμπειρος κυνηγός που ήταν, είχε και τα σκύλιά του. Συνήθιζε να λέει εάν ζεις κινηγός στο χωριό και χωρίς σκυλιά, είναι σα να λέμε, σπίτι χωρίς παρεθύρι και πόρτα. Τον τρέλαινε στην κυριολεξία η μυρωδιά του μπαρουτιού. Μου έλεγε ο Δημήτρης Αραμπατζής από το χωριο Λάπη, την ημέρα της Αναστάσεως, του έλεγε, «ευλογημένε μου να έχεις υπ΄όψην ότι έχω αφήσει την πορτα του Ιερού ανοικτή, πέστο και στους άλλους. Ρίξτε και κανενα βαρελότο μεσα στην εκκλησιά να μυρίσει και λίγο μπαρούτι». Τόσο του άρεσε η μυρωδιά του καμμένου μπαρουτιού. Μετά το 1995 τον μεταθέσανε στην Φαρακλάδα, εκεί ιερουργεί μέχρι και σήμερα. Πιστεύω ότι συνεχίζει να ριχνει και καμιά ντουφεκιά ακόμη και σήμερα.

Ένας άλλος καλός και συμπαθής κυνηγός ήταν ο Παπά Γιώργης Λυμπερόπουλος. Η καταγωγή του ήταν από το Καλογερέσσι. Συζητώντας με την γυναίκα του την κυρά Χριστίνα την  παπαδιά Καλογεραιϊσα και αυτή. Μου έλεγε ότι: Ο  παπάς ξεκίνησε να λειτουργεί από το Καλογερέσι, στο χωριό καθήσαμε περίπου πέντε χρόνια, Λατζουνάτου, Σελά, σε όλα κει σάπάνου τα χωριά. Μετά εδώ ήρθαμε από το 1982 μέχρι 1983 και πήρε Σαρακινάδα και Βρυμπόπι για ένα χρόνο και μετά πηρε το Χρυσοχώρι και καθήσαμε περίπου 25 χρόνια.Είχε και πολύ κυνήγι εκείνα τα χρόνια τα παλιά, δεν υπήρχαν οι ψεκασμοί και τα φυτοφαρμακα που δεν αφήνουν τίποτα ζωντανό. Θυμάμαι με είχαν πάει να γεννήσω στο νοσοκομείο της Καλαμάτας, τότε δεν κάνανε ούτε καισσαρική ούτε τίποτα. Μου λέει ο γιατρός ή θα κάτσεις μέσα είκοσι ημέρες και μετά θα σου κάνω τεχνικούς πόνους για να γεννήσεις. Ένας συμπέθερος λέει στον Παπά, «άντε τρέξε στο ξιροκάσσι να κτυπήσεις κανένα λαγό για πεσκέσι». Που να βρεθούν λεφτά εκείνη την εποχή να πληρώσεις τον γιατρό… Ξεκίνησε ο παπάς το βραδυ με το τραίνο από την Καλαμάτα και μετα με φορτηγό έφτασε στο ξιροκάσι και έπειτα με τα ποδια στο χωριό.  Το πρωϊ αφού ζώστικε τα φυσικλίκια του ξεκίνησε πέρνωντας και τα λαγόσκυλα μαζί του. Πάντα μεγάλωνε 4 – 5 πουλοσκυλα και λαγοσκυλα επαιδευμένα, το καλύτερο ήταν ο Ταρζάν. Κάτω από μια συκιά στο μέρος (Βάτα)  που βάσταγε ακόμα σύκα συνάντησε τον πρωτο λαγό, μια μπαταριά και πάρτον κάτω, πιο κάτω συνάντησε για καλή του τυχη και τον άλλο να ξεπροβάλει  μέσα από μια πατουλιά . Το απόγευμα έφερε πεσκέσι τον έναν λαγό για τον ενα γιατρό και τον άλλον στον βοηθό του. Με το που πήρανε το πεσκέσι τους την άλλη μέρα το πρωί κιόλας μου κάνανε τεχνικούς πόνους και έφερα στον κόσμο το πρώτο μου παιδί την Κωνσταντίνα από τα παιδιά μου.  Να φαντασθείς Σπύρο μου μου έλεγε η παπαδιά, από το τραπέζι τα πουλιά ή ο λαγός δεν έλειπε τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας.Ο παπάς αγαπούσε τόσο πολύ το κυνήγι και καθώς εμείς ενώ πηγαίναμε για σπορά, αυτός τράβαγε από δικά του μονοπάτια… και πως το έκανε, ποτέ δεν γύριζε με άδεια χέρια. Μου αφηγιώταν ο παπά Γιώργης  η συχωρεμένη μάνα μου, μου  έλεγε επειδή τότε δεν υπήρχαν ψυγεία να μην φέρνω κυνήγια κάθε μέρα αλλά δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα.  Σαν γύρναγα το σούρουπο μετά το φαγητό καθόμουν δίπλα στο παραγώνι καθάριζα την καραμπίνα μου και με επιμέλεια κατασκεύαζα ταφυσίγγια μου, (που λεφτά να αγοράσουμε έτοιμα). Είχα μια μηχανή ειδική για το γέμισμα των φυσιγγών, ανάλογα με το κυνήγι γινόταν το γέμισμα και η επιλλογή των σκαγιών. Παλαιότερα κυνηγούσα με καραμπίνα μπροσθογεμή. Πρώτα ρίχναμε στην κάνη μισό κάλικα σφαίρας ΜΑΥΡΗ ΑΚΑΠΝΗ μπαρούτι, μετά μαλί από πρόβατο και με την ειδική ΒΕΡΓΑ το στουπώναμε όσο πιο πολύ μπορούσαμε, μετά ΕΝΑ ΚΑΛΙΚΑ ΣΚΑΓΙΑ, από πάνω βάζαμε πάλι μαλί από πρόβατο και καλό στούπωμα, τέλος  στην τρύπα που το λέγανε ΜΠΙΒΟ φοράγαμε το ΚΑΨΟΥΛΙ, εκεί σαν έπεφτε ο κόκκορας δημιουργόταν σπίθα. Αν το μπαρούτι ήταν στεγνό, όλα πηγαιναν καλά, αν ήταν υγρό…ο λαγός έκανε φτερά και μετά από λίγο ακολουθούσε η εκπυρσοκρότηση. Είναι αυτό που λέει ο λαός «ΜΠΑΜ ΑΚΟΥΣΘΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΙ Ο ΛΑΓΟΣ ΕΥΡΕΘΕΙ ΠΕΡΑ» (την έκανε με μικρά πηδηματάκια»). Τα σκάγια  Νο 7 ήταν για τρυγώνια, το Νο8 για τσίχλες και περδικες, το Νο 3-4 για λαγούς.  Τότε ξέραμε όλες τις «λούφες» των λαγών, των αλεπούδων, άμα σκότωνες αλεπού επειδή τις είχαν επικυρύξει εκοβες την ουρά και την πήγαινες στο δασαρχείο ως αποδεικτικό στοιχείο για να πληρωθείς την αποζημίωση. Αλλά τις περισσότερες φορές την γδέρναμε και πουλάγαμε το πλούσιο σε τρίχες χειμωνιάτικο δέρμα της με περισσότερα χρηματα στον δερματέμπορα. Επίσης τους μήνες του χειμώνα κυνήγαγα και κουνάβια που το τρίχωμά τους ήταν πλούσιο και περιζήτητο στα σαλόνια εκείνης της εποχής.  Βρίσκαμε την τρύπα της λούφας του κουναβιού, ανάβαμε φωτιά και ρίχναμε θειάφι για να μυρίζει ο καπνός. Στην τρύπα της εξόδου την κλείναμε με ενα τσόχινο τσουβάλι, με το που έβγαινε το κουνάβι φλομωμένο επεφτε στην φάκα του τσουβαλιού και έπερνε τον δρόμο για τον έμπορο για να κοσμήσει το παλτό κάποιας κυρίας. Θυμάμαι το ξύλο που είχα φάει από τον θείο μου τον μπαρμπα Αλέξη Λυμπερόπουλο, κάποια φορά που μου ξεφυγε το κουνάβι γιατί δεν είχα τοποθετήσει σωστά το τσουβάλι στην τρύπα. Το τι άκουσα μετά σε όλη το δρόμο της επιστροφής…δεν λέγεται. Τότε όπως και σήμερα ήξερα όλα τα περάσμετα  και τα στέκια των πουλιών, Π.χ. από που πέρναγαν τα τρυγώνια ή που έπρεπε να στήσουμε καρτέρι για τσίχλες, για τρυγώνια. Τα πιο πονηρά και προσεκτικά πετούμενα ήταν οι φάσες, εμένα μου έρεσε το κυνήγι της μπεκάτσας. Πολύ πονηρό και εξυπνο πουλί. Άμα κάθεται στο χώμα ούτε που το ξεχωρίζεις. Στο βουνό Στεφανή στην πλαγιά εκεί περνούσανε την νύχτα. Από το πρωί πριν φωτήσει ο θεός την μέρα ο ένας έπιανε τα ριζά του βουνού και ο άλλος την κορυφή. Περιμέναμε να κελαϊδήσουνε και με το που σηκωνόντουσαν τις κτυπούσαμε στον αέρα.Όταν πάνε να πιουν νερό σε καμιά πηγή, έρχεται πρώτα μία, άμα δεν έβλεπε κίνδυνο κελαϊδούσε και ακολουθούσε αλλη μία, και σε λιγο ακολουθούσαν και οι άλλες μπουλούκι. Αφού πίνανε νερό ψάχνανε γύρω για τροφή, εγώ που ήξερα τα χούγια τους, έριχνα και μια χούφτα ψιλοκομένο αραποσίτι (κούκλα) σε μια μεριά εκεί κοντά. Μόλις το βλέπανε ορμούσανε στην μάσα, μια μπαταριά με φυσίγγια διασποράς όπως τα λέγαμεκαι όσες σκοτώναμε.    «Παπά, θα ‘ρθεις για κυνήγι μετά την λειτουργεία;». «Οχι ευλογημένε μου,  δεν θα ‘ρθώ! σήμερα ειναι Κυριακή, ημέρα Άγια». Ούτε στις γιορτές κυνηγούσε ήταν αμαρτία. Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Απλοϊκός παπάς που δεν τον είχε χαλάσει η πόλη.  Στα χωριά  ο παπάς είναι και αγρότης, και αμπελουργός, και κτηνοτρόφος, και ξυλοκόπος, και φαμελίτης, και πότης γερός όταν το καλεί η περίσταση.  Και τα χρυσαφικά  που βλέπει είναι αυτά της εκκλησίας. Και τους πύρινους λόγους τους αφήνει για τους «μορφωμένους» δεσποτάδες. Και ο «δικός» μας ο παπάς ο παπά Γιώργης Λυμπερόπουλος  έτσι είναι και παραμένει. Ανθρώπινος, με τα καλά και τα κακά που κουβαλάμε όλοι μας.

Ο Κος Τότσης  Πέτρος παλιός κυνηγός από το χωριό Δώριο μου εξηγούσε τον τρόπο που κατασκεύαζαν χειροποίητα τα φυσίγγια με μία ειδική μηχανή τον καιρό εκείνο. Ένα τέτοιο μηχανάκι  από δωρεά κατοίκου της περιοχής, έχω και εγώ στο προσωπικό μου παραδοσιακό μουσείο. Τοποθετούσαν τον κάλυκα στη μηχανή γεμίσματος μετά ρίχνανε μια δακτυλίθρα μπαρούτι μάρκας ΣΙΤΕ  (ήταν πιο δυνατή από τις άλλες μάρκες εκείνης της εποχής). Μετά τοποθετούσαν μια ψιλή χάρτινη τάπα και στην συνέχεια μια μάλινη. Επάνω την γεμιζαν με τα ανάλογα σε νούμερα σκάγια λίγο πιο κάτω από τα χείλη του φυσιγγιού και μετά μια χάρτινη τάπα, και με την χειροκίνητη μηχανή γύριζαν τα χείλη και το φυσίγγι ήταν ετοιμο για χρήση.

‘Ενας επίσης άριστος παπάς Ολύμπιος, ο παπα Τάκης,  ένας απλοϊκός και ταπεινός ιερουργός από το Λατζουνάτου Τριφυλίας το Γκρέκα, ή αλλοιώς Παπα κόκκινος επειδή ήταν κοκκινοπρόσωπος, ζωσμένος με τα φυσικλίκια του στη μέση και την άλλη ζώνη με τα φυσίγγια περασμένη από τον ώμο, με τη μπροσθογεμή στα χέρια του καραμπίνα και τα ράσσα του να ανεμίζουν στον αέρα. με το που τον έβλεπες στο μυαλό σου περνούσε η σκέψη ότι «έπεσα σε αντάρτη». Μου έλεγε ο Κώστας Τζώρτζης  ότι: «τον συνάντησα ένα απογευματινό που είχα στήσει καρτέρι περιμένοντας πίσω από κάτι φραγκοσυκιές, στη θέση Βελανίδι στο χωριό Ριζοχώρι (Λάπι), μήπως και φανεί κανένα πετούμενο. Μπροστά μου ήταν μια μάντρα και πίσω της ο παπά Κόκκινος είχε στήσει καρτέρι μήπως και φανεί καμιά μπεκάτσα ή καμιά τσιχλα. Σε μια στιγμή σικώθηκε να ξεπιαστεί πρώτα εμφανίστικε το καλιμαύκι κατάμαυρο και ύστερα η φιγούρα του.  Όπως έπεσε η ματιά μου επάνω του, μου έδωσε την εντύπωση μέσα στο μισοσκόταδο, απόκοσμης! παρουσίας, Παπάς ή διάβολος, ήταν πίσω από το πεζούλι; αναρωτήθηκα…Και φωνάζω «Παπούλι!!!» Και μου απαντάει: Εδώ πάνω είσαι και συ ευλογημένε μου; Που να ήξερε ότι εγώ είχα σταυρωσει το βόλι μου, και είμουν έτοιμος να του την μπουμπουνήσωΔεν γνωρίζω ποιος έβαλε φόλες στην περιοχή και του δηλητηρίασε το αγαπημένο κυνηγόσκυλο. Το αποτέλεσμα όμως της εγκληματικής αυτής πράξης είχε θύμα το αθώο σκυλί. Αυτό δεν γίνεται και σήμερα από ορισμένους κακόβουλους;

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ – komianos.wordpress.com

Ιανουαρίου 8, 2013 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο

ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos wordpress.com

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά έχουν προγραμματήσει από το βράδυ να σηκωθούν νωρίς το πρωί, σκορπίζονται στους δρόμους σε ομάδες ή δύο- δύο και κρατώντας τα τριγωνάκια τους ή με μουσικά όργανα πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν τα κάλαντα. ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΣΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗ ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΝΑ ΠΩ ΣΤ’ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΣΑς.. Τα κάλαντα είναι ένας ύμνος- τραγούδι που αναφέρεται στο χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού. Οι σπιτονικοκύριδες τους δίνουν χρήματα και γλυκά. Οι νοικοκυρές στα σπιτικά τους από το πρωί ετοιμάζουν κάθε λογής λιχουδιές που θα τις γευθούν μαζί με τους φίλους και συγγενείς την επόμενη ημέρα, την ημέρα των Χριστουγέννων : Ετοιμάζουν πολλά παραδοσιακά γλυκά, όπως δίπλες  με μελομακάρονα, κουραμπιέδες.
Τα μελομακάρονα είναι μακρόστενα κουλούρια μελομένα και πασπαλισμένα με καρύδια, κανέλα και γαρύφαλλο. Οι κουραμπιέδες είναι μέσα σε ζάχαρη άχνη και μοσκοβολάνε φρέσκο βούτυρο και καβουρδισμένο αμύγδαλο. Οι δίπλες είναι σαν τηγανίτες πασπαλισμένες με μέλι και καρύδια. Το ελληνικό παραδοσιακό φαγητό της Παραμονής των Χριστουγέννων είναι το ψητό γουρουνόπουλο συνήθως με πατάτες στο φούρνο, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει να μαγειρεύουνε γαλοπούλα γεμιστή στο φούρνο με ρύζι, κουκουνάρια κάστανα ή σταφίδες.
Το βράδυ της Παραμονής συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια στο γιορτινό τραπέζι, τρώνε και διασκεδάζουν για να υποδεχτούν την γέννηση του Χριστού. Το δέντρο είναι στολισμένο με πολύχρωμες μπάλες και λαμπάκια και από κάτω είναι η φάτνη η οποία είναι μία αναπαράσταση της Θείας Γέννησης του Χριστού. Χωρίς να λοίπουν τα δώρα για τα παιδιά και τους επισκέπτες. Βέβαια, το πατροπαράδοτο έθιμο στην Ελλάδα είναι ο στολισμός καραβιού,αλλά  έχει επικρατήσει το ξενόφερτο έθιμο του δέντρου…..

Πάντως γιορτινές ημέρες έρχονται, και εάν κάποιο παιδάκι σας κτυπήσει την πόρτα για τα κάλαντα, ανοίχτε του, και αφήστε την μαγεία των Χριστουγέννων να μπει και πάλι μέσα στην καρδιά σας. Κεράστε το ένα γλυκάκι και πάρτε κουράγιο για το δύσκολο 2013 που καταφθάνει… Μπορούμε να ατενήσουμε το μέλλον με αισιοδοξία!!!

Με ευχές και αγαπη από τον ΚΟΜΙΑΝΟ ΠΙΠΗ για χαρούμενα χριστούγεννα και ευτυχισμένο καινουργιο χρόνο το 2013

Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Δεκέμβριος 23, 2012 Posted by | ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΥΧΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΙΕΝΙΑΤΙΚΑ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ, Uncategorized | Σχολιάστε

Η Nektaria Karatzi ανάρτησε στο facebook μια πρωτότυπα εύστοχη φωτογραφία από Μόνιμα Ερωτευμένοι…

Η Nektaria Karatzi κοινοποίησε φωτογραφία από Μόνιμα Ερωτευμένοι…
Ευτυχισμένος άνθρωπος είναι…

αυτός που γελάει συχνά…

που ονειρεύεται ακόμα…

που έχει την υγεία του…ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΕΡΩΤΑΣ

που έχει έναν σύντροφο στο πλευρό του…

και που επιτέλους έχει συνειδητοποιήσει
ότι τα πιο «ακριβά αγαθά» στην ζωή
είναι αυτά που ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΧΡΗΜΑΤΑ! ♥

~ Μόνιμα Ερωτευμένοι… ©

~ Μερικές φορές θέλω να σε πιάσω&να σε φιλάω μέχρι να σκάσεις

Δεκέμβριος 12, 2012 Posted by | ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΚΑΖΑΤΖΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΠΙΤΟΦΙΔΟΥ-Ο ΟΙΚΟΣΙΤΟΣ «ΜΑΡΚΟΣ» ΚΑΙ Ο….ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ. Πηγή : Τύπος- κυνήγι

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Ο οικόσιτος «Μάρκος» και ο … σκοπευτής

ΦΙΔΙ ΔΕΝΔΡΟΓΑΛΙΑΌ ήχος που ακούστηκε μας ξύπνησε όλους. Όσους κοιμόντουσαν στα κρεβάτια αλλά κι εμάς τα παιδιά που κοιμόμασταν στρωματσάδα. «Γέρο» φίδι!!, η φωνή της γιαγιάς μας έδινε εξηγήσεις για τον βαρύγδουπο ήχο στο πάτωμα. Και πράγματι, ο παππούς που σηκώθηκε τελευταίος από το κρεβάτι, πήγε νίφτηκε, φόρεσε το πανταλόνι του, τα χειροποίητα παπούτσια του τα τριζάτα, έσφιξε καλά τη γραβάτα, φόρεσε το σακάκι του, πήρε το καπέλο ανά χείρας και «σκληρός» όπως ήταν, ζήτησε από την γιαγιά μου επιτακτικά τη μαγκούρα του για να σκοτώσει το φίδι!.Ο «Μάρκος» το σπιτόφιδο, βλέποντας τα δικά του όνειρα στο πατερό του σπιτιού που κοιμόταν, φαίνεται πως γλίστρησε και έπεσε. Είχε όμως το χρόνο να ξεζαλιστεί και να χαθεί μέχρι ο παππούς να πάρει τα «όπλα» του. Είχαμε συνηθίσει το περιστατικό αυτό γιατί συνέβαινε κάμποσες φορές τα καλοκαίρια που μαζευόμασταν στο χωριό. Τον «Μάρκο» κανείς δεν ήθελε να τον σκοτώσει, ούτε φυσικά και ο παππούς. Εξάλλου το κάθε σπίτι στο χωριό είχε το δικό του σπιτόφιδο, τη δικιά του τύχη. Έπειτα από χρόνια, το σπίτι μονώθηκε καλά Όμως κάτι αυγουστιάτικα απογεύματα σα να μου φαίνεται πως σκαρφαλώνει ο «Μάρκος» προς τα κεραμίδια, ο ίδιος ή οι κληρονόμοι του!. Αναπόσπαστο μέρος του σπιτιού.Στο κλίμα, στον κήπο του σπιτιού, όταν αυτό ήταν «στα κέφια του», πήγαινε μια συγχωριανή και κρυφά μάζευε τα αμπελόφυλλα και έκανε ωραία ντολμαδάκια που άρεσαν στη φαμελιά της. Την συγχωριανή λοιπόν την πήρα είδηση και διέδωσα εμπιστευτικά σε κάποιον «εχέμυθο» του χωριού πως στο κλίμα βλέπω συνέχεια ένα μεγάλο φίδι να φέρνει βόλτες. Σε λιγότερο από μία ώρα, όλο το χωριό μιλούσε για ένα τεράστιο φίδι, που όλως τυχαίως, όλοι το είχαν δεί και μάλιστα είχαν φοβηθεί πολύ. Η συγχωριανή το έμαθε γρήγορα το «κακό μαντάτο» και άλλαξε διατροφικές συνήθειες!!.
Πάρα πολλές οι ιστορίες στο χωριό με φίδια με κέρατα, με σαΐτες που σου ορμάνε, με δεντρογαλιές που κουλουριάζονται στο πόδι σου και σε χτυπάνε. Και οι περισσότερες εξ αυτών είναι παραμύθια, πλασμένα ωραία που έδιναν τόνο και χρώμα στις συζητήσεις. Η μυθοπλασία είναι στο αίμα του ανθρώπου της φύσης. Σήμερα τα παραμύθια τα «γερά» τα πλάθουν οι κυνηγοί και οι ψαράδες, με ιστορίες ατελείωτες, με κατορθώματα σπουδαία και ζηλευτά.

—————————————————————————-
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Αναρτήθηκε απόΜΥΘΟΠΛΑΣΤΗΣ στιςΠέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

Δεκέμβριος 6, 2012 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos,wordpress.com

 

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos,wordpress.com

ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΜΕ 3 ΠΕΤΡΕΣΗ συζήτηση γύρω από το παραδοσιακό λιοτρίβι. Στην αρχή η Σπυρούλα Σοφού και η Κυρά Παναγιώτα Λυμπεροπούλου η γυναίκα του Στάθη Λυμπέρη, άρχισαν να μου διηγούνται τον τρόπο που μάζευαν τον καρπό της ελιάς. ” Για να μαζέψουμε εκείνα τα χρόνια τις ελιές, έπρεπε πρώτα να μαζέψουμε σπάρτα, για να φτιάξουμε στο αργαλειό τον “Λάκο” τα σπαρτόπανα. Τα σπάρτα τα απλώναμε κατά μήκος του Αγριλαίϊκου  ποταμιού. Τα αφήναμε για 15 με 20 ημέρες μα μουλιάσουν στο νερό, μετά τα ξεφλουδίζαμε. Στεγνά ή υγρά τα κτυπάγαμε στο “Μαγγάνι”. Στην συνέχεια τα στριβαμε σε κλωνές με την ρόκκα και ύστερα στον αργαλειό για να υφάνουμε τα σπαρτόπανα. Σαν ερχόταν η ώρα για το μάζεμα της ελιάς, πρώτα στήναμε την “Τέντα” την καλύβα, ήταν πλεκτή από “τραγόμαλλο”. Όση βροχή και αν έπεφτε δεν πέρναγε σταγόνα. Ο καρπός μαζευότανε σε κοφίνια ή σακιά και μετά με τα ζώα στο σπίτι. Ακολουθούσε το “Λίκνισμα”, αυτό γινόταν όταν φυσούσε με τον τενεκέ ή με το φτυάρι για να χωρήσει ο καρπός από τα φύλλα. Και ο καρπός ήταν έτοιμος να ερθει ο “Αγωγιάτης” δηλαδή ο καροτσέρης με το άλογο, για να τον πάρει από τον “αφέντη” έτσι έλεγαν τον κτηματία και να τον πάει στο λιοτρίβι. Όμως μου έλεγε η κυρά Παναγιώτα, τότε τα λιοτρίβια αργούσαν και μπορεί ο καρπός να σάπιζε…γιαυτό κοντά στο παραγώνι μέσα στο σπίτι, φτιάχνανε το λεγόμενο “Ρογί”, ενα μικρό αλωνάκι από αφάνες για να μην έρχεται σε επαφή ο καρπός με το έδαφος. Στρώνανε ένα τσουβάλι και τον καρπό χύμα με ένα πιάτο αλάτι. Το ίδιο με την δεύτερη στρώση και το ίδιο για κάθε τσουβάλι. Όταν ερχόταν η ώρα οι ελιές είχαν γίνει λάσπη… Μόνο με το φτυάρι το μαζεύανε, όμως οι ελιές δεν σάπιζαν και το λάδι έβγαινε διαμάντι!!!  ΠΙΕΣΤΗΡΙΟ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟΥπεριέγραφαν η γυναίκα του Πότη Καπέλιου και ο Περικλής Κώνστας, το παλαιό παραδοσιακό λιοτρίβι. Στο κέντρο του ελαιοτριβείου ήταν τοποθετημένο οριζόντια ενα πέτρινο κυκλικό αλώνι από μασίφ πέτρα σκαλιστή  με το χέρι. Στο κέντρο είχε ένα σιδερένιο άξωνα, στις άκρες του στηρίζονταν κάθετα δύο κυκλικα σκαλισμένες πέτρες, πολύ βαριές καθε μία πρέπει να ζυγιζε γύρω στον ένα και παραπάνω τόνο τις αγόραζαναπό τον Πόρο κυρίως. Στο αλώνι τοποθετούσαν μία κυκλική λαμαρίνα, να μην πέφτει ο καρπός έξω. Ο αγωγιάτης έφερνε τον καρπό σε κοφίνια ή σε σακιά και οι εργάτες, έριχναν τις ελιές στα λιθαρια έτσι λέγανε τις πέτρες.  Ανάλογα με το μέγεθος της κατασκευής το “καργάρισμα” κυμαινόταν από 200 έως 250 οκάδες. Ο σιδερένιος άξονας είχε μία υποδοχή στην κοτυφή. Εκεί έβαζαν κυρίως δοκάρια από κυπαρίσσια και έζεναν το ζώο, για να μην ζαλίζεται και ξευφεύγει από τη γύρα του βάζανε στα μάτια  παρωπίδες για να βλέπει μόνο μπροστά. Άλλα μαθέναν και ακολουθούσαν τη γύρα μόνα τους, άλλα τα οδηγούσε ο εργάτης. Με αυτόν τον τρόπο κινούνταν τα λιθάρια κυκλικά και αλέθανε τον καρπό μέχρι να γίνει πολτός. Όταν αρχιζε να φαίνεται στην κορυφή “λαδιά”, να “κορφιάζει” όπως λέγανε τότε ήταν έτοιμο για να μεταφερθεί στην δεξαμενή ή στην γούρνα. Ανοίγανε στο πλάϊ τις λαμαρίνας ένα πορτάκι και ο πολτός έπεφτε στην γούρνα, από εκεί έπρεπε να  μπεί στις “τσαντίλες”ή  στα ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΛΑΙΟΥ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟΥ“Τσουλιά”. Ήταν σαν φάκελοι τετράγωνοι  από μαλλί τράγινο ραμένοι ή από σχοινί συνήθως. Με την σέσουλα ή με φτυάρι βαζανε και μια ποσότητα πολτού 3 με 4 οκάδες σε κάθα τσαντίλα. Μετά τις τοποθετούσαν στο πιεστήριο την μία πάνω στην άλλη και φτιάχνανε το “Στάμα’. Στην κορυφή του πιεστηρίου ήταν η “Χελιδόνα” με καστάνιες. Πρώτα χρησιμοποιούσαν την μανέλλα και μια μεταλική πλάκα κατέβαινε και πίεζε τις τσαντίλες. Αυτό γινόταν μέχρις ενός σημείου, μετά για να πιεσθεί περισσότερο το “στάμα”, βάζανε ένα μακρύ ξύλο και με την βοήθεια δύο ή τριών εργατών, το σπρώχνανε όσο έπερνε ρίχνωντας συγχρόνως καυτό νερό. Το λάδι με την μούργα έτρεχε στο “λιμπί”μία στενόμακρη σιδερένια δεξαμενή. Το λάδι κορφιαζε και το νερό στο κάτω μέρος έφευγε από ένα σωληνάκι. Αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα λεγόταν “Καραβοκύρης”οι λοιποί εργάτες λέγονταν “μούτσοι”. Με την “Αγκλιά” μία κατασκευή τσίγκινη που χόραγε δύο οκάδες ή με κοχίλια θαλασινά μεγάλου μεγέθους, έπερνε τον κορφιά και το έριχνε στην “λαδούσα”, εκεί το άφηνε περίπου μία ώρα να καθίσει. Όλη η διαδικασία χρειαζόταν πολύ ώρα, δεν ήταν λίγες οι φορές που για να προλλάβουν, δούλευαν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο.  Μετά γέμιζαν τα τουλούμια με το περίφημο αγουρόλαδο της τριφυλιακής γής. Το αθέρμιγο λάδι, την κορυφή του παραγωμένου λαδιού. Βάλσαμο και φάρμακο με υπέροχη γεύση.  Παραδοσιακά λιοτρίβια υπήρχαν σε κάθε χωριό μέχρι το 1955, σιγά τα αντικατέστησε η τεχνολογία. Το άλογο το αντικατέστησε η πετραιομηχανή με τους ιμάντες και τα εργατικά χέρια στο πιεστήριο. Η απόδοση αυξήθηκε και το κόστος παραγωγής μειώθηκε. ΟΜΩΣ Η ΓΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΘΕΡΜΙΓΟΥ ΠΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΛΑΔΙΟΥ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ…ΑΝΑΜΝΗΣΗ!!!

Νοσταλγικά ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ,  komianos.wordpress.com

Νοέμβριος 3ο 2012  Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ –| ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | 2 σχόλια

Νοέμβριος 30, 2012 Posted by | ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΑΔΙΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΡΑΧΑΝΑΣ Ο ΠΡΗΣΚΟΚΟΙΛΗΣ, ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΞΥΝΟΥ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΥ, ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ. ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ,

Ο ΞΥΝΟΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ

Ο τραχανάς ο λεγόμενος και πρησκοκοίλης, ήταν ανέκαθεν το κυρίως πρωϊνό που έτρωγε η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά,  πριν πάρουν τον πολλές φορές αρκετά μακρύ δρόμο μέσα από δύσβατα στενά και κακοτράχαλα μονοπάτια, για να π,ανε στις δουλειές τους ή στο σχολείο τους. Μου εξηγούσε η κυρά Σπυρούλα η Σοφού του (Ντίντιρη) πως, και με ποια υλικά φτοιαχνόταν ο τραχανάς. Βασικά υλικά το αλεύρι, αλάτι, αυγά και ξυνόγαλο. Ήταν ένα φαγητό πρόχειρο και εύγεστο για όλες τις ώρες της ημέρες, αρτύσιμο επειδή περιείχε γάλα και αυγά. Πρώτα  βράζουμε τα γάλα με το ανάλογο αλάτι και το αφήνουμε 3 – 4 ημέρες εκτός ψυγείου να ξυνίσει. Όσο περισσότερο αφήνουμε το γάλα να ξυνήσει τόσο πιο ξυνός γίνεται και ο τραχανάς. Οι περισσότεροι όμως δεν τον θέλουν πάρα πολύ ξυνό, τον προτιμούν λίγο πιο γλυκό. Σπάζουμε 5 – 6 αυγά και τα ανακατεύουμε με το γάλα. στην συνέχεια ρίχνουμε λίγο λίγο το αλεύρικαι το ζυμώνουμε στην σκάφη, μέχρι να γίνει αρκετά σφικτό το ζυμάρι. Μετά το κόβουμε σε μεγάλες μπουκιές και τις απλώνουμε σε καθαρά σεντόνια στον ηλιο να τραβήξει τα υγρά. Άλλες νοικοκυρές τα αφήνουν απλωμένα στο σεντόνι όλο το βράδυ, να στεγνώσουν. Την άλλη μέρα σαν ξεραθούν τα τρίβουμε με τα χέρια, άλλες νοικοκυρές τα βάζουν λίγα λίγα στο σεντόνι και τα τρίβουν μέχρι που γίνεται σαν ρύζι. Μετά τα ψίχουλα τα κοσκινίζουμε στο (αρίλογο) ένα είδος χοντρής κρισάρας. Ότι μένει χοντρό κομμάτι μέσα στο αρίλογο το τρίβουμε και παλι το κοσκινίζουμε. Μετά το απλώνουμε για 10 περίπου ημέρες να ξεραθεί και το βάζουμε σε μια μαξιλαροθήκη σε στεγνό μερός μακρυά από υγρασία. 

Ο ΓΛΥΚΟΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ

Τα παλιά χρόνια, πηγέναμε το στάρι στο μύλο και το χοντροαλέθαμε. Αν δεν ηταν εύκολο να το αλεσουμε στο μύλο, το αλέθαμε με τις μυλόπετρες στο σπίτι. Αυτή η εργασία βέβαια έπερνε περισσότερο κόπο και χρόνο γιατί γινόταν με το χέρι. Στην συνέχεια το χοντραλεσμένο στάρι το κοσκινίζαμε για να φύγει το ψιλό αλεύρι, Το χοντραλεσμένο αλεύρι το ανακατεύουμε με νερό και κάνουμε το λεγόμενο πλιγούρι ή μπουλουγούρι. Το ανακατεύανε με γλυκό (φρέσκο) γάλα μαζί με αυγά και βράζοντάς το μείγμα το ανακάτευαν μέχρι να πήξει. Το κατεβάζαμε από την φωτιά και προσθέταμε σιγά σιγά χοντραλεσμένο αλεύρι. Ύστερα αρχίζαμε το ζύμωμα όπως το ψωμί, θέλει πολύ δύναμη για να γίνει σφικτό. Αφού κρυώσει ακολουθούμε την μέθοδο όπως στον ξυνό τραχανά. Ο γλυκός τραχανάς ήταν και αυτός αρτύσιμος επειδή περιείχε γάλα και αυγά. Ήταν ομως το ίδιο νοστιμώτατος σαν τον ξυνό. 

Εργασία: Πίπης Κομιανός

Νοέμβριος 22, 2012 Posted by | ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΑ ΣΠΙΤΙΚΑ ΦΙΔΙΑ – ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΑΪΤΑΡΙΑ. ΙΕΡΟΤΗΤΑ-ΛΑΤΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ- ΧΡΗΣΗΜΟΤΗΤΑ. Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ


 ΣΠΙΤΟΦΙΔΑ ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΑΪΤΑΡΙΑ

  Γεμάτο με τόσο πολλούς  συμβολισμούς, η ιερότητά το φιδιού λατρευόταν στις αρχαίες και μεχρι τις σημερινές παραδόσεις και τις μαγικές πρακτικές του ελληνικού λαού, όπου συχνά η παρουσία του αγγίζει τα όρια της λεγομένης οφιολατρείας, δηλαδή την λατρεία του φιδιού. Η πιo διαδεδομένη μορφή είναι η πανελλήνια λατρεία του ΣΠΙΤΙΚΟΥ ΦΙΔΙΟΥ κυρίως στα χωριατόσπιτά μας. Είναι η λατρεία της  επιβίωσης του ΚΤΗΣΙΟΥ ΔΙΑ. Όπως εκείνος, έτσι και το φίδι του αρχαίου και στην συνεχεια νεοελληνικού σπιτιού είναι ο φύλακάς του, το καλόγνωμο στοιχειό, μνήμη του ΜΕΙΛΙΧΙΟΥ ΔΙΑ, (ο θεός που χαραχτηρίζεται από το στοιχείο της γλυκύτητας και καλοσύνης). Στο οποίο γίνονται ειδικές προσφορές, απευθύνονται φιλικοί χαιρετισμοί και απαγορεύεται ρητά και κατηγορηματικά να το σκοτώσουν. Ένας άλλος σπιτικός θεός, με μορφή φιδιού, ήταν ο ΑΓΑΘΟΣ ΔΑΙΜΩΝ, που το όνομά του βρέθηκε να είναι σκαλισμένο σ’ έναν  βωμό  σπιτιού της Θήρας, και συνηθισμένη σ’ αυτόν σπονδή ήταν λίγες σταγόνες άκρατου κρασιού, που έχυναν στο πάτωμα, στο τέλος του καθημερινού φαγητού. Οι Αρχαίοι Έλληνες έπιναν το κρασί αναμειγνύοντας το με νερό, σε αναλογία συνήθως ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού. Διέθεταν ειδικά σκεύη  για την ανάμειξη του τους λεγόμενους (κρατήρες). Ο άκρατος οίνος ήταν ο ανόθευτος χωρίς την πρόσμιξη με νερό.Από τα αρχαία χρόνια οι πιστοί (οι Οφίτες ή Οφιανοί) το λάτρευαν σε εξαιρετικά τελετές μυήσεως. Για τους προγόνους μας ήταν και σύμβολο της ιατρικής, της γνώσης και της μαντικής και συνδέεται με τη λατρεία του Ασκληπιού, του Διόνυσου, του Απόλλωνα και της Αθηνάς. Όμως ο σπουδαιότερος συμβολισμός του φιδιού, στις σημερινές παραδόσεις μας, συνδέεται με τη λατρεία του Δία, ο οποίος, με τα επίθετα, Κτήσιος και Μειλίχιος, λατρευόταν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, ως ΖΕΥΣ-ΠΑΤΗΡ, προστάτης του σπιτιού, και εικονιζόταν με τη μορφή του φιδιού σε διάφορα μνημεία, κυρίως σε βωμούς της σπιτικής λατρείας. Η Αρκαδική Άρτεμις, η Περσεφόνη και η Εκάτη, εικονίζονται να κρατούν στα χέρια τους φίδια.

Τα φίδια στους πρώτους μήνες της ζωής τους καθαρίζουν το περιβάλλον από διάφορα έντομα και σαν γίνουν μεγάλα συνεχίζουν τρόγωντας μεγάλο αριθμό ποντικών. Περίπου 1.000 ποντίκια καταναλώνονται σαν τροφή στη διάρκεια της ζωής ενός και μόνο φιδιού. Έτσι όταν σκοτώνεται ένα φίδι στην ουσία αυξάνεται ο αριθμός τους! Ένα πολύ καλό παράδειγμα χρησιμότητας των φιδιών είναι η προέλευση της ονομασίας «Σπιτόφιδο» του Zamenis Situla. Την ονομασία κέρδισε το συγκεκριμένο είδος όταν παλιότερα οι αλλά ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι το χρησιμοποίησαν σαν εξολοθρευτή τρωκτικών σε στάβλους και μάντρες, ακόμα και στα κατώγια των σπιτιών τους, σε σημεία όπως τα πατερά που ούτε οι γάτες μπορούν να σκαρφαλώσουν είτε στα κεραμίδια που μόνο αυτά μπορούν να τρυπώσουν.Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι καλοδέχονταν κάποια φίδια στα σπίτια τους,επειδή εξολόθρευαν τα ποντίκια. Το ίδιο,άλλωστε, συμβαίνει και σήμερα σε δίαφορα μέρη της αγροτικής χώρας μας.Ιδιαίτερα στα χωριά βάζουν στα κελάρια σπιτόφιδα για πρoστασία από τα τρωκτικά. Κάθε χρόνο το φίδι αλλάζει το δέρμα του ή αλλοιώς το πουκάμισό του. Οι χωρικοί το χρισημοποιούσαν για φυλαχτό.Οσοι καταγόμαστε από χωριά και ζήσαμε εκεί τα παιδικά μας χρόνια έχουμε σίγουρα ακούσει για του «όφι το ποκάμισο», όπως το λέγαμε εδώ στην Ορεινή Τριφυλία. Μιλώ για το δέρμα το οποίο εποχιακά αλλάζει το φίδι και το αφήνει φεύγοντας ανάμεσα σε πέτρες ή χόρτα. Μάλιστα, αυτό το «πουκάμισο» το θεωρούσαμε τότε εξαιρετικό εύρημα, γιατί είχε, όπως πιστεύαμε, ξεχωριστές ιδιότητες και γιʼ αυτό το χρησιμοποιούσαμε ως φυλαχτό. Αργότερα, μεγαλώνοντας, αφήσαμε στην άκρη μαζί με την παιδική μας αθωότητα και αυτές τις προλήψεις, Όμως δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που έχουν αυτές τις παλιές αντιλήψεις  πιστευω.
Στην πατρίδα μας υπάρχουν πολλά  είδη φιδιών, αρκετά από αυτά προστατεύονται. Το Σπιτόφιδο ή  Σαϊτάρι ανήκει σε αυτό το είδος,  εξαιτίας της γνωστής  χρησιμοτητάς του.  Το σαϊτάρι έχει στην πλάτη του καφεκόκκινα σημάδια και είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο. Επειδή έχει ένα σημάδι με σχήμα «V» πίσω από το κεφάλι του, μοιάζει με την οχιά, είναι όμως ακίνδυνο. Όπως επίσης και πολύ χρήσιμο γιατί σαν μεγαλώσει τρώει κυρίως τρωκτικά. Βρίσκεται σε περιοχές, γύρω από κατοικημένες περιοχές. Σε αρκετά μέρη της Ελλάδας γνωρίζοντας αυτή του, την χρησιμότητα το έπιαναν και το έριχναν στις αποθήκες τους, ώστε να ελέγξουν τους πληθυσμούς των ποντικών. Για αυτό το λόγο ονομάστηκε σπιτόφιδο.Ο ΚΩΣΤΑΣ Χ. ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ γράφει : Ανάμεσα στα νησιά τού Αιγαίου υπάρχει και το μικρό μα ένδοξο νησί των Ψαρών (Θυμήσου: «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…)· Εκεί παλαιότερα υπήρχε ένα Μονα­στήρι στην περιοχή «Φιδόλακκος», αφιερωμένο στην «Άγια -Κιουρά», δηλ. στην Αγία Ματρώνα. Όπως το δείχνει και η ονομασία αφθονούσαν τα φίδια. Έτσι κάποτε σε μία θ. Λειτουργία ένα μικρό φίδι έπεσε μέσα στην θεία Κοινωνία. Ο Ιερέας μόλις το είδε έφριξε. Τι να κάνη; Να το πετάξη, δεν μπορούσε, γιατί είχε απορ­ροφήσει θεία Κοινωνία. Αναγκάσθηκε και το έφαγε!
Τόσο όμως κουράσθηκε ψυχικά και αγανάκτησε, ώστε παρεκάλεσε με δυνατή κραυγή τον Θεό, να εξαφάνιση τα φίδια από το νησί. Τα καταράσθηκε να εξα­φανισθούν όλα. Και το αποτέλεσμα: Από την στιγμή εκείνη μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει στα Ψαρά ούτε ένα φίδι. Απίστευτο και όμως αληθινό! Πολλές φορές έφε­ραν για δοκιμή φίδια από τα γειτονικά νησιά και μόλις προχώρησαν τρία-τέσσερα μέτρα στην παραλία, ψόφη­σαν.
Ενθυμούμαι, προ ετών σε κήρυγμα στο χωριό Άνω Ωρωπός Αττικής ανέφερα την εν λόγω περίπτωσι. Στο τέλος με πλησιάζει ένας ακροατής. «Είμαι δάσκαλος — μου λέει — και έχω υπηρετήσει και στα Ψαρά δέκα χρό­νια. Έτσι ακριβώς είναι όπως τα είπατε. Έχω μάλιστα να προσθέσω ότι και το χώμα από τον «Φιδόλακκο», αν το μεταφέρουμε σε άλλες περιοχές, σώζει από τα φίδια». Ο καλός αυτός δάσκαλος μου προμήθευσε και το βιβλίο, «Δημητρίου Γρ. Σπανού, Δημοδιδασκάλου, ΨΑΡΙΑΝΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Αθήναι 1962», από το οποίο αντιγραφω τις επόμενες σειρές:

«Εάν τυχόν με τις κουφάλες των δένδρων, που το κύμα αποβάλλει εις τα Ψαρά, μεταφερθούν φίδια, αυτά δεν μπορούν να ζήσουν, αλλά ψοφούν ευθύς ως αποβιβα­σθούν στην ξηρά… Πολλοί ξένοι που επισκέπτονται τα Ψαρά, παίρνουν χώμα από το αναφερόμενο εξωκκλήσι, τον «Φιδόλακκον», και το μεταφέρουν σε άλλα μέρη της Ελλάδος, όπου παραδόξως εξαφανίζονται τα φί­δια από τα σπίτια, στα οποία το τοποθετούν ή το σκορ­πίζουν. Τούτο το διεπίστωσε και ο γράφων τις γραμμές αυτές. Άφ’ ότου ετοποθέτησε στις τέσσερες γωνιές του πατρικού του σπιτιού το «φιδόχωμα», φίδι δεν ενεφανί­σθη. Όταν κατόπιν επεσκευάσθη, και το «φιδόχωμα» εσκορπίσθη, ήρχισαν πάλιν να εμφανίζωνται τα φίδια» (σελ. 76). ΚΩΣΤΑΣ Χ. ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ.

Νοέμβριος 18, 2012 Posted by | ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ, ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | 1 σχόλιο

«Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ» ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ-ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Νύκτα πάνω στη νύκτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από την λάσπη, όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν την σταφίδα. Ή φορές πάλι αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμαστε με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως τον λαιμό, και ήταν αυτό πιο και απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίγκτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χει συνήθειό του, στην ίδια ώρα ξημέρωνε το φως. Τότε χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δεν δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους, ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση.

Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Οκτώβριος 29, 2012 Posted by | ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ - ΙΔΕΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΟΙΗΣΗ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

RIA HERAK- ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΛΩΔΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΟ FACEBOOK- ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: » ΜΟΥ ΛΕΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑ»

Ελευθερια Ηρακλειο

ΜΙΑ ΓΛΥΚΕΙΑ..ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ ΣΤΕΛΝΩ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ!!!!
ΚΙ ΑΣ ΥΠΟΔΕΧΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ..ΜΕ ΘΕΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ!

Χατζής Κώστας – Μου λέει ο ήλιος καλημέρα

ΤΙ ΟΜΟΡΦΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΛΟ ΦΙΛΑΡΑΚΙ ΡΙΑ ΜΟΥ ΕΦΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ. ΟΤΑΝ Η ΚΙΘΑΡΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΑΝΑΠΟΣΠΑΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ. ΜΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΑΤΖΗ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟ ΡΟΛΟ ΣΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΜΟΥ. ΕΧΘΕΣ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ, ΜΟΥ ΘΥΜΙΣΕ ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΣΗΜΕΡΑ ΕΣΥ ΚΑΙ Η ΚΙΘΑΡΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙ ΜΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΜΙΖΩ ΜΕ ΝΟΤΕΣ ΤΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΟΥ. ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΕ ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ. ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Οκτώβριος 29, 2012 Posted by | ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized, XATZHS KOSTAS | Σχολιάστε