Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ Η ΜΠΕΡΝΑΚΑΚΗΔΕΣ). ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΙΟΥ ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Αφιερωμένο στους τελευταίους τσαγκάρηδες, και στους παραδοσιακούς μπαλωματίδες, τσαρουχάδες, που σκληρά αφεντικά σφυροκόπησαν ανελέητα τα παιδικά τους χρόνια στο αμόνι της ζωής, για να μάθουν τέχνη, και στους σημερινούς νέους που έχουν την τύχη να τα έχουν όλα, ή την ατυχία, να μην εχουν ούτε τα απαραίτητα για να ζήσουν. (Λόγια φιλου bloger)

Ο Γιώργης Καράμπελας και ο Γιάννης Καράμπελας γνωστοί σαν (Μπερνακαίοι) ή (Κατσουλογιανναίοι)…Ο πρώτος πατέρας της γυναίκας μου Αγγελικής, ο δεύτερος Πνευματικός της Πατέρας. Γεννήθηκαν στο Κάτω Κοπανάκι της ορεινής τριφυλίας. Το παρανόμι Μπερνακαίοι το απέκτησαν από τον Βαρυμποπαίο πατέρα τους Δημήτρη Καράμπελα (Μπερνακάκη). Από μικρά παιδιά έμειναν ορφανά και τα μεγάλωσε οι μητέρα τους Ασήμω, με χίλια βάσανα και στερήσεις, κόρη του Γιάννη Δούμουρα (Κατσουλόγιανη) από το χωριό Δραγουμάνου της Ανδρίτσαινας, άριστο τεχνίτη μπαλωματή που γνώριζε την τέχνη της κατασκευής τσαρουχιών από γουρουνόδερμα και κυρίως από ρόδες αυτοκινήτων όπως επίσης και ότι είχε σχέση με δερμάτινες κατασκευές, όπως ασκιά για κρασί, λάδι, τυρί, δισάκια κ.α. Εκείνη την εποχή της ξυπολησιάς αυτού του είδους τα παπούτσια ήταν λες και φόραγες… λουστρίνια. Από τον παππούλη τους απέκτησαν το παρατσούκλι Κατσουλογιανναίοι  και με αυτό έγιναν γνωστοί στη περιοχή και ακόμα πιο πέρα. Από τα δύο αδέλφια και την μία αδελφή  ο μεγαλύτερος ήταν ο Γιώργης. Η ζωή σε αυτά τα φτωχά μέρη, δύσκολη και σκληρή  και το μεροκάμματο έβγαινε δύσκολα, χωρίς δουλειές και  με δυσκολία τα έφερνε βόλτα ο παππούς και η μητέρα του Ασήμω να θρέψουν τόσα στόματα. Σαν τέλειωσε το δημοτικό τον πήρε από το χέρι και δρόμο για την πόλη του Πύργου. Είχε την πληροφορία πως ο μαστρο-Μήτσος ζητούσε ένα κοπέλι για παραγιό.Πριν ξεκινήσουν δεν του είπε πολλά λόγια. «Θα σε πάω να μάθεις μάθεις τέχνη»,του είπε μόνο «και θα μένεις στο μαγαζί του ξαδέλφου μου του μαστρο-ματσόλα στον Πύργο της Ηλείας». Μπήκαν στον «μουτζούρη», έτσι έλεγαν το τραίνο την εποχή εκείνη. Σαν έφτασαν στην πόλη του Πύργου και γραμμή για το τσαγκαράδικο του ξαδέλφου του Μήτσο Δούμουρα (Ματσόλα).   Το παπουτσίδικο ήταν στην πίσω μεριά από την κεντρική εκκλησία κοντά στην πλατεία.«Σου  έφερα τον εγγονό», του’ πε, κι ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του Γιώργη τον έσπρωξε μαλακά μπροστά. «Στα χέρια σου τον αφήνω και κάνε τον τεχνίτη και μπαλωματή, με το καλό ή με το κακό». Ο μαστρο-Ματσόλας σήκωσε τα μάτια του πάνω από τα γυαλιά του και έκοψε τον Γιώργη από πάνω μέχρι κάτω σαν να τον μέτραγε και μετά είπε: «Άσε μου τον εδώ κι να πας στο καλό, μην ανησυχείς… Κι ενώ ακόμα ο παππούς του

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)- Από φωτοφραφικό αρχείο ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)- Από φωτοφραφικό αρχείο ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

μιλούσε με τον ξάδελφό του και κανόνιζαν κάποιες λεπτομέρειες της διαμονής του, ο μαστρο-Ματσόλας γύρισε και του είπε προστακτικά: «Μπρος, πιάσε τη σκούπα και σκούπισε το μαγαζί». Σαν έπιασε τη σκούπα κι άρχισε να σκουπίζει, άκουσε και το χαιρετισμό του παππού του: «Εγώ φεύγω ξαδελφε, τα μάτια σου ανοιχτά και τ’ αυτιά σου τεντωμένα, έχε για».Από τη μια σκλαβιά στην άλλη έπεσε ο κακομοίρης ο Γιώργης. Δύσκολη η ζωή στο χωριό, Όμως είχε και τα καλά της και τους φίλους και κανένα χαμόγελο. Μα εδώ ήταν σα θαμμένος ζωντανός.. Σκούπισε, πνιγμένος σε ένα σύννεφο σκόνης, μάζεψε τα σκουπίδια και στάθηκε σε μια γωνιά, σκυφτός, να περιμένει εντολή. «Τέλειωσες;», τον ρώτησε ο μαστρο-Ματσόλας. «Κάτσε εκεί πέρα, να ισιώσεις  τα προκάκια» του’ πε και του’ δωσε ένα σφυρί κι ένα κουτί από κονσέρβα με μικρά στραβωμένα προκάκια, να τα ισιώσει, για να κάνει οικονομία. Μικρά-μικρά τα προκάκια και δύσκολη δουλειά για τον Γιώργη, πού και πού, κοπάναγε τα άπειρα δάχτυλα του με το σφυρί, μα δεν έβγαζε άχνα. Παρηγοριά του μοναδική οι πελάτες που έρχονταν στο μαγαζί και καμιά κλεφτή ματιά στον κόσμο που πέρναγε έξω από το μαγαζί. Μικρός ο χώρος του μαγαζιού ήταν και το εργαστήριο, και η τουαλέτα. και η κρεβατοκάμαρα. Σαν έτρωγαν το φτωχικό φαί τους, μετά την βόλτα, όπως ήταν με τα ρούχα τις κρύες νύκτες του χειμώνα, πλάγιαζε στο αυτοσχέδιο κρεβάτι από στρωμένες σανίδες πάνω σε πλίθρες για να μην ακουμπάει το κορμάκι του  στο παγωμένο χωματένιο δάπεδο, τον σκέπαζε με μια παλιά κουβέρτα στρατιωτική, και επειδή φοβότανε μήπως ξεσκεπαστεί και κρυώσει τα βράδια… (Τότε η πούντα δεν αστειευότανε, θέριζε.) Τον έχωνε μέσα σε ένα παλιοτσούβαλο κανάβινο και κοιμόταν το αφεντικό ήσυχα καιχωρίς φόβο μήπως και του κρυολογήσει το παιδί. Δεν ήταν λίγες η φορές που μαζί με τον μάστορά του γυρνάγαν στα χωριά και τις ρούγιες, φορτωμένος με τα απαραίτητα εργαλεία, τα σφυριά, τις φαλτσέτες, τις κλωνές, το απαραίτητο κερί για το κέρωμα της κλώνας, τις σακοράφες, τα τσαγκαροσούβλια, τον «μπάρμπα –  λια», (μία σιδερένια κατασκευή το πιο απαραίτητο εργαλείο το λεγόμενο «αμόνι», τις γουρουνότριχες για να περνάνε τα βάρδουλα, τα πέταλα, τα ξυλόκαρφα, τα καρφάκια, οι πένσες, οι τανάλιες, το τρυπητήρι  να ανοίγουν τρύπες για κορδόνια, το κατόχι, σολοδέρματα, φόλες από δέρμα, τακούνια, ψαρόκολλα, γυαλόχαρτο, τα φόντια, το λάδι και τόσα άλλα εργαλεία. Που τα περισσότερα τα μετέφερε αυτός, ο μικρός βοηθός, σε αυτές τις περιοδείες. Η βροντώδης φωνή του μάστρο – Ματσόλα ακουγόταν διαλαλώντας το πέρασμά του και την ιδιότητά του: Ο ΜΠΑΛΩΜΑΤΗΣ-ΗΣ !!, Ο ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΝΑ ΜΠΑΛΩ…!!!. Στο πρώτο μπαλκόνι ή στο πρώτο καφενείο του χωριού που βρισκόταν στο διάβα του, εκεί και έστηνε το πρόχειρο μαγαζάκι του… ένα σκαμνάκι για να κάθεται και ανάμεσα στα πόδια του το απαραίτητο αμόνι,  με τα εργαλεία αραδιασμένα στο πλάϊ του. Η παραγγελία του το παραδοσιακό γλυκύ βραστό καφεδάκι του, και το απαραίτητο υποβρύχιο ή λουκούμι για τον Γιώργη τον μικρό ξεθεωμένο από το κουβάλημα των εργαλείων βοηθό. Το πόση ευχαρίστηση ένοιωθε τρώγοντας το υποβρύχιο βανίλια δεν περιγράφεται. Σε λίγο εμφανίζονταν οι ενδιαφερόμενοι με τα παπούτσια προς επιδιόρθωση. Τότε άρχιζε ο αγώνας να προλάβουνε τις παραγγελίες. Άλλος ήθελε για τα τρύπια παπούτσια  σόλιασμα, άλλος εκεί που είχαν σκιστεί έπρεπε να κόψει δέρμα για να μπαλώσει «φόλες», άλλος να καρφώσει πεταλάκια, άλλος ράψιμο στα βάρδουλα, άλλος τακούνια που ήταν φθαρμένα. Με επιμέλεια και υπομονή άρχιζε αμέσως να διορθώνει τα παλιά χιλιοφορεμένα και ταλαιπωρημένα παπούτσια. Η βρώμα και η μπόχα γέμιζαν το μαγαζί και η σπιρτάδα της μυρωδιάς σε κτύπαγε από 150 μέτρα απόσταση. Ο μάστρο – Ματσόλας και ο Γιώργης ήταν συνηθισμένοι σε αυτού του είδους τις ευωδίες. Οι οποίες δεν τους ενοχλούσαν ο ίδιος συνέχιζε να απολαμβάνει κάθε τόσο το υποβρύχιο του. Όμως το μάτι του και το αυτί του παρακοπουθούσαν και άκουγαν άγρυπνα κάθε κίνηση του μάστορά του.  Δεν διέφερε σε πολιτική τ’ αφεντικό του Γιώργη. Όλα τα αφεντικά την ίδια μούρη είχαν και την ίδια τακτική κρατούσαν στους μαθητευόμενους παραγιούς. Αγριάδα, βρισίδι, προσβολές και ξύλο, καμιά φορά, κι την τέχνη με δυσκολία την δίδασκαν στους παραγιούς. Κι αυτό το κάνανε  σκόπιμα, έτσι ήταν  η τακτική τους εκείνα τα χρόνια, Το σκεπτικό τους, πρώτα απ’ όλα για να μη μάθουν οι παραγιοί την τέχνη, δεύτερον να εκβιάζουν για πεσκέσια από το χωριό, που πολλοί αναγκάζονταν να στέλνουν προκειμένου η μάθηση να προχωρά, όπως καμιά κότα, αυγά, κανένα λαγό ή τυρί κλπ. Και τρίτον και κυριότερο να μη χάσουν τζάμπα παραγιό για όσα περισσότερο καιρό  μπορούσαν. Κι όχι μόνο δεν έδειχναν την τέχνη στους παραγιούς, μα πρόσεχαν κι’ όλας να τους απασχολούν σε μια γωνιά συνέχεια με χαμαλίκια, να μην κλέβουν μυστικά βλέποντας. Αυτή ακριβώς την τακτική ακολουθούσε ο μαστρο-Ματσόλας για  την εκπαίδευση του Γιώργη. Στα δυο χρόνια το μόνο που έμαθε ήταν να βάφει και να γυαλίζει τσαρούχια, αρβύλες και παπούτσια, τα γυάλιζε τόσο καλά που έμοιαζαν σαν καινούργια. Για αρχή κάτι ήταν κι αυτό. Καμιά φορά, όταν τα παρέδιδε σε κανένα μερακλή, του έδινε και κανένα φιλοδώρημα, να’ χει να πάρει κανένα κουλούρι ή φυστίκια που τα λιμπιζόταν από το φυστικά που πέρναγε κάθε πρωί από την πόρτα του μαγαζιού και τρέχανε τα σάλια του από τη μυρωδιά. Τις σκόλες άμα έπεφτε και τσαγκαροδευτέρα, έπαιρνε το μουτζούρη για να πάει στο χωριό του, να δει τους δικούς του και να μιλήσει με τους παιδικούς του παλιόφιλους. Με πόση λαχτάρα αναστέναζε άμα έβλεπε κανένα με ποδήλατο  γιατί ήταν το όνειρο του να αποκτήσει μια μέρα ένα κι αυτός, ας ήταν και μεταχειρισμένο, με φανάρι και κουδούνι. Την εποχή της φτώχιας και της ανέχειας ο μαστρο Ματσόλας για τον κόπο του πληρονόταν δεκάρες και πενηνταράκια, άλλες φορές πληρωνότανε και σε είδος, λάδι, πατάτες, κρεμύδια , ελιές, αλεύρι… κ.α. πολλές φορές και «βερεσέ», ας ήταν καλά το… τεφτέρι. Αν τους έβρισκε το βράδυ, απαγκιάζανε κάτω από κανένα μπαλκόνι ή κανένα γεφύρι ώσπου να φέξει ο θεός τη μέρα. Έπρεπε όπως έλεγε να θρέψει την φαμίλια, τα παιδιά να πάνε σχολείο και να γίνουν άνθρωποι. Το όνειρό του ήταν να φτιάξει ένα καλύτερο μαγαζί να σταματήσει αυτή η μαρτυρική ζωή. Το ίδιο όνειρο είχε και ο μικρός Γιώργης, και όχι μόνο, γιατί του έλειπαν πολύ οι άνθρωποί του, οι φίλοι του, το χωριό του… Σαν έμαθε την τέχνη γύρω στα 17 γύρισε στο Κοπανάκι για να συνεχίσει την δουλειά κοντά στον μπαλωματή παπουτσιών, παππού του Γίαννη κατσουλόγιαννη. Μαζί με τον αδελφό του Γιάννη και με τον παππούλη τους  συνεχίσαν την δουλειά του μπαλωματή. Τον θυμόταν ζωντανά τον παππούλη στις ιστορίες που έλεγε στη φαμελιά του, ότι άμα του πηγαίνανε

ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ- Από το φωτογραφικό αρχείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ- Από το φωτογραφικό αρχείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

τίποτα περίεργα πατούμενα έλεγε: «Τι ματσόλες είναι ευτούνες;  Στριβέλα τις ρε Κώτη.. στριβέλα τις…»  Το 1918 τον κάλεσαν στρατιώτη, και το 1919 τον έστειλαν να πολεμήσει στον Μικρασιατικό πόλεμο, μαζί υπηρετούσαν και άλλοι Κοπανακαίοι από την κάτω και την επάνω ρούγα. Συνήθιζε να λέει: « Άλλο να τα εξιστορώ και άλλο να ζεις τα γεγονότα, ταλαιπωρία, δυστυχία, πείνα, στεναχώρια, και … τις ανυπόφορες ψείρες, πολλές φορές βγάζαμε τα ρούχα μας και ξύναμε το σώμα μας σαν παλαβοί, μέχρι να ματώσουμε! Μόνη σωτηρία το πετρέλαιο.. Είχε υπηρετήσει στον ποταμό Σεγγάριο, στην Σμύρνη περισσότερο, στο Αφιόν Καραχισάρ, στο Εσκί Σεχίρ κ.α.  Στην Τουρκία τελειοποίησε την τέχνη του μπαλωματή. Δεν υπήρχε φαντάρος ή αξιωματικός που τα άρβυλα  να μην χρειάζονται κάθε είδους επισκευή ή επιδιόρθωση. Πολλά τα οφέλη από την δουλειά. Πρώτον δεν ξέχασε την τέχνη του, αλλά αντιθέτως την τελειοποίησε. Σε όλους ήταν απαραίτητος, όλοι όσοι υπηρετούσαν εκείνη την εποχή στον πόλεμο έχουν γνωρίσει πολύ καλά πόσο προβληματική είναι μια χαλασμένη αρβύλα. Σκοπιά δεν γνώρισε ποτέ ούτε και κανένας από τους συναδέλφους του παραπονέθηκε ποτέ για αυτό. Ο λοχαγός του πάντοτε τον έβλεπε μπρός σε μια στίβα από άρβυλα στην σκηνή του. Που επίτηδες δεν τις τελείωνε όλες για να δείχνει ότι έχει πολύ δουλειά. Συγχρόνως έβγαζε και το χαρτζιλίκι του. Με λίγα λόγια την έβγαζε «λούφα και παραλλαγή» όπως λέμε σήμερα. Ήταν η συμπάθεια του λοχαγού του, η παρέα του άρεσε πολύ, μεγάλος χωρατατζής, τα καλαμπούρια και οι πλάκες του δεν είχαν αρχή μα ούτε  τέλος, πάντοτε με το χαμόγελο στα χείλη. Έτσι έλεγε ο μπάρπμα Κώστα-Χαμπεσης Ή Κώτσο-Μακαρούνη που είχε υπηρετήσει μαζί στον ίδιο λόχο, φίλοι και γειτόνοι. Παρά τις χάρες που είχε ήταν όμως και αμελής στην αλληλογραφία του. Η μάνα του η Ασήμω Καράμπελα ανησυχούσε που τόσο καιρό δεν είχε λάβει γράμμα από το γιόκα της. Πήγε λοιπόν στην γειτόνισά της την μάνα του Κώτσο-Μακαρούνη, Χαμπεσή που υπηρετούσαν μαζί και της ζήτησε την διεύθυνση του λόχου. Μετά ζήτησε από κάποιον που ήξερε γράμματα να γράψει ένα γράμμα στον λοχαγό του…. Μόλις το διάβασε ο λοχαγός του πήγε και βρήκε τον Γιώργη. «Γειά σου Καράμπελα» του λέει, «πως τα πάς με τα άρβυλα; Πολύ δουλειά βλέπω..» του απαντάει ο Γιώργης: «Βαριά τα… καλαπόδια κυρ΄ λοχαγέ μου… » συζήτησαν και άλλα για να μην τον πονιάσει και γύρισε την κουβέντα γύρω από το χωριό… την κατάσταση της οικογένειάς του. Σε μια στιγμή τον ρωτάει, «αλήθεια κανένα νέο από τους δικούς σου, ή από την μάνα σου μαθαίνεις;». Δίχως να χάσει καιρό του απαντάει: «Πως Κύριε λοχαγέ… προ δύο ημερών για την ακρίβεια είχα γράμμα της! Και μάλιστα μου γράφει πως είναι καλά!  να μην ανησυχώ και να προσέχω». « Ρε βόδι, ρε μασκαρά! Σε ποιον λες αυτά τα ψέματα;.. Σήμερα κιόλας θα γράψεις στην μάνα σου ένα γράμμα και κάθε εβδομάδα θα γράφεις και ένα καινούργιο, που θα μου το δίνεις και θα το ταχυδρομώ εγώ ο ίδιος. Διαφορετικά τερμα οι άδειες εξόδου και τα γλεντάκια.». Τέτοια προσβολή δεν την περίμενε ο Γιώργη-Κατσουλόγιαννης, όπως ομολογούσε αργότερα εξιστορώντας το πάθημά, στους συμπατριώτες του στο καφενείο του Χρήστου Σοφού (Ντίντιρη) στην κάτω ρούγα. Τους έλεγε πως εκείνη την ώρα ήθελε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί. Τέτοια προσβολή δεν την περίμενε…  Σαν γύρισε λοιπόν από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο τον Ιανουάριο του 1923, τον φώναξε ο παππούλης του ο γέρο Κατσουλόγιαννης και του είπε: «όλη η περιουσία μας είναι 17 δραχμάς, σου τις δίνω να πας να αγοράσεις τα απαραίτητα υλικά, πρόκες, πετσιά για «φόλες», για σόλες,  πέταλα, κλωνές, κερί, ξυλόπροκες και ότι άλλο χρειαζούμενο για το μαγαζί. Όλα τα εργαλεία και τα καλαπόδια τα έχουμε. Τράβα στο μαγαζί του Κριτσιωτάκη στην παλιά αγορά στους Αγίους Αποστόλους  στην Καλαμάτα ή στο μαγαζί του Καλφακάκου, και σαν γυρίσεις με το καλό θα ξεκουρασθείς, και σε δυο μέρες μαζί με τον αδελφό σου Γιάννη ξεκινάς δουλειά στο παπουτσίδικο». Τότε τα χρήματα αυτά είχαν αξία, αφού αγόρασε τα απαραίτητα υλικά, είχε και μερικές οικονομίες από το στρατό, και σκέφτηκε να αγοράσει για τον γέρο Κατσουλόγιαννη ένα δώρο παλτό να ζεσταίνει τα γερασμένα κόκκαλά του. Μπήκε σε ένα μαγαζί όπως έλεγε, και διάλεξε  ένα πολύ ωραίο παλτό για τον γέρο, πλήρωσε και ξεκίνησε για το Κοπανάκι με το τραίνο. Σαν έφτασε στο σπίτι τον περίμενε ή μάνα του η Ασήμω και ο γέρο Κατσουλόγιαννης. «Πήρες Γιώργη τα απαραίτητα πράγματα;» τον ρώτησε ο γέρος. «Τα πήρα μπάρμπα Γιάννη, αλλά σου πήρα και ένα δώρο για να βγάλεις τον χειμώνα, ένα παλτό, για δες εδώ τι παλτουδάρα σου έφερα!…». Το πήρε με χαρά ο γέρος το φόρεσε και του ερχόταν «κουτί», γεμάτος καμάρι κοιταζόταν στον καθρέπτη και ξάφνου ρωτάει τον γι ο του: «Και για καλό ρώτημα πόσα έδωσες για το ρούχο αυτό;» «πέντε δραχμές» του λέει ο Γιώργης… «Πέντε δραχμάς;!!! Και μένα τι με πέρασες για τον Μπενιζέλο Γιώργη μου;!!!» Βγάζει το παλτό, ανοίγει το παράθυρο, και το πετάει έξω στο δρόμο…. Ούτε σκέψη να το ξαναφορέσει….Αυτός ήταν ο γέρο Γιάννης Δούμουρας από το Δραγουμάνο Ανδρίτσαινας, γνωστός ως (Κατσουλόγιαννης). Μού έλεγε η θεία Χριστίνα, «μπορεί ο πεθερός σου Σπύρο μου να ήταν ξιφτέρι στα τσαρούχια και στο παλιο παπούτσι, όμως προσπαθούσε κοντά στον παππούλη να μάθει περισσότερα πράγματα, γιατί εκτός από «φόλες», μπαλώματα, διπλοσολιάσματα κ.α. φτοιάχναν και ασκιά για τυρί τουλουμίσο, κρασιά ή λάδια. Χαρακτηριστικό είναι και το παρακάτω συμβάν. Είναι ώρα που ο παππούλης κουρασμένος από την μια μεριά η ηλικία από την άλλη η κούραση, είχε ξαπλώσει να ξεκουρασθεί. Αυτή την ώρα ο γέρο (Αγγελάκος), Αγγελής Αγγελόπουλος ο πατέρας του Κυριάκου Αγγελόπουλου (Καρέλλια), ήρθε στο σπίτι με μια προβιά και ζήταγε να του ράψουν εκείνη την ώρα ένα ασκί για τυρί γιατί βιαζόταν να πάει στο χωριό. «Ξύπνα παππούλη να ράψεις το ασκί του Αγγελάκου» του λέει ο Γιώργης. » Φύγε Γιώργη και άσε με γέρο άνθρωπο να ξαποστάσω, άμα ξυπνήσω θα το φτοιάξω». Όμως ο Γιώργης που ήθελε να εξυπηρετήσει τον Αγγελάκο του λέει» Άσε τον καψερό γέρο να ξεκουρασθεί, μην ανυσηχείς και θα στο ράψω εγώ». Πήρε τα απαραίτητα εργαλεία και κλωνές και αρχισε να ράβει την προβιά «πισωβελονιά» (μέσα από την τρύπα που ανοιγε με το σουβλί, πέρνα γε την κλωνιά και απανω τά την δεύτερη. Ράψιμο πολύ γερό και αεροστεγές.) Ο γέρος όμως που ανησυχούσε, σηκώθηκε πλησίασε και μόλις είδε πως έραβε ο Γιώργης το ασκί, του σηκώθηξε η τρίχα. «Τι κάνεις βρε μούσχαρε; Έτσι το ράβουν το ασκί; Από την ανάποδη; Ξήλωσέ το γιατί θα γελούν μαζί μας, ούλοι οι κάτοικοι της ορεινής Τριφυλίας.»Τότε  ο Αγγελης είπε το εξής στιχάκι : » ΦΑΡΜΑΚΙΑ  ΣΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΓΓΕΛΗ, ΚΑΙ ΠΙΚΡΕΣ ΣΟΥ ΓΙΩΡΓΑΚΗ, ΠΟΥ ΄ΡΑΨΕΣ ΑΝΑΠΟΔΑ Τ΄ΑΣΚΙ ΚΑΙ ΠΙΝΕΙΣ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ «. Το να ξυλώσεις ραμμένο με πισωβελονιά δέρμα ήταν μαρτύριο σωστό. Τα παθήματα όμως γίνονται μαθήματα….

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ-ΚΑΡΑΚΗΤΣΟΥ- Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ-ΚΑΡΑΚΗΤΣΟΥ- Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ο Γιώργη-Καράμπελας  και ο αδελφός του Γιάννη-Καράμπελας, γνωστοί σε όλη την Τριφυλία και πιο πέρα με το παρατσούκλι «Κατσουλογιανναίοι» γεννήθηκαν στο Κάτω Κοπανάκι ο πρώτος το 1901  ο δεύτερος το 1904 και η Δήμητρα ή μικρότερη το 1906 Πάντα καλοπροαίρετος ο Γιώργης, με το χαμόγελο του, με τα αστεία του και τις ανέκδοτες ιστορίες του, ήταν αγαπητός από όλους τους συγχωριανούς του. Σκιά και αχώριστος σύντροφος στις κοινωνικές του εκδηλώσεις αλλά και στην δουλειά, ο αδελφός του Γιάννης, που ακόμα και όταν παντρεύτηκαν και οι δύο δεν χώρισαν ποτέ! Ο Γιώργης παντρεύτηκε με την Αικατερίνη Αντωνίου Καρακήτσου από την Αρβανιτοκερασιά Αρκαδίας. Ο Γιάννης με την Χριστίνα Παναγιώτη Κωνσταντοπούλου από το Καμάρι Μεσσηνίας.  Αφού παντρεύτηκε ο Γιώργης μετά δύο χρόνια πάντρεψε και την αδελφή του με τον Ιερέα Κωνσταντίνο Παρασκευόπουλο από Το χωριό Μουριατάδα, που στην συνέχεια εγκαταστάθηκαν στα Φιλιατρά όπου ήταν και η ενορία του Παπά-Κώστα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Μετά ήρθε και η σειρά του άλλου αδελφού του Γιάννη. Το 1951 η οικογένεια του Γιώργη Κατσουλόγιαννη αυξήθηκε με ένα τρισχαριτωμένο κοριτσάκι την Αγγελική. Ο αδελφός του Γιάννης έγινε ο πνευματικός πατέρας του κοριτσιού.  Μου έλεγε ο θείος Γιάννης το  ιστορικό της οικογενείας, και το πώς ξεκίνησαν μοναχοί οι δύο τους το δύσκολο επάγγελμα του μπαλωματή και του τσαρουχά. Το μαγαζί ήταν στο ισόγειο του σπιτιού του Δήμου Παπαδόπουλου ή (Δήμο-Αρίστου) 4 μέτρα φάρδος και 6 μέτρα βάθος. Στο χωματένιο δάπεδο στρωμένες μερικές τάβλες να μην κρυώνουν τα πόδια μας, στο παράθυρο καρφωμένα χαρτόνια να μην μπάζει το κρύο. «Θυμάμαι την

ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΑΔΙΚΟΥ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ- Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο

ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΑΔΙΚΟΥ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ- Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο

λάμπα λουξ να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας, την σόμπα με τα ξύλα να μας ζεσταίνει ευεργετικά, τον πεθερό σου μόνιμα μέσα σε ένα σύννεφο από καπνό τσιγάρου, κάπνιζε σαν αράπης Σπύρο μου, με έπνιγε με τον καπνό του. Ευτυχώς που το τραπέζι που δουλεύαμε το είχαμε κοντά στην πόρτα του μαγαζιού, για να βλέπουμε με το φως της μέρας. Στο μαγαζί εκτός από τους πελάτες ερχόσαντε και φίλοι να κουτσομπολέψουν και να ακούσουν την γνώμη του Γιώργη γύρω από τα προβλήματα της τότε κοινότητας, τις ανάγκες και τις προτάσεις του. Όλοι τον σέβονταν γιατί ήταν πάνω από όλα τίμιος αλλά και τα λεγόμενά του σωστά. Εκεί ήταν το κοινοτικό συμβούλιο και εκεί πέρνονταν οι μελλοντικές αποφάσεις. Ήταν όμως και μεγάλος χωρατατζής, οι πλάκες του και τα καλαμπούρια του έχουν γράψει ιστορία…. Φαντάζεσαι τι γινόταν όταν για να πυρώσουν τα ξυλιασμένα  από το κρύο πόδια τους, έβγαζαν τα τσαρούχια τους;… Εκτός από τις μυρωδιές των παπουτσιών που είχαν φέρει οι πελάτες για επισκευή, γέμιζε το μαγαζί και με τις «ευωδιές» ποδαρίλας και απλυσιάς των επισκεπτών. Τον καιρό εκείνο ήταν πολυτέλεια να πλένουν τα πόδια τους κάθε μέρα… Τα έπλεναν κάθε μήνα και πολύ τους πήγαινε!…». Σιγά σιγά η πελατεία αυξήθηκε, οι ανάγκες για προσωπικό μεγαλώνανε, ο πάγκος μεγάλωσε, αγοράσθηκαν περισσότερα εργαλεία και υλικά, καθίσματα για τους τσαγκάρηδες, τους καλφάδες, τα τσιράκια τους βοηθούς. Πάρα πολλοί μαστόροι πέρασαν από το μαγαζί, ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ, ΓΙΩΡΓΗ-ΤΑΣΣΟΣ ΡΗΓΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΙΜΗΣ (ΔΡΑΤΣΑΚΑΣ), ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΟΥΡΧΟΥΡΙΑΣ), ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΕΔΕΜΑΔΗΣ, ΝΙΟΝΙΟΣ ΓΚΟΥΝΤΡΑΣ, ΜΑΤΖΟΥΝΗΣ από τα Πλατάνια,ΤΑΣΣΟΣ ΜΗΤΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΚΑΠΟΓΙΑΝΝΗΣ), αυτός ήταν πωλητής. Και τόσοι άλλοι μάστορες και τσιράκια, που να τους θυμάμαι όλους. Δίπλα στον πάγκο ήταν το «μαστέλο» γεμάτο με νερό, εκεί βούταγαν τις χοντρές βακέτες και τα πετσιά να μαλακώσουν. Εκεί κοντά είχαν την «τάβλα» μια γερή σανίδα, την έβαζε στα γόνατά του ο τσαγκάρης και κοπάνιζε τα μαλακωμένα πετσιά. Εμείς στο μαγαζί είχαμε πλάκες από μαντέμι αντί για την τάβλα. Αυτήν την είχαμε για να χαράζουμε τα δέρματα με την φαλτσέτα το «Τζαγκαρομάχαιρο» για το καλίκωμα που είχε σχήμα μικρού γιατανιού, μόνο που η κόψη ήταν από την εξωτερική πλευρά. Την τέχνη μου έλεγε ο μάστρο Γιάννης την έμαθα κοντά στον παππού μου Γιάννη, άριστο γνώστη της δουλειάς του μπαλωματή. Δύσκολα χρόνια Σπύρο μου. Η φτώχεια μεγάλη ο πατέρας μας πέθανε πριν να γεννηθεί η αδελφή μας Δήμητρα που πήρε και το όνομά του. Μας μεγάλωσε η μάνα μας Ασήμω και ο παππούς ο Γιάννης. Τον αδελφό μου Γιώργη τον πήραν στο στρατό από 17,5 χρονών το 1918 και γύρισε από τον Μικρασιάτικο πόλεμο τον Ιανουάριο του 1923. Από μικρό παιδί στην δουλειά, ακόμη και τώρα που μιλάμε νοιώθω την μυρωδιά από τα πετσιά στο κορμί μου. Τόσα χρόνια δεν λέει να φύγει…. Τα πρώτα παπούτσια που έφτιαχνα με τον παππού ήταν γουρουνοτσάρουχα και από γαϊδουρόδερμα. Πρώτα τα αλατίζαμε, τα ράβαμε. Μετά τα καρφώναμε στα καλαπόδια και τους περνάγαμε τις σόλες. Το ράψιμο γινόταν με κλωστή κερωμένη και αρχίζαμε από την εσωτερική μεριά. Για δύο χρόνια κρατάγανε, μετά χρειαζότανε επισκευή ή μπάλωμα. Από καλαπόδια είχαμε πολλά και διαφορετικού μεγέθους. Τα καλοκαίρια με την ζέστη τα τσαρούχια ξεραίνονταν. Από τα γουρουνοσφάγια τις αποκριές μαζεύαμε το λίπος ή το αγοράζαμε, το λεγόμενο «βασιλικό» από το μπροστινό μέρος του γουρουνιού και το είχαμε πάντα πρόχειρο για τέτοιου είδους περιστατικά. Μπόλικο λοιπόν λίπος μαλακώναν τα τσαρούχια και όλα εντάξει…. Με ένα πρόβλημα μόνο, επειδή τότε τα σκυλιά εκείνη τις εποχή ήταν πεινασμένα, η μυρουδιά του λίπους τα τραβούσε σαν μαγνήτης. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μετά από οινοποσία βραδυνή ορισμένοι αποκοιμιώνταν στους όχθους και με το μεθύσι που είχαν και το βρακί να τους βγάζανε χαμπάρι δεν θα το έπαιρναν. Οι περισσότεροι σαν ξυπνούσανε το πρωί ψάχνανε νε βρούνε τα τσαρούχια τους, πολλοί τα βρίσκανε μισοφαγωμένα πιο πέρα από τα σκυλιά. Όμως το πιο πρόχειρο και φτηνό πατούμενο ήταν εκείνη την εποχή το τσαρούχι από ρόδες αυτοκινήτων. Τις ρόδες τις φέρναμε με το τραίνο από την Αθήνα ή από τη Καλαμάτα και τον Πύργο. Τις κρεμάγαμε συνήθως σε κάτι μεγάλα ευκάλυπτα στην πλατεία αφού κόβαμε σε μια μεριά την ρόδα, την μία άκρη την καρφώναμε με μια 45 πρόκα στον κορμό του δένδρου. Μετά 5 με 6 παιδιά συνήθως τις πηγαίναμε στην κεντρική πλατεία του Κοπανακίου και τις κρεμάγαμε στα ευκάλυπτα. Μετά με τανάλιες ειδικές που τα χερούλια τους ήταν μακρόστενα, αρχίζαμε να τραβάμε την ρόδα για να ξεχωρίσουμε το από μέσα μέρος της ρόδας από το απόξω. Στο από μέσα μέρος ήταν τα λινά και στο απόξω τα τακούνια. Ήθελε υπομονή, μαεστρία και δύναμη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ακόμα και η σαρανταπεντάρα πρόκα ξεκαρφωνόταν με αποτέλεσμα να γινόμαστε ένα κουβάρι. Το κάθε κομμάτι από ρόδα είχε την δική του ονομασία και χρήση. Οι «Παντες» ήταν από ρόδα Ι.Χ. αυτοκινήτου, το «Κέντρο» από φορτηγού, τα «Φίνα» από μικρή ρόδα, και τα «Λινά» από μικρή ρόδα και αυτά λεπτά και ελαφρότερα. Τα τσαρούχια Σπύρο ήταν πολύ δύσκολη δουλειά. Τα μέτρα τα πέρναμε κατευθείαν από το πόδι του πελάτη, επάνω σε ένα χαρτόνι με το μολύβι πέρναμε το περίγραμμα της πατούσας και αυτό ήταν το μέτρημα για το τσαρούχι. Με το σουγλί  κάναμε την τρύπα και εκεί ράβαμε μόνο το μπροστινό μέρος με δέρμα, επάνω στη ρόδα έτσι που να χωράει το κουτουπιέ του ποδαριού, στο πίσω μέρος ράβαμε μία λουρίδα από πετσί για να κρατάει το τσαρούχι. Με λίγα λόγια, τα δάκτυλα, το μπροστινό μέρος του ποδιού και η πατούσα ήταν προφυλαγμένα ενώ η φτέρνες ακάλυπτες, γυμνές και πληγώνονταν εύκολα από αγκάθια και κοφτερές ακονόπετρες. Τα τσαρούχια από «πάντες» στοίχιζαν περίπου 15 με 20 δραχμές και από «κέντρα» 25 με 30 δραχμές. » Κανένα τσαρούχι βάστηξες μπάρμπα Γιάννη; Έτσι για σουβενίρ; «… Τον ρώτησα. » Μπα!! όλα τα πετάξαμε στο κατώϊ, ηθεία σου Χριστίνα μπορεί να έχει φυλάξει κανένα ζευγάρι, εκτός εάν τα έδωσε σε κανένα ξυπόλυτο. » «Όσο για τα καλαπόδια, ο πεθερός σου τα έκαιγε ένα ένα στο τζάκι λέγοντας αναστενάζοντας: «ΑΤΙΜΑ ΜΟΥ ΡΙΜΑΞΑΤΕ ΤΗΝ ΖΩΗ!!!  Όσο για τα εργαλεία των πεθερικών μου τα βρήκα καταχωνιασμένα στην κυριολεξία στον πάτο σε μια ξύλινη σκοροφαγωμένη κασέλα και σκεπασμένα με «χράμια» και  μια «βελέντζα». Η κασέλα ήταν της θείας, της γυναίκας του μπάρμπα Γιάννη, Χριστίνας, «Το ματάκι» όπως συνήθιζαν να την φωνάζουν στην Κάτω Ρούγα. Όπως όλες οι νοικοκυρές εκείνης της εποχής έτσι και αυτή τα μάζευε όλα…. «Δεν ξέρεις γαμπρέ μου που και πότε θα σου χρειαστεί ένα εργαλείο όσο παλιό και άχρηστο αν νομίζεις ότι είναι». ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ ΤΟΝ ΣΥΛΛΕΚΤΗ ΤΕΤΟΙΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΥΤΆ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΊΑ ΑΝΤΙΚΕΣ, ΑΠΟΔΕΊΚΤΙΚΑΝ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ, Σήμερα κοσμούν το παραδοσιακό οικογενειακό μας μουσείο αραδιασμένα στο τραπεζάκι του πεθερού μου και άλλα τοποθετημένα στον τοίχο, στην κάτω ρούγα του Κοπανακίου. Εκτός από τα τσαρούχια πέρναμε και παραγγελία για παπούτσια από δέρμα, όμως τέτοιες παραγγελίες

ΠΑΛΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ-ΑΡΒΥΛΕΣ ΓΙΑ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΠΟΥΛΗΜΑ. ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) ΜΕ ΤΑ ΤΣΙΡΑΚΙΑ ΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΠΑΛΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ-ΑΡΒΥΛΕΣ ΓΙΑ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΠΟΥΛΗΜΑ. ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) ΜΕ ΤΑ ΤΣΙΡΑΚΙΑ ΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

εκείνη την εποχή ήταν σπάνιες, λίγοι είχαν λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες… Μετά οι ανάγκες σαν μεγάλωσαν φέρναμε μεταχειρισμένα παπούτσια. Με τα τσουβάλια ερχόντουσαν από το Μοναστηράκι με το τραίνο, μας τα έστελνε μετά από παραγγελία ο μπάρμπα Λιάς από το Μουλάτσι της Γορτυνίας. Παπούτσια παλιά ανδρικά, άρβυλα στρατιωτικά, παιδικά και γυναικεία παπούτσια. Η πεθερά σου Κατερίνα και η θεία σου Χριστίνα, μας πρόσφεραν από το σπίτι μεγάλη βοήθεια, πολύ δουλειά και ξενύκτι… Τα δέρματα ήταν στεγνά και ξερά και αφού τα μαλακώναμε στο μαστέλο μετά άλλα φέρναμε στο σπίτι και άλλα τα δίναμε στα «τσιράκια». Τα επίδιορθώναμε πρώτα, τα μπαλώναμε και τα ράβαμε. Στη συνέχεια τα περνούσαμε με ασετόν για να φύγει το χαλασμένο χρώμα και μετά τα βάφαμε τα βουρτσίζαμε για να γυαλίσουν…. Και μετά έτοιμα για πούλημα τα ενώναμε με ένα σχοινάκι το «κατόχι» ανά ζευγάρι και τα κρεμούσαμε στον πήχη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μετά από μια δυνατή βροχή το χρώμα πολλές φορές έφευγε και τα παπούτσια ξέβαφαν, αποκαλύπτοντας το παλιό τους χρώμα τόπους τόπους. Μέσα στον πάτο του σεντουκιού βρήκα και τα βιβλία με τις αγορές, τα βερεσέδια και τις παραγγελίες, η συγκίνησή μου ήταν πολύ μεγάλη. Μέσα σε αυτά τα τρία βιβλία υπάρχουν παραγγελίες, βερεσέδια, πωλήσεις και κυρίως δανεικά σε συγχωριανούς και συγγενείς, χρήματα που είχε δώσει για να προικίσει συγγενικά του πρόσωπα, εγγυήσεις και αποπληρωμές γραμματίων που χρωστούσαν άλλοι, για να τους ξελασπώσει… φτωχούς να θρέψουν τις φαμίλιες τους, και άλλους να φτιάχτούν επαγγελματικά. Στις 26 Απριλίου 1976 και σε ηλικία 75 ετών άφησε την τελευταία του πνοή, τίμιος, περήφανος και πάμπτωχος… παρά την φτώχια του όμως κατόρθωσε να τελειώσει την φαρμακευτική η κόρη του και σήμερα γυναίκα μου Αγγελική. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι πρόδρομοι των υποδημάτων στη δεκαετία του 40 και εν συνεχεία του 50. Δημιούργησαν τις πρώτες οικοτεχνίες με τεχνογνωσία, μηχανήματα και πρώτες ύλες. Την δεκαετία τέλος του 60 οι μικρές αυτές βιοτεχνίες έφεραν το Ελληνικό παπούτσι στην Τρίτη θέση διεθνώς, μετά από Ιταλία και Γαλλία. Τέλος ο μπάρμπα Γιάννης άφησε την τελευταία του πνοή στις 26 Φεβρουαρίου 1990 σε ηλικία 86 ετών. Ήταν και οι δυο τους απίθανοι, τα τσαρούχια τους από ρόδες αυτοκινήτου έγραψαν ιστορία στον χώρο της ορεινής Τριφυλίας. Δυστυχώς σήμερα δεν βρίσκεις τέτοιου είδους τεχνίτες, είναι απίθανο ή μάλλον αδύνατο! Μόνο σε φωτογραφίες του παλιού εκείνου καιρού. Η νέα τεχνολογία τους έδιωξε σιγά σιγά, ας είναι καλά το βιομηχανοποιημένο παπούτσι. Και γιατί ανέβηκε το οικονομικό επίπεδο και οι ανάγκες του μέσου πολίτη. Έτσι δεν χρειάζεται να επιδιορθώσει το σχισμένο παπούτσι ή το χαλασμένο τακούνι… απλά και χωρίς ενδοιασμούς το πετάνε στα σκουπίδια και αγοράζουν καινούργιο. Αν και από ότι βλέπω σήμερα αρχίζουν να εμφανίζονται πάλι τα τσαγκαράδικα, βέβαια νέου τύπου, αλλά με  τεχνολογία ίδια με την παλιά. Βλέπετε με την οικονομική κρίση που μαστίζει την Ευρώπη, και την πατρίδα μας, σύντομα βλέπω να γεμίζουν τα τσαγκαράδικα με παπούτσια προς επιδιόρθωση.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com                       

Μαΐου 14, 2013 Posted by | ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ, ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ, ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΤΣΑΡΟΥΧΙ, Uncategorized | Σχολιάστε