Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΣΒΗΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ, «ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ» “ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ”, ή ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ» ή “ΓΑΝΩΤΗΣ” ή “ΓΑΝΩΜΑΤΖΗΣ” και το ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΟΥ “ΠΡΟΥ – ΠΡΟΥ” Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΣΒΗΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ,»ΓΑΝΩΤΗΣ» ή “ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ” ή «ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ» ή “ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ” ή “ΓΑΝΩΜΑΤΖΗΣ” και το ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΟΥ “ΠΡΟΥ – ΠΡΟΥ” Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ- ΚΑΛΑΤΖΗΣ

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ- ΚΑΛΑΤΖΗΣ

Μία  από τις αρκετά μεγάλες  επαγγελματικές τάξεις εκείνη την εποχή, ήταν οι γανωματήδες ή καλαϊτζήδες όπως τους έλεγαν. Ήταν μία τάξη εργατική που είχε μάθει να δουλεύει, να συντηρει και επιδιορθώνει τις χάλκινες οικοσκευές και όχι μόνο. Οι πρώτες οικιακές συσκευές ήταν φτοιαγμένες από χαλκό, αργότερα χρησιμοποιήθικαν ή μάλλον ανακαλήφθηκαν και άλλα μέταλλα. Τους τεχνίτες αυτής της τέχνης τους ονόμαζαν «καζαντζήδες», επειδή μεταξύ των άλλων κατασκευών κατασκεύαζαν καζάνια και τα μαγαζιά τους «καζανζίδικα». Όμως δεν πρέπει να ευσταθεί η ονομασόα από την κατασκευή των καζανιών. Γιατί εκείνη την εποχή το μεγάλο καζάνι το ονόμαζαν «Λεβέτι» το δε μικρό «χαράνι». Σε αντίθεση με το χάλκινο καζάνι που έβραζαν τα στάμφυλλα (τσίπουρα),έτσι ονόμαζαν τον αποστακτήρα για τσίπουρο. Ίσως επειδή η λέξη προέρχεται από την Τουρκία, τετρακόσια χρόνια ίσως ήταν αρκετά για να πάρει αυτή την ονομασία το επάγγελμα. Μία άλλη δοξασία, αν και δεν μπορούμε να την πάρουμε σοβαρά, είναι η ονομασία να προήλθε από το πολύ «καζάντι» της, βλέπεται εκείναη την εποχή η τέχνη του καλαντζή είχε μεγάλη πέραση και εξοικονομούσαν αρκετά χρήματα. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα ως προς την προέλευση της ονομασίας αυτού του κλάδου που ανθούσε εκείνη την εποχή. Οι εξωρμήσεις τους γίνονταν ομαδικά τα ονομαζόμενα «Μπουλούκια» ή «κομπανίες», συνήθως από δύο έως τέσσερα άτομα. κυρίως για λόγους οικονομικούς, ασφαλείας και τεχνικούς. Η αναχώρηση συνήθως γινόταν μετά τα μεσάνυχτα, κατά προτίμηση Δευτέρα, Τετάρτη ή Παρασκευή. Το φεγγάρι έπρεπε να είναι στη γέμισή του ή να έχει πανσέληνο. Πίστευαν ότι έτσι θα γύριζαν με γεμάτο φράγκα πουγκί στο σπιτικό τους. Άλλοι τεχνίτες έριχναν ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ή κάτι σχετικό στην αυλή του σπιτιού τους. Αυτό γινόταν για να το δρασκελήσουν το πρωί οι κότες που ήταν ζώα γόνιμα και παραγωγικά. Γενικά στίς εξορμήσεις τους αυτές ακόμα και η συνάντηση με τα πρώτα πρόσωπα που τα θεωρούσαν σαν κακό συναπάντημα, μπορούσε να γίνει αιτία να αναβάλλουν το ταξείδι τους αυτό για άλλη μέρα. Το να συναντήσουν Παπά στο διάβα τους, ήταν μεγάλη χρουσουζιά και το αποφευγαν με κάθε τρόπο. Για να αποφεύγουν τέτοιου είδους κακά συναπαντήματα και με συνέπεια να αναβάλλουν το ταξείδι τους, ξεκινούσαν πάντα την νύχτα. Καλή προυπόθεση

ΚΑΖΑΝΙ-ΤΡΟΚΑΝΙΑ-ΤΡΟΧΟΣ Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΚΑΖΑΝΙ-ΤΡΟΚΑΝΙΑ-ΤΡΟΧΟΣ Από το οικογενειακό παραδοσιακό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

εθεωρείτο ο καλός «σεφτές», ήταν η καλή αρχή στην δουλειά τους.  Οι κατασκευές τους πολλές και η τεχνες τους διαφόρων ειδών και χρήσεων, στις φωτογραφίες από το  προσωπικό μουσείο της οικογενείας μου μπορείται να δείτε μερικά από τα παραδοσιακά χάλκινα σκεύη της εποχής εκείνης.  Οι κατασκευές τους διακρίνονται από την χαρακτηριστική απλότητας τους. Είναι δημιουργίες μετρίων τεχνικών και κατασκευασμένα από φτωχά τεχνικά μέσα. Τελικά με την πάροδο του χρόνου τελειοποίησαν την τέχνη τους και  τις κατασκευές τους, Σήμερα θεωρούνται αξιόλογα έργα και σπάνιες αντίκες. Οι κατασκευές των τεχνιτών αυτών, που τις ονόμαζαν χαλκώματα ήταν πολλές. Λεβέτια και χαρανιά, τεντζερέδες με τα καπάκια τους. σίνια ή λαδικά για μικρές ποσότητες, σκανταλέτα, αυτά ήταν σαν φαράσια και τα χρισημοποιούσαν για σιδέρωμα, οι μουρχούτες (σουπιέρες), τα σαγάνια (μεγάλα πιάτα), τεψιά, λαγίνες, μπρικολέγενα, λυχνάρια, λυχνοστάτες, μαγκάλια, σοφράδες (μεγάλα ταψιά με χαμηλά χείλια, τιγάνια, κανάτια, μαστραπάδες (μεγάλες κανάτες), τρίφτες για τυρί, ξέστρες ή ξύστρες για την σκάφη του ζυμώματος, φυσούνες για να φυσάνε την φωτιά από μακρυά, μπότσες χωραγαν δυομισι οκάδες για το μέτρημα του μούστου από το πολύμνι του πατητηριού, μικρά πιάτα τα πινάκια, σουρωτήρια, κουταλια. πιρούνια, κεψέδες (τρυπητές χάλκινες κουτάλες), τροκάνια, κουδούνια, καζάνια για απόσταξη ρακί, κηροπήγια, καντήλια, λιβανιστήρια και τόσες άλλες κατασκευές.  Πρωϊνή συζήτηση πίνωντας τον μερακλίδικο καφε μου στην αυλή του προσφάτως καμμένου παραδοσιακού καφενείου της Σπυρούλας Σοφού του Γεωργίου. Γύρω από ένα τύπο τον “Πρου -Πρού”,  που εργαζόταν σαν γανωματής και επιδιορθωτής χάλκινων κατασκευών. Ο πεθερός σου ο Γιώργη Καράμπελας ή (Κατσουλόγιαννης), συνήθιζε να λέει ότι οι ζουρλοί και οι παράλυτοι, εδώ μπροστά  στην δημοσιά του Κάτω Κοπανακίου καταλήγουν. Το πέρασμά του από την πόλη του Κοπανακίου ήταν πολύ γρήγορο, όπως και η εμφάνησή του στα μέρη μας, γύρω 1925 μέχρι περίπου το 1930.  Παλαιότερα πολλοί μαστόροι που ασχολούνταν με δουλειές του ποδαριού, μετακομίζανε σε διάφορα μέρη για να βγάλουν το ψωμί τους. Για κατάλυμμα όπου βρίσκανε και είχε κανένα “πλινθογώνιασμα” όπως το λέγανε, βάζανε καμιά πρόχειρη στέγη από  πρόχειρα υλκά, καλάμια, τσίγγους, σανίδες με κλαδιά και λύνανε το στεγαστικό τους πρόβλήμα. Εκεί στήνανε και το μαγαζάκι τους, την φου-φού τις τανάλιες, τις πένσες, τα σφυριά τους, το απαραίτητο κασσίτερο ή  καλάϊ και το ειδικό “μπρικοκατσάρολο” για να λιώνουν τα υλικά τους για το γάνωμα. Μετά πέρνανε σβάρνα τις ρούγες και τα γύρω χωριά κουβαλώντας στους ώμους τα εργαλεία τους και  διαλαλώντας την τέχνη τους … “Εδώ ο καλός γανωματής!!…Όλα τα γανώνει… Όλα τα “σταγκώνει”!!… ( Στάγκωμα θα πεί στη γλώσσα τους το γάνωμα).  Ο

ΧΑΛΚΙΝΑ ΣΚΕΥΗ ΟΙΚΙ;ΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ Από το οικογενειακό προσωπικό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΧΑΛΚΙΝΑ ΣΚΕΥΗ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ Από το οικογενειακό προσωπικό μουσείο του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

κασσιτερωτής έκανε και την δουλειά του γανωτζή, δηλαδή έλιωνε τον κασσίτερο με την βοήθεια της φουφούς στο μπρικοκατσάρολο και αφού καθάριζε καλά καλά τα κουζινικά σκεύη, άλειφε το εσωτερικό του με το λεγόμενο “Σπίρτο” και το έτριβε με τριμένο κεραμίδι ή ψιλή άμμο το λεγόμενο “Κουρασάνι”. Μετά με την τσιμπίδα το κράταγε πάνω από την φωτιά να κάψει, μέχρι που σε μια στιγμή άλλαζε χρώμα ο χαλκός, τότε εριχνε μέσα  το λεγόμενο “Νησταντήρι” μία χημική ουσία, για να στρώσει καλύτερα το καλάϊ. Αφού το σκούπιζε με προσοχή και προσέχοντας μην κάψει τα δάκτυλά του, αλειφε το λιωμένο καλάϊ με ένα χοντρό βαμβακερό κουρέλι. Μετά το βουτούσε στο νερό και ήταν έτοιμο για χρήση. Τα κουτάλια, τα μαχαιρια και τα πίρουνα τα γάνωνε βουτώντας τα ολόκληρα μέσα στον κασσίτερο από την μία μεριά και μετά από την άλλη, στο τέλος τα σκούπιζαν καλά με βαμβακερό ύφασμα και γινόντουσαν σαν καινούργια.  Ετσι και ο Πρου – Πρού γανωτζής στο επάγγελμα αλλά και φιλότιμος εργάτης της γης, έκανε καλό ζευγάρι , ήταν και άριστος αμπελουργός. βρήκε κατάλυμμα και αγκαταστάθηκε στον χαμοκέλλα (παλιό χάλασμα), στο πίσω μέρος του σπιτιού της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο Κάτω Κοπανάκι δίπλα στο καφενείο του μπαρμπα Χρήστου Σοφού του (Ντίντιρη). Στο πέρασμά του όλο και κάποιο παιδικό κεφαλάκι από κάποια γωνιά, θα του φώναζε κοροϊδευτικά το γνωστό σε όλους παρατσούκλι του. Γιατί  ξέχασα να σας πω ότι επειδή πριν από κάθε πρότασή του συνήθιζε να λέει Πρου – πρού, αυτό χρησιμοποιούσαν τα παιδιά και γελούσαν μαζί του. Όμως αυτός αντιμετώπιζε τα παιδικά πειράγματα με στοϊκώτητα και καλοσυνάτο χαμόγελο. Σιγά σιγά τα παιδιά τον συμπάθησαν και σταμάτησαν τα πειράγματα. Όταν τον ρωτούσαν οι χωρικοί από που ερχόταν και πόσο καιρό καθόταν σε ένα τόπο, τους απαντούσε:  ” ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΕΔΩ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΕΚΕΙ, ΑΥΡΙΟ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ;…..ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΓΩ Ο ΙΔΙΟΣ !!!…  ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΔΩ, ΕΙΝΑΙ…ΠΑΝΤΟΥ”. Ώσπου μια μέρα ήρθε η καταστροφή…την ώρα που έψηνε τον καφέ, του ακουσε προειδοποιητικά τριξίματα. Πετάχτηκε αλαφιασμένος έξω από την χαμοκέλλα της Αρισταίας με τα σωβρακοφάνελλα. Πίσω του ακολούθησε η καταστροφή…η χαμοκέλλα είχε γίνει ίσωμα!!! ένας κουνιαρχτός από σκόνη γέμισε τον τόπο. Βάζοντας τα χέρια του στην μέση λέει ο άνθρωπός μας: ΚΑΙ ΠΡΟΥ, ΚΑΙ ΠΡΟΥ… ΚΑΙ ΠΡΟΥ, ΠΡΟΥ, ΠΡΟΥ…ΜΩΡ’ ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΟΜΟΥΝ ΕΓΩ ΝΑ ΜΕ ΠΛΑΚΩΣΕΙΣ!!!…. Σκάβοντας με την βοήθεια των χωρικών μέσα στα χαλάσματα της χαμοκέλλας, μάζεψε όσα από τα εργαλεία του ήταν σε καλή κατάσταση, τα σκεπάσματά του και τέλος την πολύτιμη φουστανέλλα του. Μέχρι εκείνη την στιγμή για να μην γυρίζει με τα σωβρακοφάνελλα του είχαν δανείσει κάποιο παντελόνι. Το ίδιο βράδυ ο γνωστός “Κογιώνης” , (χωρατατζής) ο μπαρμπα Γιώργης Μαραβελής του Θοδωρή από το Βαρυμπόπι, στην ταβέρνα του χωριού, του σκάρωνε στην στιγμή όπως συνήθιζε το στιχάκι του.. ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ Η ΧΑΜΟΚΕΛΛΑ- ΤΟΥ ΠΡΟΥ ΠΡΟΥ ΤΟΥ ΗΡΘΕ ΤΡΕΛΑ / ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΗΝ ΤΟΝ ΠΛΑΚΩΣΕΙ- ΧΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ / ΤΥΧΕΡΕ ΠΡΟΥ ΠΡΟΥ ΓΙΑ ΒΙΟΣ ΣΟΥ- ΣΟΥΜΕΙΝΕ ΤΟ ΣΩΒΡΑΚΟ ΣΟΥ!!! Το άλλο πρωί,  αφού μάζεψε ότι χρήσιμο εργαλείο ξέθαψε από τα αποκαίδια, τα ‘εχωσε σε ένα μεγάλο σάκκο, την «μπετελιά», (αναγραμματισμός από την λέξη τεμπελιά). Την τσιμπίδα, τον καρφολόγο, την ψαλίδα, τον ζουμπά, τον ταβλά που μάζευε τα υπολείματα από το καλάι τα «κεβεσέδια», τις βέργες, το σπίρτο και ότι άλλο χρειαζούμενο,  πήρε τον δρόμο για άλλα μέρη, ίσως γύρισε στον τόπο του. Πολλοί λένε ότι καταγόταν από την Στεμνίτσα….Άγνωστο πως δουλεύει το απελπισμένο μυαλό του ανθρώπου.  Δεν του έφτανε η φτιώχια του και η δυστυχία του, τα πειράγματα των παιδιάν και των μεγάλων. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να χάσει και το πρόχειρο σπιτικό του. Από τότε αυτός ο φτωχός, όμως πλούσιος σε ψτχικά χαρίσματα, δεν έδωσε σημεία ζωής ξανά, ούτε κανεις έμαθε νέα του.

Πολλές φορές η δυστυχία σε κάνει φιλόσοφο. Μου έλεγε ο παππούς μπαρμπα Γιαννούλης. Όταν  ρωτούσαν τον Πρου πρού  στο καφενεδάκι της κάτω ρούγας, αν αισθάνεται ικανοποιημένος από την ζωή που έκανε τους απαντούσε: ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ Η ΕΥΤΥΧΙΑ…ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΛΙΓΑ!!!

Ας είσαι καλά άνθρωπέ μου όπου και αν βρίσκεσαι…Είσαι ένα κομάτι της ιστορίας του τόπου μας, που όμως δεν θα ξεχαστεί ποτέ!!!

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ – komianos.wordpress.com

Μαρτίου 24, 2013 Posted by | ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ-ΚΑΖΑΤΖΗΣ-ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε