Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΠΟΥ ΦΥΤΕΥΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΖΑΡΖΑΒΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ – ΠΡΟΚΟΠΑΙΝΑΣ εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos.wordpress.com

ΑΠΡΙΛΙΟΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΠΟΥ ΦΥΤΕΥΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ KAI ΤΑ ΖΑΡΖΑΒΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΡΟΚΟΠΑΙΝΑΣ. εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ

ΦΥΤΕΥΜΑ ΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΦΩΤΟ από kikirikoy.blog

ΦΥΤΕΥΜΑ ΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΦΩΤΟ από kikirikoy.blog

Τον Απρίλιο μεταξύ των άλλων αγροτικών εργασιών, είναι και το φύτευμα των ζαρζαβατικών, στους κήπους, η στους μπαξέδες όπως λένε. Δεν υπάρχει νοικοκυριό που να μη φυτέψει τις ντομάτιές, (ντοματάκια ιταλικά, ντοματίνια, ντομάτες κανονικές και αλλων τύπων), αγγουριές, κολοκυθιές, (ιβρύδια, κομπίσιες), φασολιές (τα πηχιάρικα ή φιδοφάσουλα, τα τσαουλιά, τα μπαρμπούνια κ.α. ανάλογα με τα γούστα του καθενός. Μετά έρχονται οι αγγουριές, οι μελιτζανιές (μακρόστενες, οι τσακώνικες, οι φλασκες κ.α.), οι πιπεριές (πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, μακρόστενες ή κέρατα, πράσινες, κόκκινες διαφόρων ονομασιών και τύπων), οι μπάμιες, τα βλίτα. Απαραίτητο και το φύτευμα του βασιλικού ανάμεσά τους για να γίνονται πιο αρωματικά τα “ζαρζαβατικά”. Προσοχή την ημέρα της μεσοπεντηκοστής, οι αγρότες απόφευγαν να ασχολούνται με τις αγροτικές εργασίες, ιδιαίτερα αυτή την ημέρα και την ημέρα της πεντηκοστής την φιλαγαν σαν τα μάτια τους, όπως και ορισμένες ημέρες της εβδομάδας. Η εργασία της προετοιμασίας είχε ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Πριν να αρχίσουν το σκάλισμα, επιλέγαν την περιοχή και είχαν ένα γνωμικό: ” ΟΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΦΤΕΡΗ ΜΗ ΤΗ ΣΚΑΦΤΕΙΣ, ΤΡΑΒΑ ΧΕΡΙ, ΑΜΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΒΑΤΟ, ΕΙΝ’ ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΤΟ.” Πραγματικά εκεί που φυτρώνει το βάτο έχει πλούσιο χώμα, ενώ εκεί που φυτρώνει η φτέρη το χώμα είναι φτωχό. Πρίν αρχίσει οποιαδήποτε εργασία, ο γεωργός έκανε το σταυρό και την προσευχή του, να μην πάθουν τίποτα κακό αυτά που επρόκειτο να φυτέψει . Από το Νοέμβριο μάζευαν σε μικρούς σωρούς τις κοπριές,τις σκεπάζανε με χώμα και με την βροχή “εχώνευε”. Τον Απρίλιο ήταν έτοιμη, για άπλωμα και ανακάτωμα στους μπαξέδες. Ακολουθούσε το σκαψιμο και ανοίγανε τις “γράνες”. Εκεί φύτευαν τα ζαρζαβατικά τους και έκαναν το πρώτο πότισμα. Δίπλα στο μπαξέ στο χώμα ή σε γλάστρες οι νοικοκυρές, φυτεύανε τη ματζουράνα, τη λεβάντα, τον δυόσμο, το δενδρολίβανο και άλλα αρωματικά φυτά, απαραίτητα για το μαγείρεμα. Αυτές τις δουλειές είχαν αναλάβει οι γυναίκες, (όπως και τις περισσότερες εργασίες του σπιτιού). Θυμάμαι τα λόγια της νουνάς της γυναίκας μου, της Χριστίνας συζ. Ι. Καράμπελα, την φωνάζανε το “ματάκι”, “Σπύρο μου”, μου έλεγε: ” Ο δουλευτής ποτέ δεν πεινάει, Η ΠΕΙΝΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΔΟΥΛΕΥΤΗ, ΑΛΛΑ…..ΜΕΣΑ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΕΙ” λόγια σοφά, που δεν ξεχνιούνται. οι μπαξέδες θέλουνε δουλειά, σκάλισμα, ξεβοτάνισμα, ράντισμα με βορδιγάλιο πολτό (γαλαζόπετρα με ασβέστι), ανάλογα με τις βροχές και την υγρασία του καλοκαιριού. Μεγάλος μπελάς η αρρώστια της μελίγκρας, ακολουθεί το θειάφισμα. Την μεγαλύτερη ευτυχία την αισθανεται ο αγρότης, σαν έρχεται η στιγμή που αρχίζουν να αποδίδουν οι κόποι του, την μοσχοβολιά και νοστιμιά τους. Την παρακάτω ανέκδοτη στορία, διηγιόταν ο πεθερός μου Γιώργης Δημ.Καράμπελας (Κατσουλόγιαννης), στης γειτονιάς το καφενείο, στην κάτω ρούγα. ” Αρμονικά ζούσαν ο Μπάρμπα “καρβελάς”, ένας πονηρός και κογιόνης γείτωνας, και η κυρά “Προκόπαινα” χήρα με την κόρη της, την Κανέλλα μία ζουμερή, όμορφη, ευκολόπιστη και αγαθιάρα κοπέλα. Το σπίτι του “καρβελά” ήταν πέτρινο, στενόμακρο, χαμώϊο με χαμηλό πορτάκι μονόφυλλο. Της “Προκόπαινας” το σπίτι και αυτό πετρινο και μέσα ούλο και ούλο μια καμαρούλα δύο κρεβάτια με την”πυρογωνιά” το (τζάκι) δηλαδή. Και οι δύο χήροι. Δίπλα – δίπλα τα σπίτια τους, μπροστά είχανε και τους μπαξέδες τους. Έβλεπε την Κανέλλα την κόρη της «Προκόπαινας» ο «Καρβελάς» και την λιμπιζότανε. Η Κανέλλα έβλεπε πως οι ντομάτες του γείτονάς της ήταν πολύ –  πολύ ζουμερές και κόκκινες, ενώ οι δικές της παρέμεναν…. άγουρες και πράσινες. Μεγάλο μαράζι το είχε η καϋμένη Κανελλίτσα… Μια μέρα δεν βαστήκτικε και ρώτησε τον γείτονά της. Κυρ – “καρβελά” πώς γίνεται ενώ τις φυτέψαμε τον ίδιο καιρό, οι δικές σου να είναι κόκκινες-κόκκινες και οι δικές μας ακόμα πράσινες; Της λέει λοιπόν ο κογιόνης «Καρβελάς». «Ντρέπομαι βέβαια, αλλά θα σου πώ το μυστικό:  Άκου λοιπόν Κανελλίτσα μου, αλλά μην το πεις σε κανένα ούτε στη μάνα σου γιατί δεν θα «πιάσει» … Κάθε πρωί πουρνό-πουρνό πριν βγούν οι γειτόνοι ή κανένας περίεργος περαστικός, βγαίνω στο μπαξέ χωρίς να φορώ το υφασμένο στον αργαλειό από “δίμητο πανί” βρακί μου. Μόλις με βλέπουν οι ντομάτες από ….την ντροπή τους κοκκινίζουν!!! “Ωστε έτσι;” του λέει, η ευκολόπιστη Κανέλλα. “Έτσι όπως στα λέω, κάνε και συ το ίδιο, και δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου!!!”. Την άλλη μέρα η Κανελλίτσα πριν καλά ξημερώσει, με τον φόβο μήπως και την δει κανένα μάτι, βγήκε στον κήπο φορόντας μόνο τα τσουράπια και την πόλκα της, χωρίς “βελέσι”, μισοφόρι και χωρίς… βρακί. Στάθηκε πάνω από τις ντοματιές της και άρχισε την περατζάδα. Το επανέλαβε το επόμενο πρωϊ και τις επόμενες ημέρες, όμως οι ντόμάτες χρώμα δεν είχαν πάρει ακόμα. «Βρε “καρβελά”, έκαμα ότι ακριβώς κάμεις και εσύ κάθε πρωί, αλλά οι ντομάτες ακόμα πράσινες παραμένουν». «ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΤΡΕΛΑΘΗΚΑΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ…. ΑΓΓΟΥΡΙΑ !!!».

Πώς να μην τρελαθούν τα καϊμένα αγγούρια, με τα κάλη που έβλεπαν να βολτάρουν από πάνω τους!!!!
Με αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ komianos.wordpress.com

Νοέμβριος 10, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ – ΤΟ ΓΥΦΤΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΑΙΘΡΙΟ “ΚΑΤΟΥΡΟΧΕΣΙΜΟ ” – Εργασία : ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ – komianos.wordpreess.com

ΤΟ ΓΥΦΤΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΑΙΘΡΙΟ ” ΚΑΤΟΥΡΟΧΕΣΙΜΟ “
ΓΥΦΤΟΜΑΧΑΛΑΣΕνώ η φρασεολογία μας είναι φτωχή όσων αφορούν αυτή την αξιόλογη μα και συμπαθητική, γύφτικη γεννιά, αντιθέτως είναι πολύ πλούσια σε παροιμίες, ανέκδοτες ιστορίες και φράσεις για γύφτους, Για παράδειγμα, λέμε “είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του”, επίσης συνηθίζουμε να λέμε “όλοι οι γύφτοι μια γενιά είναι”. Βάση του μύθου, που είχανε οι παλαιοί ακούσει, ότι τάχα προήλθε από τότε που οι μουσουλμάνοι γύφτοι ζήτησαν από στον σουλτάνο να εξαιρεθούν από το χαράτσι, όπως ανέφερε το φιρμάνι. Τότε ο σουλτάνος μάζεψε όλους τους γύφτους της Πόλης και διέταξε , τους μουσουλμάνους να πάνε στην δεξιά μεριά και όσοι ήταν αλλόθρησκοι να πάνε στην αριστερή μεριά, έτσι και έκαναν. Τότε τους ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να βγάλει καινούργιο φιρμάνι. Διέταξε τον τελάλη να το διαλαλήσει : “ Ακούσατε – ακούσατε…!!! Όλοι οι γυφτο – μουσουλμάνοι, θα πληρώνουν από σήμερα και εμπρός, διπλό χαράτσι….!!!!”, οπότε, όπως λέει ο μύθος, οι μουσουλμάνοι φύφτοι, πονηρά σκεπτόμενοι, ξαναπήγαν με τους άλλους, τους αλόθρησκους, λέγοντας ότι: “εμείς οι γύφτοι όλοι μια γενιά είμαστε, πολυχρονεμένε μας σουλτάνε και σε παρακαλούτμε να μη μας ξεχωρίζεις.” Γνωρίζουμε βέβαια ότι οι γύφτοι ήρθαν από την Ινδία στην Τουρκία και την Ρωσία, από εκεί διασκορπίσθηκαν στον υπόλοιπο κόσμο. Όμως, την εποχή εκείνη πιστεύανε ότι οι γύφτοι ήρθαν στα βαλκάνια από την Αίγυπτο. Η λέξη Γύφτος εμφανίζεται στα μεσαιωνικά ελληνικά, και κατάγεται από το εθνωνύμιο “Αιγύπτιος”. Σε ένα απόσπασμα του Μάζαρι (1416) που αναφέρεται στους Αιγύπτιους στα εφτά έθνη που κατοικούσαν τότε την Πελοπόννησο, εξ΄ού και η ονομασία Γύπτιος – Γύπτος – Γύφτος. Όμως οι γύφτοι της ανέκδοτης ιστορίας μας, ήρθαν να εγκατασταθούν στα περίχωρα του Κοπανακίου από κάποιο κοντινό χωριό της Μεσσηνίας. Σε οικόπεδο που τους χάρισε το κράτος, έκτισαν σπίτια με τσιμεντόλιθους, προχειροκτισμένα και με στέγη από τσίγγους ή νάϋλον, χωρίς τουαλέττα ή μπάνιο και από έξω το απαραίτητο παραδοσιακό γύφτικο τσαντήρι. Φτωχοί άνθρωποι που να βρουν χρήματα για τουαλλέτες και μπάνια… Πολυτέλειες. Για να κάνουν μπάνιο ή μπουγάδα, (αν και πότε ), έπρεπε να ανάψουν φωτιά για να ζεστάνουν νερό. Οι περίοικοι είχαν φρίξει από την βρώμα. Κάποτε ένας γείτονας, βλέποντας ένα γυφτάκι “να τα κάνει” κάτω από τις ελιές, δεν κρατίθηκε και αγανακτισμένος του λέι : ” Ρε ΜΑΥΡΟΚΑΤΖΙΒΕΛΕ!!! Τι κάνεις εκεί; Εσύ και η όμοιοί σου, έχετε καταβρωμήσει ρε ούλο τον τόπο, με τα κατρουλιά και τα χεσίματά σας.! Μέχρι το λάδι και οι ελιές μας, βρωμάνε κατουρλήλας!!! ”. Και τον ρωτάει το γυφτάκι : ” Και τι τα κάνει, αφεντικό ; ” και του λέει ο γείτονας : ” Να φτοίξετε ένα ” ΑΠΟΠΑΤΟ” μέσα στο σπίτι σας. Να τα κάνουτε. Πανάθεμα σ΄αυτόν που σας έφερε εδώ “. Και του απαντάει ετοιμόλογα το γυφτάκι, με την ιδιόμορφη γύφτικη προφορά : ” ΤΙ ΛΕΕΙ ΡΕ ΜΑΣΤΟΡΑ; ΣΟΒΑΡΑ; ΤΟ ΓΥΦΤΟΙ ΜΕΣΑ ΤΟ ΠΙΤΙ ΜΑΣ ΝΤΕΝ ΚΕΖΟΥΜΕ, ΤΑ ΚΕΖΟΥΜΕ ΕΝΤΩ ΚΑΤΩ ΣΤΙ ΕΛΙΕΣ, ΚΑΙ ΣΥ ΤΑ ΒΛΕΠΕΙ ΚΩΛΟ ΜΑΣ !!! ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΡΙΖΟΥΜΕ ΜΕ ΜΟΛΟΧΑ!!!… Κουνώντας το κεφάλι του με νόημα, Και ο γείτονας, έμεινε….
Το Σώβρακο

ΓΕΛΑΤΕ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ
ΓΕΛΑΤΕ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ

Ο γιός του γύφτου θα έβγαινε το πρώτο ραντεβού και ζητάει από τον πατέρα του να του δανείσει το σώβρακο του, μην πάει έξω ξεβράκωτος στην γυφτοπούλα. Βγάζει ο γύφτος το σώβρακο, το παίρνει ο μικρός, το γυρνάει απο»δω, το γυρνάει απο»κει…δεν ήξερε πως το βάζουμε.
– Α βρε βλάκα του λέει ο γύφτος, δεν ξέρεις πως να το φορέσεις? Το κίτρινο μπροστά, το καφέ πίσω!!
Περισσότερα αστεία: http://www.anekdotakias.gr/anekdoto-to-sobrako/#ixzz3HfAHppvd

Νοέμβριος 2, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΑ, ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΠΟΘΑΝΕ Ο ΝΙΚΟΛΑΝΤΑΝΗΣ ΟΜΩΣ ΖΕΙ ΑΚΟΜΑ » – ΕΡΓΑΣΙΑ : ΤΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ – komianos.wordpress.com

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΠΟΘΑΝΕ ΜΑ Ο ΝΙΚΟΛΑΝΤΩΝΗΣ ΟΜΩΣ ΖΕΙ, ΑΚΟΜΑ!!!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣΣυνεχίζοντας τις ανέκδοτες ιστορίες του τόπου μας, οι οποίες δεν έχουν τέλος , οι νεώτεροι επειδή η πυρογωνιά (το παραγώνι) και οι ιστορίες που λέγαν οι γέροι και οι γριές, γύρω από τη φωτιά, πλέκωντας την ρόκα τους και στρίβωντας την ανέμη τους, έχουν σταματήσει. Βλέπεται η ανέμη έχει αντικατασταθεί από την ηλεκτρονική τεχνολογία. Το περιστατικό αυτό μου το εξιστόρησε ο Θοδωράκης Λαμπρόπουλος (Μανιαούρης) στο καφενείο του «ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ», στην κεντρική πλατεία του Κοπανακίου. Κάποτε ο Νικολαντώνης ο πατέρας του ” Ντάμιτσα “, ΒΑΜΜΕΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ , γυρνώντας κατακουρασμένος από το κτήμα του στην πλαγιά κάτω από το Στυλάρι, έκατσε σε μια κοτρώνα να ξαποστάσει. Την ώρα εκείνη άκουσε να βαράνε οι καμπάνες στο χωριό. Ο κόσμος μαζί με τις οικογένειές τους , είχε αρχίσει και μαζευότανε γύρω από την εκκλησιά, για υποδεχθούνε τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και την Άννα Μαρία. Αυτός βέβαια ενώ ήξερε τι συνέβαινε….ρώτησε τάχατες, κάποιους περαστικούς : ” ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΑΤΙ ΒΑΡΟΥΝΕ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ; “. Οι νέοι θέλοντας να αστειευτούν του λένε: ” ΔΕΝ ΤΟ ΕΜΑΘΕΣ ΝΙΚΟΛΑΝΤΩΝΗ; ΠΑΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ…. ΕΠΕΘΑΝΕ!!”.Και ο Νικολαντώνης: ” ΩΣΤΕ ΕΤΣΙ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΠΟΘΑΝΕ ΑΛΛΑ Ο ΝΙΚΟΛΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕ ΜΟΡΤΕΣ, ΚΑΛΑ ΚΡΑΤΕΙ…. ΑΚΟΜΑ!!!”
Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos.wordpress.com
Αγαπητοί επισκέπτες-αναγνώστες, ακολουθούν και άλλα ανέκδοτα περιστατικά με αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Οκτώβριος 30, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ
ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ

 

Το ανέκδοτο περιστατικό αυτό μου το διηγήθηκε, καλή του ώρα εκεί ψηλά που βρίσκεται, ο Γιώργη – Χαμπεσής, παλαιός κογιόνης και γνώστης των συμβαινόντων στον χώρο του Κοπανακίου. Πίνωντας το τσιπουράκι μας ένα καλοκαιριάτικο μεσημεριανό, στον ίσκιο της κληματαριάς στο καφενείο του κάτω Κοπανακίου, της κυρά Σπυρούλας Σοφού του Γιώργη Ντίντιρη. Μου έλεγε λοιπόν ότι το ακόλουθο ενέκδοτο περιστατικό του το είχε πει ο πατέρας του. Γύρω στο 1921 – 1922 περίπου, απέναντι στο τσαγκαράδικο των (Κατσουλογιαναίων) του Γιώργη και Γιάννη καράμπελα, ήρθε και ανοιξε το ταβερνάκι- παντοπωλείο του ο μπαρμπα Αναστάσης με το παρατσούκλι “Κουλουφέτος”, συνταξιούχος αστυφύλακας από το χωριό Πλατύ του Άρη, εκεί που ήταν παλιά το παντοπωλείο και γενικό εμπόριο του Κυρ’ Αποστόλη Παυλόπουλου, Εκεί λοιπόν εγκαταστάθηκε και έστησε την ταβερνούλα του, στην μιά πλευρά επάνω σε πατερόξυλα χοντρά τοποθέτησε 3 με 4 βαρέλια των 500 κιλών γεμάτα εκλεχτό κρασάκι, με τις κατάλληλες φτηνοκαρέκλες και τραπεζάκια ξύλινα. Στο βάθος έφτοιαξε ξύλινα ράφια με είδει παντοπωλείου, στον πάγκο του, και μπροστά για μόστρα τις παστές σαρδέλες, τον μπακαλιάρο και τα σακιά με τα όσπρια και την απαραίτητη σέσουλα. Εύρισκες τα απαραίτητα στο μικρομάγαζό του. Η μυρωδιά του μπακαλιάρου, της σαρδέλας, του τσιγάρου, του απαραίτητου στουμπιγμένου κρεμυδιού, του σκόρδου αλλά και φρεσκοψημένου καφέ από τα χέρια της «Κουλουφέταινας», σου έσπαγαν την μύτη. Οι περισσότεροι θαμώνες το “τσούζανε” ξεροσφύρι. Ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις με ελίτσες και καμιά κονσέρβα. Στην κατσαρόλα πότε φακές η φασολάδα και αν καμιά φορά δεν έφτανε, τη συμπλήρωνε με νεράκι για να “φτουρίσει”…. όπως έλεγε η Κουλουφέταινα. Να μην μείνει και κανένας παραπονεμένος ή νηστικός. Όσο για τον μπακιαλιάρο…. ήταν για τους αριστοκράτες και για τις γιορτάδες.Οι δουλειές καλά πάγαιναν όπως έλεγε ο μπάρμπα Αναστάσης, το μεροκάματο έβγαινε. Δεινός πότης ο Κουλουφέτος, και θερμός εραστής του κρασιού και μάλιστα του μισoκαδιάρικου… Το κατοσταράκι το καϋμένο, ένοιωθε παραμελλημένο, μαραζωμένο και υποτιμημένο μπρος την μαγεία, του γεμάτου μέχρι τα χείλια μισόκαδιάρικου κανατιού, με βαρελίσιο μυρωδάτο κρασιί. Η κυρά Καννέλλα η γυναίκα είχε βγάλει ένα καλόγερο στον πισινό της, από αβιταμίνοση, και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Οι πελάτες που είχαν συνηθίσει να πίνουν ασίκικο καφέ από τα χέρια της, ρωτούσαν τον Κουλουφέτο που είναι γυναίκα του. Αυτός τους απαντούσε : » ΕΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ!!! ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΡΓΑΣΘΕΙ Η ΚΑΨΕΡΗ». Σε κάθε ένα που τον ρώταγε του έδινε την ίδια απάντηση… (είχε κάνει τον κώλο της γυναίκας του, ρεζίλι). Κάποια φορά τον άκουσε και η κόρη του η Πηνελόπη και λέει του πατέρα της » βρε πατέρα μας έβγαλες έφριγο στον κόσμο, δεν κάνει να λές ότι η μάνα έβγαλε σπυρί στον κώλο». » Και πως νά λέω ρε Πηνελόπη τον κώλο της μάνας σου;… ΣΤΟΝ ΠΙΣΙΝΟ ή ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ; «. «Ούτε το ένα αλλά ουτε και το άλλο βρε πατέρα». » Και πως να τον λέω, ωρή θυγατέρα;». «Να τον λές ΠΟΠΟ, είναι πιο κόσμιο». Άρχισε και ο Κουλουβέτος τις πρόβες. » ΣΤΟΝ ΠΟΠΟ… ΠΟΠΟ… ΠΟΠΟΠΟ» Και πάει λέγοντας. Ο επόμενος πελάτης που μπήκε για να πιει μερακλίδικο καφέ από τα χέρια της Κουλουφέταινας, ρωτάει τον μπάρμπα Αναστάση, » Που είναι η κυρά σου; «. Καί ο κουλουφέτος του απαντάει… » ΑΧ ΜΠΑΡΜΠΑ ΚΩΣΤΑ, ΑΣΤΑ… ΕΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΣΠΥΡΙ ΣΤΟΝ… «. Εκεί το μυαλό δεν τον βοήθησε. Και λέει στον πελάτη, » Μια στιγμή ρε μπάμπα Κώστα » . Και βγαίνοντας έξω από μπακάλικο, πάει κάτω από μπαλκόνι του σπιτιού του δίπλα και φωνάζει στην κόρη του. » ΡΕ ΠΗΝΕΛΟΠΗ!!!…. ΩΡΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ!!!… ΠΩΣ ΕΙΠΑΜΕ ΟΤΙ ΘΑ ΛΕΜΕ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΣΟΥ!!!…. ;» . Κόκκαλο η Πηνελόπη….
Εργασία : Του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ. komianos’ s wordpress.com

Οκτώβριος 25, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΜΟΥΡΝΤΑΡΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡOΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΧΕΡΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟ – ΜΑΡΙΤΣΑΣ εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos.wordpress.com

Ο ΜΟΥΡΝΤΑΡΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡOΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΧΙΕΡΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟ – ΜΑΡΙΤΣΑΣ.
ΕΠΙΚΥΝΔΥΝΟ ΤΟ ΓΟΥΔΟΧΕΡΙ ΣΟΥ ΜΑΡΙΤΣΑ!!!

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ
ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ο μπάρμπα Γιάννης Δούμουρας (Κατσουλόγιαννης) καταγόταν από του Δραγουμάνου Αρκαδίας. Ο γέρο Γιάννης μπαλοματής το επάγγελμα, είχε γυρίσει πολλά μέρει, είχε γνωρίσει πολλών ειδών ανθρώπους και είχε ακούσει πολλές ιστορίες, Στα ίχνη του παππούλη του εβάδισε και ο Γιώργη Καράμπελας – (Κατσουλόγιαννης), που και αυτός έμαθε την τέχνη του μπαλοματή, δουλεύοντας σαν παραγιός σε εξάδελφο του παπούλη του στον Πύργο. Ήταν άνθρωπος της παρέας και του άρεσε η κρασοπαρέα (πάντα με μέτρο όμως). Το να μπαλώνεις παπούτσια και να βάζεις φόλες, ήταν μια εργασία που απαιτούσε πολλές ώρες και, δεν ήταν λίγες οι νύκτες που έπρεπε να δουλέψουν με τον αδελφό του Γιάννη μέχρι αργά, για να τελειώσουν παπούτσια και να είναι έτοιμα το πρωϊ. Η γκαρνταρόμπα των χωρικών εκείνη την εποχή, περιοριζόταν σε ένα ζευγάρι τσαρούχια ή σε ένα ζευγάρι παπούτσια. Αν τρυπιούνταν έπρεπε να επιδιορθωθούν για να φορεθούν το επόμενο πρωί στην δουλειά και κυρίως στην “σχόλη”. Μόνο τα απογεύματα της Κυριακής δεν εργαζόταν το είχε για αργία. Ήταν η μέρα που όλοι περίμεναν τον Μπάρμπα Γιώργη (Κατσουλόγιαννη). Με το Καπελάκι του ανέμελα ριγμένο “μάγκικα”, πίνοντας το ποτηράκι του, άρχιζε τις ανέκδοτες ιστορίες που μόνο αυτός, τόσο παραστατικά και ξεκαρδιστικά ήξερε να λέει. Πίνωντας το καφεδάκι μου παρέα με τον Κώστα- Μυλωνά, ψημένο από τα χέρια της κυρα Σπυρούλας, αυτής της καλόκαρδης και ευχάριστης γυναίκας με τα πολλά αστεία και ανέκδοτα. Καλά πληροφορημένη για όλα! γραφείο “Ρώϋτερ”. Μου είπε την ακόλουθη ανέκδοτη ιστορία, που την έλεγε κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο ο συχωρεμένος πεθερός μου ο Γιώργης Καράμπελας ο “Κατσουλόγιαννης” στο καφενείο της. ” Όσες φορές και να έλεγε Σπύρο μου ακόμη και το ίδιο ανέκδοτο, με τον τρόπο που μόνο αυτός έλεγε, έσκαγαν όλοι στα γέλια”, λες και το έλεγε για πρώτη φορά.Ένα καλοκαιριάτικο σούρουπο ο κουμπάρος του Μήτρου και της Μαρίτσας, ο “Μπαζινάς”, έτσι τον φώναζαν με αυτό το παρατσούκλι γιατί του άρεσε η “μπαζίνα”…ήταν και μουρντάρης, είχε ο αφιλότιμος αδυναμία στο γυναικείο φύλλο…”Σαν και όλους μας” Βλέποντας τον ανδρα της κουμπάρας που του άρεσε το κρασάκι, στο κουτούκι της πάνω ρούγας να τα πίνει με κάτι Αγιανναίους, σκέφτηκε: ” ευκαιρία ειναι να επισκεφτώ την ζουμερή κουμπάρα”. Μια και δυό ξεκίνησε για το σπίτι της κουμπάρας Μαρίτσας. Κτυπάει την πόρτα. “Βρε καλώς τον κουμπάρο του λέει η Μαρίτσα, κόπιασε… πως από δώ τέτοια ώρα;”. ” ‘Ηθελα για μια δουλειά τον άνδρα σου, αλλά αφού δεν είναι εδώ δεν πειράζει, θα συναντηθούμε άλλη ώρα.” ” Κάτσε να σε τρατάρω το κατιτίς” του λέει η κουμπάρα. Άλλο που δεν ήθελε και ο Μπαζινάς, βρήκε την ευκαιρία και στρογγυλοκάθησε. Κουβέντα στην κουβέντα ρίχτηκε στην κουμπάρα Μαρίτσα, μια ανδρογυναίκα ψωμομένη. Αυτή μόλις κατάλαβε τις προθέσεις του, βουτάει το χάλκινο γουδοχέρι που ζυγιζε κανα τριάρι κιλά απο την κουζίνα και,του ρίχνει μια στα πλευρά και κανα δυό στις πλάτες που τον έφερε σε άλλο τόπο!!! ” Να για να μάθεις παλιάνθρωπε, δεν είναι ούλες οι παντρεμένες για τα μούτρα σου”. Εφυγε από το σπίτι της κουμπάρας με τα πλευρά και τις πλάτες νταούλι, στο δρόμο συναντήθηκε με τον κουμπάρο. ” Τι έπαθες μωρέ κουμπάρε ποιός σε έκανε έτσι;” του απαντάει ο μπαζινάς ” Με σακάτεψε αυτό το άτιμο θυλικό… που κακό ψώφο ν΄αχει…”, “βρε την γυναίκα σου εννοείς;” του λέει ο κουμπάρος. ” για τη ….φοράδα μου σου μιλάω ντε!”. Έ λα πάμε στο σπίτι του λέει ο κουμπάρος να βάλουμε επάνω κανένα “μπλάστρι”, ξέρει από αυτά η γυναίκα μου. Τι να κάνει ο Μπασινάς, πάει στο σπίτι… του κουμπάρου. Μόλις τον ξαναείδε η κουμπάρα Μαρίτσα, τον ρώτησε πως τάχα το έπαθε αυτό;…. Μόλις της είπε την ίδια ιστορία που είχε σκαρφιστεί και στον κουμπάρο, του λέει η κουμπάρα Μαρίτσα: “ΑΧ ΒΡΕ ΚΟΥΜΠΑΡΕ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΡΝΑΓΑ ΓΙΑ ΞΥΠΝΙΟ….ΤΗΝ ΦΟΡΑΔΑ ΠΡΩΤΑ ΤΗΝ ΧΑΙΔΟΛΟΓΑΝΕ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ … ΚΑΒΑΛΑΝΕ ΚΑΥΜΕΝΕ”. ” ΑΜΑ ΤΗΝ ΤΣΙΓΚΛΑΣ…ΤΡΩΣ ΤΗΝ ΠΟΡΔΗ ΤΗΣ !!!!”
Ας προσέχουν οι κουμπαροι πως να χειρίζονται τέτοιες καταστάσεις και μακρυά από “γουδοχέρια”…..
Με αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ komianos.wordpress.com

Οκτώβριος 22, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ “ΤΟ ΑΖΥΓΙΣΤΟ ΚΡΕΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΝΟΣΤΙΜΟ”, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ “ΤΟ ΑΖΥΓΙΣΤΟ ΚΡΕΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΝΟΣΤΙΜΟ”, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΚΡΕΟΠΩΛΗΣΤυχαία ακούσα μία ιστορία από ένα γέρο-Κρυονερίτη, τον κύρ’ Γιώργη, και σιγά σιγά η περιέργειά μου μεγάλωσε, ακούγοντας ιστορίες και περιστατικά για τα χρόνια της κλεψιάς την εποχή εκείνη.Μου έλεγε λοιπόν πώς το να είσουν κλέφτης εκείνη την εποχή, όλος ο κόσμος σε είχε περί πολλού. Στα μάτια του κόσμου ήσουν ένας μικρός ήρωας. Όλος ο κόσμος σε σεβόταν. Ήταν γεναιότητα, μαγκιά και αντριλίκι. Η κλεψιά εκείνη την εποχή ήταν τέχνη, ηθοποιϊα…άμα θέλανε να κλέψουν, το προγραμμάτιζαν τουλάχιστον μια εβδομάδα πρίν. Κανόνιζαν λοιπόν από πριν να συναντηθούν σε ουδέτερο χώρο, π.χ. στο καθηερομένο ζωοπανήγυρο που γινόταν κάθε Κυριακή στο Κοπανάκι. Συναντούσαν λοιπόν τα “συνεταιράκια” τους ζωσμένοι με τα κουμπούρια τους και την αρματωσιά τους στα σελάχια τους. Κανόνιζαν να βρίσκεται και αρκετό ακροατήριο. Η δε συνάντηση γινόταν στο πιο κεντρικό σημείο. Σκοπός αυτού του σκηνικού ήταν, να υπάρχουν πολλοί μάρτυρες αν χρειαζόταν αργότερα. Για ασήμαντη αιτία άρχιζαν τους καυγάδες και μάλωναν στα ψέματα μεταξύ τους. Οι βρισιές πέφτανε βροχή και από τις δυο μεριές. Ήταν απαραίτητο να είναι παρόντες πολλοί για να τους χωρίσουν. Βρίζανε λοιπόν ο ένας τον άλλον με τρόπο σκληρό. “είσαι μεγάλος παλιάνθρωπος ρε!!!”. ” Εγώ ρε θεομπαίκτη;.. ή εσύ ρε μούσχαρε;..Ου… να μου χαθείς μασκαρά “. Και άλλες χειρότερες ή προσβλητικές βρισιές και χαρακτηρισμούς. Και αν τραβούσαν κουμπούρες, για να ξεπλήνουν την ντροπή τους δήθεν…ήταν το σύνθημα για να συναντηθούν στην πηγή του ” Κρο-Κοπανάκι” στην πέρα ρούγα, στο λιθερό. Οι Σουλιμαίοι και οι Πλατανίτες ρίχνανε και καμιά κουμπουριά στα πόδια, ή στον αέρα, που αντί για σκάγια είχαν “φασούλες”. Ανάλογα με τις κουμπουριές σήμαινε και τι ώρα θα γίνει η συνάντηση. Αν τράβαγαν μαχαίρια δήθεν για να πάρουν πίσω την προσβολή, ήταν το σύνθημα να συναντηθούν στο μύλο του “Σοφού”. Αν μένανε στα λόγια και τις βρισιές, τότε θα συναντιώνταν στο μύλο του “Ρήγα”. Εάν έσπαζαν ένα ποτήρι ή πετάγανε με θυμό μια καρέκλα, αυτό σήμαινε στη μία την νύκτα. Βέβαια είχαν και άλλα συνθηματικά. Δεν χωράει ο νους του ανθρώπου, τι κόλπα χρησιμοποιούσαν για να κλέψουν κότες, αρνιά, γίδια, κατσίκια, μέχρι αγελάδες, γαϊδούρια και άλογα οι αθεόφοβοι, άσε τα γουρούνια. Αν η λεία ήταν μικρή, αυτός που προχωρούσε μπροστά , είχε το ζώο κρεμασμένο στην πλάτη του, και για να μην χάνουνε καιρό, αλλά και να μην προδωθούνε από τα βελάσματα των ζώων, αυτός που ακολουθούσε το έσφαζε και το έγδερνε συγχρόνως. Πως λέμε σήμερα…”τρία σε ένα”, κλοπή, σφάξιμο και γδάρσιμο, το κρέας έτοιμο για την κατσαρόλα. Την παρακάτω ιστορία μου την διηγήθηκε ο συχωρεμένος δάσκαλος των Αγγλικών, Κος Περικλής Κωνσταντινίδης από το χωριό Κεφαλόβρυση. Κάποιος πλατανίτης ονομαστός ζωοκλέφτης στν περιοχή, (όνομα δεν λέω για ευνόητους λόγους), επρόκειτο να παντρευτεί την Κυριακή στο χωριό Πλατάνια. Την μέρα της Παρασκευής είχε έλθει σε επαφή με την ομάδα του, Τα μεσάνυκτα του σαββάτου θα συναντιώντουσαν, να πάνε να κλέψουν αρνιά από κάποιον άρχοντα της περιοχής. ” Το αζύγιστο κρέας αίναι το πιο νόστιμο..” Έτσι συνήθιζαν να λένε οι κλέφτες εκείνης της εποχής. Έλα όμως που κατά την επιχείρηση τους πήραν χαμπάρι οι νοικοκυραίοι…και τους πλάκωσαν στις μπαταριές. Το τι έγινε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται, οι “Τσάγκρες” μπουμπούνησαν, και οι γκλίτσες από αγριλιά τσάκισαν στα πλευρά των κλεφτών. Τον Γαμπρό με τον κώλο σκαγιασμένο, τον μπαγλάρωσαν και τον πήγαν κατευθείαν στον δικαστή. Ο δικαστής που τον δίκαζε, ρωτάει τον κατηγορούμενο: ” Βρε!!! αθεόφοβε την μέρα του γάμου σου βρήκες να κλέψεις; Δεν πήγαινες κάποια άλλη μέρα;” Και ο Πλατανίτης ζωοκλέφτης, απαντάει: ” Και τι θα έσφαζα την ημέρα του γάμου μου να φάμε; κυρ’ πρόεδρε;….Την γυναίκα μου; !!! ” Κόκκαλο ο πρόεδρος…Στα εγκαίνια της Εκκλησίας Παναγίτσας στο κάτω Κοπανακι, Τον Δεσπότη τον τάϊσαν “κλεφτό”, οι αθεόβοι κογιόνιδες. Έτσι μου έλεγαν οι κάτοικοι του Λιθερού. Το κλέψιμο εκείνη την εποχή είχε τις ευχάριστες στιγμές του, πέραν των κινδύνων που σε περίμεναν, και τις σχετικές πλάκες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γαμπροί είχαν κανει το τραπέζι του γάμου τους, στο συμπεθεριό με κλεμένα ζώα από τον πεθερό τους. Ή είχαν ταϊσει το βράδυ των αραβώνων, τα πεθερικά τους, κοκκινιστό κόκκορα με χυλοπίτες, που είχαν κλέψει το προηγούμενο βράδυ από το κοτέτσι τους. Από τέτοιες κωμικές ιστορίες είναι γεμάτη η Ορεινή τριφυλία. Οι κλέφτες εκείνη την εποχή αλλώνιζαν την περιοχή. Εκείνα τα χρόνια οι κλέφτες ψήνανε το περίφημο “κλέφτικο” ως εξής: Αφού σφάζανε το κλεμένο ζώο, του βγάζανε το τομάρι, τα εντόσθια, αν υπήρχε και θυμάρι του γεμίζανε την κοιλιά για να σπάσει η μυρουδιά, του ξαναφοράγανε το δέρμα και το ράβανε ή το δένανε. Στη συνέχεια ανοίγανε ένα λάκκο, το βάζανε μέσα και το σκεπάζανε με λίγο χώμα. Ύστερα ανάβανε φωτιά με κούτσουρα από πάνω. όποιο απόσπασμα περνούσε ψάχνοντας να βρούν τα κλεψιμαίϊκα, αυτό που βλέπανε ήτανε η φωτιά και γύρω ανθρώπους να ζεσταίνονται πίνοντας κρασάκι με κρεμύδι και ελιές, τις περισσότερες φορές “ξεροσφύρι”. Που να φαντασθούν ότι το “κλεφτό” ήταν κάτω από την φωτιά και σιγοψηνόταν…Μόλις τα ξύλα καιγόντουσαν, και η φωτία έσβυνε μετά από τέσσερες με πέντε ώρες, το σφακτό ήταν έτοιμο, λουκούμι, για τα πεινασμένα τους στομάχια.!!! Το λέει και το σχετικό τραγουδι: ΤΗΣ ΝΥΚΤΑΣ ΟΙ ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ,- ΟΛΟΝΥΚΤΙΣ ΚΟΥΡΣΕΥΑΝΕ ΚΑΙ ΤΑΙΣ ΑΥΓΑΙΣ ΚΟΙΜΩΝΤΑΙ.- ΚΟΙΜΩΝΤΑΙ΄Σ ΤΑ ΔΑΣΙΑ ΚΛΑΡΙΑ ΚΑΙ΄Σ ΤΟΥΣ ΠΑΧΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΙΣΚΙΟΥΣ, – ΕΙΧΑΝ ΑΡΝΙΑ ΚΑΙ ΨΗΝΑΝΕ, ΚΡΙΑΡΙΑ ΣΟΥΒΛΙΣΜΕΝΑ, – ΜΑ ΕΙΧΑΝ Κ΄ΕΝΑ ΓΛΥΚΟ ΚΡΑΣΙ, ΠΟΥ ΠΙΝ΄ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Οκτώβριος 19, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Ο ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΪΜΑΛΙ ΤΟΥ, εργασια ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos.wordpress.com

Ο ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΪΜΑΛΙ ΤΟΥ, εργασια ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos.wordpress.com

ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣΟ πρώτος από αριστερά ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) με τους βοηθούς του. ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΠΑΡΑΛΛΑΒΗ. ΑΡΒΥΛΕΣ «ΑΡΙΣΤΗΣ» ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ. ΤΕΤΟΙΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΑ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΜΟΝΟ ΠΡΟΝΟΜΟΙΟΥΧΟΙ!!!

Η μητέρα του πεθερού μου η κυρά Ασήμω, κόρη του μπάρμπα Γιάννη Δούμουρα (Κατσουλόγιαννη) από του Δραγουμάνου, ήξεραν τα Στεμνιτσιώτικα και από αυτούς τα είχαν μάθει ο πεθερός μου Γιώργης και ο νουνός-θείος της γυναίκας μου, ο μπάρμπα Γιάννης . Ο γέρο Γιάννης μπαλοματής το επάγγελμα, είχε γυρίσει πολλά μέρει, είχε γνωρίσει πολλών ειδών ανθρώπους και είχε ακούσει πολλές ιστορίες, στα ίχνη του παππούλη του εβάδισε και ο Γιώργη (Κατσουλόγιαννης), που και αυτός έμαθε την τέχνη του μπαλοματή, δουλεύοντας σαν παραγιός σε εξάδελφο του παπούλη του στον Πύργο. Ήταν άνθρωπος της παρέας και του άρεσε το κρασάκι (πάντα με μέτρο όμως). Το να μπαλώνεις παπούτσια και να βάζεις φόλες, ήταν μια εργασία που απαιτούσε πολλές ώρες και, δεν ήταν λίγες οι νύκτες που έπρεπε να δουλέψουν μέχρι αργά, για να τελειώσουν παπούτσια και να είναι έτοιμα το πρωϊ. Η γκαρνταρόμπα των χωρικών εκείνη την εποχή, περιοριζόταν σε ένα ζευγάρι τσαρούχια ή σε ένα ζευγάρι παπούτσια. Αν τρυπιούνταν έπρεπε να επιδιορθωθούν για να φορεθούν το επόμενο πρωί. Μόνο τα απογεύματα της Κυριακής δεν εργαζόταν το είχε για αργία. Ήταν η μέρα που όλοι περίμεναν τον Μπάρμπα Γιώργη (Κατσουλόγιαννη). Με το Καπελάκι του ανέμελα ριγμένο “μάγκικα”, πίνοντας το ποτό του, άρχιζε τις ανέκδοτες ιστορίες που μόνο αυτός, τόσο παραστατικά και ξεκαρδιστικά ήξερε να λέει.” Κάποτε, άρχισε την ιστορία του, ήταν ένας καλός και αγαθός χωριάτης ο “Μπουκουβάλας”. Ένα βράδυ είδε στον ύπνο του τον Άϊ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΙΜΑΛΙΓιώργη πάνω στο κόκκινο άλογό του. Του λέει ο Άγιος ” Θα φτιάξεις ένα ασημένιο χαϊμαλί με την εικόνα μου χαραγμένη επάνω του. Θα το κρεμάσεις μέσα από την μάλινη φανέλλα σου με μια παραμάνα…κατάσαρκα. Το χαϊμαλί αυτό θα προστατεύει εσένα και την οικογένεια σου από κάθε κακό…Και μετά δεν ξαναείδε άλλο τέτοιο όνειρο. Τυχαία ένας τεχνίτης που δούλευε το ασήμι, πέρασε από τα μέρη μας. Αφού συμφωνήσανε την τιμή και το μέγεθος του ασημένιου χαϊμαλιού, ο τεχνίτης πονηρά σκεπτόμενος, αρχισε να σκαλίζει τον Άγιο επάνω σε πλάκα από χαλκό αντί σε ασήμι όπως είχε συμφωνηθεί. Μετά για να φαίνεται ασημένιο το επαργύρωσε με δύο στρώσεις ασήμι. Μόλις το είδε ο χωρικός πουθενά να το αγοράσει. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, ο βλάχος είχε μουλαρώσει. “Αυτός δεν είναι ο Άϊ Γιώργης, το άλογό του είναι κόκκινο και όχι άσπρο, αμ’ εσύ σκάλισες τον Άϊ Δημήτρη ρε μούσχαρε!!! Άντε χάσου εσύ και ο κάλπικος Άγιος σου”….Ο πονηρός τεχνίτης του λέει: ” Άκου να σου πω το μυστικό ρε πατριώτη αλλά ηρέμησε πρώτα. Το άσπρο άλογο δεν έχει να κάνει…αν είσαι καλός Χριστιανός, πηγαίνεις στην εκκλησιά, εξομολογήσε στον παπά και μεταλαβαίνεις κάθε Κυριακή….Το άλογο θα αλλάξει χρώμα σιγά σιγά, να το φοράς όμως κατάσαρκα όπως σου παράγγειλε ο Άγιος, μ’ ακούς;…Έτσι κάνει ο Άγιος για να μας δοκιμάσει… άγνωστες οι βουλές των Αγίων.”… ” Λες αλήθεια ρε τζαναμπέτη;”…”Μάρτυς μου ο θεός πατριώτη, να! παίρνω και όρκο” του λέει ο απατεώνας τεχνίτης. Ο καϋμένος ο χωρικός πείστικε, πλήρωσε τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει και φόρεσε το χαϊμαλί, με παραμάνα μέσα από την φανέλλα του κατάσαρκα. Με τον καιρό ο ιδρώτας και το τρίψιμο έφαγαν την στρώση από την επαργύρωση και φάνηκε ο χαλκός κόκκινο το άλογο αλλά και κόκκινος ο καβαλάρης. Βγάζοντας μια μέρα την φανέλλα του και βλέποντας την αλλάγή…Τρέχοντας πάει στον παπά που του είχε εξομολογηθεί τα πάντα!” Θαύμα Δέσποτα του λέει, κοίτα δεν κοκκίνισε μόνο το άλογο αλλά και ο καβαλάρης. Φαίνεται ότι είμαι πράγματι καλός Χριστιανός, ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΓΩ Ο ΑΝΤΙΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΝ ΕΙΧΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙ!!!”…..

Πόσοι και πόσοι δεν πληρώνουν την αγαθότητά τους σαυτή την ζωή…

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ komianos.wordpress.com

Οκτώβριος 15, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Η ΚΥΡΑ ΜΗΤΣΟ – ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΛΑΡΙ ΤΗΣ. Εργασία του : ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ , komianos’s.wordpress.com

 ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ – Η ΚΥΡΑ ΜΗΤΣΟ – ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΛΑΡΙ ΤΗΣ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΑΖΑΡΙΗ συζήτηση γύρω από τα καλαμπούρια εκείνης της παλιάς υπέροχης  εποχής. Την παρακάτω ανέκδοτη ιστορία μου έλεγε μεταξύ και άλλων ανεκδοτων περιστατικών ο οικογενειακός φίλος μπαρμπα – Τάσης Καπογιάννης. Μου έλεγε λοιπόν ότι την δεκαετία του 40, εγώ ήμουν μικρός η μάλλον αρκετά μεγάλος, για να θυμάμαι πολλά περιστατικά από την δράση των συγχωριανών μου κογιόνηδων στο χωριό. Τον καιρό εκείνο στο χωριό δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε καν ρεύμα. Ας ήταν καλά τα λαδολύχναρα και οι λάμπες πετρελαίου. Θυμάμαι τους κογόνηδες, μια ομάδα αποτελούμενη από πέντε με έξη νέους και αρκετά δραστήριους του χωριού και από τα γύρω χωρίά, έβρισκαν διάφορους τρόπους για να σπάζουνε την μονοτονία τους κάνοντας πλάκα εις βάρος των συγχωριανών τους. Ήταν να μην  μυριστούν κάποιον αγαθιάρη, βλαμένο η τρελλό. Η καθημερινή τους σκέψη ήταν να κατεβάζουν ιδέες για γελάσουν εις βάρος τους, τον πιο τρελό του χωριού, ο τον λίγο η πολύ αγαθιάρη, τον αποτρέλεναν από τα πολλά καθημερινά η έκτακτα και έντονα πειράγματα.

Οι μπαγάσηδες αυτοί είχαν εντοπίσει ποιός η ποιά ήταν οι πιο ευκολόπιστοι η αγαθιάρηδες του χωριού, αλλά και των διπλανών χωριών της περιοχής της Ορεινής Τριφυλίας. Ήταν καλό να μην σε βάλουν στο μάτι, άμα σε έβαζαν στο μάτι σου δίναν την χαριστική βολή και σε αποτρέλεναν. Εκείνα τα χρόνια πριν οικοδομηθεί το Κοπανάκι είχαν δημιουργηθεί μικροοικισμοί από τα χωριά της περιφέρειας. Κάποια ημέρα παζαριότικη, από ένα κοντινό οικισμό κατέβηκε η Μητσο – Μαριγούλα για να αγοράσει ένα μουλάρι από την καθιερωμένη Κυριακάτικη ζωοπανήγυρη. Αμέσως οι κογιόνηδες κοινιτοποιηθικαναν, γιατί η κυρά Μήτσαινα ήταν  μια αγαθή γυναίκα, και είχαν του χεριού τους. Αφού αγόρασε το μουλάρι η Μαριγούλα, το πήρε τραβώντας από την καπιστριάνα να το πάει στο σταύλο της. Στον δρόμο συναντά τον πρώτο της ομάδας, ο οποίος την καλημέρισε..

– Καλημέρα κυρά Μήτσαινα καλώς ήρθες στο χωριό μας. Τί καλές δουλειές σε φέραν στο χωριό;
– Να, ήλθα και αγόρασα το ζωντανό που βλέπεις.
– Καλόρίζικο κυρά Μήτσαινα!! Χμου… πολύ ωραίο και ζωϊρό το γαϊδούρι που αγόρασες!!!….
– Τί μου λες ρε ζωντόβολο; Δεν το βλέπεις ότι είναι μουλάρι;
– Όχι κυρά Μαριγούλα, εμένα για γαϊδούρι μου μοιάζει…μακάρι να κάνω λάθος…
– Δεν ξέρω τι μου λες ρε «μούσχαρε»… Εγώ μουλάρι αγόρασα…

Και τράβηξε το μουλάρι και προχώρησε  Πάρακάτω,την περίμενε ο άλλος κογιόνης της ομάδας, και το δούλεμα της κυρά Μήτσαινας συνεχίζεται…

– Καλώς ΄τηνε την κυρά Μήτσαινα, πως απ’ τα μέρη μας; Γεροδεμένο και καλοτάϊστο το γαϊδούρι σου!!!.
– Να είσαι καλά παλικάρι μου, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, αλλά εγώ  μουλάρι αγόρασα. Δεν το βλέπεις; Για άνοιξε τα μάτια σου να δεις καλύτερα…
– Επειδή το βλέπω, είναι ένα ωραίο και καλοτάϊστο ζωντανό χωρίς αμφιβολία, αλλά εμένα μου φαίνεται ότι πρόκειται για γαϊδούρι..

Η Μήτσο – Μαριγούλα τράβηξε τον δρόμο της μουρμουρίζοντας. Είχαν αρχίσει οι αμφιβολίες να της τριβιλίζουν το μυαλό. Πάρακάτω την περίμενε ο άλλος κογιόνης συννενοημένος και αυτός, και το δούλεμα συνεχίζεται. μέχρι να πείσουν την κυρά μήτσαινα ότι αγόρασε γαϊδούρι αντί για μουλάρι…

Η αμφιβολίες της έγιναν βεβαιότητα,γυρίζει και πάει στον γύφτο που της είχε πουλήσει το μουλάρι και γίνεται ένας καυγάς τρικούβερτος έπαθε τον τάραχό του. Είδε και έπαθε ο γύφτος να καταφέρει να πείσει την Μήτσο – Μριγούλα, ότι δεν της είχε πουλήσει γαϊδούρι, αλλά μουλάρι, και ότι την κογιονάρανε ψιλό «γαζί» οι μάγκες του Κοπανακίου!!!!

Εργασία του : ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ – komianos wordpress.com

 

 

 

 

Οκτώβριος 9, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ

  Η γιαγιά  Μαρίτσα

 Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή,

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟΗ ζωή κρύβει πολλούς δρόμους και πολλά μονοπάτια. Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή, συγκαταλέγεται ατην ομάδα με τις ιστορίες των ανθρώπων που άφησαν στο πέρασμά τους τα ίχνη τους. και παρουσιάζει την προσπάθεια του ανθρώπου να αντιμετωπήσει τις δυσκολίες  στους δύσκολους δρόμους της ζωής. Πολλοί από τους ανθρώπους απογοητεύθηκαν, δεν τα κατάφεραν, Άλλοι πάλευσαν ή παλεύουν ακομη να ξεφύγουν από τις  κακές σκέψεις και αναμνήσεις τους  φόβους και τις ανασφάλειειες. Άλλοι κρύβουν μέσα τους ένα έφχλεκτο κερί, γιαυτό πονάνε τα σούρουπα σαν λοιώνουν οι αναμνήσεις μιας μίζερης και φτωχικής προηγούμενης ζωής τους και χύνουν τα λύματά τους βιαστικά στους βρόμικους υπονομους, έτσι εξηγείται γιατί η κωμόπολη αυτή λίγο πριν βραδυάσει μυρίζει ματαιότητα. Η ιστορία μιας πέρα για πέρα αληθινή που χρονολογείται από τα χρόνια που οι κάτοικοι των γύρω περιοχών της Ορεινής Τρυφυλίας άρχισαν να μετακινούνται και να κτίζουν δειλά δειλά τα φτωχικά κονάκια τους στους γύρω συνοικισμούς, πριν κτίσουν τα κυρίως σπίτια τους δεξιά και αριστερά από τον κεντρικό δρόμο του Κάτω Κοπανακίου.Κλείνω τα μάτια κι από το μυαλό μου περνάει μια παλιά ιστορία για κάποια μακρινή κυρία. Μια κυρία που την είδα για πρώτη φορά όταν ήμουν σε ηλικία έξη χρόνων.
Θα ήταν γύρω στα είκοση επτά της με μια υπέροχη γλυκιά ομορφιά  στο της πρόσωπο της.
Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που μοιάζαν σαν δύο θάλασσες από φωτιά και κρύσταλλο που ακόμη κια ο καταγάλανος ουρανός θα ζήλευε  την ομορφιά τους . Με ένα καλίγραμο σώμα που φάνταζε υπέροχο κάτω από το φθηνό τσίτινο φόρεμά της, φτοιαγμένο από λιγαριά και ρόδα, έμοιαζε με πραγματική θεά.
Τόσο όμορφη φάνταζε στην ακουμπισμένη επάνω στο κομοδινο του σαλονιού μας φωτογραφία.
Ένα λευκό κολιέ  διακοσμούσε τον λαιμό της.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες με λιοκαμένα, ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου που να βρουν καιρό για τετοιες πολυτέλειες, μόνο σαν γυνόντουσαν νύφες η σε μεγάλες  οικογενειακές χαρές. Μου άπλωσε τα χέρια και εγώ τρύπωσα στην ποδιά της. Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια πρωτόγνωρη γλυκιά ζεστασιά να με γεμίζει σαν με πήρε στην αγκαλιά της, μου έλυσε τον φιόγκο και πέρασε τα τρυφερά της χέρια στα λυτά μου μαλλιά.
Με φίλεψε μερικές καραμέλες, σταφίδες και στραγάία που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην αγκαλιά της κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδί ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η αξιοπρεπής κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη κυρία με φίλησε κι η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν καταλάβαινα τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα . Πρίν αναχωρήσει έδωσε στην μητέρα μου ένα φουσκωτό φάκελο.
Δεν ήταν συγγενής μας, έτσι μου είπε η μάνα μου, απλά παλιά γειτόνισα, που της είχε διηγηθεί την ιστορία της .
Στα δεκαοκτώ της παντρεύτηκε, και έκανε ένα κοριτσάκι .Ήταν δεν ήταν δυό χρονών ,όταν ο συζυγός της αποφάσισε να την παρατήσει. Ένα πρωί της είπε να ετοιμάσει τα μπογαλάκια του γιατί σκεφτότανε να πάει στην μεγάλη πόλη να κοιτάξει για δουλειά για μια καλύτερη ζωή.
Με την προίκα του στον ώμο πέρασε από το καφενείο όπου και εκεί πίνωντας το τελευταίο καφέ και φουμάροντας το σέρτικο τσιγάρο του χαιρέτησε τους παρευρισκόμένους  συχωριανούς του λέγοντάς τους ότι έφευγε για τα καλά.
-Θα έρθεις πίσω να πάρεις αργότερα την γυναίκα και το παιδί σου έτσι δεν είναι; τον ρώτησαν.
-Α όχι δεν το έχω σκοπό. Χαλάλι σας η γυναίκα μου και η ομορφιά της εγώ πέτρα θα ρίξω πίσω μου είπε χωρίς την παραμικρή τύψη κι εξαφανίστηκε.
Κι έμεινε η Μαρίτσα μόνη από τότε, με το κοριτσάκι και την κατάρα της ομορφιάς της. Με τον κάθε ένα  άνδρα να την κορτάρει….. Κι τότε αν δεν είχες ένα προστάτη σε έπαιρνε το ποτάμι.
Ζητούσε παντού δουλειά μα εκείνοι που είχαν τις δουλιές, για να την προσλάβουν ζητούσαν σεξουαλικό αντάλλαγμα.
Στην αρχή αντιστάθηκε προσπαθώντας να μείνει στον ίσιο δρόμο . Μα πώς; χωρίς ένα εισόδημα πως να ζούσε η καημένη κι έτσι πέρασε ένας χρόνος. Τα ρούχα της πάλιωσαν και μέχρι υπηρέτρια πήγαινε έστω για ένα κομμάτι ψωμί  να ταΐζει το κοριτσάκι της που το άφηνε σε μιά γειτόνισσα,  μέχρι και χαμολόη μάζευε για να ζήσει. Μια μέρα η τύχη της χαμογέλασε και βρήκε μια δουλειά . Δεν ήταν πολλά τα χρήματα μα απο τίποτε καλυτερο το κάτι .
Όταν όμως τελειωσε η βδομάδα, το αφεντικό την άφησε τελευταία να την πληρώσει . Ολοι οι άλλοι είχαν φύγει
Το εργοστάσιο σκοτεινά κι εκεί μέσα στο μικρό γραφείο ο αφεντικός της τα έριξε στα ίσια. Ή τον έκανε εραστή της ή η εργασία τέλειωνε . Να κοιτάξει για αλλού δουλειά .
-Μα κύριε εσύ είσαι παντρεμένος την γυναίκα σου δεν την σκέπτεσαι; Κι εγώ πρέπει να ταΐσω το παιδί .Χρωστάω στο νοίκι της καμαρούλας μου ,την γυναικα που μου το προσέχει .Δεν με λυπάστε;
Μαρίτσα είσαι όμορφη .Πολύ όμορφη κι η γυναίκα μου κοντά σου δεν αξίζει τίποτες. Σε θέλω πάρα πολύ κι αν δεχτείς , θα σου δίνω τον μισθό σου και μάλιστα παραπάνω που παίρνουν οι άλλες .θα σου πλερώνω και το ενοικιο ,έτσι δεν θα’χεις ενοια για τίποτε ποιά.
-Τότε δώστε μου τον μισθόν μου και θα φύγω και να ‘χετε το κρίμα μου αρνήθηκε πεισματικά η Μαρίτσα.
Της πέταξε τον πενιχρό μισθό λέγοντάς της
Αν σε αφήσω να πιάσεις αλλού δουλεια σφύρα μου κλέφτικα . Θα ρτεις μόνη σου να με παρακαλείς .είπε σφυρικτά σαν φίδι. Αλλος ένας πεινασμένος αρσενικός για την σάρκα κι ας καταπατούσε ψυχές
Χωρίς αλλη κουβέντα μάζεψε τον φάκελλο από χάμω, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Πόσο θα αντεχε ακόμα; Την ώρα που έσκυβε να μαζεύψει το φάκελλο με τα λιγοστά λεφτά, το αφεντικό της την έπιασε από την μέση και την έριξε στη στίβα με τα σακιά. Της έκλεισε το στόμα, γεροδεμένος  όπως ήταν τι μπορούσε να κάνει; Της έσκισε τα ρούχα της ξέσκισε το κορμί παρά τα παρακάλια τηςν και την αντίστασή της. Σαν τελείωσε την άφησε ένα ράκος με μια μια ψυχούλα δολοφονημένη. Αφού περασε λίγη ώρα σηκώθηκε, έσφιξε τα δόντια τιλύκτικε στο καταξεσκιμένο παλιό παλτό της και άρχισε να περπατά γρήγορα τυλιγμένη στα ξεσκισμένα ρούχα της και το κρύο να διατρυπά το κορμί της μέχρι το κόκκαλο. Σαν έφτασε στο φτωχικό της έβελε όρκο για εκδίκηση.
Μπορει να σκότωσε το αφεντικό της  την ψυχή της όμως ‘όχι και το μυαλό της . Κι έτσι απο κείνη την μέρα έγινε η μαντάμ Σούλα.
Με πρώτο πελάτη το πρώην αφεντικό της που πλήρωνε αρκετά τσουκτεράτις υπηρεσίες της.
Κι η τιμωρία του, να βλέπει κι όλους τους άλλους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι που αυτός πλήρωνε , από φόβο πια μην μάθει κάτι η γυναίκα του.
Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Η μαντάμ πάμπλουτη επένδυσε τα χρήματα απο την βρωμικη δουλειά της , σε σπίτια χρήματα κοσμήματα . Κι ‘οσο για το κοριτσάκι το έστειλε να μάθει γράμματα και να σπουδάσει με την βοήθεια μιάς γειτόνισας και όχι πολύ μακριά της. Το κοριτσάκι μορφώθηκε, τότε που οι γυναικες καλά καλά δεν ξέραν γράμματα και ποτέ δεν έμαθε το επάγγελμα της μητέρας της . Οταν τέλειωσε το σχολείο, η Μανταμ Σούλα έκλεισε ένα πρωί το σπίτι με τα κόκκινα φωτάκια κια κανείς δεν την ξανάδε εκεί. Εγινε πάλι η κυρία Μαρίτσα .Μια γυναίκα που χήρεψε νωρίς και μετακόμισε δίπλα απο της μάνας μου το σπίτι . Μια καλοκαιριάτικη νύκτα κτύπησε η πόρτα μας μόλις ανοιξε η μητέρα μου μια κυρία γύρω στα εβδομήντα που τα χρόνια δεν είχαν σβύσει την παλιά ομορφιά και γλύκα, την καλησπέρισε. Στο κομοδίνο από μικρή θυμάμαι μια κυρία σε μια φωτογραφία που τόσο έμοιαζε στηνη κυρία Μαρίτσα και κρατούσε στην αγκαλιά της ένα κοριτσάκι με ένα φιόγκο στα μαλάκια της και την οποία η μητέρα μου δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που κι ο πιο ξάστερος ουρανός θα ζήλευε την ομορφιά τους .
Τόσο όμορφα και τόσο όμοια με τα δικά μου που τα απεικόνιζε η φωτογραφία του κομοδίνου ακριβώς απέναντι από τον καναπέ που καθόταν η γιαγια  Μαρίτσα.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες είχαν απεριποιητα ηλιοκαμμένα και ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου .
Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια ζεστασιά να με τυλίγει που τρύπωσα στην ποδιά της
Με φίλεψε μερικές καραμέλες που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην γέρικη αγκαλιά κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδούλα ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η «αξιοπρεπής» κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ‘ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη γιαγιά με φίλησε, εγώ κρεμάστηκα επάνω της και στην σκέψη ότι θα έφευγε η καρδιά μου σφιγκόταν, η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα.
Δεν ήταν απλά γειτόνισσα με την μάνα μου, όπως έμαθα αργότερα που της είχε διηγηθεί την ιστορία της, αλλά είχε εμπιστευθεί στα χέρια της ότι πιο πολύτιμο έχει κάθε μια μάνα στη ζωή.Η μάνα μου ήταν κι η μόνη που γνώριζε το μυστικό της και η γιαγιά Μαρίτσα την είχε σαν δική της κόρη . Μετά η μάνα μου παντρευτηκε έφυγε απ εκεί μα πάντα με έβαζε να της γράφω. Κι επειτα απο την γνωριμία μας κάθε Χριστούγενα θα ερχόταν και το πακέτο με δώρα για μένα. Πότε μια κούκλα, πότε ενα πουλόβερ πλεγμένο από τα χέρια της μαζί με ένα φάκελο φουσκωτό.
Ωσπου μια μερα δεν απάντησε στο γράμμα μου κι η μάνα μου ανήσυχη
πήγε να την δεί. Ομως η γιαγια Αναστασία είχε φυγει για το αγύριστο ταξίδι . Η ψυχή της σίγουρα στην παράδεισο καθώς εκείνη κανένας αμαρτωλός αρσενικός μπόρεσε να την μολύνει ποτέ .
Τότε μόνο έμαθα κι εγώ την θλιβερή ιστορία της και την ιστορία που με συνέδεαι με την γιαγιά Μαρίτσα.


Αύγουστος 22, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΣΕΡΚΟΣ Ο ΑΡΜΕΝΗΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ- Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos.wordpres’s.com

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΗ

Πίνοντας το καφεδάκι μου στο κεντρικό καφενείο της Μηλιάς Μητρογιανοπούλου στο χωριό Κοπανάκι Ορεινής Τριφυλίας. Ν’ασου και εφανίζεται ο Κυρ΄Γιώργης Παπαδάκης. «Έμαθα ότι με ψάχνεις Σπύρο» μου λέει.. Του λέω ότι: «είχα ακούσει απλά μια ιστορία για κάποιον «ξέμπαρκο» Αρμένη που είχε πριν από πολλά χρόνια στην δούλεψή του ο θείος σου Σταύρος και ο πατέρας σου ο Νικολός. «Καί βέβαια τόν είχαμε στην δούλεψή μας, το όνομά του ήταν Σέρκος αλλά τον φωνάζαμε και Σωτήρη. Άνδρας σκληραγωγημένος, γεννημένος για όλες τις δουλειές, δεν ήταν μεγαλόσωμος, ήταν κοντός, χοντρός και μαλιαρός.Ε ίχε κάτι παλάμες σαν μέγγενη, να φαντασθείς από την πολλή και σκληρή δουλειά και τους κάλλους, δεν κλείνανε μέχρι το τέρμα. Από την πάνω μεριά τα δάκτυλά του ήταν γεμάτα με πυκνές τρίχες. Δεν ξέρω και πολλά για τον Σέρκο. Πριν τον Μικρασιατικό πόλεμο είχε έλθει με την γυναίκα του στον Πύργο από τα Προύσσα της Μικράς Ασίας, και δούλευε με μαεστρία την πέτρα στα γεφύρια της σιδηροδρομικής εταιρίας και τους πέτρινους σταθμούς. Όπως έλεγε και ο ίδιος, κάποτε γυρνώντας από την δουλειά του ύστερα από μακρύ διάστημα, βρήκε την γυναίκα του να τον κερατώνει με τον καλύτερό του φίλο, το μυαλό του θόλωσε πηρε ένα κουζινομάχαιρο και την έσφαξε. Μετά παρεδόθηκε στην αστυνομία ομολογώντας το έγκλημά του,  και πήγε φυλακή. Όταν τελείωσε η ποινή του ξαναβρήκε δουλειά στον ΟΣΕ.Συνεχίζοντας να δουλεύει την πέτρα και να κτίζει γεφύρια όπως πρώτα. Στο τελευταίο γεφύρι που εργάσθηκε ήταν αυτό το υπέροχο γεφύρι στο «κακόρεμμα» που σώζεται μέχρι σήμερα βοηθώντας τους Ιταλούς τεχνίτες, σε ένα άλλο μικρότερο λίγο πιο κατω στον παλιό αυτοκινητόδρομο Κοπανακι-Κυπαρυσσίας. Τέλευταία εργασία του γύρω στο 1925 ήταν το κτίσημο του κτηρίου του σιδηροδρομικού σταθμού στο κοπανάκι. Ο θείος μου ο Σταύρος τον εμάζεψε και η θεία μου χαρίκλεια ανέλαβε τα υπόλοιπα. Του έδωσε για να κοιμάται τα απαραίτητα, κρεβάτι, κουβερτες, βελέντζες, ρουχισμό για να ντύνευαι και λιάπικα για να δουλέυει. Το σπιτάκι αυτό ήταν στη θέση «Γιουρούκι» κτισμένο με πλίνθες, κάτω από τις γραμμές του τραίνου απέναντι στις αποθήκες του Α.Σ.Ο. Ο Σέρκος σιγά σιγά το κατεδάφησε, εφτοιαξε τα θεμέλια με ένα και μισό μέτρα ύψος και στην συνέχεια κτίζοντας τσιμεντόλιθους και την σκεπή, σένια πράγματα. Τον Σέρκο τον είχαν υπό την προστασία τους ο θείος μου Σταυρος και ο Νικολός ο πατέρας μου, που σκοτόθηκε αργότερα στο Μελιγαλά. Ο Σέρκος έζησε εδώ 30 – 35 συνεχή χρόνια. Συχνά τον χάναμε για αρκετές ημέρες, έκανε το μπάνιο του, λουζόταν έβαζε και μια φτηνή κολώνια λεμόνι, ντυνόυταν σαν γαμπρός και τα μεσάνυχτα τον χάναμε. Κάποιος που το είχε βάλει σκοπό να δει που πήγαινε τον είχε δει να μπαίνει κρυφά κτυπώντας συνθηματικά την εξώπορτα μιας ζωντοχήρας στην κάτω ρούγα και άλλης μιας στην πάνω ρούγα κάτω από τις γραμμές, το είχε δύπορτο… Από εκεί πάλι έβγαινε κρυφά μετά τρεις με τέσσερες ημέρες, πάλι μετά τα μεσάνυχτα, για να ενφανισθεί φρέσκος και ξανανιωμένος πρωί πρωί στην πιάτσα με το καμτσίκι στο χέρι να οδηγεί το κάρο του. Είχε πατριώτισσα την γριά Κλεάνθη γυναίκα του Γιώργη την  Καλλούπενα την Σμυρνιά του Μήτσου την μάνα. Όταν μιλάγανε στην γλώσσα τους, χαιρώσουνα να τους ακούς, η γλώσσα τους πήγαινε πολυβόλο, είχε βρει ο γύφτος την σειριά του που λέι και ο λαός. Εμείς τον είχαμε και δούλευε στα κτήματα, στο ζευγάρι, στο μάζευμα της ελιάς, στα αμπέλια, τις σταφίδες, το χαράκωμα, τον τρύγο, τον κλάδο, το ψιλοκάθαρο. Του είχαμε δώσει ένα μουλάρι τον φώναζε»Μαλτέζο» και ένα κάρρο. Εκτός από το μουλάρι είχαμε και την «νύφη» μια μουλάρα που την λέγαμε «Κούλα». Ο Σέρκος έσωσε την οικογένειά μου στην κυριολεξία από την πείνα στην κατοχή.

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Κάθε ημέρα πήγαινε με το κάρο στην Καλαμάτα και φόρτωνε σακιά με αλεύρι από το βαπόρι- αποθήκη στο λιμάνι. Σαν τελείωνε το φορτίο που είχε φέρει περιμένανε να έλθει το επόμενο βαπόρι. Μαζί με άλλα κάρα από το Κοπανάκι, του Ματζώρου, του Σοφού (ντίντιρη), του Ρήγα κ.α. που προορισμό είχαν την τροφοδοσία των ανδρών του Ε.Α.Μ. στο Κοπανανάκι, τον Μελιγαλά και όπου αλλού είχε ανάγκη το Ε.Α.Μ. και πληρονώταν σε είδος για το αγώϊ του δηλαδή αλεύρι. Με αυτό το αλεύρι από το αγώϊ που έπερνε ο Σέρκος έζησε όλη η οικογένεια. Επίσης όταν είχαμε συνεταιρικό το ελαιοτριβείο με τον Καπέλιο στο κάτω Κοπανάκι, πήγαινε και γέμιζε ένα σιδεροβάρελο με νερό από την πηγή στο Κρο-Κοπανάκι για τις ανάγκες του λιοτριβιού. Φόρτωνε, μετέφερε και ξεφόρτωνε τα τσουβάλια με τις ελιες. Παλαιότερα δούλευε στο ελαιοτριβείο της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο κάτω Κοπανάκι στα μέσα και στα έξω. Από την στιγμή που τον πηρε στην δούλεψή του ο θείος μου ο Σταύρος, δεν έφυγε πια μέχρι που πέθανε. Η δουλειά του ήταν μόνο για εξωτερικές δουλειές, ποτέ δεν δούλεψε μέσα στο λιοτρίβι ή στον φούρνο. Του άρεσε το φαί και το κρασί, άμα εύρισκε κάνουλα κρασοβάρελου έπινε μέχρι σκασμού. Τον Σταύρο και τον Νικολό τους φώναζε πατέρα και την Χαρίκλεια μάνούλα. Όσο για φαί, έτρωγε όσο τρώει ένας βούβαλος. και κρασί σαν νεροφίδα, κάποτε τύφλα στο μεθύσι πηγαίνοντας για Καλαμάτα, έπεσε στο έδαφος και η ρόδα του κάρου πέρασε από πάνω του, παρ’ όλα αυτά σηκώθηκε με έλαφρές γρατζουνιές και συνέχισε το αγώϊ του μεχρι το Κοπανάκι. Στον γυρισμό μαθένοντας ο γέρο Σταύρος τι είχε συμβεί, τον πλάκωσε στο ξύλο, αλλά που να αλλάξει συνήθειες. Οι μόνες βρισιές που έλεγε ήταν: ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ!!! Το σπιτάκι στο γιουρούκι το χρησιμοποιούσαμε στην κατοχή γιατί το σπίτι πάνω από τον φούρνο το είχαν επιτάξει οι γερμανοί. Στον ανταρτοπόλεμο τον έπιασαν αιχμάλωτο ο στρατός του ΕΛΛΑΣ. Επειδή δούλευε σε σπίτι ταγματασφαλίστικο και τον κρατούσαν στου Χαλβάτσου. Σαν έπεσε το ΕΛΛΑΣ με τις εκκαθαρίσεις στα Δεκεμβριανά τον άφησαν ελεύθερο και ξαναγύρισε στο Κοπανάκι. Μου εξιστορούσε η γυναίκα του Θανάσω, πόσο δεμένοι ήταν το μουλάρι με το Σέρκο. Εάν έπεφτε κάτω το μουλάρι δεν έφευγε, αντίθετα στεκόταν στα τέσσερα από πάνω του με κρύο, ήλιο η βροχή και τον προστάτευε με το σώμα του. Δεμένοι στη ζωή και στο θάνατο, σαν πέθανε το μουλάρι στην εβδομάδα επάνω απεδήμησε εις Κύριον και ο Σέρκος. Τον βρήκε η θεία μου χαρίκλεια να ψυχομαχάει στο Γιουρούκι, γύρω στο 1960 ψελίζοντας τα ονόματα του Σταύρου, του Νικολού που είχε χαθεί στον Μελιγαλά, και ζητώντας στο παραμιλητό του, τον αγαπημένο φίλο του «Μαλτέζο». Μαζί μας έζησε 30 χρόνια κοντά. Όταν πέθανε τον φέραμε για να τον κλαψουμε και να τον μοιρολογήσουμε στο σημερινό μας σπιτικό. Όλοι  οι Κοπανακαίοι  πέρασαν να του ανάψουν ένα κεράκι και για να του πουν το στερνό αντίο. Ο Σέρκος ήταν σε όλους τους κατοίκους αγαπητός. Τον θάψαμε μου έλεγε η Αθανασία δίπλα στα Παπαδακαίϊκα στο κοιμητήριο, σαν άνθρωπο της οικογένειας. Εκανε και μεταφορες με το κάρρο, αλλά δεν έπερνε ούτε μία, εμείς τον χαρτζιλικόναμε. τον ντύναμε, του αγοράζαμε τα τσιγάρα του, τον ταίζαμε και κρασί με την τσότρα. Πριν φύγει γέμιζε και μια μπουκάλα κρασί και κινούσε για το «Γιουρούκι». Αυτός μόνο για ότι μετέφερε από Καλαμάτα αντί για αγώϊ έφερνε τρόφημα και ποτέ χρήματα. Μου έλεγε ο Μήτσο-Σταύρος ο Μιχόπουλος πως άνθρωπο δεν είχε πειράξει. Μια φορά αποκριές ήταν θυμάμαι, είχε ντυθεί μασκαράς και ο Σέρκος, δεν γνωρίζω για ποιο λόγο κάποιος χωροφύλακας τον χαστούκισε και τον κλώτσησε άγρια. Την επομένη το όργανο της τάξεως είχε μαζέψει τα μπογαλάκια του και είχε εξαφανισθεί. Γιατί μετά από αυτό που συνέβει, αν τον έπιανε στα χέρια του ο μπάρμπα Σταύρος θα γινόταν χαμός. Όντως για οποιαδήποτε μεταφορά έκανε δεν πληρωνόταν. Θυμάμαι κάποτε είχε κολήσει στις λάσπες ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας volvo, στην αλάνα του Τσατσούλη κοντά στις αποθήκες. Κόσμος είχε μαζευτεί με τα κάρα τους και τα μουλάρια τους, αλλά δεν κατόρθωναν να το τραβήξουν έξω από τις λάσπες. Πλησιάζει και ο Σέρκος με το κάρρο του και τον «Μαλτέζο», δένει με χονδρή τριχιά τον άξονα του φορτηγού, ΧΑΪ – ΧΟ, ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ….Ο καψερός ‘Μαλτέζος» από το πολύ το ζόρι γονάτισε. Στο τέλος όμως το τράβηξε! Ο οδηγός για να τον ευχαριστήσει βγάζει από το πορτοφόλι του 300 δραχμές, την εποχή εκείνη ήταν σοβαρό ποσο. «Πάρε για να πιεις ένα ποτηράκι ρε φίλε και βρώμη για το άξιο μουλάρι σου, το αξίζεις και συ και ο σύντροφός σου» του λέει. Ο Σέρκος όμως δεν τα δέχτηκε με τίποτα!!! Η συνεργασία με το μουλάρι του ήταν άριστη, Να φαντασθείς στην στροφή της Καραχάλιενας στην ρεματιά είχε μεγάλη ανηφόρα. Δύσκολο να ανεβεί φορτωμένο κάρρο με ένα μουλάρι. Ο «Μαλτέζος» όμως με τις οπλές του έσκαβε το μαλακό χώμα μέχρι να βρει στέρεο έδαφος, μετά με μια δυνατή όθηση την ανέβαινε με την μια. Το παρουσιαστικό του ήταν το φόβητρο των παιδιών. Για να μην κάνουν ατασξίες και να διαβάζουν τα φοβέριζαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες  λέγοντάς τους: «Καθίστε φρόνιμα γιατί θα έρθει να σας πάρει ο «Μεσημεράς» εννοώντας τον Σέρκο!!!  Πάντα θα σε θυμόμαστε με αγάπη εργατικέ Σέρκο και σενα και το φιλότιμο φιλο σου «Μαλτέζο». Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει. Πιστεύω να σου βάλανε για συντροφιά εκεί που πας, καμιά μπότσα με κρασί που τόσο αγαπούσες ..

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ- komianos.wordpres’s.com

Απρίλιος 17, 2013 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε