Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΤΖΗΣ (ΚΟΜΗΤΗΣ)

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) Ο  ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΤΖΗΣ  (ΚΟΜΗΤΗΣ) ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΑΝΑΣΗ – ΜΑΥΡΟΥ.

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΑΙΟΙ) Η (ΜΠΕΡΝΑΚΑΙΟΙ) ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΑΝ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ο Γιώργης Καράμπελας και ο Γιάννης Καράμπελας γνωστοί σαν (Μπερνακαίοι) ή (Κατσουλογιανναίοι)…Ο πρώτος πατέρας της γυναίκας μου Αγγελικής, ο δεύτερος Πνευματικός της Πατέρας. Γεννήθηκαν στο Κάτω Κοπανάκι της ορεινής τριφυλίας. Το παρανόμι Μπερνακαίοι το απέκτησαν από τον Βαρυμποπαίο πατέρα τους Δημήτρη Καράμπελα (Μπερνακάκη). Από μικρά παιδιά έμειναν ορφανά και τα μεγάλωσε οι μητέρα τους Ασήμω, με χίλια βάσανα και στερήσεις, κόρη του Γιάννη Δούμουρα (Κατσουλόγιανη) από το χωριό Δραγουμάνου της Ανδρίτσαινας, άριστο τεχνίτη μπαλωματή που γνώριζε την τέχνη της κατασκευής τσαρουχιών από γουρουνόδερμα και κυρίως από ρόδες αυτοκινήτων όπως επίσης και ότι είχε σχέση με δερμάτινες κατασκευές, όπως ασκιά για κρασί, λάδι, τυρί, δισάκια κ.α. Εκείνη την εποχή της ξυπολησιάς αυτού του είδους τα παπούτσια ήταν λες και φόραγες… λουστρίνια. Από τον παππούλη τους απέκτησαν το παρατσούκλι Κατσουλογιανναίοι και με αυτό έγιναν γνωστοί στη περιοχή και ακόμα πιο πέρα. Από τα δύο αδέλφια και την μία αδελφή ο μεγαλύτερος ήταν ο Γιώργης. Καθισμένοι μπρός στην πυρογωνιά της μεγάλης σάλας, άρχισε να διηγήται  την παρακάτω ανέκδοτη ιστορία, η θεία και νονά της γυναίκας μου, Χριστίνα σύζυγος του Γιάννη Καράμπελα.  Κάποτε αποφάσισε ο Χρήστος Πατσατζής (Κομήτης) να ζητήσει από τον πεθερό σου Γιώργη Κράμπελα να του μάθει την τέχνη του μπαλωματή. Έξυπνος και εργατικός ο Χρήστος δεν άργησε να γίνει «σαϊνι» στην δουλειά και άριστος τεχνίτης, κάποια ημέρα μπήκε στο μαγαζί Θανάση – Μαύρος με ένα ζευγάρι χιλιοταλαιπορημένα παπούτσα που ήταν φθαρμένα στις μπάντες. Στο μαγαζί ήταν εκείνη την ώρα ο μπάρμπα Γιάννης με τους καλφάδες και τους μπαλωματήδες. Λέει στον Χρήστο «πάρε τα παπούτσα του κυρίου Θανάση και βάλτους φώλες στις μπάντες, τακουνάκια και πέταλα, τώρα πλέον είσαι μάστορης με τα ούλα σου». Τα πήρε ο Χρήστος τα παίδεψε με μαστοριά, τους έραψε και φόλες (μπαλώματα) … τα «σενιάρισε». Την άλλη μέρα πουρνό – πουρνό έρχεται ο μπάρμπα Θανάσης … να πάρει τα παπούτσα του για να πάει να σκάψει για κουτρούλια στα αμπέλια. Τα πήρε και αφού τα φόρεσε ρωτάει τον Χρήστο, » τι χρωστάω για για τον κόπο; «, » τίποτα μπάρμπα Θανάση, την ευχή σου και άμε στο καλό». Ο μπάρμπα Γιάννης είχε στήσει αυτί και δεν είπε τίποτα εκείνη την ώρα, σαν ήρθε το μεσημέρι ώρα που έτρωγε το προσωπικό γυρίζει και λέει : 

  «Χρήστο παιδί μου ώρα να τσαχταϊσουν τα γκοτόπουλα. (Στα στεμνισιώτικα θα πει να φάνε τα παιδιά) τα μαστορόπουλα. Κάνε μου λοιπόν την χάρη «ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ ΔΥΟ ……… ΚΑΡΒΕΛΙΑ ΨΩΜΙ» ΝΑ ΦΑΜΕ ΤΗΝ ΦΑΣΟΛΑΔΑ. 

Μαθήματα της εποχής εκείνης της φτώχιας και πως πρέπει να αμοίβεται ο εργαζόμενος για να βγάζει τα προς το ζειν αναγκαία. Για το καρβέλι ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ !!!!!!!

Advertisements

Οκτώβριος 7, 2016 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ. Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, (ΚΟΥΓΙΑΣ) ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙΑ ΤΟΥ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

 ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ. Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, (ΚΟΥΓΙΑΣ) ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙΑ ΤΟΥ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΕΛΑΛΗΣ

ΤΕΛΑΛΗΣ

 Καφενείο του Νίκο – Κούγια. Παρέα με συντοπίτες Κοπανακαίους, πίνωντας τα σχετικά ουζάκια μας και απολαμβάνωντας τους εκλεκτούς μεζέδες του. Ο Νίκος Ανδριανόπουλος (Κούγιας), Βλέποντας το ενδοιαφέρον μου να γράψω για το επάγγελμα του ντελάλη, μου άνοιξε την κουβέντα για τον παππούλη του, τον μπάρμπα Γιώργη Ανδριανόπουλο (Κούγια), ήταν και αυτός Ντελαλιτζής εκείνης της εποχής στον τόπο μας. Η ζωή του ήταν λιτή και μετρημένη. Για να ζήσει έκανε τον ντελαλιτζή, δηλαδή έβγαινε στις ρούγες και στα γύρω χωριά, όπου ήταν ανάγκη και διαλαλούσε τα νέα εμπορεύματα που επρόκειτο να φέρουν οι έμποροι, οι πραματευτάδες και οι μεταπράτες. Διαλαλούσε ευχάριστα ή δυσάρεστα νέα, αναγγελίες θανάτου, γεννήσεις, γάμους, καλλεστήρια κ.α. Ο ντελαλιτζής έπρεπε να έχει δυνατή και καθαρή φωνή και, κυρίως τον τρόπο να παρουσιάζει και να διαφημίζει τα προϊόντα ή τα νέα. Αυτή η εργασία τους έκανε γνωστούς και σεβαστούς στους κατοίκους. Όλοι έτρεχαν να μάθουν τα νέα στο Κοπανάκι και τα γύρω χωριά. Άλλες φορές η κοινότητα άμα ήθελε να ενημερώσει τους χωρικούς, για θέματα που αφορούσαν την κοινωνία το ανέθετε στους ντελάλιδες. Η αμοιβή τους κυρίως σε είδος, κανένα πιάτο φαϊ η κανένα κέρασμα με κρασάκι η ποτό, συνήθης μεζές καμιά ρέγγα, στουμπιστό κρεμύδι, παστή σαρδέλα, καμιά ελιά…. Ο Γιώργη – Κούγιας για να επιβιώσει, όταν δεν είχε δουλειά σαν ντελάλης έκανε επιπλέον και την εργασία του καστανά. Το στέκι του στο πεζοδρόμιο έξω από το καφενείο του σταθμού του τραίνου, ή σε κάποια απαγερή γωνιά έστηνε το σκαμνάκι του, την φουφού του, την ζέσταινε με ξυλοκάρβουνα, χάραζε τα κάστανα, χωνάκια από εφημερίδες και περίμενε την πελατεία του. Διαλαλούσε τα νέα του χωριού,και ενδιάμεσα έκανε και τα χωρατά του ή τα πειράγματά του. Καταγώταν από την “Ποντιά” Μάλθη. Γυναίκα του η κυρά Ελένη από το σόϊ των Καραβιδαίων στο “Βαρυμπόμπι” Μοναστήρι. Την ζήτησε, δεν του την δωσανε και αυτός την έκλεψε και την παντρεύτηκε. Το να κλέψεις γυναίκα εκείνη την εποχή ήταν παληκαριά, ήταν ανδριλίκι και μαγκιά. Απέκτησε πέντε αγόρια και ένα κορίτσι. Εκτός από ντελάλης έκανε και άλλες δουλειές του ποδαριού, μεταφορές, σκαψιμο κ.α. Για να μεγαλώσεις εκείνη την εποχή μια τέτοια φαμίλια, επτά στόματα δεν χορταίνουνε με τα ψέματα. Μου έλεγε ο Νίκο Κούγιας ότι η πληρωμή ήταν ένα τάλαρο, ίσως και λιγώτερα για κάθε ντελάλημα. Άμα γινόταν γάμος, καλέσματα, χαρές, αγοραπωλησίες “τράμπες”, εάν επρόκειτο να έλθουν με το τραίνο τρόφιμα π.χ. πατάτες για πούλημα, εάν είχε χάσει κάποιος ένα ζώο…γύριζε όλα τα χωριά και το διαλαλούσε. Αν δεν είχε τίποτα άλλο να διαλαλήσει στα ενδιάμεσα αμόλαγε και τα καλαμπούρια του…» ΕΔΩ ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ.. ΚΑΛΑ ΜΑΡΟΝΙΑ!!!….ΤΗΣ ΜΠΑΖΙΝΟΥΣ ΤΑ ΒΡΑΚΟΖΟΝΙΑ….!!! ή ” ΑΚΟΥΣΑΤΕ.. ΑΚΟΥΣΑΤΕ.. ΟΙ ΚΟΥΓΑΙΟΙ ΜΑΛΩΝΑΝΕ !!..ΠΟΤΕ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥΝΙΩΝΑΝΕ!!!… και άλλα τέτοια. Ή «ΟΙ ΚΟΥΓΑΙΟΙ ΤΑ… ΒΡΑΖΑΝΕ, ΠΟΤΕ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΜΟΥΝΙΑΖΑΝΕ!!! «. Τα παρακάτω ανέκδοτα περιστατικά μεταξύ άλλων, μου εξιστορούσαν οι παριστάμενοι θαμώνες, στο γνωστό μου στέκι της κυρά – Σπυρούλας Σοφού στο καφενείο της Κάτω Ρούγας. Κάποτε συνάντησε ο παππάς του χωριού Μπέρεκλα της Αμπελιώνας, τον μπάρμπα Γιώργη (Κούγια) και του λέει : » Άκου Γιώργη τέκνον μου, επειδή κάποιοι καλοθελητές ζωοκλέφτες, κλέψανε την γελάδα του μπατζανάκη μου του Μήτσο –  Νικολάκη, θέλω να κάνεις γνωστό στα γύρω χωριά της Ορεινής Τριφυλίας ότι: Στην περασμένη Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, τιμώρησα με αφορεσμό, τους κατοίκους του Μπέρεκλα, του Κακαλέτρι και τους μισούς όμως, κατοίκους της Αμπελιώνας… Πάρε και αυτά τα ψιλά και  ξεκίνα το ντελαλίκη, να μαθευτεί η από Θεού Τιμωρία. Ο Γιώργη – Κούγιας που είχε πληροφορηθεί τι είχε συμβει, άρχισε αμέσως την ενημέρωση των κατοίκων… » ΧΩΡΙΑΝΟΙ…, ΚΑΙ ΠΕΡΑΧΩΡΗΤΕΣ… ΑΚΟΥΣΑΤΕ – ΑΚΟΥΣΑΤΕΕΕΕΕΕ!!! ΑΦΟΡΗΣΜΕΝΟ ΝΑ΄ΝΑΙ ΤΟ ΜΠΕΡΕΚΛΑ, ΑΦΟΡΗΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΑΛΕΤΡΙ, ΑΦΟΡΗΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΙΩΝΑΣ, ΓΙΑΤΙ ΚΛΕΨΑΝΕ  ΤΗΝ ΓΕΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟ – ΝΙΚΟΛΑΚΗΗΗΗΗΗ!!! «  Και γυρίζωντας δήθεν απορημένος, ρωτάει τον παππά… » ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΦΟΡΗΣΕΣ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΙΩΝΑΣ, ΠΑΠΠΑ ΜΟΥ…; « Και του απαντάει ο παππάς : » ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΙΣΟΙ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΜΟΥ, ΡΕ ΜΟΥΣΧΑΡΕ!!!! « Κόκκαλο ο μπάρμπα – Γιώργης. (Συμπέρασμα, μάλλον είχε γευθεί και Ο παππάς από το «κλέφτικο». βλέπετε ο παππάς, πάντα ευλογεί τα γένια του…) Δίπλα του ήταν και η Νικολάκαινα, είχε κατέβει με την πραμμάτειά της στο παραδοσιακό ζωοπάζαρο του Κοπανακίου. Την προηγούμενη εβδομάδα της είχαν κλέψει κάτι κογιόνηδες, το κρεμασμένο στη φράχτη του σπιτιού της, πορτοκαλί εσσώρουχό της. » ΜΗΝ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΤΗΝ ΦΤΩΧΗ ΠΑΠΠΑ ΜΟΥ… ΠΟΥ ΜΟΥ ΚΛΕΨΑΝΕ ΤΟ «ΡΟΥΧΟ…» Τι να κάνει και ο παππάς, λέι στον μπάρμπα – Κούγια: » ΑΝΤΕ ΤΕΚΝΟΝ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΗ, ΤΕΛΑΛΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΦΟΡΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΕΨΙΜΟ ΤΟΥ ΕΣΣΩΡΟΥΧΟΥ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΚΑΙΝΑΣ.» Άρχισε και ο μπάρμπα Κούγιας το τελαλιλίκι… Με τον μοναδικό τρόπο που μόνο αυτός ήξερε. » ΑΚΟΥΣΑΤΕ – ΑΚΟΥΣΑΤΕ!!! ΠΑΖΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΟΙ!!! ΑΦΟΡΕΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΟΓΙΟΝΗΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΜΠΕΡΕΚΛΑ, ΠΟΥ ΚΛΕΨΑΝΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΠΟΡΤΟΚΑΛΗ ΒΡΑΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΡΑΧΤΗ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΗΤΣΟ –  ΝΙΚΟΛΑΚΑΙΝΑΣ!!!! ΟΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΒΡΕΙ, ΧΕΣΜΕΝΗ… Η ΑΧΕΣΤΗ… ΚΑΤΟΥΡΗΜΕΝΗ Η ΑΚΑΤΟΥΡΗΓΗ, ΘΑ ΠΑΡΕΙ  ΠΛΟΥΣΙΟ ΡΕΓΑΛΟ!!!! » Το γέλιο που έπεσε αλλά και τα πειράγματα δεν είχαν προηγούμενο. Δεν εμεινε τραπέζι ουτε και καρέκλα όρθια, στα  γύρω από την πλατεία καφενεία.

 Ήρθε όμως η πρόοδος και η τεχνολογία, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις, τα μεγάφωνα, οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο , οι τηλεοράσεις, οι ανακοινώσεις στα κεντρικώτερα σημεία του Κοπανακίου και των γύρω χωριών είχε σαν αποτέλεσμα το επάγγελμα του ντελάλη ή ντελαλιτζή, σιγά σιγά να μαραζώσει… και οι συμπαθητικές φιγούρες τους να ξεχαστούν και να ξεθωριάσουν τελείως.

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ. komianos.wordpress.com

Σεπτεμβρίου 23, 2016 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ – ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΓΙΟΝΗΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ –  ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΓΙΟΝΗΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΚΟΠΑΝΑΚΙ 26-4-1946 ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟς ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ Η (ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ). ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ΚΟΠΑΝΑΚΙ 26-4-1946 ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟς ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ Η (ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ). ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Καφενείο του Θοδωράκη Λαμπρόπουλου (Μανιαούρη). Ο συνταξιούχος φαρμακοποιός Νίκος Αρβανίτης πίνοντας το ποτό του, μου μίλησε για τους ντελάλιδες εκείνης της εποχής….βλέποντας ότι ενδιαφέρομαι να γράψω για το επάγγελμα του ντελάλη. Με πληροφόρησε για την ύπαρξη ενός ντελάλη από τα προπολεμικά χρόνια.Τον λέγαν Πανουσάκη Γιάννη ή (Κουτσογιάννη) γιατί είχε πρόβλημα με το πόδι του. Περισσότερες πληροφορίες μου έδωσε ο Θοδωράκης Λαμπρόπουλος (Μανιαούρης). Μου είπε ότι ο Κουτσογιάννης ήταν και συγγενής της οικογένειας, με καταγωγή από την «τούρλα», Άϊ-Γιανναίος δηλαδή. Ήταν ανύπαντρος και κουτσός. Τον φιλοξενούσε ο παππούλης μου ο Θοδωράκης Λαμπρόπουλος. Κοιμώτανε στην χαμοκέλλα δίπλα στο καφενείο, ένα σπίτι που τα χωρίσματα ήταν από «τσατμά» και καλάμια. Τα στρωσίδια του ήταν επάνω στο αμπάρι εκεί ξάπλωνε. Όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν τον προμηθεύαμε και κανένα πιάτο φαγητό. Η ζωή του ήταν λιτή και μετρημένη. Για να ζήσει έκανε τον ντελαλιτζή, δηλαδή έβγαινε στις ρούγες και στα γύρω χωριά, όπου ήταν ανάγκη και διαλαλούσε τα νέα εμπορεύματα που επρόκειτο να φέρουν οι έμποροι, οι πραματευτάδες και οι μεταπράτες. Διαλαλούσε ευχάριστα ή δυσάρεστα νέα, καλλεστήρια κ.α. Ο ντελαλιτζής έπρεπε να έχει δυνατή και καθαρή φωνή και, κυρίως τον τρόπο να παρουσιάζει και να διαφημίζει τα προϊόντα ή τα νέα. Αυτή η εργασία τους έκανε γνωστούς και σεβαστούς στους κατοίκους. Όλοι έτρεχαν να μάθουν τα νέα στο Κοπανάκι και τα γύρω χωριά. Άλλες φορές η κοινότητα άμα ήθελε να ενημερώσει τους χωρικούς, για θέματα που αφορούσαν την κοινωνία το ανέθετε στους ντελάλιδες. Η αμοιβή τους κυρίως σε είδος, κανένα πιάτο φαϊ η κανένα κέρασμα με κρασάκι η ποτό. Ο μπάρμπα Γιάννης Κουτσογιάννης για να επιβιώσει, λόγω της αναπηρίας που είχε δεν μπορούσε να κάνει βαριές δουλειές, έκανε λοιπόν επιπλέον και την εργασία του “λούστρου”. Το στέκι του στο πεζοδρόμιο έξω από το καφενείο του Λαμπρόπουλου. Το κασελάκι του, με τις μπογιές του, τις βούρτσες του, τα σχετικά πανιά για γυάλισμα και το απαραίτητο λίπος. Το πρωί έστηνε το κασελάκι του με το σκαμνάκι και κτυπώντας ρυθμικά τις βούρτσες πάνω στο κασελάκι, διαλαλούσε τα νέα του χωριού,και ενδιάμεσα έκανε και τα χωρατά του ή τα πειράγματά του. Κάποτε ένας περαστικός εστάθηκε για να βάψει και γυαλίσει τα παπούτσια του. Ο μπάρμπα Γιάννης άρχισε με μαεστρία να τα βάφει, αλλά είχε και στο μυαλό του να ανακοινώσει τις εντολές της κοινότητας. Αλλού το μυαλό και αλλού το χέρι του… πως το κάνει και βάφει τις κάλτσες του πελάτη. » ΒΡΕ, ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ; ΜΟΥ ΕΒΑΨΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ ΡΕ ΑΘΕΟΦΟΒΕ!!! « Και ο μπάρμπα Γιαννης ο Κουτσογιάννης του απαντά, πάντα ετοιμόλογος : » ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΗΤΕ ΚΥΡΙΕ… ΔΕΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ !!!». Στο ίδιο μοτίβο και η επόμενη καζούρα… Στα πλαίσια των ανεκδότων ιστοριών του χωριού μας, και το ακόλουθο περιστατικό. Οι σηνηθισμένοι «κογιόνηδες» του Κοπανακίου και περιχώρων βλέπουν από μακριά να έρχεται στο καφενείο του «Μανιούρη» ο Γιάννη – Κουτσογιάννης. Χειμωνιάτικος καιρός, η πρωϊνή τσιφούρα σου περονιάζει τα κόκκαλα. Ήταν ότι πρέπει, του χεριού τους δηλαδή. Σαν έστησε το κασελάκι του μπροστά στο πεζοδρόμιο τον περιλαβαίνει ο πρώτος…
– Καλώς τον μπάρμπα Γιάννη τον λεβέντη μας!!! Τί θα σε κεράσουμε;
– Εεε, κάνει και κομματάκι κρύο, θα το πιω ένα κονιακάκι παλικάρι μου κι ευχαριστώ.
Και το δούλεμα αρχίζει, με τον δεύτερο…
– Είσαι καλά βρε μπάρμπα Γιάννη; Γιατί μου φαίνεσαι κομμένος…
– Όχι, βρε αδελφέ, μια χαρά είμαι. Μόνο που αυτό το ριμάδι κρύο με έχει περονιάσει.
– Κι εμένα βρε μπάρμπα Γιάννη, μου φαίνεσαι κομμένος, συνεχίζει ο τρίτος
Ο Γιάννη – Κουτσογιάννης μάλλον άρχίζει να αμφιβάλλει και δεν απάντησε.
– Κι εμένα πολύ κίτρινος μου φαίνεσαι, συνεχίζει ο επόμενος.
– Ναι, τώρα που το λέτε, συνεχίζει ο επόμενος, κι εγώ σε βλέπω πολύ κίτρινο.
Και το δούλεμα συνεχίζεται, μέχρι που ο μπαρμπα Γιάννης σηκώνεται λέγοντας ότι δεν αισθάνεται καλά, και τράβηξε για τη χαμοκέλλα του. Δεν πέρασε πολύ ώρα και να΄σου ο παππούλης μου ο μπάρμπα Θοδωρής Λαμπρόπουλος (Μανιαούρης) να τα βάζει με τους κογιόνηδες: «Δεν ντρέπεστε ρε καθίκια ; Δεν έχετε άλλη δουλειά να κάνετε; Τι του κάνατε του συγγενή μου και έπεσε στο κρεββάτι του θανατά;». Άνθρωπος της πιάτσας βλέπετε ο μπάρμπα θοδωρής, μυρίστηκε την πλάκα των κογιόνηδων… Πάντως, ο μπάρμπα Γιάννης –  Κουτσογιάννης την έβγαλε για τρεις ημέρες μπουμπουλωμένος μέχρι τα μπούνια, στο κρεβάτι. Αυτός ήταν ο Μπάρμπα Γιάννης Πανουσάκης (Κουτσογιάννης). Έσβυσε μόνος γύρω στο 1955 περίπου.     Ήρθε όμως η πρόοδος και η τεχνολογία, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις, τα μεγάφωνα, οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο , οι τηλεοράσεις, οι ανακοινώσεις στα κεντρικώτερα σημεία του Κοπανακίου και των γύρω χωριών είχε σαν αποτέλεσμα το επάγγελμα του ντελάλη ή ντελαλιτζή, σιγά σιγά να μαραζώσει… και οι συμπαθητικές φιγούρες τους να ξεχαστούν και να ξεθωριάσουν τελείως. Ας είσαι καλά εκεί ψηλά που βρίσκεσαι μπαρμπα – Γιάννη (Κουτσογιάννη). Πάντα θα σε θυμούνται με αγάπη οι φίλοι και συγκάτοικοι του Κοπανακίου, ας είναι ελαφρύ το χώμα της «τούρλας» που σε σκεπάζει.

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ. komianos.wordpress.com

Σεπτεμβρίου 13, 2016 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Η «ΤΣΙΛΙΒΑΙΝΑ», Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΙ ΕΛΑ ΤΟΥ ΔΙΦΡΑΓΚΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Η «ΤΣΙΛΙΒΑΙΝΑ», Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΙ ΕΛΑ ΤΟΥ ΔΙΦΡΑΓΚΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ,komianos’s wordpres’s.com

 ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, Η «ΤΣΙΛΙΒΑΙΝΑ», Ο ΚΟΥΛΟΥΦΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΙ ΕΛΑ ΤΟΥ ΔΙΦΡΑΓΚΟΥ – Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ


ΜΠΕΚΡΗΣΗ ακόλουθη ιστορία εξελίσεται την 10ετία 1920 έως 1930. Εκεί που υπήρχε το παπουτσίδικο των (Κατσουλογιαναίων) του Γιώργη και Γιάννη καράμπελα, είχε το 1920 περίπου ανοίξει ταβερνάκι σε στύλ και μικροπαντωπολείου, φερμένη από το διπλανό χωριό του Δωρίου η Κατσαμπάναινα με το παρατσούκλι “Τσιλίβαινα”. Εκεί εγκαταστάθηκε και έστησε την ταβερνούλα της, Επάνω σε πατερόξυλα τοποθετημένα 3 με 4 βαρέλια των 500 κιλών γεμάτα κρασάκι, με την κατάλληλη επίπλωση. Οι περισσότεροι θαμώνες το “τσούζανε” ξεροσφύρι. Ο μεζές κυρίως καμιά σαρδέλα, ρέγγα, στουμπικτό κρεμύδι, ελίτσες και καμιά κονσέρβα. Στην κατσαρόλα πότε φακές η φασολάδα και αν καμιά φορά δεν έφτανε, τη συμπλήρωνε με νεράκι για να “φτουρίσει”….να μην μείνει και κανένας παραπονεμένος και νηστικός. Όσο για τον μπακιαλιάρο…. ήταν για τους αριστοκράτες και για τις γιορτάδες.Οι δουλειές καλά πάγαιναν όπως έλεγε η κυρά Τσιλίβαινα το μεροκάματο έβγαινε. Μέχρι που μετά ενα χρόνο περίπου το 1921 ήρθε και ανοιξε το ταβερνάκι του ο μπαρμπα Αναστάσης ο “Κουλουφέτος”, συνταξιούχος αστυφύλακας από το χωριό Πλατύ του Άρη, εκεί που ήταν παλιά το παντοπωλείο και γενικό εμπόριο του Κυρ’ Αποστόλη Παυλόπουλου, ακριβώς απέναντι απο το ταβερνάκι της κυρά Τσιλίβαινας. Από την πρώτη ήμέρα που γίνανε γειτόνοι, μπορεί να είχανε ανταγωνιστικές διαμάχες όσον αφορά την πελατεία τους, αλλά η φιλία, η συμπάθεια και η καλή σχέση ήταν σεβαστή. Εξ’ άλλου όλοι πρέπει να ζήσουν σε αυτή την ζωή. Είχαν όμως και μία κοινή αγάπη , το άτιμο κρασάκι…Στο συρτάρι τους κρατούσαν πάντα ένα και μοναδικό δίφραγκο ξεχωριστά από τα άλλα χρήματα. Αυτό το έρημο δίφραγκο άλλαζε χέρια τρεις φορές την ημέρα, το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Αφού να φαντασθήτε μου έλεγαν εξιστορώντας τα γεγονότα στο καφενείο της περα ρούγας, το δίφραγκο είχε χάσει το χρώμα του και τα σκαλίσματά του από την συχνή τριβή και χρήση. Μόνιμος θαμώνας και στα δύο μαγαζιά, ήταν ο “συμπεθερος” με το “θηλίκι”, ( όταν δεν είχε ο νοικοκύρης ή νοικοκυρά κουμπί για βάλει στα ρούχα , το πρόχειρο ράψιμο με μια βελόνα και κλωστή για να κρατιέται κουμπομένο το ρούχο το λέγανε θηλίκι). Η καταγωγή του από το χωριό του Σουλιμά. Για κατοικία του ένα γκρέμισμα στους πίσω δρόμους, μόλις τελείωνε το βραδυνό κουπάρι έπαιρνε το δρόμο για το κονάκι του τρικλίζοντας από την κρασοκατάνυξη. Δεινός πότης και αυτός σαν την Τσιλίβαινα και τον Κουλουφέτο, που ήταν θερμοί εραστές του κρασιού και μάλιστα του μισoκαδιάρικου… Το κατοσταράκι το καϋμένο, ένοιωθε παραμελλημένο, μαραζωμένο και υποτιμημένο μπρος την μαγεία, του γεμάτου μέχρι τα χείλια με βαρελίσιο μυρωδάτο κρασί, μισόκαδιάρικου κανατιού. Το παρακάτω πάρε-δώσε ξεκίναγε το πρωϊ και τελείωνε το βράδυ, ως εξής: Το πρωϊ έδινε το δίφραγκο η Τσιλίβαινα στον “συμπεθερο” με το “θηλίκι”, και με εντολή να αγοράσει ένα μισοκαδιάρικο κουπάρι κρασί από τον συνάδελφο Κουλουφέτο. Ο συμπέθερος πήγαινε απέναντι έδινε το δίφραγκο και γύριζε με το μισοκαδιάρικο κουπάρι γεμάτο κρασί….Με το ίδιο δίδραγκο για να μην μείνει παραπονεμένος και “διψασνένος” ο Κουλουφέτος, έστελνε τον συμπέθερο με το θηλίκι για να αγοράσει ένα μισοκαδιάρικο κουπάρι κρασί από την Τσιλίβαινα…ο συμπέθερος αδιαμαρτύρητα έκανε το ίδιο δρομολόγιο….Σε κάθε δρομολόγιο απολαμβανε και αυτός το μερτικό του δωρεάν. Το πρωί σηκώνανε το “Κουπάρι και το πίνανε με ρέγουλο μέχρι το μεσημέρι, ” ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ “ΜΕΤΣΙΝΑ”….Το απόγευμα “ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ “ΚΟΡΜΠΑ”…..και το βραδυνό μισοκαδιάρικο μέχρι το ξημέρωμα, πάλι με ρέγουλο σηκώνανε το κουπάρι “ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ “ΣΤΡΑΒΟΚΕΦΑΛΟΥ”. Βέβαια το “Κουπάρι” και τα ονόματα που αναφέρω για τους μη γνωρίζοντες, είναι ένα τοπικό έθιμο, χρόνων, που συνηθίζεται σε χαρές όπως κυρίως γάμους, βαπτίσια και γιορτές. Ο οικοδεσπότης σηκώνοντας το ποτήρι του δηλαδή το Κουπάρι, λέει το πίνω στην υγειά π.χ.του Μετσινά και μετά το δίνει γεμάτο σε αυτόν που ονομάζει, ο επόμενος το πίνει στην υγειά κάποιου άλλου και ούτω καθ’ εξής. Έτσι συνεχίζεται το κουπάρι μέχρι τελικής πτώσεως….Για αυτό το έθιμο θα γράψουμε σχετικά με θέμα τα τοπικά έθιμα της Ορεινής Τρυφυλίας. Πάντως επιστρέφοντας στην ιστορία της Κατσαμπάναινας και του Κουλουφέτου….που κατά διαταγή του Κόρμπα, πίνανε το κουπάρι στην υγεία του Μετσινά και κατά διαταγή του Μετσινά, το πίνανε στην υγειά του Στραβοκέφαλου….ΜΕ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΔΙΦΡΑΓΚΟ, ΚΑΤΟΡΘΩΝΑΝΕ ΓΙΑ ΤΟΣΑ ΧΡΌΝΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΥΝΕ ΔΥΟ XΙΛΙΑΔΕΣ ΟΚΑΔΕΣ ΚΡΑΣΙ ΤΟ ΧΡΟΝΟ!!!

Τι μπορεί να σκαρφιστεί το μυαλό του ανθρώπου….Πενία τέχνας κατεργάζεται!!!

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

 

Απρίλιος 14, 2016 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΠΟΨΕ ΣΠΥΡΟ ΜΟΥ, ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ…. ΓΟΡΓΟΝΕΣ εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos.wordpress.com

 

ΑΠΟΨΕ ΣΠΥΡΟ ΜΟΥ, ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ…. ΓΟΡΓΟΝΕΣ εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ komianos wordpress.com  – Οι ανέκδοτες ιστοριές του χωριού μας, τελειωμό δεν έχουν.

ΚΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΞΗ

ΚΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΞΗ

Τα παρακάτω περιστατικά μου τα διηγήθηκε ο Θοδωράκης Λαμπρόπουλος (Μανιαούρης), απολαμβάνοντας στο καφενείο του στην κεντρική πλατεία του Κοπανακίου, το τσιπουράκι μου με τον μερακλίδικο μεζέ που τόσο νόστιμο ξέρει να φτιάχνει η γυναίκα του κυρά Βάσω. » Από νωρίς όπως συνηθιζότανε τα κοπανάγανε οι Αγιανναίοι. Ο Μήτσο-Γρηγόρης και ο Σπύρο Πανουσάκης στο ένα τραπέζι, στο άλλο στην απέναντι γωνιά , ο Μήτσο-Γιάννης με τον Πάνο-Σπύρο. Στο καπηλειό του Λεωνίδα Κατσούλη, γνωστό για το καλό κρασί του στο πάνω Κοπανάκι πέρα από τις γραμμές. Οι δύο πρώτοι περασμένα μεσάνυκτα, » ντίρλα » και οι δυο τους, πήραν τον δρόμο για τα κονάκια τους, στην «Τούρλα» η αλλοιώς τον Άϊ-Γιάννη. Κοντά στο τυροκομείο του Μήτσο-Μέμμου, κοντοστάθηκαν πιάσανε μια τσαπελοσυκιά και ο Μήτσο-Γρηγόρης, βλέποντας αστραπές και βροντες από την κατεύθυνση του Πύργου, λέει στον Σπύρο-Πανουσάκη: » ΣΠΥΡΟ ΜΟΥ ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ…ΓΟΡΓΟΝΕΣ!! » Και ο Σπύρο-Πανουσάκης …. » ΕΓΩ ΜΗΤΣΟ ΜΟΥ ΜΙΑ ΘΕΛΩ, ΚΑΙ …ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ!!! «.

Λίγο αργότερα πήρανε το ίδιο μονοπάτι και ο Μήτσο-Γιάννης με τον Πάνο-Σπύρο. Στο δρόμο συναντήσανε και άλλους Αγιανναίους  «ντίρλα» και αυτούς, εραστες της ρετσινας και οχι μόνο, που αναχωρούσαν καθηστερημένα από τα καπηλιά μετά από γερή κρασοκατάνυξη. Κάποια διαφορά είχαν και διαφωνούσαν φωναχτά. Μόλις συναντήθηκαν στην στροφή για να πάρουν τον ανήφορο με κατεύθυνση την » Τούρλα «.Λέει ο Πάνο-Γιάννης:»ΝΑ ΡΩΤΗΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…» και δείχνοντας τους ψηλά ρωτάει: » ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΝΤΟΝ, ΡΕ ΣΕΙΣ, ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΟΥΝΟ ΚΑΤΑΜΕΣΟΥΡΑΝΑ ;» Ρωτάει ο Μήτσο-Γιάννης : » ΕΣΥ ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΠΑΝΟ; Απάντηση : ΞΕΡΩ ΚΑΙ ΓΩ ΡΕ ΜΗΤΣΟ… ΕΜΕΙΣ  ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΛΑΣ!!!!»

Στην συνέχεια ανηφόρησαν για τα κονάκια τους. Ο Πάνο – Γιάννης μεθυσμένος προσπαθεί να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά για να ανοίξει, αλλά τα χέρια του τρέμουν και δεν τα καταφέρνει.
Και ο Μήτσο – Γιάννης, του λέει : «Κάνε στην άκρη ρε μουσχάρι,να μην ξημεροβραδυαστούμε, εχουμε και δουλειες με το χάραμα….»

«Ναι», του απαντάει ο Πάνο – Γιάννης. «Μόνο, Κράτα σταθερά αυτή την ριμάδα πόρτα, να μην…. κουνάει !!!!

Ακολουθουν και αλλες ανέκδοτες ιστορίες με αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ komianos.wordpress.com

Οκτώβριος 20, 2015 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο ΠΑΠΑ – ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΛΕΜΙΝΓ

ΕΛΕΞΑΝΤΕΡ ΦΛΕΜΙΝΓΚ

ΕΛΕΞΑΝΤΕΡ ΦΛΕΜΙΝΓΚ

Ο Κώστας Τζώρτζης από το Ριζοχώρι (Λάπι), Μου έλεγε το παρακάτω ανέκδοτο περιστατικό, για τον παπά – Κόκκινο, απολαμβάνοντας τα υπέροχα εδέσματα και το κρασάκι μας στο προαύλιο της Παναγιάς κατά την εορτή στην μνήμη της μάχης των επτά Λαπαίων. Είναι Κυριακάτικη λειτουργία, μετά την ανάγνωση του αγίου ευαγγελίου και πριν το χειρουβικό, ο παππάς γυρνώντας προς τον ψάλτη του λέει… » Νικόλα τέκνο μου για να μη το ξεχάσω, μετά την λειτουργιά θα πάμε για ουζάκι !!! Άντε τώρα συνέχα…». Ο δε Δημήτρης Αραμπατζής και αυτός από το χωριό Λαπη, μου έλεγε ότι τον τρέλαινε στην κυριολεξία η μυρωδιά του μπαρουτιού. Την ημέρα της Αναστάσεως, του έλεγε, «ευλογημένε μου να έχεις υπ΄όψην ότι έχω αφήσει την πορτα του Ιερού ανοικτή, πέστο και στους άλλους. Ρίξτε και κανενα βαρελότο μεσα στην εκκλησιά να μυρίσει και λίγο μπαρούτι». Τόσο του άρεσε η μυρωδιά του καμμένου μπαρουτιού. «Παπά, θα ‘ρθείς για κυνήγι μετά την λειτουργιά;». «Οχι ευλογημένε μου, δεν θα ‘ρθώ! σήμερα ειναι Κυριακή, ημέρα Άγια». Ούτε στις γιορτές κυνηγούσε ήταν αμαρτία. Ωραία πράγματα, ανθρώπινα. Απλοϊκός παπάς που δεν τον είχε χαλάσει η πόλη. Στα χωριά ο παπάς είναι και αγρότης, και αμπελουργός, και κτηνοτρόφος, και ξυλοκόπος, και φαμελίτης, και πότης γερός όταν το καλεί η περίσταση. Και τα χρυσαφικά που βλέπει είναι αυτά της εκκλησίας. Και τους πύρινους λόγους τους αφήνει για τους «μορφωμένους» δεσποτάδες. Και ο «δικός» μας ο παπάς ο παπά – Κόκκινος έτσι ήταν και παράμεναι. Ανθρώπινος, με τα καλά και τα κακά που κουβαλάμε όλοι μας. Ο παπα Τάκης, ένας απλοϊκός και ταπεινός ιερουργός από το Λατζουνάτου Τριφυλίας το Γκρέκα, ή αλλοιώς Παπα κόκκινος επειδή ήταν κοκκινοπρόσωπος, ζωσμένος με τα φυσικλίκια του στη μέση και την άλλη ζώνη με τα φυσίγγια περασμένη από τον ώμο, με τη μπροσθογεμή εφεδρική του καραμπίνα κρεμασμένη στον ώμο και τα ράσσα του να ανεμίζουν στον αέρα. με το που τον έβλεπες στο μυαλό σου περνούσε η σκέψη ότι «έπεσα σε αντάρτη». Μου έλεγε ο Κώστας Τζώρτζης «τον συνάντησα ένα απογευματινό που είχα στήσει καρτέρι περιμένοντας πίσω από κάτι φραγκοσυκιές, στη θέση Βελανίδι στο χωριό Ριζοχώρι (Λάπι), μήπως και φανεί κανένα πετούμενο. Μπροστά μου ήταν μια μάντρα και πίσω της ο παπά Κόκκινος είχε στήσει καρτέρι μήπως και φανεί καμιά μπεκάτσα ή καμιά τσιχλα. Σε μια στιγμή σικώθηκε να ξεπιαστεί. Πρώτα εμφανίστικε το καλιμαύκι κατάμαυρο και ύστερα η φιγούρα του. Όπως έπεσε η ματιά μου επάνω του, μου έδωσε την εντύπωση μέσα στο μισοσκόταδο, απόκοσμης παρουσίας! Παπάς ή διάβολος, ήταν κάτω στο πεζούλι; αναρωτήθηκα…Και φωνάζω «Παππούλι!!!» Και μου απαντάει: Εδώ πάνω είσαι και συ ευλογημένε μου; Που να ήξερε ότι εγώ είχα σταυρωσει το βόλι μου, και είμουν έτοιμος να του την μπουμπουνήσω. Δεν γνωρίζω ποιος έβαλε φόλες στην περιοχή και του δηλητηρίασε το αγαπημένο κυνηγόσκυλο. Το αποτέλεσμα όμως της εγκληματικής αυτής πράξης είχε θύμα το αθώο σκυλί. Αυτό δεν γίνεται και σήμερα από ορισμένους κακόβουλους; Θυμάμαι κατέβηκα πιο κάτω κάθησα στην φυλάκτρα με τον παππά περιμένομτας μπας και εμφανισθεί κανένα πετούμενο η κανένας λαγός. Εκείνη την ώρα ακούσαμε πάλι τις καμπάνες των εκκλησιών όλης της Ορεινής Τριφυλίας να βαρούνε λυπητερά, από το μεσημέρι σταματημό δεν είχαν, ήταν 11-3-1955. Αναρωτιώμουν και εγώ και ο παππάς πώς κάποιος σπουδαίος θα είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, αλλά ποιός;… Κατά σύμπτωση επέστρεφε ο Δημήτρης Αλεβιζόπουλος από τα προικώα κτήματα στο λάπι και τους λέει » Πως και δεν μάθατε τα νέα.. Πάει μας άφησε χρόνους, ο μεγάλος σωτήρας και εφευρέτης της Πενικιλινης, ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ !!! «. Και ο παππά – Κόκκινος… » Ας πάει στα συχώρια ο μαυρούλης, από τότε που ανακάλυψε, αναθεμά τον, την πενικιλίνη έχουν σταματήσει να κτυπούν πένθημα οι καμπάνες από το Λάπη μέχρι και το Σουλιμά, Μόνο την Μεγάλη Εβδομάδα ακούγονται !!!! «.

Αυτό είναι που λένε, ο θάνατός σου, η επιβίωσή μου !!!

Μαρτίου 22, 2015 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Η ΘΕΙΑ – ΓΙΩΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ ΤΟΥ «ΑΛΕΞΗ – ΠΙΣΠΙΡΗ».

ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΩΡΙΟΥ

ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΩΡΙΟΥ

Συνεχίζοντας τις ανέκδοτες ιστορίες του τόπου μας, οι οποίες τελειωμό δεν έχουν, και η ακόλουθη ιστορία. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων αποφεύγω τα ονόματα. Κάποτε ο μπάρμπα – Κώστας σύζυγος της θειά – Γιωργίας , γυρνώντας κατακουρασμένος από το κτήμα του, έκατσε κάτω από μια ελιά να ξαποστάσει στην προσηλιακή πλαγιά κάτω από το Στυλάρι του Κοπανακίου. Κουρασμένος καθώς ήταν τον πήρε ο ύπνος, φύσαγε και ένα αεράκι ψυχρό, υδρωμένος ο κύρ – Κώστας ξύπνησε τρέμωντας από το κρύο και τράβηξε με βήμα γοργό για το κονάκι του στον Άϊ – Γιώργη. Ένας θεός ξέρει πως πέρασε την νύχτα με τον πυρετό να τον ψήνει. Γεμάτη ανησυχία για την κατάσταση του κύρη της η θειά – Γιωργία που δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα, βάζοντας σε ενέργια όλες τις κομπογιανίτικες γνώσεις της, εντριβές με τσίπουρο, βεντούζες κοφτές, κρύες κομπρέσες για τον πυρετό, καταπλάσματα, αντιπυρετικά βότανα, μέχρι και ξεμάτιασμα, αλλά αποτέλεσμα μηδεν! είδε και αποείδε, στο τέλος ειδοποίησε τον αγροτικό γιατρό του Αετού, τον Μπάμπη, να έλθει στο σπιτικό της να τον εξετάσει, Την εποχή εκείνη το κρύωμα δεν αστειευόταν, σε έστελνε άκλαυτο. Την επισκέφτικε ο γιατρός, εξέτασε τον ασθενή άνδρα της, έδωσε την ιατρική ρετσέτα του με τις σχετικές οδηγίες. Γεμάτη αγωνία με την κούραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της και όρθια δίπλα στην πυρογωνιά (το παραγώνι) τον περίμενε η θειά – Γιωργία, κρατώντας από αμηχανία την ρόκα της και στρίβωντας το σφονδύλι. Ο γιατρός πρίν επισκεφτεί τον κυρ – Κώστα, είχε πάει και σε ένα άλλο ασθενή στο διπλανό χωριό που είχε κατέβει από την μεγάλη πολιτεία, γνωστό σε όλους στην περιφέρεια της Ορεινής Τριφυλίας για το μεγάλο αριμάνιο μουστάκι και την αγάπη του για το κρασί, τον » Αλέξη – Πισπιρή». Γνωστό στην θειά – Γιωργία γιατί ήταν από το ιδιο το χωριό, του Λάπι. Το περιστατικό αυτό μου το διηγήθηκε ο μπάρμπα – Θοδωράκης απολαμβάνωντας το καφεδάκι μας στο καφενείο του σταθμού κάτω από τις βαθύσκιοτες λεύκες. Λοιπόν σαν τελείωσε την επίσκεψή ο γιατρός που του άρεσαν τα καλαμπούρια, της είπε ότι είχε πριν επισκεφτεί και τον συχωριανό της στου Λάπη. Την ρωτάει: Λοιπόν… «θειά – Γιωργία τι γνώμη έχεις για τον Αλέξη – Πισπιρή με το παχύ μουστάκι; » Και η θεία Γιωργία, πανέξυπνη, κωλοπετσομένη και ετοιμόλογη καθώς ήταν, παρά τον πονο και την ανησυχία της, αυθόρμητα, του απαντάει : » ΤΙ ΛΕΣ ΓΙΑΤΡΕ ΜΟΥ; Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ’ΧΕΙ ΤΟΥΜΠΑΝΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΚΡΥΦΟ ΚΑΜΑΡΙ. ΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ, ΤΟ’ΧΕΙ ΓΙΑ… ΠΑΡΑΠΛΑΜΗΣΗ. ΕΥΤΟΥΝΟΥ Ο ΠΑΤΟΣ ΧΩΡΕΙ ΟΜΦΑΛΟΦΟΡΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ!!! » Καί ο γιατρός, » έμεινε.»

Φεβρουαρίου 8, 2015 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗ – ΒΡΟΣΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΛΙΚΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ,

“ΕΠΙΚΑΙΡΟ”…..ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗ – ΒΡΟΣΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΛΙΚΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ,
ΚΑΛΠΗ ΦΩΤΟΗ ανέκδοτη αυτή ιστορία του τόπου μας είναι και επίκαιρη, αναφέρεται γύρω από το κυνήγι της ψήφου και τις φρούδες υποσχέσεις, (τις περισσότερες φορές), συγγενών, γνωστων και φίλων συγχωριανών. Η ιστορία αναφέρεται γύρω στις δημοτικές εκλογές του. 1950. Τότε μεταξύ των υποψηφίων για την προεδρία της κοινότητος Κοπανακίου, αποφάσισε να βάλει υποψηφιότητα και ο μπάρμπα Γιάννη -Βρόσσης …(Έτσι θα ονομάζω τον παθόντα προς αποφυγήν παρεξηγήσεως)… Όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή σε τέτοιες περιπτώσεις, διότι ακόμη και το ραδιόφωνο ήταν πολυτέλεια….η γνωστοποίηση ή η αναγγελία μίας υποψηφιότητας, γινόταν ή από τον τελάλη του τόπου, ή από στόματος ή με επίσκεψη στο σπίτι το συγγενικό, της γειτονιάς, στο καφενείο και στις πλατείες, από τον ίδιο υποψήφιο ο οποίος τους ζητούσε την βοήθειά και τους ψήφους τους στις εκλογές. Χωρίς να παραλείπει και το απαραίτητο τάξιμο ή χάρη, που πολλές φορες έμενε στα… λόγια…έτσι δεν λέει και ο λαός “Όλο θα και θα και θα, πάψε βρε παραμυθά”…Λοιπόν επείσθηκε και ο Γιάννη – Βρόσσης να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος στην κοινότητα Κοπανακίου. Καταπιάστηκε λοιπόν ζεστά με το”αντικείμενο” και άρχισε να πληροφορεί όλους συγγενείς, φίλους, γείτονες, κατοίκους της περιοχής μέχρι και Αθηναίους ψηφοφόρους, ζητώντας την υποστήριξή τους στις επερχόμενες εκλογές. Μεταξύ αυτών ζήτησε και την ψηφο από τον ξαδελφό του Γιώργη – Τασσό (Γιώργη Ρήγα). “Ρε ξάδελφε” τον ρώτησε, “θα με ψηφίσης;”…”Θα σε ψηφίσω ρε! Τον ξάδελφό μου δεν θα ψηφίσω;…”. Και η η γυναίκα σου η τασούλα; θα με ψηφίσει και αυτή;…”. και του απαντάει ο Γιώργη – Τασσός…”Αυτή θα κάνει ότι την ορμηνεύσει ο κύρης της. Στο σπίτι ποιός κάνει κουμάντο; Αλλά μην ξεχνάς και την αδυναμία που σου έχει….!!!”. Έπιασε και άλλους πολλούς, τον Γιώργη Σοφό (Ντίντιρη), υον Γιώργη καράμπελα και τον Γιάννη Καράμπελα τους (Κατσουλογιανναίους),τον Μήτσο Κοσμά (Μήτσο Κολάκη), τον Αντώνη Ρήγα, τον Γιάννη Μπρούστη (Γιάννη Χατζή), τον Λεωνίδα Πετρούλια, τον Γιάννη Τσάκο κ.α. Ας μην αναφέρουμε και το πλήθος των κατοίκων που κέρναγε, φίλους, γνωστούς υποτιθέμενους μελλοντικούς ψηφοφόρους…. Από τους κάτω Κοπανακαίους τους περισσότερους τους είχε όλους σίγουρους, (έτσι του είχαν υποσχεθεί). Την ημέρα της Κυριακής γίνονται οι εκλογές για την εκλογή του προέδρου….Γίνεται η καταμέτρηση Γιάννη – Βρόσσης “ΚΟΥΚΙΑ ΜΟΝΟ ΔΥΟ”!!! Ο δικός του και της γυναίκας του. Πάλι καλά που τον είχε ψηφίσει και η γυναίκα του, ( έτσι ήθελε να πιστεύει )… γιατι διαφορετικά θα γινόταν φονικό!!! Συναντήθηκαν το επόμενο πρωϊ με τον γέρο Τασσό έξω από το τσαγκάρικο του Γιώργη Κατσουλόγιαννη. Και τον ρωτάει…”Ρε ξάδελφε; είσαι σίγουρος ότι με ψήφισες;..”, “Σε ψήφισα ρε ξάδελφε..”, “και η Τασούλα με ψήφισε;”… ” και αυτή σε ψηφισε ρε ξάδελφε! Αλλά γιατί ρωτάς;…” Και ο Γιάννη – Βρόσσης…” Ε!!! δεν σου φαίνεται περίεργο που πήρα μόνο δύο “κουκιά;”, τον δικό μου και της γυναίκας μου, ρεζίλι των σκυλιών έγινα….”, “Τον θάνατο της αλεπούς έπαθα”. Και του λέει ο γέρο Τασσός…Αυτούνο το πράμα δεν έχει ματαγίνει στα χρονικά…”. Και απαντάει ο Γιάννη – Βρόσσης αθυρόστομος καθώς ήταν: ” Να πάτε στο διάβολο όλοι ρε σεις και οι μαλακισμένοι ψήφοι σας παλιο μαλάκες κογιόνιδες. Να!!! ρε και αν με ψηφίσατε…Να!!! και αν δεν με ψηφίσατε…Άντε να Πη……..!!! Ο δε κογιόνης ποιητής εκ του προχείρου, Γιώργη – Μαραβελής από το χωριό Βαρυπόμπι (Μοναστήρι), του σκάρωσε την επομένη των εκλογών στο καφενείο του Γιώργη Σοφού (Ντίντιρη) στο κάτω Κοπανακι, το παρακάτω σκοπτικό ποίημα όπως συνήθιζε σε τέτοιες περιπτώσεις…ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΡΙΤΗ ΒΡΟΧΕΡΗ – ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΘΛΙΒΕΡΗ – ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ – ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΘΛΙΜΕΝΗ – ΜΕΤΡΗΣΕ Ο ΒΡΟΣΣΗΣ ΤΑ “ΚΟΥΚΙΑ” – ΚΑΙ ΔΥΟ ΜΟΝΑΧΑ ΠΑΙΡΝΕΙ….!!! ΦΤΩΧΕ ΒΡΟΣΣΗ, ΡΕΖΙΛΙΚΙ – Σ’ΕΦΑΓΕ ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΛΙΚΙ.

Συμπέρασμα από το παραπάνω ανέκδοτο αλλά πραγματικά ιστορικό γεγονός: Χωρίς να θέλω να σας απαγοητεύσω, όλου εσάς τους υποψήφιους πολιτικούς, εν όψη της Κυριακάτικης αναμετρήσεως…. Δεν πιστεύω να επήρε κανένας σας αρνητική απάντηση από όσους ζητήσατε την βοήθειά τους. Ευχές ναι!! για καλή επιτυχία στο σκοπό σας….Ευχή του comianos wordpress.com . Είναι στις επικείμενες εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν κατά συνείδηση και για το ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ!!!

Μετά τιμής ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, Το komianos Blog δεν ασχολείται με πολιτικά. ΜΟΝΟΝ με Πολιτιστικά δρώμενα και εκδηλώσεις, παράδοση πολιτιστική και θρισκευτική, ανεκδοτες ιστορίες του τόπου μας και ανθρώπους που αφησαν τα ίχνη τους στο περασμά τους στην περιοχή της Ορεινης Τριφυλίας.

Εργασία του ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ

Ιανουαρίου 15, 2015 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ – Ο ΓΙΑΝΝΗΣ – ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΓΙΟΝΗΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ. Eργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ –  ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΓΙΟΝΗΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΚΟΠΑΝΑΚΙ 26-4-1946 ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟς ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ Η (ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ). ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ
ΚΟΠΑΝΑΚΙ 26-4-1946 ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟς ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ Η (ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ). ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Καφενείο του Θοδωράκη Λαμπρόπουλου (Μανιαούρη). Ο συνταξιούχος φαρμακοποιός Νίκος Αρβανίτης πίνοντας το ποτό του, μου μίλησε για τους ντελάλιδες εκείνης της εποχής….βλέποντας ότι ενδιαφέρομαι να γράψω για το επάγγελμα του ντελάλη. Με πληροφόρησε για την ύπαρξη ενός ντελάλη από τα προπολεμικά χρόνια.Τον λέγαν Πανουσάκη Γιάννη ή (Κουτσογιάννη) γιατί είχε πρόβλημα με το πόδι του. Περισσότερες πληροφορίες μου έδωσε ο Θοδωράκης Λαμπρόπουλος (Μανιαούρης). Μου είπε ότι ο Κουτσογιάννης ήταν και συγγενής της οικογένειας, με καταγωγή από την «τούρλα», Άϊ-Γιανναίος δηλαδή. Ήταν ανύπαντρος και κουτσός. Τον φιλοξενούσε ο παππούλης μου ο Θοδωράκης Λαμπρόπουλος. Κοιμώτανε στην χαμοκέλλα δίπλα στο καφενείο, ένα σπίτι που τα χωρίσματα ήταν από «τσατμά» και καλάμια. Τα στρωσίδια του ήταν επάνω στο αμπάρι εκεί ξάπλωνε. Όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν τον προμηθεύαμε και κανένα πιάτο φαγητό. Η ζωή του ήταν λιτή και μετρημένη. Για να ζήσει έκανε τον ντελαλιτζή, δηλαδή έβγαινε στις ρούγες και στα γύρω χωριά, όπου ήταν ανάγκη και διαλαλούσε τα νέα εμπορεύματα που επρόκειτο να φέρουν οι έμποροι, οι πραματευτάδες και οι μεταπράτες. Διαλαλούσε ευχάριστα ή δυσάρεστα νέα, καλλεστήρια κ.α. Ο ντελαλιτζής έπρεπε να έχει δυνατή και καθαρή φωνή και, κυρίως τον τρόπο να παρουσιάζει και να διαφημίζει τα προϊόντα ή τα νέα. Αυτή η εργασία τους έκανε γνωστούς και σεβαστούς στους κατοίκους. Όλοι έτρεχαν να μάθουν τα νέα στο Κοπανάκι και τα γύρω χωριά. Άλλες φορές η κοινότητα άμα ήθελε να ενημερώσει τους χωρικούς, για θέματα που αφορούσαν την κοινωνία το ανέθετε στους ντελάλιδες. Η αμοιβή τους κυρίως σε είδος, κανένα πιάτο φαϊ η κανένα κέρασμα με κρασάκι η ποτό. Ο μπάρμπα Γιάννης Κουτσογιάννης για να επιβιώσει, λόγω της αναπηρίας που είχε δεν μπορούσε να κάνει βαριές δουλειές, έκανε λοιπόν επιπλέον και την εργασία του “λούστρου”. Το στέκι του στο πεζοδρόμιο έξω από το καφενείο του Λαμπρόπουλου. Το κασελάκι του, με τις μπογιές του, τις βούρτσες του, τα σχετικά πανιά για γυάλισμα και το απαραίτητο λίπος. Το πρωί έστηνε το κασελάκι του με το σκαμνάκι και κτυπώντας ρυθμικά τις βούρτσες πάνω στο κασελάκι, διαλαλούσε τα νέα του χωριού,και ενδιάμεσα έκανε και τα χωρατά του ή τα πειράγματά του. Κάποτε ένας περαστικός εστάθηκε για να βάψει και γυαλίσει τα παπούτσια του. Ο μπάρμπα Γιάννης άρχισε με μαεστρία να τα βάφει, αλλά είχε και στο μυαλό του να ανακοινώσει τις εντολές της κοινότητας. Αλλού το μυαλό και αλλού το χέρι του… πως το κάνει και βάφει τις κάλτσες του πελάτη. » ΒΡΕ, ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ; ΜΟΥ ΕΒΑΨΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ ΡΕ ΑΘΕΟΦΟΒΕ!!! « Και ο μπάρμπα Γιαννης ο Κουτσογιάννης του απαντά, πάντα ετοιμόλογος : » ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΗΤΕ ΚΥΡΙΕ… ΔΕΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ !!!». Στο ίδιο μοτίβο και η επόμενη καζούρα… Στα πλαίσια των ανεκδότων ιστοριών του χωριού μας, και το ακόλουθο περιστατικό. Οι σηνηθισμένοι «κογιόνηδες» του Κοπανακίου και περιχώρων βλέπουν από μακριά να έρχεται στο καφενείο του «Μανιούρη» ο Γιάννη – Κουτσογιάννης. Χειμωνιάτικος καιρός, η πρωϊνή τσιφούρα σου περονιάζει τα κόκκαλα. Ήταν ότι πρέπει, του χεριού τους δηλαδή. Σαν έστησε το κασελάκι του μπροστά στο πεζοδρόμιο τον περιλαβαίνει ο πρώτος…
– Καλώς τον μπάρμπα Γιάννη τον λεβέντη μας!!! Τί θα σε κεράσουμε;
– Εεε, κάνει και κομματάκι κρύο, θα το πιω ένα κονιακάκι παλικάρι μου κι ευχαριστώ.
Και το δούλεμα αρχίζει, με τον δεύτερο…
– Είσαι καλά βρε μπάρμπα Γιάννη; Γιατί μου φαίνεσαι κομμένος…
– Όχι, βρε αδελφέ, μια χαρά είμαι. Μόνο που αυτό το ριμάδι κρύο με έχει περονιάσει.
– Κι εμένα βρε μπάρμπα Γιάννη, μου φαίνεσαι κομμένος, συνεχίζει ο τρίτος
Ο Γιάννη – Κουτσογιάννης μάλλον άρχίζει να αμφιβάλλει και δεν απάντησε.
– Κι εμένα πολύ κίτρινος μου φαίνεσαι, συνεχίζει ο επόμενος.
– Ναι, τώρα που το λέτε, συνεχίζει ο επόμενος, κι εγώ σε βλέπω πολύ κίτρινο.
Και το δούλεμα συνεχίζεται, μέχρι που ο μπαρμπα Γιάννης σηκώνεται λέγοντας ότι δεν αισθάνεται καλά, και τράβηξε για τη χαμοκέλλα του. Δεν πέρασε πολύ ώρα και να΄σου ο παππούλης μου ο μπάρμπα Θοδωρής Λαμπρόπουλος (Μανιαούρης) να τα βάζει με τους κογιόνηδες: «Δεν ντρέπεστε ρε καθίκια ; Δεν έχετε άλλη δουλειά να κάνετε; Τι του κάνατε του συγγενή μου και έπεσε στο κρεββάτι του θανατά;». Άνθρωπος της πιάτσας βλέπετε ο μπάρμπα θοδωρής, μυρίστηκε την πλάκα των κογιόνηδων… Πάντως, ο μπάρμπα Γιάννης –  Κουτσογιάννης την έβγαλε για τρεις ημέρες μπουμπουλωμένος μέχρι τα μπούνια, στο κρεβάτι. Αυτός ήταν ο Μπάρμπα Γιάννης Πανουσάκης (Κουτσογιάννης). Έσβυσε μόνος γύρω στο 1955 περίπου.     Ήρθε όμως η πρόοδος και η τεχνολογία, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις, τα μεγάφωνα, οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο , οι τηλεοράσεις, οι ανακοινώσεις στα κεντρικώτερα σημεία του Κοπανακίου και των γύρω χωριών είχε σαν αποτέλεσμα το επάγγελμα του ντελάλη ή ντελαλιτζή, σιγά σιγά να μαραζώσει… και οι συμπαθητικές φιγούρες τους να ξεχαστούν και να ξεθωριάσουν τελείως. Ας είσαι καλά εκεί ψηλά που βρίσκεσαι μπαρμπα – Γιάννη (Κουτσογιάννη). Πάντα θα σε θυμούνται με αγάπη οι φίλοι και συγκάτοικοι του Κοπανακίου, ας είναι ελαφρύ το χώμα της «τούρλας» που σε σκεπάζει.

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ. komianos.wordpress.com

 

Νοέμβριος 30, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ – Ο ΓΙΩΡΓΗ – ΚΟΥΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙΑ ΤΟΥ. εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

 ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΝΤΕΛΑΛΗΣ – ΝΤΕΛΑΛΙΤΖΗΣ – ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ. Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, (ΚΟΥΓΙΑΣ) ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙΑ ΤΟΥ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΕΛΑΛΗΣ

ΤΕΛΑΛΗΣ

 Καφενείο του Νίκο – Κούγια. Παρέα με συντοπίτες Κοπανακαίους, πίνωντας τα σχετικά ουζάκια μας και απολαμβάνωντας τους εκλεκτούς μεζέδες του. Ο Νίκος Ανδριανόπουλος (Κούγιας), Βλέποντας το ενδοιαφέρον μου να γράψω για το επάγγελμα του ντελάλη, μου άνοιξε την κουβέντα για τον παππούλη του, τον μπάρμπα Γιώργη Ανδριανόπουλο (Κούγια), ήταν και αυτός Ντελαλιτζής εκείνης της εποχής στον τόπο μας. Η ζωή του ήταν λιτή και μετρημένη. Για να ζήσει έκανε τον ντελαλιτζή, δηλαδή έβγαινε στις ρούγες και στα γύρω χωριά, όπου ήταν ανάγκη και διαλαλούσε τα νέα εμπορεύματα που επρόκειτο να φέρουν οι έμποροι, οι πραματευτάδες και οι μεταπράτες. Διαλαλούσε ευχάριστα ή δυσάρεστα νέα, αναγγελίες θανάτου, γεννήσεις, γάμους, καλλεστήρια κ.α. Ο ντελαλιτζής έπρεπε να έχει δυνατή και καθαρή φωνή και, κυρίως τον τρόπο να παρουσιάζει και να διαφημίζει τα προϊόντα ή τα νέα. Αυτή η εργασία τους έκανε γνωστούς και σεβαστούς στους κατοίκους. Όλοι έτρεχαν να μάθουν τα νέα στο Κοπανάκι και τα γύρω χωριά. Άλλες φορές η κοινότητα άμα ήθελε να ενημερώσει τους χωρικούς, για θέματα που αφορούσαν την κοινωνία το ανέθετε στους ντελάλιδες. Η αμοιβή τους κυρίως σε είδος, κανένα πιάτο φαϊ η κανένα κέρασμα με κρασάκι η ποτό, συνήθης μεζές καμιά ρέγγα, στουμπιστό κρεμύδι, παστή σαρδέλα, καμιά ελιά…. Ο Γιώργη – Κούγιας για να επιβιώσει, όταν δεν είχε δουλειά σαν ντελάλης έκανε επιπλέον και την εργασία του καστανά. Το στέκι του στο πεζοδρόμιο έξω από το καφενείο του σταθμού του τραίνου, ή σε κάποια απαγερή γωνιά έστηνε το σκαμνάκι του, την φουφού του, την ζέσταινε με ξυλοκάρβουνα, χάραζε τα κάστανα, χωνάκια από εφημερίδες και περίμενε την πελατεία του. Διαλαλούσε τα νέα του χωριού,και ενδιάμεσα έκανε και τα χωρατά του ή τα πειράγματά του. Καταγώταν από την “Ποντιά” Μάλθη. Γυναίκα του η κυρά Ελένη από το σόϊ των Καραβιδαίων στο “Βαρυμπόμπι” Μοναστήρι. Την ζήτησε, δεν του την δωσανε και αυτός την έκλεψε και την παντρεύτηκε. Το να κλέψεις γυναίκα εκείνη την εποχή ήταν παληκαριά, ήταν ανδριλίκι και μαγκιά. Απέκτησε πέντε αγόρια και ένα κορίτσι. Εκτός από ντελάλης έκανε και άλλες δουλειές του ποδαριού, μεταφορές, σκαψιμο κ.α. Για να μεγαλώσεις εκείνη την εποχή μια τέτοια φαμίλια, επτά στόματα δεν χορταίνουνε με τα ψέματα. Μου έλεγε ο Νίκο Κούγιας ότι η πληρωμή ήταν ένα τάλαρο, ίσως και λιγώτερα για κάθε ντελάλημα. Άμα γινόταν γάμος, καλέσματα, χαρές, αγοραπωλησίες “τράμπες”, εάν επρόκειτο να έλθουν με το τραίνο τρόφιμα π.χ. πατάτες για πούλημα, εάν είχε χάσει κάποιος ένα ζώο…γύριζε όλα τα χωριά και το διαλαλούσε. Αν δεν είχε τίποτα άλλο να διαλαλήσει στα ενδιάμεσα αμόλαγε και τα καλαμπούρια του…» ΕΔΩ ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ.. ΚΑΛΑ ΜΑΡΟΝΙΑ!!!….ΤΗΣ ΜΠΑΖΙΝΟΥΣ ΤΑ ΒΡΑΚΟΖΟΝΙΑ….!!! ή ” ΑΚΟΥΣΑΤΕ.. ΑΚΟΥΣΑΤΕ.. ΟΙ ΚΟΥΓΑΙΟΙ ΜΑΛΩΝΑΝΕ !!..ΠΟΤΕ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥΝΙΩΝΑΝΕ!!!… και άλλα τέτοια. Ή «ΟΙ ΚΟΥΓΑΙΟΙ ΤΑ… ΒΡΑΖΑΝΕ, ΠΟΤΕ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΜΟΥΝΙΑΖΑΝΕ!!! «. Τα παρακάτω ανέκδοτα περιστατικά μεταξύ άλλων, μου εξιστορούσαν οι παριστάμενοι θαμώνες, στο γνωστό μου στέκι της κυρά – Σπυρούλας Σοφού στο καφενείο της Κάτω Ρούγας. Κάποτε συνάντησε ο παππάς του χωριού Μπέρεκλα της Αμπελιώνας, τον μπάρμπα Γιώργη (Κούγια) και του λέει : » Άκου Γιώργη τέκνον μου, επειδή κάποιοι καλοθελητές ζωοκλέφτες, κλέψανε την γελάδα του μπατζανάκη μου του Μήτσο –  Νικολάκη, θέλω να κάνεις γνωστό στα γύρω χωριά της Ορεινής Τριφυλίας ότι: Στην περασμένη Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, τιμώρησα με αφορεσμό, τους κατοίκους του Μπέρεκλα, του Κακαλέτρι και τους μισούς όμως, κατοίκους της Αμπελιώνας… Πάρε και αυτά τα ψιλά και  ξεκίνα το ντελαλίκη, να μαθευτεί η από Θεού Τιμωρία. Ο Γιώργη – Κούγιας που είχε πληροφορηθεί τι είχε συμβει, άρχισε αμέσως την ενημέρωση των κατοίκων… » ΧΩΡΙΑΝΟΙ…, ΚΑΙ ΠΕΡΑΧΩΡΗΤΕΣ… ΑΚΟΥΣΑΤΕ – ΑΚΟΥΣΑΤΕΕΕΕΕΕ!!! ΑΦΟΡΗΣΜΕΝΟ ΝΑ΄ΝΑΙ ΤΟ ΜΠΕΡΕΚΛΑ, ΑΦΟΡΗΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΑΛΕΤΡΙ, ΑΦΟΡΗΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΙΩΝΑΣ, ΓΙΑΤΙ ΚΛΕΨΑΝΕ  ΤΗΝ ΓΕΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟ – ΝΙΚΟΛΑΚΗΗΗΗΗΗ!!! «  Και γυρίζωντας δήθεν απορημένος, ρωτάει τον παππά… » ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΦΟΡΗΣΕΣ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΙΩΝΑΣ, ΠΑΠΠΑ ΜΟΥ…; « Και του απαντάει ο παππάς : » ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΙΣΟΙ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΜΟΥ, ΡΕ ΜΟΥΣΧΑΡΕ!!!! « Κόκκαλο ο μπάρμπα – Γιώργης. (Συμπέρασμα, μάλλον είχε γευθεί και Ο παππάς από το «κλέφτικο». βλέπετε ο παππάς, πάντα ευλογεί τα γένια του…) Δίπλα του ήταν και η Νικολάκαινα, είχε κατέβει με την πραμμάτειά της στο παραδοσιακό ζωοπάζαρο του Κοπανακίου. Την προηγούμενη εβδομάδα της είχαν κλέψει κάτι κογιόνηδες, το κρεμασμένο στη φράχτη του σπιτιού της, πορτοκαλί εσσώρουχό της. » ΜΗΝ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΤΗΝ ΦΤΩΧΗ ΠΑΠΠΑ ΜΟΥ… ΠΟΥ ΜΟΥ ΚΛΕΨΑΝΕ ΤΟ «ΡΟΥΧΟ…» Τι να κάνει και ο παππάς, λέι στον μπάρμπα – Κούγια: » ΑΝΤΕ ΤΕΚΝΟΝ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΗ, ΤΕΛΑΛΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΦΟΡΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΕΨΙΜΟ ΤΟΥ ΕΣΣΩΡΟΥΧΟΥ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΚΑΙΝΑΣ.» Άρχισε και ο μπάρμπα Κούγιας το τελαλιλίκι… Με τον μοναδικό τρόπο που μόνο αυτός ήξερε. » ΑΚΟΥΣΑΤΕ – ΑΚΟΥΣΑΤΕ!!! ΠΑΖΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΟΙ!!! ΑΦΟΡΕΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΟΓΙΟΝΗΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΜΠΕΡΕΚΛΑ, ΠΟΥ ΚΛΕΨΑΝΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΠΟΡΤΟΚΑΛΗ ΒΡΑΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΡΑΧΤΗ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΗΤΣΟ –  ΝΙΚΟΛΑΚΑΙΝΑΣ!!!! ΟΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΒΡΕΙ, ΧΕΣΜΕΝΗ… Η ΑΧΕΣΤΗ… ΚΑΤΟΥΡΗΜΕΝΗ Η ΑΚΑΤΟΥΡΗΓΗ, ΘΑ ΠΑΡΕΙ  ΠΛΟΥΣΙΟ ΡΕΓΑΛΟ!!!! » Το γέλιο που έπεσε αλλά και τα πειράγματα δεν είχαν προηγούμενο. Δεν εμεινε τραπέζι ουτε και καρέκλα όρθια, στα  γύρω από την πλατεία καφενεία.

 Ήρθε όμως η πρόοδος και η τεχνολογία, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις, τα μεγάφωνα, οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο , οι τηλεοράσεις, οι ανακοινώσεις στα κεντρικώτερα σημεία του Κοπανακίου και των γύρω χωριών είχε σαν αποτέλεσμα το επάγγελμα του ντελάλη ή ντελαλιτζή, σιγά σιγά να μαραζώσει… και οι συμπαθητικές φιγούρες τους να ξεχαστούν και να ξεθωριάσουν τελείως.

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ. komianos.wordpress.com

Νοέμβριος 20, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΤΕΛΑΛΗΣ - ΝΤΕΛΑΛΗΣ, Uncategorized | Σχολιάστε