Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ

  Η γιαγιά  Μαρίτσα

 Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή,

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟΗ ζωή κρύβει πολλούς δρόμους και πολλά μονοπάτια. Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή, συγκαταλέγεται ατην ομάδα με τις ιστορίες των ανθρώπων που άφησαν στο πέρασμά τους τα ίχνη τους. και παρουσιάζει την προσπάθεια του ανθρώπου να αντιμετωπήσει τις δυσκολίες  στους δύσκολους δρόμους της ζωής. Πολλοί από τους ανθρώπους απογοητεύθηκαν, δεν τα κατάφεραν, Άλλοι πάλευσαν ή παλεύουν ακομη να ξεφύγουν από τις  κακές σκέψεις και αναμνήσεις τους  φόβους και τις ανασφάλειειες. Άλλοι κρύβουν μέσα τους ένα έφχλεκτο κερί, γιαυτό πονάνε τα σούρουπα σαν λοιώνουν οι αναμνήσεις μιας μίζερης και φτωχικής προηγούμενης ζωής τους και χύνουν τα λύματά τους βιαστικά στους βρόμικους υπονομους, έτσι εξηγείται γιατί η κωμόπολη αυτή λίγο πριν βραδυάσει μυρίζει ματαιότητα. Η ιστορία μιας πέρα για πέρα αληθινή που χρονολογείται από τα χρόνια που οι κάτοικοι των γύρω περιοχών της Ορεινής Τρυφυλίας άρχισαν να μετακινούνται και να κτίζουν δειλά δειλά τα φτωχικά κονάκια τους στους γύρω συνοικισμούς, πριν κτίσουν τα κυρίως σπίτια τους δεξιά και αριστερά από τον κεντρικό δρόμο του Κάτω Κοπανακίου.Κλείνω τα μάτια κι από το μυαλό μου περνάει μια παλιά ιστορία για κάποια μακρινή κυρία. Μια κυρία που την είδα για πρώτη φορά όταν ήμουν σε ηλικία έξη χρόνων.
Θα ήταν γύρω στα είκοση επτά της με μια υπέροχη γλυκιά ομορφιά  στο της πρόσωπο της.
Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που μοιάζαν σαν δύο θάλασσες από φωτιά και κρύσταλλο που ακόμη κια ο καταγάλανος ουρανός θα ζήλευε  την ομορφιά τους . Με ένα καλίγραμο σώμα που φάνταζε υπέροχο κάτω από το φθηνό τσίτινο φόρεμά της, φτοιαγμένο από λιγαριά και ρόδα, έμοιαζε με πραγματική θεά.
Τόσο όμορφη φάνταζε στην ακουμπισμένη επάνω στο κομοδινο του σαλονιού μας φωτογραφία.
Ένα λευκό κολιέ  διακοσμούσε τον λαιμό της.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες με λιοκαμένα, ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου που να βρουν καιρό για τετοιες πολυτέλειες, μόνο σαν γυνόντουσαν νύφες η σε μεγάλες  οικογενειακές χαρές. Μου άπλωσε τα χέρια και εγώ τρύπωσα στην ποδιά της. Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια πρωτόγνωρη γλυκιά ζεστασιά να με γεμίζει σαν με πήρε στην αγκαλιά της, μου έλυσε τον φιόγκο και πέρασε τα τρυφερά της χέρια στα λυτά μου μαλλιά.
Με φίλεψε μερικές καραμέλες, σταφίδες και στραγάία που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην αγκαλιά της κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδί ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η αξιοπρεπής κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη κυρία με φίλησε κι η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν καταλάβαινα τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα . Πρίν αναχωρήσει έδωσε στην μητέρα μου ένα φουσκωτό φάκελο.
Δεν ήταν συγγενής μας, έτσι μου είπε η μάνα μου, απλά παλιά γειτόνισα, που της είχε διηγηθεί την ιστορία της .
Στα δεκαοκτώ της παντρεύτηκε, και έκανε ένα κοριτσάκι .Ήταν δεν ήταν δυό χρονών ,όταν ο συζυγός της αποφάσισε να την παρατήσει. Ένα πρωί της είπε να ετοιμάσει τα μπογαλάκια του γιατί σκεφτότανε να πάει στην μεγάλη πόλη να κοιτάξει για δουλειά για μια καλύτερη ζωή.
Με την προίκα του στον ώμο πέρασε από το καφενείο όπου και εκεί πίνωντας το τελευταίο καφέ και φουμάροντας το σέρτικο τσιγάρο του χαιρέτησε τους παρευρισκόμένους  συχωριανούς του λέγοντάς τους ότι έφευγε για τα καλά.
-Θα έρθεις πίσω να πάρεις αργότερα την γυναίκα και το παιδί σου έτσι δεν είναι; τον ρώτησαν.
-Α όχι δεν το έχω σκοπό. Χαλάλι σας η γυναίκα μου και η ομορφιά της εγώ πέτρα θα ρίξω πίσω μου είπε χωρίς την παραμικρή τύψη κι εξαφανίστηκε.
Κι έμεινε η Μαρίτσα μόνη από τότε, με το κοριτσάκι και την κατάρα της ομορφιάς της. Με τον κάθε ένα  άνδρα να την κορτάρει….. Κι τότε αν δεν είχες ένα προστάτη σε έπαιρνε το ποτάμι.
Ζητούσε παντού δουλειά μα εκείνοι που είχαν τις δουλιές, για να την προσλάβουν ζητούσαν σεξουαλικό αντάλλαγμα.
Στην αρχή αντιστάθηκε προσπαθώντας να μείνει στον ίσιο δρόμο . Μα πώς; χωρίς ένα εισόδημα πως να ζούσε η καημένη κι έτσι πέρασε ένας χρόνος. Τα ρούχα της πάλιωσαν και μέχρι υπηρέτρια πήγαινε έστω για ένα κομμάτι ψωμί  να ταΐζει το κοριτσάκι της που το άφηνε σε μιά γειτόνισσα,  μέχρι και χαμολόη μάζευε για να ζήσει. Μια μέρα η τύχη της χαμογέλασε και βρήκε μια δουλειά . Δεν ήταν πολλά τα χρήματα μα απο τίποτε καλυτερο το κάτι .
Όταν όμως τελειωσε η βδομάδα, το αφεντικό την άφησε τελευταία να την πληρώσει . Ολοι οι άλλοι είχαν φύγει
Το εργοστάσιο σκοτεινά κι εκεί μέσα στο μικρό γραφείο ο αφεντικός της τα έριξε στα ίσια. Ή τον έκανε εραστή της ή η εργασία τέλειωνε . Να κοιτάξει για αλλού δουλειά .
-Μα κύριε εσύ είσαι παντρεμένος την γυναίκα σου δεν την σκέπτεσαι; Κι εγώ πρέπει να ταΐσω το παιδί .Χρωστάω στο νοίκι της καμαρούλας μου ,την γυναικα που μου το προσέχει .Δεν με λυπάστε;
Μαρίτσα είσαι όμορφη .Πολύ όμορφη κι η γυναίκα μου κοντά σου δεν αξίζει τίποτες. Σε θέλω πάρα πολύ κι αν δεχτείς , θα σου δίνω τον μισθό σου και μάλιστα παραπάνω που παίρνουν οι άλλες .θα σου πλερώνω και το ενοικιο ,έτσι δεν θα’χεις ενοια για τίποτε ποιά.
-Τότε δώστε μου τον μισθόν μου και θα φύγω και να ‘χετε το κρίμα μου αρνήθηκε πεισματικά η Μαρίτσα.
Της πέταξε τον πενιχρό μισθό λέγοντάς της
Αν σε αφήσω να πιάσεις αλλού δουλεια σφύρα μου κλέφτικα . Θα ρτεις μόνη σου να με παρακαλείς .είπε σφυρικτά σαν φίδι. Αλλος ένας πεινασμένος αρσενικός για την σάρκα κι ας καταπατούσε ψυχές
Χωρίς αλλη κουβέντα μάζεψε τον φάκελλο από χάμω, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Πόσο θα αντεχε ακόμα; Την ώρα που έσκυβε να μαζεύψει το φάκελλο με τα λιγοστά λεφτά, το αφεντικό της την έπιασε από την μέση και την έριξε στη στίβα με τα σακιά. Της έκλεισε το στόμα, γεροδεμένος  όπως ήταν τι μπορούσε να κάνει; Της έσκισε τα ρούχα της ξέσκισε το κορμί παρά τα παρακάλια τηςν και την αντίστασή της. Σαν τελείωσε την άφησε ένα ράκος με μια μια ψυχούλα δολοφονημένη. Αφού περασε λίγη ώρα σηκώθηκε, έσφιξε τα δόντια τιλύκτικε στο καταξεσκιμένο παλιό παλτό της και άρχισε να περπατά γρήγορα τυλιγμένη στα ξεσκισμένα ρούχα της και το κρύο να διατρυπά το κορμί της μέχρι το κόκκαλο. Σαν έφτασε στο φτωχικό της έβελε όρκο για εκδίκηση.
Μπορει να σκότωσε το αφεντικό της  την ψυχή της όμως ‘όχι και το μυαλό της . Κι έτσι απο κείνη την μέρα έγινε η μαντάμ Σούλα.
Με πρώτο πελάτη το πρώην αφεντικό της που πλήρωνε αρκετά τσουκτεράτις υπηρεσίες της.
Κι η τιμωρία του, να βλέπει κι όλους τους άλλους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι που αυτός πλήρωνε , από φόβο πια μην μάθει κάτι η γυναίκα του.
Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Η μαντάμ πάμπλουτη επένδυσε τα χρήματα απο την βρωμικη δουλειά της , σε σπίτια χρήματα κοσμήματα . Κι ‘οσο για το κοριτσάκι το έστειλε να μάθει γράμματα και να σπουδάσει με την βοήθεια μιάς γειτόνισας και όχι πολύ μακριά της. Το κοριτσάκι μορφώθηκε, τότε που οι γυναικες καλά καλά δεν ξέραν γράμματα και ποτέ δεν έμαθε το επάγγελμα της μητέρας της . Οταν τέλειωσε το σχολείο, η Μανταμ Σούλα έκλεισε ένα πρωί το σπίτι με τα κόκκινα φωτάκια κια κανείς δεν την ξανάδε εκεί. Εγινε πάλι η κυρία Μαρίτσα .Μια γυναίκα που χήρεψε νωρίς και μετακόμισε δίπλα απο της μάνας μου το σπίτι . Μια καλοκαιριάτικη νύκτα κτύπησε η πόρτα μας μόλις ανοιξε η μητέρα μου μια κυρία γύρω στα εβδομήντα που τα χρόνια δεν είχαν σβύσει την παλιά ομορφιά και γλύκα, την καλησπέρισε. Στο κομοδίνο από μικρή θυμάμαι μια κυρία σε μια φωτογραφία που τόσο έμοιαζε στηνη κυρία Μαρίτσα και κρατούσε στην αγκαλιά της ένα κοριτσάκι με ένα φιόγκο στα μαλάκια της και την οποία η μητέρα μου δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που κι ο πιο ξάστερος ουρανός θα ζήλευε την ομορφιά τους .
Τόσο όμορφα και τόσο όμοια με τα δικά μου που τα απεικόνιζε η φωτογραφία του κομοδίνου ακριβώς απέναντι από τον καναπέ που καθόταν η γιαγια  Μαρίτσα.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες είχαν απεριποιητα ηλιοκαμμένα και ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου .
Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια ζεστασιά να με τυλίγει που τρύπωσα στην ποδιά της
Με φίλεψε μερικές καραμέλες που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην γέρικη αγκαλιά κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδούλα ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η «αξιοπρεπής» κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ‘ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη γιαγιά με φίλησε, εγώ κρεμάστηκα επάνω της και στην σκέψη ότι θα έφευγε η καρδιά μου σφιγκόταν, η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα.
Δεν ήταν απλά γειτόνισσα με την μάνα μου, όπως έμαθα αργότερα που της είχε διηγηθεί την ιστορία της, αλλά είχε εμπιστευθεί στα χέρια της ότι πιο πολύτιμο έχει κάθε μια μάνα στη ζωή.Η μάνα μου ήταν κι η μόνη που γνώριζε το μυστικό της και η γιαγιά Μαρίτσα την είχε σαν δική της κόρη . Μετά η μάνα μου παντρευτηκε έφυγε απ εκεί μα πάντα με έβαζε να της γράφω. Κι επειτα απο την γνωριμία μας κάθε Χριστούγενα θα ερχόταν και το πακέτο με δώρα για μένα. Πότε μια κούκλα, πότε ενα πουλόβερ πλεγμένο από τα χέρια της μαζί με ένα φάκελο φουσκωτό.
Ωσπου μια μερα δεν απάντησε στο γράμμα μου κι η μάνα μου ανήσυχη
πήγε να την δεί. Ομως η γιαγια Αναστασία είχε φυγει για το αγύριστο ταξίδι . Η ψυχή της σίγουρα στην παράδεισο καθώς εκείνη κανένας αμαρτωλός αρσενικός μπόρεσε να την μολύνει ποτέ .
Τότε μόνο έμαθα κι εγώ την θλιβερή ιστορία της και την ιστορία που με συνέδεαι με την γιαγιά Μαρίτσα.


Advertisements

Αύγουστος 22, 2014 - Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: