Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΣΕΡΚΟΣ Ο ΑΡΜΕΝΗΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ- Εργασία ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ komianos.wordpres’s.com

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΗ

Πίνοντας το καφεδάκι μου στο κεντρικό καφενείο της Μηλιάς Μητρογιανοπούλου στο χωριό Κοπανάκι Ορεινής Τριφυλίας. Ν’ασου και εφανίζεται ο Κυρ΄Γιώργης Παπαδάκης. «Έμαθα ότι με ψάχνεις Σπύρο» μου λέει.. Του λέω ότι: «είχα ακούσει απλά μια ιστορία για κάποιον «ξέμπαρκο» Αρμένη που είχε πριν από πολλά χρόνια στην δούλεψή του ο θείος σου Σταύρος και ο πατέρας σου ο Νικολός. «Καί βέβαια τόν είχαμε στην δούλεψή μας, το όνομά του ήταν Σέρκος αλλά τον φωνάζαμε και Σωτήρη. Άνδρας σκληραγωγημένος, γεννημένος για όλες τις δουλειές, δεν ήταν μεγαλόσωμος, ήταν κοντός, χοντρός και μαλιαρός.Ε ίχε κάτι παλάμες σαν μέγγενη, να φαντασθείς από την πολλή και σκληρή δουλειά και τους κάλλους, δεν κλείνανε μέχρι το τέρμα. Από την πάνω μεριά τα δάκτυλά του ήταν γεμάτα με πυκνές τρίχες. Δεν ξέρω και πολλά για τον Σέρκο. Πριν τον Μικρασιατικό πόλεμο είχε έλθει με την γυναίκα του στον Πύργο από τα Προύσσα της Μικράς Ασίας, και δούλευε με μαεστρία την πέτρα στα γεφύρια της σιδηροδρομικής εταιρίας και τους πέτρινους σταθμούς. Όπως έλεγε και ο ίδιος, κάποτε γυρνώντας από την δουλειά του ύστερα από μακρύ διάστημα, βρήκε την γυναίκα του να τον κερατώνει με τον καλύτερό του φίλο, το μυαλό του θόλωσε πηρε ένα κουζινομάχαιρο και την έσφαξε. Μετά παρεδόθηκε στην αστυνομία ομολογώντας το έγκλημά του,  και πήγε φυλακή. Όταν τελείωσε η ποινή του ξαναβρήκε δουλειά στον ΟΣΕ.Συνεχίζοντας να δουλεύει την πέτρα και να κτίζει γεφύρια όπως πρώτα. Στο τελευταίο γεφύρι που εργάσθηκε ήταν αυτό το υπέροχο γεφύρι στο «κακόρεμμα» που σώζεται μέχρι σήμερα βοηθώντας τους Ιταλούς τεχνίτες, σε ένα άλλο μικρότερο λίγο πιο κατω στον παλιό αυτοκινητόδρομο Κοπανακι-Κυπαρυσσίας. Τέλευταία εργασία του γύρω στο 1925 ήταν το κτίσημο του κτηρίου του σιδηροδρομικού σταθμού στο κοπανάκι. Ο θείος μου ο Σταύρος τον εμάζεψε και η θεία μου χαρίκλεια ανέλαβε τα υπόλοιπα. Του έδωσε για να κοιμάται τα απαραίτητα, κρεβάτι, κουβερτες, βελέντζες, ρουχισμό για να ντύνευαι και λιάπικα για να δουλέυει. Το σπιτάκι αυτό ήταν στη θέση «Γιουρούκι» κτισμένο με πλίνθες, κάτω από τις γραμμές του τραίνου απέναντι στις αποθήκες του Α.Σ.Ο. Ο Σέρκος σιγά σιγά το κατεδάφησε, εφτοιαξε τα θεμέλια με ένα και μισό μέτρα ύψος και στην συνέχεια κτίζοντας τσιμεντόλιθους και την σκεπή, σένια πράγματα. Τον Σέρκο τον είχαν υπό την προστασία τους ο θείος μου Σταυρος και ο Νικολός ο πατέρας μου, που σκοτόθηκε αργότερα στο Μελιγαλά. Ο Σέρκος έζησε εδώ 30 – 35 συνεχή χρόνια. Συχνά τον χάναμε για αρκετές ημέρες, έκανε το μπάνιο του, λουζόταν έβαζε και μια φτηνή κολώνια λεμόνι, ντυνόυταν σαν γαμπρός και τα μεσάνυχτα τον χάναμε. Κάποιος που το είχε βάλει σκοπό να δει που πήγαινε τον είχε δει να μπαίνει κρυφά κτυπώντας συνθηματικά την εξώπορτα μιας ζωντοχήρας στην κάτω ρούγα και άλλης μιας στην πάνω ρούγα κάτω από τις γραμμές, το είχε δύπορτο… Από εκεί πάλι έβγαινε κρυφά μετά τρεις με τέσσερες ημέρες, πάλι μετά τα μεσάνυχτα, για να ενφανισθεί φρέσκος και ξανανιωμένος πρωί πρωί στην πιάτσα με το καμτσίκι στο χέρι να οδηγεί το κάρο του. Είχε πατριώτισσα την γριά Κλεάνθη γυναίκα του Γιώργη την  Καλλούπενα την Σμυρνιά του Μήτσου την μάνα. Όταν μιλάγανε στην γλώσσα τους, χαιρώσουνα να τους ακούς, η γλώσσα τους πήγαινε πολυβόλο, είχε βρει ο γύφτος την σειριά του που λέι και ο λαός. Εμείς τον είχαμε και δούλευε στα κτήματα, στο ζευγάρι, στο μάζευμα της ελιάς, στα αμπέλια, τις σταφίδες, το χαράκωμα, τον τρύγο, τον κλάδο, το ψιλοκάθαρο. Του είχαμε δώσει ένα μουλάρι τον φώναζε»Μαλτέζο» και ένα κάρρο. Εκτός από το μουλάρι είχαμε και την «νύφη» μια μουλάρα που την λέγαμε «Κούλα». Ο Σέρκος έσωσε την οικογένειά μου στην κυριολεξία από την πείνα στην κατοχή.

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

ΞΕΦΟΡΤΩΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Κάθε ημέρα πήγαινε με το κάρο στην Καλαμάτα και φόρτωνε σακιά με αλεύρι από το βαπόρι- αποθήκη στο λιμάνι. Σαν τελείωνε το φορτίο που είχε φέρει περιμένανε να έλθει το επόμενο βαπόρι. Μαζί με άλλα κάρα από το Κοπανάκι, του Ματζώρου, του Σοφού (ντίντιρη), του Ρήγα κ.α. που προορισμό είχαν την τροφοδοσία των ανδρών του Ε.Α.Μ. στο Κοπανανάκι, τον Μελιγαλά και όπου αλλού είχε ανάγκη το Ε.Α.Μ. και πληρονώταν σε είδος για το αγώϊ του δηλαδή αλεύρι. Με αυτό το αλεύρι από το αγώϊ που έπερνε ο Σέρκος έζησε όλη η οικογένεια. Επίσης όταν είχαμε συνεταιρικό το ελαιοτριβείο με τον Καπέλιο στο κάτω Κοπανάκι, πήγαινε και γέμιζε ένα σιδεροβάρελο με νερό από την πηγή στο Κρο-Κοπανάκι για τις ανάγκες του λιοτριβιού. Φόρτωνε, μετέφερε και ξεφόρτωνε τα τσουβάλια με τις ελιες. Παλαιότερα δούλευε στο ελαιοτριβείο της Ρεβέκας Παπασταμάτη στο κάτω Κοπανάκι στα μέσα και στα έξω. Από την στιγμή που τον πηρε στην δούλεψή του ο θείος μου ο Σταύρος, δεν έφυγε πια μέχρι που πέθανε. Η δουλειά του ήταν μόνο για εξωτερικές δουλειές, ποτέ δεν δούλεψε μέσα στο λιοτρίβι ή στον φούρνο. Του άρεσε το φαί και το κρασί, άμα εύρισκε κάνουλα κρασοβάρελου έπινε μέχρι σκασμού. Τον Σταύρο και τον Νικολό τους φώναζε πατέρα και την Χαρίκλεια μάνούλα. Όσο για φαί, έτρωγε όσο τρώει ένας βούβαλος. και κρασί σαν νεροφίδα, κάποτε τύφλα στο μεθύσι πηγαίνοντας για Καλαμάτα, έπεσε στο έδαφος και η ρόδα του κάρου πέρασε από πάνω του, παρ’ όλα αυτά σηκώθηκε με έλαφρές γρατζουνιές και συνέχισε το αγώϊ του μεχρι το Κοπανάκι. Στον γυρισμό μαθένοντας ο γέρο Σταύρος τι είχε συμβεί, τον πλάκωσε στο ξύλο, αλλά που να αλλάξει συνήθειες. Οι μόνες βρισιές που έλεγε ήταν: ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ!!! Το σπιτάκι στο γιουρούκι το χρησιμοποιούσαμε στην κατοχή γιατί το σπίτι πάνω από τον φούρνο το είχαν επιτάξει οι γερμανοί. Στον ανταρτοπόλεμο τον έπιασαν αιχμάλωτο ο στρατός του ΕΛΛΑΣ. Επειδή δούλευε σε σπίτι ταγματασφαλίστικο και τον κρατούσαν στου Χαλβάτσου. Σαν έπεσε το ΕΛΛΑΣ με τις εκκαθαρίσεις στα Δεκεμβριανά τον άφησαν ελεύθερο και ξαναγύρισε στο Κοπανάκι. Μου εξιστορούσε η γυναίκα του Θανάσω, πόσο δεμένοι ήταν το μουλάρι με το Σέρκο. Εάν έπεφτε κάτω το μουλάρι δεν έφευγε, αντίθετα στεκόταν στα τέσσερα από πάνω του με κρύο, ήλιο η βροχή και τον προστάτευε με το σώμα του. Δεμένοι στη ζωή και στο θάνατο, σαν πέθανε το μουλάρι στην εβδομάδα επάνω απεδήμησε εις Κύριον και ο Σέρκος. Τον βρήκε η θεία μου χαρίκλεια να ψυχομαχάει στο Γιουρούκι, γύρω στο 1960 ψελίζοντας τα ονόματα του Σταύρου, του Νικολού που είχε χαθεί στον Μελιγαλά, και ζητώντας στο παραμιλητό του, τον αγαπημένο φίλο του «Μαλτέζο». Μαζί μας έζησε 30 χρόνια κοντά. Όταν πέθανε τον φέραμε για να τον κλαψουμε και να τον μοιρολογήσουμε στο σημερινό μας σπιτικό. Όλοι  οι Κοπανακαίοι  πέρασαν να του ανάψουν ένα κεράκι και για να του πουν το στερνό αντίο. Ο Σέρκος ήταν σε όλους τους κατοίκους αγαπητός. Τον θάψαμε μου έλεγε η Αθανασία δίπλα στα Παπαδακαίϊκα στο κοιμητήριο, σαν άνθρωπο της οικογένειας. Εκανε και μεταφορες με το κάρρο, αλλά δεν έπερνε ούτε μία, εμείς τον χαρτζιλικόναμε. τον ντύναμε, του αγοράζαμε τα τσιγάρα του, τον ταίζαμε και κρασί με την τσότρα. Πριν φύγει γέμιζε και μια μπουκάλα κρασί και κινούσε για το «Γιουρούκι». Αυτός μόνο για ότι μετέφερε από Καλαμάτα αντί για αγώϊ έφερνε τρόφημα και ποτέ χρήματα. Μου έλεγε ο Μήτσο-Σταύρος ο Μιχόπουλος πως άνθρωπο δεν είχε πειράξει. Μια φορά αποκριές ήταν θυμάμαι, είχε ντυθεί μασκαράς και ο Σέρκος, δεν γνωρίζω για ποιο λόγο κάποιος χωροφύλακας τον χαστούκισε και τον κλώτσησε άγρια. Την επομένη το όργανο της τάξεως είχε μαζέψει τα μπογαλάκια του και είχε εξαφανισθεί. Γιατί μετά από αυτό που συνέβει, αν τον έπιανε στα χέρια του ο μπάρμπα Σταύρος θα γινόταν χαμός. Όντως για οποιαδήποτε μεταφορά έκανε δεν πληρωνόταν. Θυμάμαι κάποτε είχε κολήσει στις λάσπες ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας volvo, στην αλάνα του Τσατσούλη κοντά στις αποθήκες. Κόσμος είχε μαζευτεί με τα κάρα τους και τα μουλάρια τους, αλλά δεν κατόρθωναν να το τραβήξουν έξω από τις λάσπες. Πλησιάζει και ο Σέρκος με το κάρρο του και τον «Μαλτέζο», δένει με χονδρή τριχιά τον άξονα του φορτηγού, ΧΑΪ – ΧΟ, ΠΟΥΣΤΗ – ΚΕΡΑΤΑ – ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ….Ο καψερός ‘Μαλτέζος» από το πολύ το ζόρι γονάτισε. Στο τέλος όμως το τράβηξε! Ο οδηγός για να τον ευχαριστήσει βγάζει από το πορτοφόλι του 300 δραχμές, την εποχή εκείνη ήταν σοβαρό ποσο. «Πάρε για να πιεις ένα ποτηράκι ρε φίλε και βρώμη για το άξιο μουλάρι σου, το αξίζεις και συ και ο σύντροφός σου» του λέει. Ο Σέρκος όμως δεν τα δέχτηκε με τίποτα!!! Η συνεργασία με το μουλάρι του ήταν άριστη, Να φαντασθείς στην στροφή της Καραχάλιενας στην ρεματιά είχε μεγάλη ανηφόρα. Δύσκολο να ανεβεί φορτωμένο κάρρο με ένα μουλάρι. Ο «Μαλτέζος» όμως με τις οπλές του έσκαβε το μαλακό χώμα μέχρι να βρει στέρεο έδαφος, μετά με μια δυνατή όθηση την ανέβαινε με την μια. Το παρουσιαστικό του ήταν το φόβητρο των παιδιών. Για να μην κάνουν ατασξίες και να διαβάζουν τα φοβέριζαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες  λέγοντάς τους: «Καθίστε φρόνιμα γιατί θα έρθει να σας πάρει ο «Μεσημεράς» εννοώντας τον Σέρκο!!!  Πάντα θα σε θυμόμαστε με αγάπη εργατικέ Σέρκο και σενα και το φιλότιμο φιλο σου «Μαλτέζο». Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει. Πιστεύω να σου βάλανε για συντροφιά εκεί που πας, καμιά μπότσα με κρασί που τόσο αγαπούσες ..

Εργασία : ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ- komianos.wordpres’s.com

Advertisements

Απρίλιος 17, 2013 - Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: