Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΤΕΡΖΗΣ-ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ-ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ-ΚΕΤΣΕΤΖΙΔΕΣ Η ΠΙΛΗΤΕΣ-ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΕΡΖΗΣ – ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ – ΑΜΠΑΤΖΑΣ Η ΑΜΠΑΤΖΗΣ –  ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ Ή ΠΙΛΗΤΕΣ – ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΕΣ, ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ), ΚΑΠΙΑ Η ΚΑΠΟΥΤΕΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΛΑΓΑΝΙΑ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΥΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

 

ΤΣΟΠΑΝΟΣ ΜΕ ΚΑΠΑ ή ΚΑΠΟΤΑ

«ΤΕΡΖΗΣ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΑΣ» λεγόταν αυτός που έφτιαχνε κάπες από χοντρό υφασμένο στον αργαλειό «δίμητο», ύφασμα με πλέξιμο πυκνό και σφικτό. Ένας από τους πιο καλούς τερζήδες εκείνης της εποχής γύρω στο 1920 ήταν ο Κώστα Τσώνος ο (γέρο Λοχαγός)όπως τον φωνάζανε. Η καταγωγή του από το Σιτοχώρι (Πιτσά) της Ορεινής Τριφυλίας, παππούς του καθηγητή Γιώργου Τσώνου. Έφτιαχνε «Καπότες» δηλαδή κάπες για τσοπάνους και «Γιουρντιά» για γυναίκες. Όπως μου έλεγε ο Σιτοχωραίος Λεωνίδας Πολίτης, ο μπάρμπα Κώστας ήταν ένας πολύ μαγκιώρος  και περιζήτητος  τεχνίτης εκείνη την εποχή, και η κάπα ήταν ένα απαραίτητο πανωφόρι. Ήταν το ένδυμα των φτωχών αγροτών και βοσκών. Δύο άλλοι τερζήδες και αυτοί περιζήτητοι μαστόροι σε κάπες και σεγκούνες, από τον Αετό της Ορεινής τριφυλίας όπως μου έλεγαν ο Παπα – Γιάννης Κοράκης και ο Χρήστος Κοσμάς, ήταν οι αδελφοί Γρηγόρης και Πασίλης Παπαδημητρίου, και αργότερα εμαθε κοντά τους και ο γαμπρός τους  Αθανασόπουλος Δημήτριος ο (Μπερεκλαίος) από το χωριό Μπέρεκλα. Με την κάπα προφυλαζόντουσαν από το κρύο και την βροχή, με την κάπα στρώνανε καταγής για να κοιμηθούν ή να ξαποστάσουν από την σκληρή δουλειά της ημέρας. Για το ύφασμα της «ΚΑΠΑΣ» ή της «ΚΑΠΟΤΑΣ» την ύφαιναν στον αργαλειό οι υφάντρες με κλωνές από μαλλί προβάτου. Για την κάπα ή καπότα που την ονομάζαν «ΤΑΛΑΓΑΝΙ» την ύφαιναν στον αργαλειό αφού στο στιμόνι περνάγανε κλωνές «ιδιασμένες» από μαλλί προβάτου και υφαίνανε με κλωνές από μαλλί γιδήσιο ή τραγήσιο. Αυτού του είδους την ύφανση την λέγανε «ΜΑΤΕΡΟ». Από αυτά τα υφαντά υφάσματα πάχους ενάμιση πόντου, κατασκεύαζαν οι τερζήδες κάπες από μαλλί προβάτου για τους βοσκούς ή τσοπαναραίους και ταλαγάνια όπως συνηθιζόταν να τα λένε από γιδήσιο

ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΚΑΠΙ ή ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ

ήτραγήσιο μαλλί. Το «ΚΑΠΙ» ή «ΚΑΠΟΥΤΕΛΙ» λεγόταν η κάπα για μικρούς σε ηλικία τσοπανάκους. Πρίν να φτάσει στα επιδέξια χέρια της υφάντρας, ξεκίναγε σαν πρώτο στάδιο το κούρεμα από τις αρχές του Μάη, τότε το μαλλί των ζώων μετά την περίοδο του χειμώνα είναι μακρύτερο. Μετά το μαλλί το βράζανε στο καζάνι. Αυτό το νερό το βάσταγαν για να το ανακατέψουν με την βαφή όταν θα έβαφαν τα μαλλιά αργότερα. Ύστερα το πήγαιναν στο ποτάμι και το ξεπλένανε πολύ καλά με άφθονο νερό, γινόταν κάτασπρο σαν το χιόνι. Το άπλωναν και το άφηναν να στεγνώσει χωρίς να το βλέπει ο ήλιος για να μην κιτρινίσει. Σαν στέγνωνε το μαλλί, το καθάριζαν από διάφορα ξένα σώματα και το ξένανε. Ύστερα ερχόταν η σειρά του λαναρίσματος, πέρνανε μία ποσότητα από μαλλί προβάτου, μία τούφα, την βάζανε ανάμεσα σε δύο ξύλινες σανίδες με χειρολαβές και καρφιά και ξέμπλεκαν τις ίνες. Για το τράγινο μαλλί επειδή ήταν πολύ πιο κοντό, πρώτα το βρέχανε, μετά το ξένανε με ένα εργαλείο την «Κοτζά», είχε δύο χειρολαβές και επό έντερα γουρουνιού ή μοσχαριού μήκους 4-5 μέτρα περίπου σε δύο σειρές. Με αυτό μαστίγωναν το μαλλί για να το ξάνουνε, μέχρι που αφράτευε. Το λαναρισμένο μαλλί είτε από πρόβατο ή γίδινο το κάνανε μικρές μπάλες που τις λέγανε «τουλούμπες». Μετά με την χρήση της «ρόκας», του «αδρακτιού», του «τυλιγαδιού» του «ροδανιού» ή του «τσικρικιού» το μαλλί το στρίβανε με τα δάκτυλα και το κάνανε «κλώνα». Με την βοήθεια του «τυλιγαδιού» φτιάχναν τα «μασούρια» και ήταν έτοιμο για ύφανση στον αργαλειό. Συνήθως τις κλωνές για τις κάπες Ή τις άφηναν λευκές ή τις βάφανε με μαύρο χρώμα. Έβραζαν δηλαδή στο καζάνι φλούδες από σκλήθρο και βάπτιζαν το μαλλί μέσα στο κατάμαυρο ζεστό νερό για να πάρουν χρώμα. Εκτός από την ονομασία Τερζήδες τους λέγανε και «ΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ» ή «ΑΜΠΑΤΖΑΔΕΣ». Δουλειά τους ήταν γυρνώντας στα χωριά  να πουλάνε  υφαντό χοντρό μάλλινο ύφασμα το λεγόμενο «ΑΜΠΑ», και συγχρόνως έραβαν «ΑΜΠΑΔΕΣ» δηλαδή κάπες για αγρότες και βοσκούς. Επίσης υπήρχαν και οι «ΚΕΤΣΕΤΖΗΔΕΣ» ή «ΠΙΛΗΤΕΣ», τεχνίτες που ράβανε τον «ΚΕΤΣΕ ». Και αυτό σκληρό υφαντό από μαλλί αρνιού ή προβάτου, το χρησιμοποιούσαν και οι καπιστράδες για την κατασκευή καπουλοδετών και

ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΤΟΥ

μεσιών. Οι τσομπάνηδες για τις κάπες τους τα λεγόμενα «ΚΕΠΕΝΕΚΙΑ». Τα εργαλεία τους ήταν απλά: Ο μακαράς (η κλωστή), η κάργα, ο πήχης, η χοντρή δακτυλήθρα, ο γάντζος, τα γυριστά βελόνια, (σακοράφες), η τανάλια, η ειδική μεγάλη ψαλίδα. Ο τερζής ή ο αμπατζής δεν έπαιρναν μέτρα, υπολόγιζε τις διαστάσεις με το μάτι και μετά έκοβε και έραβε. Η κατασκευή απλή, αλλά το ράψιμο δύσκολο και αργό. Η κάπα σε σχήμα τσουβαλιού και ανοικτή μπροστά. Στους ώμους ήταν ραμμένη, είχε σχήμα παλτού με κουκούλα και τα μανίκια ήταν πολύ φαρδιά. Το πάχος του υφάσματος όπως ανέφερα ήταν περίπου ενάμιση πόντο και περασμένη από την νεροτριβή την λεγόμενη (ντριστέλα). Φτιάχνανε

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΜΕ ΓΙΟΥΡΝΤΙ Ή ΣΕΓΚΟΥΝΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΜΙ;ΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

τρεις τάβλες σαν χαντάκι και οι γυναίκες το βρέχανε με μπόλικο χλιαρό νερό, συγχρόνως οι άνδρες το πάταγαν με τα πόδια και το τουμπάρανε για να το τρίψουνε καλά. Έτσι οι πόροι κλείνανε και η κάπα γινόταν αδιάβροχη και ούτε το κρύο την περόνιαζε. Η δουλειά που τους έπαιρνε χρόνο ήταν το στόλισμα με γιορτάνια (συρίτια), τα λεγόμενα γαϊτάνια για γαρνίρισμα από την κάπα μέχρι κάτω και στις άκρες των μανικιών. Για τους πιο φτωχούς βοσκούς γινόταν μόνο με στρίφωμα ήταν πολύ πιο οικονομικό. Τα «ΓΙΟΥΡΝΤΙΑ» Ή «ΣΕΓΚΟΥΝΕΣ» ραβόντουσαν πιο κοντές από το ίδιο ύφασμα και χωρίς μανίκια. Τα κεντούσαν με μαύρο μετάξένιο νήμα και γύρω για μπορντούρα τα στολίζανε με γαϊτάνι και άλλα στολίδια από χρωματιστά νήματα. Στις κάπες και στις σεγκούνες χρησιμοποιούσαν ξύλινα κουμπιά και από τις δύο μεριές, και με «θηλίκια» (κορδόνι στριφτό με θηλιά) τα κουμπώνανε μπροστά. Κάθε κάπα ήταν ασήκωτη, θα πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον 10 οκάδες… το μαλλί από ένα κοπάδι πρόβατα!. Απαραίτητη εξάρτηση εκτός από την κάπα, ήταν ο «Τρουβάς» ή «Ντορβάς», ένα μάλλινο σακούλι που το κρέμαγαν στον ώμο και εκεί έβαζαν το φαγητό τους και άλλα απαραίτητα εργαλεία, το φλασκί ή την νεροκολοκύθα με το νερό ή το κρασί και την απαραίτητη γκλίτσα του, την (στραβολέκα ή αγκούλα) που ήταν μακρύτερη από το μπόϊ τους για στήριγμα ή για να πιάνουν τα ζωντανά τους ανάλογα ή από τον λαιμό ή από τα πόδια.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ευχαριστώ τους : Λεωνίδα Πολίτη από το χωριό Σιτοχώρι Μεσσηνίας, και Σπυριδούλα Σοφού από την κάτω ρούγα Κοπανακίου.

Φεβρουαρίου 27, 2011 - Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: