Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΣΤΑΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ TOY ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΛΙΤΣΗ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

  ΚΑΣΤΑΝΙΑΤο όνομά της έχει δοθεί ως φόρος τιμης και εκτίμησης, σε πολλά χωριά της πατρίδας μας. Είναι το μοναδικό δένδρο που μας δίνει αλεύρι, εξ΄αιτίας αυτής της ιδιότητος την ονομάζουν “ψωμόδενδρο”. Γνωστή η καστανιά από τα αρχαία χρόνια και μάλιστα από την εποχή του χάλκού, αρχαιολογικά ευρήματα το αποδεικνύουν. Ήταν η τροφή για όλες τις κοινωνικές ταξεις πλούσιων και φτοχών. Οι καστανιές γίνονται ψηλά δένδρα μπορεί να φτάσουν τα 35 μέτρα ύψος. Φυτρώνουν από μόνα τους ή καλιεργούνται. Πέραν του καρπού που μας χαρίζουν, το ξύλο τους είναι πολύτιμο με όμορφα χρώματα και νερά. Δεν ευδοκιμούν σε τόπους χαμηλότερους των 300 μέτρων.  Μου έλεγε η πεθερά μου Κατερίνα Καρακήτσου σύζυγος του Γιώργη Καπάμπελα (Κατσουλόγιαννη) ότι οι χωρικοί μάζευαν στο δάσος κάστανα στα περίχωρα των χωριών Κερασιά (Αρβανιτοκερασιά) και Βλαχοκερασιά του νομού Αρκαδίας και ότι οι περισσότεροι παραγωγοί τα έφερναν ωμά για πούλημα στο παζάρι του Κοπανακίου. Εμείς τα αγοράζαμε ωμά. Άλλες φορές τα βραζαμε στον τέντζερη σε αλατισμένο ελαφριά νερό. Πολλές φορές τα τρώγαμε αφού τα καθαρίζαμε από την φλούδα. Σπάνια ανάλογα με την όρεξη του κύρη μου τα περιλούζαμε με πετιμέζι ή με σιρόπι από ζάχαρι. Τις περισσότερες φορές αφού τα χαρακώναμε ελαφριά τα βάζαμε στην χόβολη στην πυρογωνιά μαγειρεύοντας συχρόνως το φαγητό. Δεν χρειαζόταν να τα γυρίσουμε ψηνόντουσαν ομοιόμορφα και σε λίγη ώρα. Επίσης νόστιμα και μεγάλου μεγέθους ήταν τα παραγώμενα στα χωριά Μαντέικα Στεμνίτσας και Βατεσινού. Ο κύριος Ματζούνης από τα Πλατάνια της Ορεινής Τριφυλίας μου έλεγε πως ο Λυμπερόπυλος Σπύρος, ήταν ο μόνος που είχε φυτεύσει καστανιές, δεν ήταν αυτοφυή δένδρα. Από το απόγευμα τα έβραζε, τα έβαζε σε τσουβάλια τα φόρτωνε στο μουλάρι του και τα έφερνε στο παζάρι της κυριακης για πούλημα. Ήταν ο μοναδικός που πουλούσε κάστανα βρασμένα. Μόλις άνοιγε ένα τσουβάλι έβγαινε ένας ατμός τόσο ευωδιαστός που σου έσπαζε την μύτη. Λένε πως είχε δικό του τρόπο στο βράσιμο. Το μυστικό ήταν πως πριν τα ρίξει στην κατσαρόλα, τα χάραζε κατά μήκος από την κυρτή πλευρά τους, χωρίς να τα σχίσει και τα βούτάγε όλα μαζί για 5-6 λεπτά σε βραστό κι αλατισμένο νερό, αρωματισμένο με ένα κλαράκι δεντρολίβανο, ρίγανι, θυμάρι και θρούμπι. Το μυστικό για να καθαρίζοντε εύκολα είναι να τα βγάζουμε από το καυτό νερό μετά από αρκετό βράσιμο. Συμπερασματικά το κάστανο αποτελεί καρπό μεγάλης διατροφικής αξίας και είναι πολύ ευεργετικό για την υγεία μας. Αν πρόκειται να αγοράσετε κάστανα για ψήσιμο ή βράσιμο, αγάστε φρέσκα και μεγάλα ανοίχτε και ελέγξτε την ψίχα τους, να είναι σκληρή και χρώματος ανοικτού. Εάν πρόκειται να τα αποθηκεύσουμε στο σπίτι τα τοποθετούμε σε μια νάυλον σακούλα και αφαιρούμε τον αέρα τα βάζουμε στο ψυγείο και μπορούν να διατηριθούν για μερικές εβδομάδες.

ΚΑΣΤΑΝΑΣΟ καστανάς, η φουφού και οι κρύες μέρες του Χειμώνα ! Ο Καστανάς ήταν εποχιακό επάγγελμα. Ξεκινούσε τη δουλειά του στις αρχές του Φθινοπώρου και δούλευε μέχρι το τέλος του Χειμώνα. Είναι από τα λίγα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν τα εξαφάνισε ο χρόνος και η «εξέλιξη». Μόλις έπιαναν τα πρωτοβρόχια ο Καστανάς ετοίμαζε τη Φουφού, προμηθεύονταν τα κάστανα κι έπιανε τη γωνιά κάποιου πολυσύχναστου δρόμου. Η Φουφού (φορητό μαγκάλι) ήταν τσίγκινη και στρογγυλή, χωρισμένη συνήθως σε τρία μέρη, όπου τοποθετούσε κατά μέγεθος τα κάστανα. Κάθε μέγεθος και διαφορετική τιμή. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χαράκωνε μ’ ένα μαχαίρι τα κάστανα και ύστερα τα έριχνε στη Φουφού να ψηθούν. Οι καστανάδες έρχονταν συνήθως από την Καλαμάτα, από τα γύρω χωριά της Αρκαδίας, (Κερασιά, Αρβανιτοκερασιά κ.α.), καστανάδες έρχονταν και από το πανέμορφο- ονομαστό δάσος της Αμπελιώνας. (τόπος για επίσκεψη, διδασκαλία και πεζοπορία.Τα κάστανα  συνήθως έρχονταν από την περιοχή της Αρκαδίας και της Αμπελιώνας. έρχονταν τις καθημερινές κοντά στα σχολεία και τις Κυριακές στο καθιερομένο παραδοσιακό παζάρι της Κυριακής. Καθισμένος σ΄ ένα χαμηλό σκαμνάκι ο Καστανάς περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά και τα γύριζε απ’ την άλλη μεριά. Αφού ψήνονταν τα απομάκρυνε από τη Φουφού. Έπιανε τότε την τσιμπίδα ο Καστανάς και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.  Φόρτωνε στο μουλάρι του την φουφού, τα εργαλεία του, τα κάρβουνα απαραίτητα για το ψήσημο των κάστανων και το εμπόρευμά του. Από την ημέρα του Σαββάτου ξεκινούσε με τα πόδια από το χωριό του, το βραδυ προς τα ξημερώματα Κυριακής είχε φτάσει στο Κοπανάκι, Έπιανετον τόπο του σε κάποια γωνιά για να απαγκιάζει, κοντά στην κεντρική πλατεία. Μετά εύρισκε κάποιο μπαλκόνι έστρωνε μια παλιά μπατανία να ξεκουράσει το κουρασμένο του κορμί από την ολοήμερη πεζοπορία.
«Tο κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι». Διαλαλούσε την πραμμάτειά του ο κυρ Μπάμπης Καρακήτσος από την Βλαχοκερασιά.

Mε τα πρώτα κρύα κάποτε, σε μια γωνιά της Aπλωταριάς του παζαριού και ο κυρ-Μένηςναπό την Αμπελιώνα έστηνε τη φουφού του, άναβε τη φωτιά και έψηνε τα κάστανα διαλαλώντας την ποιότητα και την γεύση τους, καλώντας τους πελάτες μικρούς και μεγάλους. O Aλέκος ένα άλλο καλοκάγαθο ανθρωπάκι μια ζωή πάλευε για τον επιούσιο κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά, μεταξύ αυτών το φθινόπορο πούλαγε ψητά στην φουφύ κάστανα. Ένα βράδυ αντίκρισε τους νεολαίους σε έξαρση αγάπης, αγκαλίτσες ο Aλέκος, χαμογελώντας άρχισε, εδώ το… “ζεστό φιστικάκι, Όμως οι κακουχίες της ζωής τον κατέβαλαν, τον απέσυρε σ’ ένα κρεβάτι, τα αρθρητικά δεν αστειεύονται η ανημπόρια τον έστειλε στον άλλο κόσμο, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Γι’ αυτό και δεν τον βλέπανε πια. O καστανάς είναι μια συμπαθητική φιγούρα που σε κάθε πόλη ζεσταίνει με την παρουσία του την παγωνιά του χειμώνα όχι μόνο σε μικρές πόλεις αλλά και σε μεγαλουπόλεις Nέα Yόρκη, Παρίσι κ.α. Kάστανα στο νησί μας έχουμε πολύ λίγα στα βόρεια Aμάδες, Bίκι, Kαμπιά και είναι χάρμα να βρεθείς κάτω από μια καστανιά μια φθινοπωρινή λιακάδα να παιχνιδίζουν οι ηλιαχτίδες πάνω στο αγκαθωτό περίβλημα που ζηλότυπα κρύβουν τον καρπό. Tο μάζεμα και ο αποχωρισμός απ’ το περίβλημα είναι μια δύσκολη διαδικασία.
Aυτά που βλέπουμε στα καφάσια στην αγορά είναι συνήθως απ’ την Kρήτη που θεωρούνται τα καλύτερα, και του Πηλίου, ακόμα υπάρχουν στην Eύβοια, στη Nάξο, την Πίνδο και B.A. της Πελοποννήσου. Tα κάστανα ήταν γνωστά από την αρχαιότητα, εκλεκτή τροφή για Θεούς και ανθρώπους. Σήμερα; Πού πήγε εκείνο το μαγκάλι που περιμέναμε με λαχτάρα ανυπόμονα γύρω του να ψηθούν στη χόβολή του τα κάστανα, και ‘κείνο το… αξέχαστο «ποιος θα βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά» που έπαιρνε προεκτάσεις και στον τρόπο ζωής. Θέλει τόλμη και θάρρος να βγάλεις τα κάστανα, θέλει τόλμη να ξεσκεπάσεις τη βρομιά, την αδικία, το ψέμα, την υποκρισία… ξεχάστηκε, χάθηκαν οι γενναίοι που σήμερα από κάθε άλλη εποχή χρειάζονται άνθρωποι να βγάλουν απ’ τη φωτιά ―και τη φωτιά― τα κάστανα της συμφοράς.
άπό  Το κάστανο είναι ένας μοναδικός, αμυλούχος γλυκός καρπός με εξαιρετική γεύση και πλούσιο άρωμα, υψηλής θρεπτικής αξίας, τον οποίο μπορούμε να γευτούμε και να καταναλώσουμε κατά την διάρκεια του χειμώνα.  Τα κάστανα αποτελούν μια τροφή με υψηλή θερμιδική αξία. Οι περισσότεροι από εμάς αποφεύγουμε τα κάστανα λόγω του υψηλού θερμιδικού φορτίου, με αποτέλεσμα να μην τα εντάσσουμε στο καθημερινό μας διαιτολόγιο, χάνοντας έτσι τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά που προσφέρει ο συγκεκριμένος καρπός. Σε σύγκριση με τους άλλους ξηρούς καρπούς, τα κάστανα έχουν τις λιγότερες θερμίδες.

Χρήστος Μηλίτσης: Ιστορίες του χωριού μας. Εκτύπωση E-mail. Μία ωραιότατη ανάρτηση (ανέγδοτο περιστατικό), που πήρα το θάρρος να την δημοσιεύσω στον ιστότοπό μου.

ΚΑΣΤΑΝΑΦθινόπωρο. Ξημέρωνε Κυριακή. Βαθειά χαράματα. Η νύχτα δεν είχε μαζέψει ακόμα τα σκοτάδια στην ποδιά της. Τα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό. Προμήνυμα ότι η μέρα θα ερχόταν χαρούμενη και ηλιόλουστη. Τα κοκόρια άρχισαν τα λαλήματα και δεν είχαν σταματημό. Έξαφνα ακούστηκε η καμπάνα του χωριού να χτυπά γρήγορα και δυνατά.΄Έστειλε στους χωριανούς το μήνυμα ότι κάτι το σοβαρό θα συμβεί στο χωριό μας. Μερικοί παραξενεύτηκαν και διερωτώνταν, τι να συμβαίνει άραγε;. Οι περισσότεροι όμως το γνώριζαν και το περίμεναν μάλιστα από καιρό. Ο μακαρίτης Στάθης Σύψας που έκανε τότε κοντά στα άλλα και τον αγγελιοφόρο στο χωριό, δεν άργησε να ξεδιαλύνει την υπόθεση. Έτρεχε από γειτονιά σε γειτονιά και φώναζε όσο μπορούσε με μισοκομμένη καταλαλιά γιατί ο δυστυχής ήτα ανάπηρος και η γλώσσα του δεν τον Βοηθούσε.
–«ε.ε.ε.ε.ε.ε.ε. χωριανοί. Τα’ αμόλσαν τα κάστανα».
Αυτό ήταν. Όλοι οι άνθρωποι ξύπνησαν, άνδρες γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν στους δρόμους. Ακόμα και τα σχολιαρούδια κοντά στους δικούς τους κι’ αυτά. Γέμισαν οι στράτες και τα στενορύμια του χωριού. Φωνές, καλημερίσματα και χαιρετίσματα,πανζουρλισμός στους δρόμους. Όλοι τραβούσαν για τα καστανόδασα. Ήρθε η μέρα που περίμεναν από καιρό να μαζέψουν κάστανα. Έτρεχαν βιαστικά να προλάβουν να μαζέψουν, όσα πιο πολλά μπορούσαν. Το κάστανο τότε, ακόμα και σήμερα αποτελούσε βασική τροφή για τους ξωμάχους. Όταν μάλιστα συνοδεύετε με κάνα δυο ποτηράκια κρασί γίνεται πιο ευχάριστο και κρατάει χορτάτο τον άνθρωπο σχεδόν όλη τη μέρα.
Ότι το κάστανο τραβάει το κρασί το λέει και τι δίστιχο.
Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι
Και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι.
Άρχιζαν από τα κοντινά καστανόδασα και έφταναν στα πιο απομακρυσμένα. Εκεί μεταφέρονταν τώρα οι φωνές, τα πειραχτά και τα καλαμπούρια. Πολύ φασαρία. Η κουβέντα –κουβέντα και η δουλειά- δουλεία. Μάζευαν τα σκορπισμένα κάστανα, σπάζανε με τα πόδια τα καβούκια και τα έβγαζαν. Τα μάζευαν στις ποδιές ή στα κοφίνια και τα έριχναν στα σακουλάκια που κουβαλούσαν μαζί τους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μάζευαν σακιά ολόκληρα και τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια ή και στα μουλάρια που έσερναν μαζί τους.
Δυο γειτονόπουλα, που ήταν καλοί φίλοι και μάλιστα Γυμνασιόπαιδα, άργησαν παρ’ όλη τη φασαρία να σηκωθούν απ’ τα κρεβάτια τους. Ήταν πολύ κουρασμένα από την προηγουμένη μέρα, το Σάββατο το απόγευμα, που ήρθαν πεζοπορώντας από τη Καρδίτσα που ήταν το Γυμνάσιο,- έτσι τα μάθαμε τα λίγα γράμματα εμείς οι παλιοί με ανέχειες, κόπους και σκοτούρες- και αποφάσισαν να πάνε κι αυτά για συλλογή. Προτίμησαν το κοντινό καστανόδασο, τις πλάκιες, όπως λέγεται μια τοποθεσία κοντά στο χωριό.
Σαν έφτασαν εκεί, δεν υπήρχε πλέον ψυχή. Αυτοί που προηγηθήκαν μάζεψαν ότι υπήρχε και τραβήχτηκα στα ενδότερα. Στη ρίζα μιας γέρικης καστανιάς, είδαν ένα σακουλάκι κοντόγιομο με κάστανα που στηρίζονταν στον κορμό της. Έριξαν μια ματιά ολόγυρα δεν υπήρχε κανένας. Σκέφτηκαν, πήραν την απόφαση και το έπραξαν «το καλό». Άδειασαν στα γρήγορα στα δικά τους τσουβαλάκια το περιεχόμενο, ήταν δεν ήταν περίπου 12ως 15 οκάδες, η οκά ήταν τότε η μονάδα μέτρησης του βάρους, γέμισαν το σακουλάκι που άδειασαν με χαλίκια μελίστρας, που είναι ελαφρά Έβαλαν πέντε έξι φούχτες κάστανα από πάνω για να μην φαίνονται τα χαλίκια. και από δω πήγαν κι’ άλλοι.
Ύστερα από λίγη ώρα να και ο Βασιλάκης, ο κάτοχος. Είχε μαζέψει τρεις –τέσσερες οκάδες κάστανα ακόμα τα άδειασε πάνω στα άλλα, γέμισε το σακούλι, το έδεσε καλά και σε λίγο έφτασε κατάκοπος και καταϊδρωμένος, αλλά και πολύ ευχαριστημένος στο σπίτι.
-Έλα μάνα να δεις τι καστανάρες που σου έφερα!.
Έτρεξε η μάνα του στο μπαλκόνι, έστρωσε μια ψάθα να ρίξουν πάνω τα κάστανα να στεγνώσουν για να μη σαπίσουν και είπε στο Βασιλάκη μας να αδειάσει το σακούλι. Αλλά τι έκπληξη. Δεν φαίνονταν πουθενά κάστανο. τα είχαν σκεπάσει τα χαλίκια. Τότε αγανακτισμένη η μάνα του που φημίζονταν για τις κατάρες και τη κακογλωσσιά της ξεφώνισε αγανακτισμένη.
-Βρε Θεοσκοτωμένε χαλίκια με κουβάλησες;
Δεν άργησε η ιστορία αυτή, ύστερα από λίγες μέρες να γίνει βούκινο στο χωριό.

Αυγούστου 29, 2014 Posted by | ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΑΣΤΑΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΣΤΑΝΑ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ 2014-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΟΡΙΩΝ ΑΝΑ ΣΧΟΛΗ

Σήμερα Πέμπτη 28-8-2014 και περί ώραν 10.οο, παίρνει τέλος η αγωνία των υποψηφίων για την εισαγωγή τους στις ανά το πενελλήνιο σχολες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝΟι υποψήφιοι των Πανελληνίων 2014 θα μπορούν να πληροφορηθούν τα μόρια τους στην ιστοσελίδα http://results.it.minedu.gov.gr πληκτρολογώντας τον οκταψήφιο κωδικό αριθμό τους καθώς και τα τέσσερα αρχικά γράμματα των προσωπικών τους στοιχείων (Επώνυμο- Όνομα- Πατρώνυμο- Μητρώνυμο). Τα αποτελέσματα θα αποσταλούν ηλεκτρονικά και στις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, για να εκτυπωθούν ονομαστικές καταστάσεις των επιτυχόντων και να προωθηθούν στα σχολεία ευθύνης τους, στα οποία θα αναρτηθούν εντός της ημέρας. Την Πέμπτη στις 10:00 θα ανακοινωθούν επίσης τα αποτελέσματα των εισαγόμενων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με τις ειδικές κατηγορίες των αλλοδαπών-αλλογενών και των αποφοίτων Λυκείων ή αντίστοιχων σχολείων κρατών- μελών της ΕΕ μη ελληνικής καταγωγής. Τα αποτελέσματα θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα του Υπουργείου http://moreresults.minedu.gov.gr .

Το ιστολόγιο komianos’s blog εύχεται στους υποψηφίους φοιτητές και μελλοντικούς μας επιστήμονες επιτυχία στις προσδοκίες τους.

http://www.dikaiologitika.gr

Αυγούστου 28, 2014 Posted by | ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ 2014, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ

  Η γιαγιά  Μαρίτσα

 Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή,

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟΗ ζωή κρύβει πολλούς δρόμους και πολλά μονοπάτια. Ηπαρακάτω ιστορία είναι πέρα για περα αληθινή, συγκαταλέγεται ατην ομάδα με τις ιστορίες των ανθρώπων που άφησαν στο πέρασμά τους τα ίχνη τους. και παρουσιάζει την προσπάθεια του ανθρώπου να αντιμετωπήσει τις δυσκολίες  στους δύσκολους δρόμους της ζωής. Πολλοί από τους ανθρώπους απογοητεύθηκαν, δεν τα κατάφεραν, Άλλοι πάλευσαν ή παλεύουν ακομη να ξεφύγουν από τις  κακές σκέψεις και αναμνήσεις τους  φόβους και τις ανασφάλειειες. Άλλοι κρύβουν μέσα τους ένα έφχλεκτο κερί, γιαυτό πονάνε τα σούρουπα σαν λοιώνουν οι αναμνήσεις μιας μίζερης και φτωχικής προηγούμενης ζωής τους και χύνουν τα λύματά τους βιαστικά στους βρόμικους υπονομους, έτσι εξηγείται γιατί η κωμόπολη αυτή λίγο πριν βραδυάσει μυρίζει ματαιότητα. Η ιστορία μιας πέρα για πέρα αληθινή που χρονολογείται από τα χρόνια που οι κάτοικοι των γύρω περιοχών της Ορεινής Τρυφυλίας άρχισαν να μετακινούνται και να κτίζουν δειλά δειλά τα φτωχικά κονάκια τους στους γύρω συνοικισμούς, πριν κτίσουν τα κυρίως σπίτια τους δεξιά και αριστερά από τον κεντρικό δρόμο του Κάτω Κοπανακίου.Κλείνω τα μάτια κι από το μυαλό μου περνάει μια παλιά ιστορία για κάποια μακρινή κυρία. Μια κυρία που την είδα για πρώτη φορά όταν ήμουν σε ηλικία έξη χρόνων.
Θα ήταν γύρω στα είκοση επτά της με μια υπέροχη γλυκιά ομορφιά  στο της πρόσωπο της.
Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που μοιάζαν σαν δύο θάλασσες από φωτιά και κρύσταλλο που ακόμη κια ο καταγάλανος ουρανός θα ζήλευε  την ομορφιά τους . Με ένα καλίγραμο σώμα που φάνταζε υπέροχο κάτω από το φθηνό τσίτινο φόρεμά της, φτοιαγμένο από λιγαριά και ρόδα, έμοιαζε με πραγματική θεά.
Τόσο όμορφη φάνταζε στην ακουμπισμένη επάνω στο κομοδινο του σαλονιού μας φωτογραφία.
Ένα λευκό κολιέ  διακοσμούσε τον λαιμό της.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες με λιοκαμένα, ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου που να βρουν καιρό για τετοιες πολυτέλειες, μόνο σαν γυνόντουσαν νύφες η σε μεγάλες  οικογενειακές χαρές. Μου άπλωσε τα χέρια και εγώ τρύπωσα στην ποδιά της. Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια πρωτόγνωρη γλυκιά ζεστασιά να με γεμίζει σαν με πήρε στην αγκαλιά της, μου έλυσε τον φιόγκο και πέρασε τα τρυφερά της χέρια στα λυτά μου μαλλιά.
Με φίλεψε μερικές καραμέλες, σταφίδες και στραγάία που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην αγκαλιά της κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδί ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η αξιοπρεπής κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη κυρία με φίλησε κι η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν καταλάβαινα τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα . Πρίν αναχωρήσει έδωσε στην μητέρα μου ένα φουσκωτό φάκελο.
Δεν ήταν συγγενής μας, έτσι μου είπε η μάνα μου, απλά παλιά γειτόνισα, που της είχε διηγηθεί την ιστορία της .
Στα δεκαοκτώ της παντρεύτηκε, και έκανε ένα κοριτσάκι .Ήταν δεν ήταν δυό χρονών ,όταν ο συζυγός της αποφάσισε να την παρατήσει. Ένα πρωί της είπε να ετοιμάσει τα μπογαλάκια του γιατί σκεφτότανε να πάει στην μεγάλη πόλη να κοιτάξει για δουλειά για μια καλύτερη ζωή.
Με την προίκα του στον ώμο πέρασε από το καφενείο όπου και εκεί πίνωντας το τελευταίο καφέ και φουμάροντας το σέρτικο τσιγάρο του χαιρέτησε τους παρευρισκόμένους  συχωριανούς του λέγοντάς τους ότι έφευγε για τα καλά.
-Θα έρθεις πίσω να πάρεις αργότερα την γυναίκα και το παιδί σου έτσι δεν είναι; τον ρώτησαν.
-Α όχι δεν το έχω σκοπό. Χαλάλι σας η γυναίκα μου και η ομορφιά της εγώ πέτρα θα ρίξω πίσω μου είπε χωρίς την παραμικρή τύψη κι εξαφανίστηκε.
Κι έμεινε η Μαρίτσα μόνη από τότε, με το κοριτσάκι και την κατάρα της ομορφιάς της. Με τον κάθε ένα  άνδρα να την κορτάρει….. Κι τότε αν δεν είχες ένα προστάτη σε έπαιρνε το ποτάμι.
Ζητούσε παντού δουλειά μα εκείνοι που είχαν τις δουλιές, για να την προσλάβουν ζητούσαν σεξουαλικό αντάλλαγμα.
Στην αρχή αντιστάθηκε προσπαθώντας να μείνει στον ίσιο δρόμο . Μα πώς; χωρίς ένα εισόδημα πως να ζούσε η καημένη κι έτσι πέρασε ένας χρόνος. Τα ρούχα της πάλιωσαν και μέχρι υπηρέτρια πήγαινε έστω για ένα κομμάτι ψωμί  να ταΐζει το κοριτσάκι της που το άφηνε σε μιά γειτόνισσα,  μέχρι και χαμολόη μάζευε για να ζήσει. Μια μέρα η τύχη της χαμογέλασε και βρήκε μια δουλειά . Δεν ήταν πολλά τα χρήματα μα απο τίποτε καλυτερο το κάτι .
Όταν όμως τελειωσε η βδομάδα, το αφεντικό την άφησε τελευταία να την πληρώσει . Ολοι οι άλλοι είχαν φύγει
Το εργοστάσιο σκοτεινά κι εκεί μέσα στο μικρό γραφείο ο αφεντικός της τα έριξε στα ίσια. Ή τον έκανε εραστή της ή η εργασία τέλειωνε . Να κοιτάξει για αλλού δουλειά .
-Μα κύριε εσύ είσαι παντρεμένος την γυναίκα σου δεν την σκέπτεσαι; Κι εγώ πρέπει να ταΐσω το παιδί .Χρωστάω στο νοίκι της καμαρούλας μου ,την γυναικα που μου το προσέχει .Δεν με λυπάστε;
Μαρίτσα είσαι όμορφη .Πολύ όμορφη κι η γυναίκα μου κοντά σου δεν αξίζει τίποτες. Σε θέλω πάρα πολύ κι αν δεχτείς , θα σου δίνω τον μισθό σου και μάλιστα παραπάνω που παίρνουν οι άλλες .θα σου πλερώνω και το ενοικιο ,έτσι δεν θα’χεις ενοια για τίποτε ποιά.
-Τότε δώστε μου τον μισθόν μου και θα φύγω και να ‘χετε το κρίμα μου αρνήθηκε πεισματικά η Μαρίτσα.
Της πέταξε τον πενιχρό μισθό λέγοντάς της
Αν σε αφήσω να πιάσεις αλλού δουλεια σφύρα μου κλέφτικα . Θα ρτεις μόνη σου να με παρακαλείς .είπε σφυρικτά σαν φίδι. Αλλος ένας πεινασμένος αρσενικός για την σάρκα κι ας καταπατούσε ψυχές
Χωρίς αλλη κουβέντα μάζεψε τον φάκελλο από χάμω, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Πόσο θα αντεχε ακόμα; Την ώρα που έσκυβε να μαζεύψει το φάκελλο με τα λιγοστά λεφτά, το αφεντικό της την έπιασε από την μέση και την έριξε στη στίβα με τα σακιά. Της έκλεισε το στόμα, γεροδεμένος  όπως ήταν τι μπορούσε να κάνει; Της έσκισε τα ρούχα της ξέσκισε το κορμί παρά τα παρακάλια τηςν και την αντίστασή της. Σαν τελείωσε την άφησε ένα ράκος με μια μια ψυχούλα δολοφονημένη. Αφού περασε λίγη ώρα σηκώθηκε, έσφιξε τα δόντια τιλύκτικε στο καταξεσκιμένο παλιό παλτό της και άρχισε να περπατά γρήγορα τυλιγμένη στα ξεσκισμένα ρούχα της και το κρύο να διατρυπά το κορμί της μέχρι το κόκκαλο. Σαν έφτασε στο φτωχικό της έβελε όρκο για εκδίκηση.
Μπορει να σκότωσε το αφεντικό της  την ψυχή της όμως ‘όχι και το μυαλό της . Κι έτσι απο κείνη την μέρα έγινε η μαντάμ Σούλα.
Με πρώτο πελάτη το πρώην αφεντικό της που πλήρωνε αρκετά τσουκτεράτις υπηρεσίες της.
Κι η τιμωρία του, να βλέπει κι όλους τους άλλους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι που αυτός πλήρωνε , από φόβο πια μην μάθει κάτι η γυναίκα του.
Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Η μαντάμ πάμπλουτη επένδυσε τα χρήματα απο την βρωμικη δουλειά της , σε σπίτια χρήματα κοσμήματα . Κι ‘οσο για το κοριτσάκι το έστειλε να μάθει γράμματα και να σπουδάσει με την βοήθεια μιάς γειτόνισας και όχι πολύ μακριά της. Το κοριτσάκι μορφώθηκε, τότε που οι γυναικες καλά καλά δεν ξέραν γράμματα και ποτέ δεν έμαθε το επάγγελμα της μητέρας της . Οταν τέλειωσε το σχολείο, η Μανταμ Σούλα έκλεισε ένα πρωί το σπίτι με τα κόκκινα φωτάκια κια κανείς δεν την ξανάδε εκεί. Εγινε πάλι η κυρία Μαρίτσα .Μια γυναίκα που χήρεψε νωρίς και μετακόμισε δίπλα απο της μάνας μου το σπίτι . Μια καλοκαιριάτικη νύκτα κτύπησε η πόρτα μας μόλις ανοιξε η μητέρα μου μια κυρία γύρω στα εβδομήντα που τα χρόνια δεν είχαν σβύσει την παλιά ομορφιά και γλύκα, την καλησπέρισε. Στο κομοδίνο από μικρή θυμάμαι μια κυρία σε μια φωτογραφία που τόσο έμοιαζε στηνη κυρία Μαρίτσα και κρατούσε στην αγκαλιά της ένα κοριτσάκι με ένα φιόγκο στα μαλάκια της και την οποία η μητέρα μου δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Δυο μάτια σπινθηροβόλα και καταγάλανα που κι ο πιο ξάστερος ουρανός θα ζήλευε την ομορφιά τους .
Τόσο όμορφα και τόσο όμοια με τα δικά μου που τα απεικόνιζε η φωτογραφία του κομοδίνου ακριβώς απέναντι από τον καναπέ που καθόταν η γιαγια  Μαρίτσα.
Η μάνα μου έπειτα από τα καλώς ορίσματα κάθησε δίπλα της, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω τα μανικιουρισμενα περιποιημένα νύχια της ,κάτι που δεν είχα δεί ποτέ πρίν στην μικρή κοινότητα του χωριού μας ,όπου όλες οι γυναίκες είχαν απεριποιητα ηλιοκαμμένα και ροζιασμένα χέρια από τις σκληρές δουλειές της υπαίθρου .
Μου χαϊδεψε τα μαλλιά κι ένοιωσα μια ζεστασιά να με τυλίγει που τρύπωσα στην ποδιά της
Με φίλεψε μερικές καραμέλες που κρατούσε στην τσέπη της.
Ένοιωσα τόσο ζεστά στην γέρικη αγκαλιά κι απόμεινα σιωπηλή γλύφωντας την μια καραμέλα, όσο η μάνα μου και κείνη θυμόντουσαν τα παλιά, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστα.
Μα τότε παιδούλα ακόμα δεν ήξερα από την ασκήμια που μπορεί να κρύβει η “αξιοπρεπής” κοινωνία μας.
Τα είπαν για κάμποση ‘ώρα κι εγώ σχεδόν είχα αποκοιμηθεί .
Όταν τέλειωσαν ,η άγνωστη γιαγιά με φίλησε, εγώ κρεμάστηκα επάνω της και στην σκέψη ότι θα έφευγε η καρδιά μου σφιγκόταν, η μάνα μου την αποχαιρέτησε συγκινημένη . Κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έδενε την μάνα μου με τούτη την γυναίκα.
Δεν ήταν απλά γειτόνισσα με την μάνα μου, όπως έμαθα αργότερα που της είχε διηγηθεί την ιστορία της, αλλά είχε εμπιστευθεί στα χέρια της ότι πιο πολύτιμο έχει κάθε μια μάνα στη ζωή.Η μάνα μου ήταν κι η μόνη που γνώριζε το μυστικό της και η γιαγιά Μαρίτσα την είχε σαν δική της κόρη . Μετά η μάνα μου παντρευτηκε έφυγε απ εκεί μα πάντα με έβαζε να της γράφω. Κι επειτα απο την γνωριμία μας κάθε Χριστούγενα θα ερχόταν και το πακέτο με δώρα για μένα. Πότε μια κούκλα, πότε ενα πουλόβερ πλεγμένο από τα χέρια της μαζί με ένα φάκελο φουσκωτό.
Ωσπου μια μερα δεν απάντησε στο γράμμα μου κι η μάνα μου ανήσυχη
πήγε να την δεί. Ομως η γιαγια Αναστασία είχε φυγει για το αγύριστο ταξίδι . Η ψυχή της σίγουρα στην παράδεισο καθώς εκείνη κανένας αμαρτωλός αρσενικός μπόρεσε να την μολύνει ποτέ .
Τότε μόνο έμαθα κι εγώ την θλιβερή ιστορία της και την ιστορία που με συνέδεαι με την γιαγιά Μαρίτσα.


Αυγούστου 22, 2014 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ, ΚΟΡΗ ΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ. ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ – ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΤΟΛΟΛΟΓΙΟΥ .

 

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ, ΚΟΡΗ ΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ. ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ – ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΤΟY ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

Λόγια της ιδίας: ΘΕΛΩ ΚΑΙ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΓΩΝΙΣΘΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ, ΣΤΟΛΙΔΙ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑ.
Καλησπέρα ακριβοί μου φίλοι !!!!!!!!!
Όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσας θα μπορώ να ελπίζω σε ένα κόσμο καλύτερο!!!!!!!!!!!!

24 Ιούλη στα φετινά γενέθλια μου γυρνώ τη ρόδα της ζωής μου και ζωντανεύουν τα όνειρά μου και να΄μαι εγώ πάλι παιδί να ζω την πρώτη μου ζωή στο σπίτι μας που είχε ψυχή.Βλέπω τη μάνα μου ξανά το χώμα του να ασβεστώνει κι η νοσταλγία με ματώνει. Κι ακούω ξανά μια μουσική στην ασπρισμένη μας αυλή…Είν΄ του πατέρα η φωνή που τραγουδάει την αυλή για να΄χει ο κήπος μου αηδόνι.Τώρα που κύλησε η ζωή νιώθω όπως παλιά παιδί όταν μου λεν «χρόνια πολλά» κι ας είμαι μάνα και γιαγιά. Δεν έχει φίλοι μου η καρδιά ρυτίδες και λευκά μαλλιά.
Αντί σιωπής.. Άννα Μπιθικκοτση

Προσωπικο σχολιο: ΘΥΜΙΣΕΣ ΟΜΟΡΦΡΣ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΑΡΩ ΜΑ. ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ. ΑΓΑΠΕΣ….ΕΡΩΤΕΣ…ΧΘΕΣ , ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ. Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ. Η ΟΥΤΟΠΙΚΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ…. ΕΥΤΥΧΙΑΣ. ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΠΟΛΛΑ ΑΓΕΡΑΣΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΦΙΛΑΡΑΚΙ. ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ.

Ιουλίου 24, 2014 Posted by | Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΕΛΚΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΟ F/B

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΣ : ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΙ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥΣ.

 ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ : ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΑ ΠΟΡΤΟΛΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ …ΔΙΦΟΡΗΣΑΝ. ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙ, Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΟΥ ΥΠΕΡΟΧΗ ΚΑΙ ΑΚΡΩΣ ΕΛΚΙΣΤΙΚΗ. ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ιουλίου 24, 2014 Posted by | Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ – ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙ

 

ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΟΥ ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ – ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΟΣ ΡΥΘΜΟΣΤΙΧΟΣ, ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΣΦΙΚΤΟΔΕΜΕΝΟΣ. ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΝΟΗΜΑΤΑ, ΣΤΙΧΟΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΙΑ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΠΗΓΑΙΑ ΚΑΙ ΑΜΜΕΣΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ.
Ντίνα Γεωργαντοπούλου

Ανοίγω τα συρτάρια να βρω στυλό
και βρίσκω χρόνια.
Τα κλείνω βιαστικά μα ξανανοίγω
αφήνοντας ένα γράμμα.
Ο χρόνος είναι μια σελίδα.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ : ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΔΕΝ ΕΧΟΝ ΔΡΟΜΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ. ΚΑΛΗ ΕΔΟΜΑΔΑ. Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΟΥ ΑΞΙΟΛΟΓΗ. ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΩ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ. ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΠΙΠΗΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ιουλίου 21, 2014 Posted by | Uncategorized | 1 σχόλιο

ΝΑ ΒΑΛΩ ΤΟ ΛΑΔΙ ΣΤΑ ΝΗΣΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ Η ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ; ΤΟ ΑΝΑΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΔΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ

Να βάλω το λαδάκι στα νηστικά παιδιά μου ή στο εικονοστάσι;

ΑΝΑΜΑ ΚΑΝΔΙΛΙΟΥΉταν παραμονή του Ευαγγελισμού, 24 Μαρτίου του 1942, και ήμασταν στη Δράμα, στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα, Ή ξένη κατοχή ήταν Βουλγάρικη.
Οι στερήσεις, οι αρρώστιες και ή πείνα είχαν πάρει τρομακτικές διαστάσεις και ο Θάνατος θέριζε κάθε μέρα μικρούς και μεγάλους και ιδιαιτέρως τα παιδιά.
Μεταξύ των συγγενών μου είχα και μια μακρινή θεία, χήρα με πέντε παιδιά. Τον άνδρα της τον είχαν σκοτώσει οι κατακτητές πριν από έξι μήνες στις σφαγές της 29 “ης Σεπτεμβρίου του 1941. Από τρόφιμα της είχαν απομείνει ένα δάκτυλο ελαιόλαδο και μια “χούφτα” καλάμποκάλευρο.

Εκείνο λοιπόν το απόγευμα, σκέφθηκε ότι αύριο, του Ευαγγελισμού, είχε έστω και κάτι λίγο για τροφή στα παιδιά: εκατό δράμια αλευράκι κι ένα δάκτυλο λαδάκι,
Ξαφνικά τα μάτια της έπεσαν πάνω στο σβησμένο κανδήλι, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά στο εικονοστάσι. και τότε μπήκε στο δίλημμα: Το λαδάκι στα νηστικά παιδιά της ή στο εικονοστάσι με την εικόνα του Ευαγγελισμού;
Αποφασιστικά όμως έκαμε τον Σταυρό της και είπε στην Παναγία: “Παναγία μου! ‘ Εγώ θα Σου ανάψω το καντήλι, γιατί ή μέρα πού ξημερώνει είναι πολύ μεγάλη για την πίστη μας, αλλά και Συ όμως ανάλαβε να μου θρέψης τα παιδιά”.
Πήρε το λιγοστό λαδάκι και μ’ αυτό άναψε το καντήλι της Παναγίας. Το ιλαρό του φως φώτισε το φτωχικό σπίτι και ή καρδιά της γέμισε από γαλήνη. Αυτό τους συνόδευσε στη βραδινή τους προσευχή και στον ύπνο τους όλο εκείνο το αξέχαστο βράδυ.
Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία Λειτουργία, ή θεία μου άνοιξε το ντουλάπι, για να πάρει το λιγοστό αλεύρι, και έμεινε άφωνη. Τι βλέπει; Το “λαδερό” γεμάτο λάδι μέχρι πάνω, και δυο σακούλες γεμάτες αλεύρι και μακαρόνια!…
Σταυροκοπήθηκε ή γυναίκα πολλές φορές, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό και την Παναγία για το μεγάλο θαύμα, αλλά δεν είπε σε κανένα τίποτα.
Για δυο χρόνια ούτε το λάδι άδειαζε από το μπουκάλι, ούτε και το αλεύρι “σώθηκε” ποτέ, παρά την καθημερινή τους χρήση για έξι στόματα, για ανταλλαγή με άλλα τρόφιμα και για κρυφή ελεημοσύνη.
Αλλά και το κανδήλι παρέμεινε από τότε μέρα – νύχτα αναμμένο, μαρτυρώντας με το άσβεστο φως του τη ζωντανή πίστη αυτής της ευλογημένης γυναίκας.

πηγή
Μια ιστορία την οποία δανείστηκα από το κ. Γιώργο Ελευσινιώτη τον οποίο ευχαριστώ.

Tags: ευαγγελισμός θεοτόκου, θαύματα, πιστη, παναγία

ΤΟ ΑΝΑΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΔΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ

Το άναμμα του καντηλιού ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία
σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του. Συμβολίζει επίσης, το φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.
Το έλαιον, το λάδι δηλ. που καίει στα καντήλια μας, “;τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον”; γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικός, αγιοπνευματικός φωτισμός. Έγραφε λοιπόν ο Θεοφόρος Πατήρ Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : “;Φωτίσωμεν …;γλώσσαν”; και συμπληρώνει ο σχολιαστής του : Επετεύχθη τούτο ;
Το λάδι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φώς τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα:
- για να μάς θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,
- για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,
- για να μάς θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φώς και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,
- για να μάς θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,
- για να μάς θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,
- για να μάς θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί
- για την αγάπη προς το Θεό κ.ά.
Πηγή: orthodoxianpress.com

Ιουλίου 18, 2014 Posted by | Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ – ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙ

ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΟΥ ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ – ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΟΣ ΡΥΘΜΟΣΤΙΧΟΣ, ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΣΦΙΚΤΟΔΕΜΕΝΟΣ. ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΝΟΗΜΑΤΑ, ΣΤΙΧΟΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΙΑ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΠΗΓΑΙΑ ΚΑΙ ΑΜΜΕΣΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ.
Ντίνα Γεωργαντοπούλου

Tα καλοκαίρια δεν έρχεται συχνά
ο ήλιος είναι πιο δυνατός
κι ο άνεμος θυμάται
τη πρώτη φορά που με είδε στον ύπνο του
γίνεται καταστροφικός
με τρόπο εγωιστικό με κολλάει στο βράχο
σπέρνει φωτιά
στο κορμί μου αφήνει γυάλινα ραγίσματα
και εκεί ακουμπάει αρμύρα και φύλλα βασιλικού
στον αφαλό μου βότσαλα
στα μάτια μια ξεραμένη παπαρούνα
με κάνει και πονάω που γνωρίζει ακριβώς τι θέλω
μου περνάει βραχιόλι με κουδούνια στο πόδι
να ακούγεται ο κάθε ήχος του.
Μα ξέρω πως φοβάται τα καλοκαίρια που γεννήθηκα
φυσάει το χρόνο για χειμώνες γυρίζει πίσω τη ταινία
μπροστά δε βλέπει τίποτα
κάτι σιωπές σαν χιόνι παλιών ασπρόμαυρων ταινιών
που κόπηκαν γιατί κρίθηκαν ακατάλληλες
κι εγώ που δε μπορώ να τρέξω να τον φτάσω
στο μαξιλάρι μου κεντάω άλογα της αστραπής
και τα φτερά μου ακουμπώ στο πάτωμα
για να νάναι πάντα ελεύθερος.

Photo από Pinterest,

ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Ν

Ιουλίου 18, 2014 Posted by | Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΑΛΟΥΜΙΝΑΚΙ – ΚΑΝΤΙΛΑΝΑΥΤΡΑ -ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ – ΛΟΥΜΙΝΙ ΦΥΤΙΚΟ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ.

Λυχναράκι – Καντηλαναύτρα – λουμίνι.
ΛΟΥΜΙΝΙΑ ΦΥΤΙΚΑΑλουμινάκι
Τους κάλυκες από τα άνθη τους βάζουν στο καντήλι για φυτίλι και τα λένε φυτιλάκια, λυχναράκια ή λουμίνια.
Ανήκει στην οικογένεια των Χειλιανθών (Labiatae) και άλλες ονομασίες είναι: Φουφουλιά (Τήνος), Φάσσα (Αίγινα), Νεροβαμβακιά (Πελοπόννησος), Μαυρομάργο (Αττική), Μαυρομάρκος (Κύθνος), Αποπουλιά, Λυχναράκι, Οικονομία, Καντηλαναύτρα.
Πολυετές θαμνώδη φυτό με ξυλώδη βάση, ασπρουδερό και αρωματικό, που μπορεί να πάρει τις διαστάσεις μικρού θάμνου, ύψους έως 60 εκ. Τα φύλλα του σε σχήμα καρδιάς είναι χνουδωτά, απαλά, με χρώμα ασπροπράσινο. Τα άνθη του είναι μικρά, όμοια με εκείνα των άλλων ειδών που ανήκουν στην ίδια οικογένεια, κοκκινωπά και βγαίνουν από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο και είναι η εποχή που τα μαζεύουν και τα αποξηρένουν.
Οι καρποί του είναι μαύροι και μικροσκοπικοί και κρύβονται στη βάση ενός κάλυκα που μοιάζει με χωνί. Φυτρώνει κυρίως, σε σκιερά μέρη και μέσα ή στη βάση των τοίχων. Στην Ορεινή Τριφυλία το ονομάζουνε Λουμινάκι και λυχναράκι. Στη Μάνη ονομάζεται και Καντηλαναύτρα, γιατί τη χρησιμοποιούσαν για το άναμμα του καντηλιού στα σπίτια και στις εκκλησίες. Μάζευαν τα αποξηραμένα χωνάκια κάλυκες, ανά δύο, αφού αφαιρούσαν το σπόρο από τον ένα, τα τοποθετούσαν ανεστραμμένα πάνω στο λάδι του καντηλιού και τα άναβαν. Η φλόγα κρατούσε αναμμένη όλη τη νύχτα και δεν δημιουργούσε καθόλου κάπνα.
Το φυτό παρουσιάζει αντισπασμωδικές ιδιότητες και χορηγείται κυρίως στις περιπτώσεις κοκίτη των παιδιών και κατά των ψυχονευρώσεων. Φύεται στην  Ελλάδα και την Τουρκία. Ζει σαν θάμνος με αρωματικό ξυλώδη βλαστό με ύψος μέχρι 60 εκατοστά για πολλά χρόνια.  Έχει φύλλα σε σχήμα καρδιάς χνουδωτά και απαλά. Ανθίζει από τόν Ιούλιο έως τον Αύγουστο Τα άνθη του  κοκκινωπά. Φυτρώνει κυρίως, σε σκιερά μέρη και μέσα σε σχισμές τρόχαλων ή στη βάση των τοίχων. Οι καρποί είναι μαύροι και μάλλον μικροσκοπικοί κρυμμένοι στη βάση ενός κάλυκα που μοιάζει με χωνί. Φυτρώνει κυρίως, σε σκιερά μέρη και μέσα σε σχισμές τρόχακων ή στη βάση των τοίχων.

ΛΟΥΜΙΝΙ ΚΑΝΔΙΛΙΟΥ.Είναι βότανο γνωστό από την αρχαιότητα και ο Διοσκουρίδης το αποκαλούσε «Γνωτέρα». Τόσο αυτός όσο και άλλοι γιατροί συνιστούσαν τα φύλλα του φυτού κοπανισμένα με αλάτι με μορφή καταπλάσματος ως αντίδοτο σε δαγκώματα σκύλων. Τη χρησιμοποιούσαν ακόμα για την αντιμετώπιση των κονδυλωμάτων και των ελκών κάθε είδους και μορφής. Μετά τα μέσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποιούσαν το βότανο στην εμπειρική ιατρική. Επίσης, θεωρείται άριστο ανθελμινθικό φάρμακο και ιδίως κατά των ασκαρίδων και των οξυούρων κατά των οποίων μάλιστα χρησιμοποιήθηκε και ο πυκνός χυμός του φυτού σε υπόθετα.
Στον μεσαίωνα το θεωρούσαν ακόμα ως ένα από τα καλύτερα φάρμακα για την επούλωση των πληγών. Ο Λεκλέρκ, ένας φυτοθεραπευτής, χρησιμοποίησε με επιτυχία το φυτό κατά των νευρώσεων, των νευρασθενειών και των ψυχώσεων (απαθικών καταστάσεων κ.α.) καθώς επίσης το χρησιμοποιούσαν και κατά της εμμηνοπαύσεως και κατά του κοκίτη. Η οσμή του φυτού είναι εξαιρετικά δυσάρεστη. Αυτός ήταν ο λόγος που ο μεγάλος βοτανολόγος Μπαουχίν το αποκαλούσε «foetidum» δηλαδή, δύσοσμο. Χρησιμοποιείται στην κατάθλιψη, την ανησυχία και την υστερία ενώ είναι κατάλληλο ίαμα για την ναυτία και τον εμετό, όταν το αίτιο εντοπίζεται στο νευρικό σύστημα και όχι στο στομάχι. Ανακουφίζει ακόμα και τους εμετούς της εγκυμοσύνης. Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται για βήχα, αϋπνία και διαταραχές του νευρικού συστήματος. Μειώνει και τα επίπεδα της χοληστερίνης και καθαρίζει το αίμα ενώ ταυτόχρονα ανακουφίζει τον κνησμό από τσιμπήματα κουνουπιών. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται συνήθως τα φύλλα και οι ανθισμένες κορυφές του.

 

Ιουλίου 17, 2014 Posted by | ΑΛΟΥΜΙΝΑΚΙ - ΚΑΝΤΙΛΑΝΑΥΤΡΑ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΥΆΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ ΜΕ ΜΕΛΙ Η ΖΑΧΑΡΗ Η ΠΕΤΙΜΕΖΙ ΚΑΙ ΚΑΝΕΛΛΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Λουκουμάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαΛουκουμάδες.O Ελληνικής προέλευσης λουκουμάς, (στην κυπριακή διάλεκτο λοκμάδες, στα Αραβικά και στα Τούρκικα lokma), είναι ένα γλυκό δημοφιλές στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νότια Ασία.Παρασκευάζεται από ζύμη τηγανισμένη σε καυτό λάδι. Οι λουκουμάδες έχουν σχήμα σφαιρικό ή κρίκου και περιχύνονται με μέλι ή με σιρόπι, γαρνίρονται με κανέλλα και μερικές φορές με ζάχαρη άχνη.Οι λουκουμάδες ονομάζονται σβιγκοί από τους Έλληνες Εβραικής καταγωγής, που τους προσφέρουν σαν γλυκό τα Χριστούγεννα. Αναφέρεται ότι η λέξη προέρχεται από τους Ρωμανιώτες, αν και προέρχεται από τη μεσαιωνική γερμανική λέξη swinge[1]. Ένα παρόμοιο γλυκό αναφέρεται στην Ιταλία ως sfingi di San Giuseppe.Στην Τουρκία, οι λουκουμάδες προσφέρονται παραδοσιακά στις κηδείες[2] και σε διάφορες εκδηλώσεις [3].

Τι έχουμε:
3 φλιτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
3 φλιτζάνια νερό χλιαρό
30 γρ. μαγιά νωπή
1 κουταλάκι αλάτι
λάδι ελιάς για το τηγάνισμα
Για το γαρνίρισμα:
μέλι θυμαρίσιο
κανέλα
Τι κάνουμε:
Σε ένα μπολ διαλύουμε τη μαγιά σε 1 φλιτζάνι από το χλιαρό νερό. Κατόπιν, βάζουμε στο μπολ με τη μαγιά 3 κουταλιές αλεύρι, ανακατεύουμε και αφήνουμε το μείγμα για περίπου 20 λεπτά, για να φουσκώσει.
Σε ένα άλλο μπολ ρίχνουμε το υπόλοιπο νερό, το αλεύρι και το αλάτι, προσθέτουμε το μείγμα της μαγιάς και ανακατεύουμε διαρκώς, έως ότου γίνουν χυλός.
Σε ένα βαθύ τηγάνι ζεσταίνουμε το λάδι και το αφήνουμε να κάψει. Κατόπιν, γεμίζουμε τη χούφτα μας με χυλό, την πιέζουμε και καθώς βγαίνει ο χυλός από το πάνω μέρος της χούφτας, κόβουμε με ένα κουτάλι, βρεγμένο με νερό, και ρίχνουμε με προσοχή τον χυλό στο καυτό λάδι.
Επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία, γρήγορα για να τηγανίσουμε αρκετούς λουκουμάδες μαζί, αλλά και για να μη μας καεί το λάδι, γυρνώντας τους με μία τρυπητή κουτάλα, ώστε να χρυσίσουν ομοιόμορφα.
Συνεχίζουμε μέχρι να τελειώσει ο χυλός.
Βάζουμε τους λουκουμάδες σε μια πιατέλα στρωμένη με απορροφητικό χαρτί κουζίνας, για να στραγγίσει το περιττό λάδι.
Σερβίρουμε σε βαθιά πιατέλα με μέλι και κανέλα.
Συμβουλή
Μπορούμε να προσθέσουμε στο γαρνίρισμα και καρύδια χοντροκομμένα.
Το κατάλληλο συνοδευτικό Λικέρ κανέλας. Σε πολλά μέρη της Ελλλάδας αφου ακολουθήσουμε πιστά τον τρόπο παρασκευής, στην συνέχεια αφού βράσουμε μία ποσότητα νερό, την ρίχνουμε σε ένα μπώλ και ανακατεύουμε καέλα, μέλι αρκετό, και το λικέρ της αρεσκείας μας, τα παλιά χρόνια ανακατεύαμε και πετιμέζι. Ύστερα με μία σύριγγα γεμίζουμε τους λουκουμάδες εσωτερικά και καλή μας όρεξη.

Ιουνίου 30, 2014 Posted by | ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ ΣΠΙΤΙΚΟΙ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.