Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, ΑΕΡΟΒΑΠΤΙΣΜΑ, ΤΑΜΑ ΣΤΗΝ «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΠΕΤΩ», ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΛΛΟΓΗΣ ΝΟΥΝΟΥ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ Ή ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΑ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos wordpress.com

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΛΙΘΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Οι γονείς του παιδιού,αφού πρώτα έρχονταν σε επαφή με τον κουμπάρο που τους  στεφάνωσε. Αυτός γινόταν συνήθως και ο νουνός του πρώτου παιδιού, Αφού συμφωνούσαν για το κουμπαριό, έσφαζαν τον κόκκορα σαν επιβεβαίωση, και το ρίχνανε στο γλέντι. Μετά όριζαν την ημερομηνία της βάπτισης. Αγοράζουν  ένα άσπρο σεντόνι και μια μεγάλη πετσετα. Αυτά βαστάει στα χέρια του ο νουνός ή η νουνά. Μόλις ο παππάς βγάλει το μωρό από την κολυμβήθρα, το τοποθετεί εκεί, για να  μην λαδωθούν τα ρούχα του νουνού. Αφού το πάρει στην αγκαλιά του, θα το περιφέρει γύρω από την κολυμβήθρα σύμφωνα με το μυστήριο. Επίσης αγοράζουν και μία μικρότερη πετσέτα, για να πλύνουν τα χέρια τους όσοι λαδώθηκαν κατά το λάδωμα του μωρού. Την πετσέτα αυτή την κρατούσε ο παππάς. Κάποια παλιά έθιμα μπορεί να έχουν “σβήσει” ή να έχουν αλλάξει, Όμως κάποια έθιμα και παραδόσεις, που χαρακτήριζαν στο παρελθόν το θεσμό της βάπτισης στη χώρα μας. Δεν έχουν ξεχαστεί, ούτε άλλαξαν, κάποια όμως καταργήθηκαν, κάποια παρέμειναν, και  αποτελούν συνέχεια για το μέλλον… Οι νουνοί- κουμπάροι θα αγοράσουν τα βαπτιστικά ρουχαλάκια ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Τα καλτσάκια, τα παπουτσάκια του, το κουστουμάκι του. Αυτά τα φορούν μετά την βάπτιση. Θα αγοράσουν την λαμπάδα, και βασική παράλειψη είναι το λάδι για το λάδωμα του μωρού και όσο περισσέψει για να ανάψουν τα καντήλια και το υπόλοιπο στην εκκλησία. Το

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ Ο ΠΑΠΠΑ ΒΟΓΚΑΣ, ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΝΟΥΝΟΣ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

κυριώτερο μέλημα του νουνού είναι ο σταυρός. Ο κουμπάρος-νουνός θα αγοράσει το λιβάνι και πέντε κεριά, για τον παππά, τον κουμπάρο, εκκλησία, την μητέρα και το παιδί. Όλα αυτά τα αγοράζει ο κουμπάρος εφ” όσον οι οικονομικές του δυνατότητες «αντέχουν». Διαφορετικά αγοράζει μόνο τα απαραίτητα. Εκείνα τα χρόνια όλα αυτά ήταν πολυτέλειες για  για την φτωχή αγροτιά. Που να βρεθούν λεφτά για βαπτιστικά για χρυσό σταυρό και ακριβές λαμπάδες…Το μυστήριο να γινόταν… και όλα τα άλλα ήταν περιτά. Σημαντικός στη βάπτιση είναι ο ρόλος του αναδόχου, “ο οποίος κρεμά”, όπως έλεγαν “το παιδί στο λαιμό του”, αναλαμβάνει δηλαδή, μαζί με τους γονείς του παιδιού, το καθήκον της χριστιανικής ανατροφής του. Στην προετοιμασία για το βάπτισμα, δεσπόζουν οι εξορκισμοί και οι τελετές της απόταξης του διαβόλου και της σύνταξης του νεοφώτιστου με το Χριστό. Ο ανάδοχος αποκηρύσσει το σατανά στραμμένος προς τη δύση, που συμβολίζει το βασίλειο του σκότους, ενώ απαγγέλλει το σύμβολο της Πίστεως στραμμένος προς την ανατολή, που συμβολίζει το Χριστό, ο οποίος είναι το αληθινό φως. Το Μυστήριο του Βαπτίσματος αποτελεί την είσοδο του ανθρώπου στην Εκκλησία. Από την στιγμή που  το μωρό θα βαπτίσθεί και πάρει το όνομά του, θεωρείται Χριστιανός. αποκαθαίρεται από το προπατορικό και κάθε προσωπικό αμάρτημα μέσω του νερού, το οποίο συμβολίζει το αίμα του Ιησού Χριστού. Το βάπτισμα στο νερό συμβολίζει την είσοδο του πιστού στην Εκκλησία. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια γινόταν  σε ώριμη ηλικία, αφού προηγουμένως γινόταν η κατήχηση, η διδασκαλία της χριστιανικής πίστης. Σήμερα τα μωρά τα βαπτιζουν σε μικρή ηλικία και την Χριστιανικήδιδασκαλίατην αναλαμβάνει ο νουνός. Παλαιότερα το όνομα το έδινε ο νουνός. Αργότερα το παιδί παίρνει το όνομα κατά παραγγελία των γονιών, συνήθως παίρνουν τα

ΒΑΠΤΙΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ, ΠΑΠΑ ΣΤΕΡΓΙΟΣ-ΠΑΠΑ ΘΑΝΑΣΗΣ-ΔΗΜ. ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ- ΟΛΥΜΠΙΑ-ΓΙΑΝΝΗΣ- ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΤΑΣΙΑΣ ΑΣΗΜΩ-ΠΑΠΑ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ-ΣΚΑΛΤΣΑΣ ΚΩΣΤΑΣ-ΤΑΣΙΑ ΓΚΟΤΣΗ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΤΣΗΣ- ΤΖΕΝΗ ΓΛΟΤΣΗ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

ονόματα των παπούδων και των γιαγιάδων. Τα βαπτίσια γίνονται στις εκκλησίες, αλλά αν οι γονείς τα έχουν τάξει σε μοναστήρι η σε εξωκκλήσι, τότε γίνονται εκεί. Παλιότερα κατά την διάρκεια της Λειτουργίας οι μανάδες άφηναν κάτω στο δάπεδο της εκκλησίας το μωρό. Φυσικό ήταν το μωρό να κλάψει και να ζητήσει προστατευτική αγκαλιά. Αν οι εκκλησιαζόμενοι γνώριζαν το έθιμο γινόταν καυγάς να σηκώσουν το μωρό και να το βαπτίσουν. Αν δεν ήξεραν και κάποιος σήκωνε το παιδί στην αγκαλιά του, Τότε η μάνα του του έλεγε: » Άξιος νονός, να σου ζήσει». Αυτός γινόταν και ο νουνός ή η νουνά. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε το ονομαστό μοναστήρι ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΕΠΕΤΩ, Το μοναστήρι είναι κτισμένο σε ένα βράχο, και από κάτω ένα βάραθρο πεντακόσια περίπου μέτρα που καταλήγει  σε ένα φαράγγι. Το μοναστήρι βρίσκεται στην Καληθέα. Τα παλιά χρόνια οι μανάδες που τα παιδιά τους είχαν κινδυνέψει να πεθάνουν κατά την γέννα, τα έταζαν στην «Παναγιά Σεπετώ». Έπαιρναν το παιδάκι τους πηγαίνανε στο μοναστήρι και με πίστη προσκυνούσαν στο εικόνισμα της Παναγιάς Σεπετώ. Της λέγαν με δάκρυα στα μάτια και με πίστη ότι το παιδί τους, της το είχαν ταγμένο, την θερμοπαρακαλούσαν να το προφυλάξει από κάθε κακό και μετά το έπαιρναν στην αγκαλιά, και αφού κάνανε τον σταυρό τους, πέταγαν στο βάραθρο των πεντακοσίων μέτρων το παιδί. Μετά κατεβαίνανε στο φαράγγι και βρίσκανε το παιδί τους άθικτο!!! Λέγεται ότι κάποια που είχε τις αμφιβολίες της, πέταξε στο βάραθρο για

ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΕΠΕΤΙΩΤΙΣΣΑΣ

δοκιμή ένα μπουκάλι με λάδι. Ύστερα κατέβηκε και βρήκε το μπουκάλι με το λάδι άσπαστο, ανέβηκε λοιπόν πάλι επάνω στο μοναστήρι και πέταξε το παιδί της στο βάραθρο. Όμως δυστυχώς την απιστία της αυτή την πλήρωσε ακριβά. Βρήκε το παιδί της σκοτωμένο στο φαράγγι. Δεν παριστάνω τον ευσεβή Χριστιανό, αλλά η θρισκεία μας είναι όντως μια ζωντανή θρισκεία γεμάτη θαύματα. Σε περιπτώσεις που το παιδί κινδυνεύει να πεθάνει, τότε γίνεται το λεγόμενο αεροβάπτισμα, αυτού του είδους την βάπτιση, μπορεί να την κάνει οποιοσδήποτε Χριστιανός. Σηκώνουνε το παιδί ψηλά και σταυρώνοντας στον αέρα λένε: Σε βαπτίζω Χριστιανό, στο όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του αγίου πνεύματος…και το ονομα αυτού, τάδε…Αμήν.

 

Σε πάρα πολλά χωριά της Ελλάδας, κατά το βάπτισμα οι γονείς του παιδιού δεν  ήταν στην εκκλησία, και περίμεναν στο σπίτι τη χαρμόσυνη αναγγελία του ονόματος από τα παιδιά που μόλις ακούγανε το όνομα τρέχανε να το πούνε στους γονείς. Για να πουν τα συχαρίκια, που είναι νομίσματα, γλυκίσματα,καρύδια, μύγδαλα και σύκα. Συνήθως η γιαγιά του μωρού, κυρίως η μητέρα του γαμπρού, ή η μαμή πήγαιναν το μωρό στην εκκλησία. Στα μέρη μας η μητέρα μαζί με την νουνά και τους συγγενείς πηγαίνουν το παιδί στην εκκλησία. Ο πατέρας , νομίσματα ήταν άλλο πράγμα, το κάθε παιδί προσπαθούσε να μαζέψει όσα περισσότερα μπορούσε, με σπρωξίματα, μακροβούτια και βουτιές μέσα στην παιδική μάζα. Πάντως τα μεγαλύτερα όπως ήταν φυσικό μάζευαν τα περισσότερα χρήματα. Τα μικρά σε ηλικία και αδύναμα ήταν αυτά που έμεναν στο τέλος παραπονεμένα. Όμως δεν τα άφηναν έτσι…τους γλύκαιναν το παράπονο με καμια καραμελίτσα, λουκουμάκι, χαλβά κ.α. Όσο τα παιδιά έτρεχαν, στην εκκλησία η μητέρα παραλάμβανε από το νονό ή τη νονά το μωρό της, αφού πρώτα φιλούσε το χέρι τους κι έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά τους. Και η νουνά ή ο νουνός παραδίδοντας το μωρό λένε τα ακόλουθα λόγια : «Κουμπάρα σου παραδίδω το παιδί «Βαπτισμένο», Μυρωμένο», » στον Θεό παραδωμένο» » Να το φυλσε ένα φαράγγιξεις από φωτιά, από γκρεμό, από πάσα ανάγκη και κακό μέχρι δώδεκα χρονών».Ακολουθούσαν κεράσματα της εποχής, που ήταν συνήθως περιποιημένες πίτες, τα γνωστά “μπουρέκια”, και συνήθως σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα μοιραζαν τις παραδοσιακές μελωμένες δίπλες. Δεν λείπουν βέβαια και οι δεισιδαιμονίες . σύμφωνα με  την παράδοση, μετά τη βάπτιση, η μητέρα δεν πρέπει  να ξεπλύνει το παιδί από το λάδι. Επιτρέπεται μόνο η τοπική πλύση για λόγους υγιεινής. Μετά από τρεις ημέρες, μπορεί να πλύνει το βρέφος, αλλά πρέπει να κρατήσει το νερό, το οποίο θα πετάξει είτε στη θάλασσα, είτε σε απάτητο χώμα. Σε κάποια μέρη το χρησιμοποιούσαν, για να ποτίσουν λουλούδια ή φυτά. Η παράδοση απαιτεί το παιδί να μην κουρευτεί μέχρι τη βάπτισή του. Ακόμα και τα νύχια του που κόβονταν πριν τη βάπτιση, έπρεπε να φυλαχτούν και να ριχτούν στην κολυμπήθρα. Στο βάπτισμα, λίγο πριν την τριπλή κατάδυση και ανάδυση από το νερό, ο βαπτιζόμενος αλείφεται με λάδι από τον ιερέα σε ορισμένα μέλη του σώματος και από το νονό ή τη νονά σε όλο το σώμα. Το λάδι, που συγκρατεί και μεταφέρει τη φώτιση στο βαπτιζόμενο, είναι και το βασικό υλικό για την παρασκευή του Άγιου Μύρου, με το οποίο ο ιερέας χρίζει το νεοφώτιστο, για να του μεταδώσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η βαθύτερη σημασία της άλειψης με λάδι κατά τη στιγμή της βάπτισης, είναι να τονιστεί η έννοια του αγώνα του βαπτιζόμενου μετά το βάπτισμα. Επιπλέον, σημαίνει το έλεος και τη χάρη του Θεού, καθώς και τη δύναμη που λαμβάνει ο νεοφώτιστος ενόψει των πνευματικών αγώνων για την τελείωσή του. Η επάλειψη ολόκληρου του σώματος συμβολίζει την ανάπλαση και την αναδημιουργία του ανθρώπου μέσω του βαπτίσματος. Τέλος ο νουνός έχει υποχρέωση να φροντίζεικαι να βοηθεί το παιδί. Του προσφέρει δώρα την ημέρα της γιορτής του, τα Χριστούγενα, το Πάσχα, δεν ξεχνάει ποτέ την λαμπάδα του Πάσχα και το Πασχαλινό αυγό.

Εργασία ; ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, comianos wordpress.com

Ιανουαρίου 7, 2011 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΧΡΟΝΩΝ Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ,komianos.wordpress.com

ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Η ΠΑΡΑΓΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΦΗΜΑ ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ "ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΗ", ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ

Η κωμόπολή μας, το Κοπανάκι της Ορεινής Τριφυλίας, Αριθμεί  γύρω στους 1000 κατοίκους περίπου τους χειμερινούς μήνες. Το καλοκαίρι γεμίζει στην κυριολεξία από ντόπιους και επισκέπτες. Αποτελεί το κέντρο της περιοχής. Ήταν η πρωτεύουσα της Ορεινής Τριφυλίας, στην οποία οι κάτοικοι των γύρω χωριών από τα παλιά τα χρόνια μέχρι και σήμερα, συγκεντρώνονται αδιαλείπτως εδώ και ένα αιώνα περίπου. Τόπος  συναντήσεως  το παραδοσιακό Κυριακάτικο ζωοπανήγυρο, στην  κεντρική πλατεία και τους γύρω δρόμους  Ένας τόπος συναντήσεως όχι μόνο για τις οικονομικές τους συναλλαγές, αλλά και για την διατήριση και ανάπτυξη των κοινωνικών τους σχέσεων.

Η γεωγραφική θέση της πόλις μας, συνετέλεσε στην δημιουργία αυτού του φανταστικού σε πολυχρωμία και ζωτικότητα παζαριού. Του οποίου σκοπός είναι η οικονομική αφ’ ενός και πολιτιστική αναβάθμηση της περιοχής και αφ΄ετέρου η διάθεση των προϊόντων που παράγουν. Γνωστό από τα χρόνια τα παλιά, το παζάρι του Κοπανακίου, με βροχές ή λιακάδες, με κρύα χειμωνιάτικα, και ζέστες καλοκαιρινές. Παρ΄όλες τις αντιξοότητες από πολιτεία και εκκλησία, (για λόγους εκκλησιασμού…), ο τότε Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ολυμπίας και Τριφυλίας, Δαμασκηνός απόφάσισε σε συνεργασία με την Νομαρχία Μεσσηνίας, το παζάρι να γίνεται την ημέρα του Σαββάτου. Δεν ήταν λίγοι που πολέμησαν με λύσσα και κακία την ύπαρξη του υπέροχου και γνωστού σε όλη την Ελλάδα παζαριού. Μέχρι και πολιτικοί άνδρες και κυβερνητικοί υπάλληλοι για ώφελος ψηφοθηρικό…Για μικρό χρονικό διάστημα σταμάτησε να γίνεται την ημέρα της κυριακής. Με αποτέλεσμα το Σαββατιάτικο παζαρι να αποτύχει παταγωδώς. Ο Αποστόλης Παυλόπουλος μου έλεγε, πως οι επαγγελματίες και οι παζαριώτες, αναγκάσθηκαν να εκκλησιάζονται τις πρωϊνές ώρες και εν συνεχεία στις 10.00 να αρχίζει το παζάρι. Ο μόνος που είχε άδεια συνεχούς ωραρίου ήταν ο ίδιος, επειδή είχε το καφενείο του σταθμού. Τα μέλη του Εμπορικού Συλλόγου μετά από σύσκεψη, αποφάσισαν να γυρίσουν όλες τις γύρω περιοχές, από Ελαία μέχρι Οιχαλία. Για δύο συνεχείς Κυριακές γυρίσανε όλη την περιοχή, διαπιστώνοντας ότι την ημέρα της Κυριακής οι περισσότεροι κάτοικοι την ώρα της της Θείας Λειτουργίας, ασχολούνταν με αγροτικές ή άλλου τύπου εργασίες. Σύσωμοι λοιπόν συναντήθηκαν, αλλά την ημέρα της Κυριακής, με τον Σεβασμιώτατο Δαμασκηνό και του είπαν τα καθέκαστα. Ξεκίνησαν όλοι μαζί για να του αποδείξουν του λόγου το αλληθές. Αποτέλεσμα να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια ο Δέσποτας, ότι δούλευαν οι περισσότεροι και οι εκκλησιαζόμενοι ήταν ελάχιστοι εκείνη την ημερα. Και ότι δεν μπορείς τους ανθρώπους, να τους μαντρώσεις, αν δεν το θέλουν. Στο μεταξύ ήρθε η δικτακτορία και οι τοπικοί παράγοντες, αφού ήλθαν σε επαφή με τον Πατακό και τους ακολούθους του, στο Καλό

ΓΑΪΔΟΥΡΟΜΟΥΛΑΡΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΕΥΚΑΛΥΠΤΑ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Νερό, μετα από συζήτηση έδωσε εντολή το παζάρι να συνεχίσει την ημέρα της Κυριακής. Σε αυτή τη μικρή και ήσυχη κωμόπολη, τις Κυριακές η κεντρική πλατεία γεμίζει με ένα μοναδικής πολυχρωμίας και ζωτικότητας τόνο. Το παζάρι στηρίζει την οικονομία και την ευμάρια της κωμοπόλεως και των γύρω περιοχών. Είναι το αίμα και η ζωή του τόπου. Εδώ μπορεί ο επισκέπτης να βρει οτιδήποτε τον ενδοιαφέρει. Όλων των ειδών πουλερικά, αμνοερίφια, βόδια, γελάδια. Άλογα, μουλαρογαϊδουρά, εμπορεύματα όλων των ειδών. Οι μεταπράτες, οι αγοραστές και οι ανταλλαγές ζώων είχαν την τιμητική τους.  Χαλιά, εργαλεία και αντικείμενα για το νοικοκυριό του σπιτιού, σκεύη οικιακά, αγροτικά εργαλεία. Πάγκοι φορτωμένοι με εμπορεύματα κάθε είδους. Υφάσματα, ρούχα, παπούτσια και κυρίως  φρούτα και ζαρζαβατικά. Μέχρι και παραδοσιακά γλυκά μπορούσε κάποιος εκείνη την εποχή να βρεί. Πόσες και πόσες φορές δεν γεύτικα το περίφημο σάμαλι ή τον μπακλαβά και το καταϊφι, σερβιρισμένο σε μια κόλλα χαρτί, με το σιρόπι που ατσιγκούνευτα έριχνε ο Μπάρμπα Γιάννης Αντωνόπουλος ο Βασιλικαίος, να τρέχει στα δάκτυλα μου, μαζί με ένα ποτήρι κρύο νερό που το παγωνε ένα κομάτι παγοκολώνας τυλιγμένης σε μια λινάτσα..Ποιος δεν είχε γευθεί την νοστιμιά από  τα ψημένα καλαμάκια με την φέτα το ψωμί στην κορυφή, από τα χέρια του Κώστα Κωνστάνταρου, σου σπάζανε την μύτη με την τσίκνα τους. Μπορεί κανείς από την τότε νεολαία να ξεχάσει, με πόση προσμονή και λαχτάρα περιμέναν να γευθούν το παγωτό χωνάκι, που το γέμιζε με μπαλίτσες μέχρι πάνω ο Μελιγαλαίος Ζαραχωβίτης.Τα λακταριστά παστέλια που πουλούσε ο Ζευγολατιώτης ο

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΑΣΑΠΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ (ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΛΛΙΑΣ), ΜΕ ΜΑΕΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑ ΕΤΩΝ ΤΕΜΑΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΓΟΥΡΝΟΠΟΥΛΑ, ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ Ο ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ (ΠΑΛΛΑΣ) από το Γλυκορίζι, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Μπαρμπαμελομακαρουνάς όπως τον αποκαλούσε η μαρίδα. Πάντως την τιμητική θέση κατέχει η Γουρνοπούλα ή γουρουνοπούλα, όπου και να κοιτάξεις θα δεις πάγκους με καλοψημένες γουρνοπούλες, λαχταριστές που η γαργαλιστική τους μυρουδιά σε καλεί να τις γευθείς,οι χασάπιδες με ακονισμένες μαχαίρες και μπαλντάδες, όπως ο παραδοσιακός χασάπης μπαρμπα Κώστας Πανουσάκης (Κώστας Ζολλιάς), με μαεστρία και πείρα ετών τεμαχίζει την καλοψημένη τραγανή γουρνοπύλα, όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοί του, περιμένουν αφού την τεμαχίσουν να τυλίξουν την παραγγελία του πελάτη στην λαδόκολλα, για να την απολαύσουν με την παρέα τους και με τη συνοδεία ενός ποτηριού κρασιού, από τα γευστικώτατα μερακλίδικα κρασιά που παράγει η τριφυλιακή γη. Όλα τα υπόγεια ή ισόγεια ταβερνάκια έκαναν χρυσές δουλειές, Άνοιγαν το πρωί και κλείναν το βράδυ. Ο περαστικός άκουγε τραγούδια από τους μερακλίδες πότες. Η κάνουλες δεν σταματούσαν να γεμίζουν τα οκαδιάρικα. Το παζάρι έφερνε και φέρνει στην εσχατιά αυτής της χώρας μας, που λέγεται Κοπανάκι, Πολιτιστικά αγαθά των οποίων έχουν ανάγκη, άλλα και δικαιούνται οι κάτοικοι που εξακολουθούν να παραμένουν και να δημιουργούν σε αυτή. Συγκεντρώνει πολλούς επισκέπτες, αλλά και εμπόρους, όχι μόνο από τα γύρω χωριά, αλλά και από την κυπαρυσσία και τις κοντινές ή μακρινές πόλεις. Ποιος από τους παλιούς κατοίκους,δεν θυμάται τους λόφους από ρίγανι για πούλημα στην πλατεία, η σπιρτάδα της σε κτύπαγε από 150 μέτρα μακρυά. Το Κυριακάτικο παζάρι συνδυάζει την διασκέδαση, την εκδρομή, τα ψώνια, το κοινωνικό αντάμωμα, την επαφή των χωρικών της Ορεινής Τριφυλίας, την ανταλλαγή απόψεων και γνώσεων, το δέσιμο της γνωριμίας και της σχέσης και κυρίως την κατανάλωση παντώς είδους αγαθών και προϊόντων. Εδώ μαθαίνονται τα νέα, μετά από μερικά ποτηράκια πέφτει και το σχετικό κουτσομπολιό, Ο συνδυασμός της γευστικής γουρνοπούλας, το σουβλάκι, το καλοψημένο κοτόπουλο με την συνοδεία του ποτηριού ανοίγουν τις γλώσσες, τα βάσανα, τους καϋμούς και τις ταλαιπωρίες. Εδώ γίνεται η ανταλλαγή των προϊόντων… Τα περίφημα Αετοβουναίικα Κρομύδια, τα Σελαίικα πεπόνια και ντομάτες, τα Αρτικαίικα πορτοκάλια και τόσα άλλα.Απο βραδύς οι καφετζίδες, βλέπετε δεν υπήρχε δίκτυο νερού και εκείνη την εποχή, το μάζευαν με το μαγγάνι και τον κουβά από τα πλησιέστερα πηγάδια. Οι ντόπιοι

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ "ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ" ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΠΑΡΑΛΛΑΒΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΠΟΥΤΣΩΝ ΓΙΑ ΜΠΑΛΩΜΑ ΚΑΙ ΒΑΨΙΜΟ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

καταστηματάρχες στήνανε τις παράγγες τους στην κεντρική πλατεία ξεκινώντας από νωρίς. Τα πεθερικά μου οι «Κατσουλογιαναίοι» ο Γιώργη Καράμπελας και ο Γιάννης ο αδελφός του, μεταφέρανε τα μερίφημα τσαρούχια, από ρόδες αυτοκινήτων από το τσαγκαράδικο στην παράγκα. Καλφάδες, βοηθοί και πωλητές ήταν επί ποδός. Δεν υπήρχε και κανένας την εποχή της ανέχειας, που να μην φόρεσε τσαρούχια ή άρβυλα παλιά  φτιαγμένα και μπαλωμένα από τους Κατσουλογιαναίους. Στα γύρω χωριά οι προετοιμασίες, όσο πιο μεγάλη ήταν η απόσταση τόσο πιο νωρίς έπρεπε να ξεκινήσουν. Είχαν πολύ δρόμο να περπατήσουν, είχαν να φορτώσουν τα ζωντανά και εάν είχαν και ζώα για πούλημα θα τους καθυστερούσαν οπωσδήποτε κατά την μεταφορά. Σήμερα όλος ο κόσμος έρχεται με το τροχοφόρο, και με αυτό μεταφέρει και τα αγαθά του. Τότε έρχονταν με τα γαϊδουρομούλαρα φορτωμένα για να πουλήσουν την σοδειά τους ή να την ανταλλάξουν με κάτι άλλο που είχαν ανάγκη. Και το βράδυ πάλι πίσω με τα πόδια έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού.  Οι γύρω δρόμοι γέμιζαν από άλογα, μουλάρια,γαϊδούρια. Οι σιδεράδες, οι πεταλωτίδες κάνανε χρυσές δουλειές, οι σαμαράδες δεν προλάβαιναν από τις παραγγελίες και τις επισκευές να βάλουν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα τους,

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos wordpress.com



Δεκεμβρίου 28, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: Ο ΑΕΤΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΤΕΜΙΡΗΣ ΓΝΩΣΤΟΣ ΩΣ «ΓΙΑΤΡΟΣ», Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΤΕΜΙΡΗΣ (ΚΟΥΤΣΟΣ) ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ Ι. ΑΒΔΑΛΑ (ΜΑΤΑΚΙ), ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΌ ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Το  «Σωτήριον έτος» 1953, το ζεύγος του Σωτήρη  Ντεμίρη και της Κωνσταντίνας Ιωάννη Αβδάλα, τη γνωστή με το παρατσούκλι (Ματάκι), που ηταν η ψυχή στην κεντρική πλατεία του χωριού Αετού, κρατώντας το κεντρικώτερο παραδοσιακό καφενείο. Και ποιός δεν είχε απολαύση τον μερακλίδικο καφέ της, ή δεν είχε δροσιστή με ένα ποτήρι δροσερό νερό από τα εργατικά και ακούραστα χεράκια της. Ποιός δεν είχε απολαύσει  το πηγαίο καλαμπούρι της, το γλυκό χαμόγελό της και πάντα με  τον καλό λόγο στα χείλη της. Πραγματικά γεννημένη για την δουλειά αυτή , που μέχρι τα βαθειά γερατιά δεν ήθελε να την αποχωρησθεί. Το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ, η μυρωδιά του ούζου και του τσίπουρου, ανακατεμένες με τον καπνό από τα δεύτερης ποιότητας τσιγάρα που καπνίζαν οι πρωϊνοί θαμώνες με τα χούγια τους και τις ιδιαίτερότητές τους, της  είχε γίνει  δεύτερος εαυτός. Το σπίτι της φτωχικό άλλά έλαμπε από νοικοκυροσύνη και πάστρα. Και ο κυρ” Σωτήρης καλός και τίμιος δουλευτής, καλός

ΝΤΕΜΙΡΗΣ ΣΩΤ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΓΙΑΤΡΟΣ), ΣΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΓΩΝΙΩΝ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΕΤΟ, Φωτογραφικό αρχείο, ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

οικογενειάρχης, που προσπαθούσε και αυτός από την πλευρά του για το καλύτερο. Το 1953 ήρθε στον κόσμο το τέταρτο  από τα πέντε παιδιά τους…»το διαμάντι τους», ο γιόκας τους  ο Παναγιώτης Σωτηρίου Ντεμίρης, γνωστός αργότερα με το παρατσούκλι ως «Γιατρός» και μάλιστα «Γυναικολόγος»…. Απολαμβάνοντας το μερακλίδικο παραδοσιακό καφεδάκι στο μικρό καφενείο του, μου είπε την ιστορία πώς του δώσανε το παρατσούκλι «Γιατρός». Μου έλεγε λοιπόν κάποτε γύρω στο 1972, είχε βγεί με κάποια κοπελίτσα στα κρυφά ραντεβουδάκι στην πίσω μεριά του Δημοτικού Σχολείου του Αετού.  Κρυμένοι από τις συστάδες των θάμνων και των καλαμποκιών (έτσι νομίζανε)… από τα βλέματα των περαστικών, και αποροφημένοι από το αίσθημά τους, δεν αντιλήφθησαν ότι δύο περαστικοί ο Παπα – Κώστας Παπαδημητρίου από τον Αετό, και ο Χρήστος Παπαδόπουλος γυναικολόγος από το χωριό Κρεμύδια, τους πήραν χαμπάρι. Σαν νύκτωσε γυρνώντας στο καφενείο τους, βρήκε να πίνουνε το κρασάκι τους και τους δύο παρέα με άλλους. «Βρε!!! Καλώς τον Παναγιώτη….» του λέει ο γυναικολόγος Χρήστος Παπαδόπουλος.» Ξέρετε»; λέει χαριτολογώντας, στους παρευρισκόμενους,  «ότι στον ουρανό γύρευα αντικαταστάτη μου γυναικολόγο, τώρα που  βγαίνω στην σύνταξη. Και που νομίζεται ότι τον βρήκα;….στις καλαμπόκιές δίπλα στις πατουλιές, πίσω απο το Δημοτικό σχολείο. Έκανε μαθήματα γυναικολογίας… «. «ΚΑΙ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΣΕ ΒΑΠΤΙΣΟΥΜΕ,  «ΓΙΑΤΡΟ» ,  ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΟ». Και στρεφόμενος προς τους άλλους λέει:» φαντάζομε ότι και ο Παπά -  Κώστας θα συμφωνήσει για την «Βάπτιση» του Παναγιώτη.»Στην ερώτησή μου πως τα πήγαινε με τα γράμματα; Η απάντησή ήταν : «Το σχολείο το τέλειωσα, αλλά από γράμματα…»Τσούκι», μεθερμηνευόμενο «Κουμπούρας»!! Κάθε μέρα «κοπάνα», πότε για καβούρια, πότε για ψάρια, πότε για πλακοπαϊδια, για κοτσύφια, φρούτα μέχρι και κουνοπίδια από μπαξέδες. Οι δάσκαλοι και οι δασκάλες τον είχαν ταράξει στο ξύλο και τις τιμωρίες. Όμως το «αγριοκάτσικο» κρατούσε καλά την επανάστασή του. Σαν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο,ασχολήθηκε με όλες τις εργασίες. αγρότης, μισακάρης, κτίστης, μπογιατζής, κλαδούχος, μπαξεβάνης. Πάντως με ότι καταπιανότανε τα έβγαζε πέρα. Καλό παιδί με καρδιά διαμάντι, του άρεσε και ο «ποδόγυρος»…Πρώτος στον χορό και στο …πιώμα, μπεσαλής και λεβέντης. Σε μια στιγμή μου λέει: » Έχω κάνει τόσα πολλά στην ζωή μου που θα γέμιζες ένα ολόκληρο βιβλίο, κάποτε θα έρθω και σου μιλήσω για την ζωή και για πολλά άλλα…»ΡΕ ΦΙΛΕ ΠΙΠΗ, ΒΑΛΕ ΓΙΑ ΤΙΤΛΟ… Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥ». Στην φωτογραφία που σου δίνω, είναι από μια παλιά «Φαρμακαποθήκη»…του Αετού.

ΠΑΛΑΙΟΙ ΑΕΤΟΒΟΥΝΑΙΟΙ ΣΤΗΝ "ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ" ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΡΕΜΠΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΗ.

(έτσι λέγαν τα παντοπωλεία που ήταν συγχρόνως μπακάλικα και ταβέρνες). Της Δήμητρας Ρέμπελου του Αγγελή, σημερινό παντοπωλείο. Ήτανε πέντε γεροντάκια και τα κουτσοπίνανε, με ένα ρέγγο ψημένο στην εφημερίδα για μεζέ. Ο Γιώργης  Καζάτζας (Χασάπης ), ο Δημήτρης Ηλιόπουλος (Ντάτσος), ο Αντώνης Παρασκευόπουλος (Βαρκάρης), ο Παναγιώτης Προκοπίου (Μουρέλος) και ο Δημήτρης Ρέμπελος (Ταμπούρας). Μπαίνει μέσα ένας νεαρός και λέει στον ταβερνιάρη: «Κέρασε όλη την παρέα»… Και στο στο πρώτο ποτηράκι λένε  όλοι «Στήν υγειά σου Γιατρέ» . Ο ένας από την παρέα που έλειπε πολλά χρόνια για τα πολιτικά του φρονήματα…Ρωτάει » ρε τίνος είναι ευτούνο το παλικάρι;» και του απαντάει ο άλλος : Του Σωτήρη Ντεμίρι (Κουτσού)…Και λέει ο άλλος με θαυμασμό…»  Μπράβο!! Κουτσέ. ΕΒΓΑΛΕΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑΤΡΟ!!!»…

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com Πιστεύω ότι σε επίσκεψή του μελλοντική, θα ακούσω και άλλες τέτοιου είδους ανεκδοτες ιστορίες του τοπου μας . Σε ευχαριστώ φίλε παναγιώτη Ντεμίρι, μακάρι και άλλοι συμπολίτες μας να ακολουθήσουν το παραδειγμά σου. Πάντως στο τέλος το Ελενάκι, η ανηψιά του γερο-Αποστόλη Παυλόπουλου, σημερινού κατοίκου της πέρα ρούγας Κοπανακίου, σου την φόρεσε την «κουλούρα», και πηγές φιλικές με πληροφόρησαν ότι αντί για τον χορό του Ησαία, το χόρευες σε στυλ τσιφτετέλι…  Με αγάπη και σεβασμό ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Δεκεμβρίου 11, 2010 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Χωρίς σχόλια

«Η ΡΟΥΓΑ» ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΓΡΑΦΙΚΟ ΕΘΙΜΟ, ΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Ένα γραφικό και παραδοσιακό έθιμο, στο Κοπανάκι και στα γύρω χωριά της Ορεινής Τριφυλίας, αλλά και ολοκληρης της Ελληνικής υπαίθρου, είναι η βραδυνή συγκέντρωση των γυναικών της γειτονιάς «Η ΡΟΥΓΑ». Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Δεν ήταν απαραίτητο η συναντήσεις αυτές να γίνονται τις βραδυνές ώρες, αλλά και τις γιορτινές μέρες, τις σχόλες, τις μέρες που είχε λιακάδα, δηλαδή τις μεσημεριανές ώρες, τις απογευματινές ώρες του καλοκαιριού, αφού έχει βασιλεύσει ο ήλιος και έχει δροσίσει ο τόπος. Τις φεγγαρόλουστες βραδυές, που

ΓΝΕΣΙΜΟ ΜΕ ΡΟΚΑ ΚΑΙ ΣΦΟΝΔΥΛΙ

μπορούσαν οι γειτόνισες με το φως του φεγγαριού να βλέπουν η μία την άλλη. Όπου με τις ρόκες γνέθουν και τα λένε…καθισμένες στα σκαλοπάτια των σπιτιών ή στα πεζούλια. Και τι… δεν λένε οι γυναίκες στη ρούγα!!! Ιστορίες τις ζωής, παλιές και πρόσφατες, τους καϋμούς και τις χαρές της νιότης, που πέρασε, και πια δεν ξαναγυρνάει. Μου φέρνει στο νου τραγούδια νοσταλγίας…ΝΑ, ΤΟ ΠΑΡΕΙ!!! ΚΑΙ ΑΠΟΨΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ- ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΓΥΡΙΖΕΙ ΜΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΣΙΑ ΧΑΡΗ- ΚΑΘΙΣΜΕΝΕΣ ΜΠΡΟΣ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΛΕΝ” ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ- ΑΣΠΡΟΜΑΛΕΣ ΓΡΙΟΥΛΕΣ – ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ…Και τελειώνει με την στροφή : ΚΙ” ΑΝ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΑΡΓΟΚΥΛΑ – ΚΑΤΙ, ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΜΙΛΑ, ΟΛΑ Θ” ΑΡΘΟΥΝΕ ΚΑΛΑ…Εκεί θα μάθουνε όλα τα νέα του χωριού, μικρά και μεγάλα. Για τα αραβωνιάσματα, ποιός ή ποιά πρόκειται να σμίξουν

Η ΠΑΙΝΕΜΕΝΗ ΡΟΥΓΑ, ΚΑΙ Η ΠΑΙΝΕΜΕΝΗ...ΓΑΜΠΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ!!!

σύντομα. Όλα τα συζητούν οι γειτόνισες στην ρούγα… Το κουτσομπολιό σταματημό δεν έχει. Το ξόμπλιο που πέφτει δεν λέγεται. Ποιοι πρόκειται να παντρευτούν, από που βαστάει η σκούφια του γαμπρού η της νύφης. Τι περιουσία για προίκα πέρνει. Πόσα σεντόνια, πόσα ταγάρια, φορέματα, μαξιλάρια, πουκάμισα, μπατανίες, κουβέρτες, σαϊσματα, κ.α. Όλα τα λένε τίποτα δεν τους… ξεφεύγει, για το ποιος παίρνει δανικά και αγύριστα, για τους ξενητεμένους και πόσα χρήματα στέλνουν. Με τι καταπιάστηκε η κάθε νοικοκυρά την ημέρα που πέρασε. Τι φαγητό μαγείρεψε, και την τέχνη που βάζει για να γίνουν νόστιμα τα φαγητά της. Και τι δεν λένε οι Κοπανακιώτισσες στην ρούγα…Όλα τα νέα του χωριού, και όσα μαθαίνονται στην αγορά ή στο καθιερωμένο Κυριακάτικο παζάρι, από τον περαστικό ξένο ή τον επισκέπτη. Η ρούγα είναι η πιο ενημερωμένη εφημερίδα και από τις πρωτευουιάνικες. Μετά την κούραση της ημέρας, η ρούγα είναι η διασκέδαση, η ξεκούραση, ο κινηματογράφος, η μάθηση, η ψυχαγωγία. Εκεί στη ρούγα θα ακούσεις πειράγματα,  χωρατά, ιστορίες που εξάπτουν την φαντασία για αλόκοτα περιστατικά κ.α. Η κοπιαστικές δουλειές του σπιτιού, του χωραφιού, το μάζεμα των ξύλων, το ζυμωμα και το φούρνισμα, η αλισίβα και το λεύκαμα των ρούχων, το πλύσιμο, ο αργαλειός, το ντάντεμα και μεγάλωμα των παιδιών είναι δουλειές αποκλειστικά για τις γυναίκες. Το δίκηο είναι με το μέρος τους, το αντάμωμα στη ρούγα είναι απαραίτητο, θέλουν κάπου να πουν τον πόνο τους. Η βασανισμένη και γεμάτη μονοτονία τυρανισμένη ζωή τους  ζητάει το αντάμωμα στη ρούγα σαν βάλσαμο. Να αποδείξουνε στον εαυτό τους, ότι πέρνουν μέρος και αυτές στην κοινωνική ζωή και δράση του τόπου, να

ΙΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΡΟΥΓΑ ΣΕ ΞΕΛΑΣΗ, φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

κουτσομπολεψουν, να μάθουν τα νέα, να δώσουν και να πάρουν κουράγιο για το αύριο!!! Στη ρούγα γενικά θα συναντηθούν μεγάλης ηλικίας γυναίκες, σπάνια νέες. Οι νέες γυναίκες, μου έλεγαν στο καφενεδάκι της Σοφού της γυναίκας του Γιώργη – Ντίντιρη, δύσκολα πήγαιναν για ρούγα, ξεθεωμένες από τις βαριές αγροτικές εργασίες, που να βρουν καιρό, για τέτοιες πολυτέλειες…Στην πέρα γειτονιά του «Λιθερου», στο Κάτω Κοπανάκι, το στέκι της ρούγας ήταν στον χώρο μεταξύ του πρώτου Δημοτικού Σχολείου του Κοπανακίου και το  σπίτι του Γιαννάκο-Πετρούλια, εκεί κοντά ήταν και  το σπίτι του Παναγιώτη Μπόρα. Στο χώρο της ρουγας ήταν ένας μεγάλος ευκάλυπτος. Κάτω από αυτό τον πλάτανο γινόντουσαν οι συναντήσεις.  Και λέγανε, ότι: » από το πολύ ξόμπλιο και καθίσι, ξεράθηκε το… καϋμένο δένδρο!!!» Την ρούγα  την είχαν βαπτήσει, το καφενείο της γειτονιάς. Εκεί μαζευόντουσαν όλες οι γριές του λιθερού. Η Παμεινώνταινα, Μαυροειδίνα, η Τασούλα, Γιαννάκο Πετρούλαινα,Αλέξαινα Μπρούσταινα και τόσες άλλες. Εκεί «ιδιάζανε» τα «βιλάρια» για τον αργαλειό, και στην «λάκκα» του Ματζώρου. Εκεί ξένανε με την «τριχιά» ή την «ξανιάστρα» το τραγόμαλλο, την «γκοτζιά» γιδίσιο μαλί, για «σαϊσματα». Η ρούγα έχει χιλιοτραγουδιστεί,και ποιος δεν γνωρίζει το κερκυραϊκό τραφουδι: ΕΔΩ ΣΆΥΤΗ ΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑ…

Ακολουθούν και άλλες εργασίες γύρω από την παράδοση του τόπου μας, υπομονή…

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Δεκεμβρίου 9, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΑΪ ΘΑΝΑΣΗΣ Η «ΜΑΗ ΘΑΝΑΣΗΣ» ΣΤΑ ΒΑΡΥΜΠΟΠΑΙΪΚΑ ΑΛΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΤΟΠΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Στα πόδια της «βίγλας» (του Βαρτμποπαίϊκου νεκροταφείου), κάποτε πριν εκατό και παραπάνω χρόνια, οι κάτοικοι της περιοχής είχαν κτίσει ένα εκκλησάκι, Τον Άϊ-Θανάση, ή «Μάη-Θανάση»,όπως τον αποκαλούν οι κάτοικοι της περιοχής,  επειδή το γιορτάζουν στις 2 Μάη κάθε χρόνο, στη θέση «Αλώνια». Πετρόκτιστο με στέγη από κεραμίδια, δίπλα στο αλώνι του Θανάση Κώνστα του Παναγιώτη (Αλβάνη). Πιο πάνω είναι το αλώνι του Γιώργη Μιχαλόπουλου του θεοδώρου. Παρακάτω είναι το αλώνι του Γιάννη Καράμπελα (Γιάννη – Μανώλη).Οι γεροντότεροι κάτοικοι της περιοχής το θυμούνται ερείπιο, με την στέγη πεσμένη. Δεν ήταν και λίγοι αυτοί που έπαιρναν κεραμίδια από την πεσμένη στέγη, πέτρες  και ότι άλλο θεωρούσαν χρήσιμο για προσωπική τους χρήση. Κτισμένο όπως ήταν σε ύψωμα, ήταν εκτεθειμένο στις καταιγίδες, και σε παντός είδους καιρικά φαινόμενα που το κτυπούσαν αλύπητα σε συνδυασμό με τον χρόνο. Στο τέλος το εκκλησάκι διαλύθηκε, μόνο ένας τοίχος ανατολικός του Ιερού και κανά δυο άλλοι δεξια και αριστερα που έδειχναν τα απομεινάρια του ναού. Ούτε τοιχογραφίες,ούτε εικόνες, καμπαναριό ανυπαρκτο, ούτε σταυρός ή Αγία τράπεζα, μόνο απομεινάρι που έδειχνε την είσοδο στο εκκλησάκι το πετρινο

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΑΪ-ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ, Φωτογραφικό άλμπουμ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

κατώφλι. οι κάτοικοι της περιοχής του χωριού Πολυθέα (Μαλίκι), λίγο πιο ψηλά από τον χώρο του χαλάσματος, είχαν καθαρή οπτική πρόσβαση. Κάθε βράδυ μου λέγανε οι Μαλικαίοι, στο ταβερνάκι-παντοπωλείο του Γιώργη Κατσάρα (Μπορνιόκος), βλέπανε ένα μικρό φως, όπως το φως του λιχναριού ή του λαδοφάναρου εκείνης της εποχής, να κάνει γύρους από το σημείο που ήταν το εκκλησάκι και μετά από λίγη ώρα να χάνεται μέσα στα χαλάσματα.Βέβαια το Μαλίκι βρίσκεται σε αρκετά μεγάλη απόσταση, και μέσα στο σκοτάδι ήταν αδύνατο να διακρίνουν τι συνέβαινε. Οι προλήψεις, ο φόβος για το άγνωστο και οι ιστορίες από τις γιαγιάδες γύρω από το τζάκι, είχαν εξάψει την φαντασία των ανθρώπων από τα παιδικά τους χρόνια. Ούτε να το σκεφτεί κάποιος να τολμήσει να πλησιάσει τέτοιες ώρες, για να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Μου έλεγε η Σπυρούλα Σοφού η γυναίκα του Γιώργη (Ντίντιρη), και ο Δημήτρης του Γεωργίου Γεωργακόπουλος, νέο παιδί εκείνη την εποχή, ότι τα βράδυα βγαίνανε οι Μαλικαίοι και χαζεύανε το φαινόμενο με το φως του λυχναριού.

ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΕΤΟΥ-ΑΪ-ΘΑΝΑΣΗ. ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΟΛΥΘΕΑ (ΜΑΛΙΚΙ),Φωτογραφικό άλμπουμ ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Μου έλεγε για την ακρίβεια ότι το φωτάκι ξεπρόβαλλε από τα χαλάσματα του Άϊ-Θανάση, και ακολουθούσε συγκεκριμένη διαδρομή, κατέβαινε μέχρι το σταυροδρόμι πάνω από το γεφυράκι στον δρόμο του Αετού, εκεί που είναι το πέτρινο εικονοστάσι του Μάη-Θανάση, και χανοτανε για λίγο. Ύστερα εμφανιζότανε ξανά και ανέβαινε τον ανήφορο, μέχρι τα χαλάσματα της εκκλησιάς, και εκεί εξαφανιζότανε. Πολλές οι ιστορίες από ηλικιωμένες γριές γύρω από το εκκλησάκι. Λέγεται ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που Ο Άγιος είχε εμφάνισθεί στον ύπνο αρκετών ανθρώπων δίνοντας εντολή να ξαναχτίσουν το σπίτι του!!! Μόνο ένα παλικαράκι τότε ο Παντελής Παντελής, βάζοντας αγκίστρια για τσίχλες, τόλμησε να πλησιάσει στο χώρο. Ξαφνικά του πετάχτηκε μια δυνατή λάμψη μπρος του, και η τρομάρα δεν λέγεται…Το φαινόμενο εξαφανίστηκε από την στιγμή που κτιστηκε και εγκαινιάσθηκε το εκκλησακι γύρω στο 1970. Με δωρεές των ευσεβών Κατοίκων του Μοναστηρίου (Βαρυμποπι) και των γύρω περιοχών. Οι κάτοικοι του χωριού Βαρυμποπι, γνωρίζανε όλοι τους πολύ καλά τι συνέβαινε , αλλά η θέση του χωριού τους εμπόδιζε να βλέπουν το περιεργο φαινόμενο. Πολλοί λέγανε ότι το φως κατέβαινε από το Μοναστήρι της Αγια-Σωτήρως. Για το ιστορικό αυτό Μοναστήρι και τα θαύματα εκείνης της εποχής, που πραγματικά κατά κοινή ομολογία είναι πάρα πολλά , το komianos Blog, θα ασχοληθεί στο μέλλον. Υπομονή φίλοι μου…

Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Δεκεμβρίου 6, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ ΟΙ ΖΩΟΚΛΕΦΤΕΣ, «ΤΟ ΑΖΥΓΙΣΤΟ ΚΡΕΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΝΟΣΤΙΜΟ», Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ ΤΟΥ ΣΤΟ ΜΠΟΣΤΑΝΙ, ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΡΤΙΚΙΟΥ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ-ΕΛΕΝΗ ΛΟΥΜΠΡΙΝΗ-ΑΝΤΩΝΙΑ ΤΕΡΖΗ- ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΕΡΖΗ- ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ

Τυχαία ακούσα μία ιστορία από ένα γέρο-Κρυονερίτη, τον κύρ” Γιώργη, και σιγά σιγά η περιέργειά μου μεγάλωσε, ακούγοντας ιστορίες και περιστατικά για τα χρόνια της κλεψιάς την εποχή εκείνη.Μου έλεγε λοιπόν πώς το να είσουν κλέφτης εκείνη την εποχή, όλος ο κόσμος σε είχε περί πολλού. Στα μάτια του κόσμου ήσουν ένας μικρός ήρωας. Όλος ο κόσμος σε σεβόταν. Ήταν γεναιότητα, μαγκιά και αντριλίκι. Η κλεψιά εκείνη την εποχή ήταν τέχνη, ηθοποιϊα…άμα θέλανε να κλέψουν, το προγραμμάτιζαν τουλάχιστον μια εβδομάδα πρίν. Κανόνιζαν λοιπόν από πριν να συναντηθούν σε ουδέτερο χώρο, π.χ. στο καθηερομένο ζωοπανήγυρο που γινόταν κάθε Κυριακή στο Κοπανάκι. Συναντούσαν λοιπόν τα «συνεταιράκια» τους ζωσμένοι με τα κουμπούρια τους και την αρματωσιά τους στα σελάχια τους. Κανόνιζαν να βρίσκεται και αρκετό ακροατήριο. Η δε συνάντηση γινόταν στο πιο κεντρικό σημείο. Σκοπός αυτού του σκηνικού ήταν, να υπάρχουν πολλοί μάρτυρες αν χρειαζόταν αργότερα. Για ασήμαντη αιτία άρχιζαν τους καυγάδες και μάλωναν στα ψέματα μεταξύ τους. Οι βρισιές πέφτανε βροχή και από τις δυο μεριές. Ήταν απαραίτητο να είναι παρόντες πολλοί για να τους χωρίσουν. Βρίζανε λοιπόν ο ένας τον άλλον με τρόπο σκληρό. «είσαι μεγάλος παλιάνθρωπος ρε!!!». » Εγώ ρε θεομπαίκτη;.. ή εσύ ρε μούσχαρε;..Ου… να μου χαθείς μασκαρά «. Και άλλες χειρότερες ή προσβλητικές βρισιές και χαρακτηρισμούς. Και αν τραβούσαν κουμπούρες, για να ξεπλήνουν την ντροπή τους δήθεν…ήταν το σύνθημα για να συναντηθούν στην πηγή του » Κρο-Κοπανάκι» στην πέρα ρούγα, στο λιθερό. Οι Σουλιμαίοι και οι Πλατανίτες ρίχνανε και καμιά κουμπουριά στα πόδια, ή στον αέρα, που αντί για σκάγια είχαν «φασούλες». Ανάλογα με τις κουμπουριές σήμαινε και τι ώρα θα γίνει η συνάντηση. Αν τράβαγαν μαχαίρια δήθεν για να πάρουν πίσω την προσβολή, ήταν το σύνθημα να συναντηθούν στο μύλο του «Σοφού». Αν μένανε στα λόγια και τις βρισιές, τότε θα συναντιώνταν στο μύλο του «Ρήγα». Εάν έσπαζαν ένα ποτήρι ή πετάγανε με θυμό μια καρέκλα, αυτό σήμαινε στη μία την νύκτα. Βέβαια είχαν και άλλα συνθηματικά. Δεν χωράει ο νους του ανθρώπου, τι κόλπα χρησιμοποιούσαν για να κλέψουν κότες, αρνιά, γίδια, κατσίκια, μέχρι αγελάδες, γαϊδούρια και άλογα οι αθεόφοβοι, άσε τα γουρούνια. Αν η λεία ήταν μικρή, αυτός που προχωρούσε μπροστά , είχε το ζώο κρεμασμένο στην πλάτη του, και για να μην χάνουνε καιρό, αλλά και να μην προδωθούνε από τα βελάσματα των ζώων, αυτός που ακολουθούσε το έσφαζε και το έγδερνε συγχρόνως. Πως λέμε σήμερα…»τρία σε ένα», κλοπή, σφάξιμο και γδάρσιμο, το κρέας έτοιμο για την κατσαρόλα. Την παρακάτω ιστορία μου την διηγήθηκε ο συχωρεμένος δάσκαλος των Αγγλικών, Κος Περικλής Κωνσταντινίδης από το χωριό Κεφαλόβρυση. Κάποιος πλατανίτης ονομαστός ζωοκλέφτης στν περιοχή, (όνομα δεν λέω για ευνόητους λόγους), επρόκειτο να παντρευτεί την Κυριακή στο χωριό Πλατάνια. Την μέρα της Παρασκευής είχε έλθει σε επαφή με την ομάδα του, Τα μεσάνυκτα του σαββάτου θα συναντιώντουσαν, να πάνε να κλέψουν αρνιά από κάποιον άρχοντα της περιοχής. » Το αζύγιστο κρέας αίναι το πιο νόστιμο..» Έτσι συνήθιζαν να λένε οι κλέφτες εκείνης της εποχής.

ΨΗΣΙΜΟ ΚΛΕΦΤΙΚΟΥ ΑΡΝΙΟΥ

Έλα όμως που κατά την επιχείρηση τους πήραν χαμπάρι οι νοικοκυραίοι…και τους πλάκωσαν στις μπαταριές. Το τι έγινε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται, οι «Τσάγκρες» μπουμπούνησαν, και οι γκλίτσες από αγριλιά τσάκισαν στα πλευρά των κλεφτών. Τον Γαμπρό με τον κώλο σκαγιασμένο, τον μπαγλάρωσαν και τον πήγαν κατευθείαν στον δικαστή. Ο δικαστής που τον δίκαζε, ρωτάει τον κατηγορούμενο: » Βρε!!! αθεόφοβε την μέρα του γάμου σου βρήκες να κλέψεις; Δεν πήγαινες κάποια άλλη μέρα;» Και ο Πλατανίτης ζωοκλέφτης, απαντάει: » Και τι θα έσφαζα την ημέρα του γάμου μου να φάμε; κυρ” πρόεδρε;….Την γυναίκα μου; !!! » Κόκκαλο ο πρόεδρος…Στα εγκαίνια της Εκκλησίας Παναγίτσας στο κάτω Κοπανακι, Τον Δεσπότη τον τάϊσαν «κλεφτό», οι αθεόβοι κογιόνιδες. Έτσι μου έλεγαν οι κάτοικοι του Λιθερού. Το κλέψιμο εκείνη την εποχή είχε  τις ευχάριστες στιγμές του, πέραν των κινδύνων που σε περίμεναν, και τις σχετικές πλάκες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γαμπροί είχαν κανει το τραπέζι του γάμου τους, στο συμπεθεριό με κλεμένα ζώα από τον πεθερό τους. Ή είχαν ταϊσει το βράδυ των αραβώνων, τα πεθερικά τους, κοκκινιστό κόκκορα με χυλοπίτες, που είχαν κλέψει το προηγούμενο βράδυ από το κοτέτσι τους. Από τέτοιες κωμικές ιστορίες είναι γεμάτη η Ορεινή τριφυλία. Οι κλέφτες εκείνη την εποχή αλλώνιζαν την περιοχή. Εκείνα τα χρόνια οι κλέφτες ψήνανε το περίφημο «κλέφτικο» ως εξής: Αφού σφάζανε το κλεμένο ζώο, του βγάζανε το τομάρι, τα εντόσθια, αν υπήρχε και θυμάρι του γεμίζανε την κοιλιά για να σπάσει η μυρουδιά, του ξαναφοράγανε το δέρμα και το ράβανε ή το δένανε. Στη συνέχεια ανοίγανε ένα λάκκο, το βάζανε μέσα και το σκεπάζανε με λίγο χώμα. Ύστερα ανάβανε φωτιά με κούτσουρα από πάνω. όποιο απόσπασμα περνούσε ψάχνοντας να βρούν τα κλεψιμαίϊκα, αυτό που βλέπανε ήτανε η φωτιά και γύρω ανθρώπους να ζεσταίνονται πίνοντας κρασάκι με κρεμύδι και ελιές, τις περισσότερες φορές «ξεροσφύρι». Που να φαντασθούν ότι το «κλεφτό» ήταν κάτω από την φωτιά και  σιγοψηνόταν…Μόλις τα ξύλα καιγόντουσαν, και η φωτία έσβυνε μετά από τέσσερες με πέντε ώρες, το σφακτό ήταν έτοιμο, λουκούμι, για τα πεινασμένα τους στομάχια.!!! Το λέει και το σχετικό τραγουδι: ΤΗΣ ΝΥΚΤΑΣ ΟΙ ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ,- ΟΛΟΝΥΚΤΙΣ ΚΟΥΡΣΕΥΑΝΕ ΚΑΙ ΤΑΙΣ ΑΥΓΑΙΣ ΚΟΙΜΩΝΤΑΙ.- ΚΟΙΜΩΝΤΑΙ΄Σ ΤΑ ΔΑΣΙΑ ΚΛΑΡΙΑ ΚΑΙ΄Σ ΤΟΥΣ ΠΑΧΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΙΣΚΙΟΥΣ, – ΕΙΧΑΝ ΑΡΝΙΑ ΚΑΙ ΨΗΝΑΝΕ, ΚΡΙΑΡΙΑ ΣΟΥΒΛΙΣΜΕΝΑ, – ΜΑ ΕΙΧΑΝ Κ΄ΕΝΑ ΓΛΥΚΟ ΚΡΑΣΙ, ΠΟΥ ΠΙΝ΄ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Δεκεμβρίου 3, 2010 Posted by | ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

Η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos wordpress.com


Γύρω στο 1950 μια χειμωνιάτικη μέρα, ήρθε στα μέρη μας φερμένη από το χωριό Ράδου της Ιθώμης, η Σταυρούλα Μπακαράκη. Έλεγε ότι την είχε δείρει ο αδελφός της για μια «αταξία» που είχε κάνει, και την είχε διώξει από το σπίτι. Εκείνη την εποχή τέτοιου είδους αμαρτήματα δεν συγχωρούνταν…και ας ήταν  χαμηλού πνευματικού επιπέδου.Γύρω στο 1950 λοιπόν εμφανίστηκε στα μέρη μια γυναίκα 25 – 30 χρονών. Ούτε και η ίδια γνώριζε πότε είχε γεννηθεί. Κοντούλα λίγο σγουφτή και χαζούλα από γεννησιμιού της, όπως μου λέγαν οι κάτοικοι της περιοχής. Η περιουσία της ένα μπογαλάκι με μερικά ρουχαλάκια, και μια κουβέρτα στρατιωτική,που την χρησιμοποιουσε για πανοφώρι να την προστατεύει από το κρύο, και για πάπλωμα και σκέπασμα οταν ξάπλωνε τα κρύα βράδυα. Για σπίτι, όπου την έβρισκε το βράδυ…ένα χάλασμα, κάτω από κανένα μπαλκόνι και αν ήταν τυχερή, εύρισκε καμιά γωνιά απαγγερή στο «μπεζεστένι» στο πάνω Κοπανάκι. “Η κούρνιαζε κυνηγημένη από τους χωρικούς, στη ρίζα καμιάς πατουλιάς σαν τρομαγμένο ζώο. Για φαϊ ότι της έδινε οι νοικοκυράδες από το υστέρημά τους, ακόμη και για ένα σπίρτο ζητιάνευε για να ανάψει φωτιά, να ζεστάνει το ταλαίπωρο κορμί της, από τις κρύες νύκτες του χειμώνα και την υγρασία του τόπου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η επαφή με το χώμα, της δημιουργούσε προβλήματα υγείας, όλο το κορμί της την πονούσε και έτρεμε από τον πυρετό και το κρύωμα. Πόσες και πόσες φορές δεν ερχόταν στο κατώφλι του φαρμακείου μας  να ζητήσει την βοήθειά μας….Για σκουτιά μία φορεσιά όλη και όλη, δεύτερη αλλαξιά δεν είχε. Βλέπεις εκείνη την εποχή, ακόμη και τα παλιά ρούχα ρούχα τα σκίζανε σε λουρίδες,για να φτοιάξουν στον αργαλιό κουρελούδες. Σωματική καθαριότητα, αν ήταν καλοκαίρι κάτι γινόταν, τον χειμώνα; ούτε λόγος. ακόμη και από μακρυά η μπόχα ήταν αφόρητη, δύσκολο να την πλησιάσεις…Και όμως παρ” όλη την κατάστασή της αυτή, ορισμένοι την εκμεταλευόντουσαν σεξουαλικά!!! Αποτέλεσμα…να φέρει στον κόσμο ένα πολύ ωραίο κοριτσάκι κάποια μέρα. Καθυστερημένη όμως η Σταυρούλα καθώς ήταν, δεν είχε ούτε τις βασικές γνώσεις αλλά και δυνατότητες  να το μεγαλώσει, να το προστατεύσει από τις καιρικές συνθήκες, να το ταϊσει ή να το αλλάξει. Δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που από μητρική ευαισθησία, όταν μπορούσαν την βοηθούσαν. Το μωρό όλο έκλαιγε, και η καϋμένη Σταυρούλα ανύμπορη να κάνει το παραμικρό ήταν συνεχώς… δακρυσμένη. Μπορεί να ήταν καθυστερημένη, ο πόνος και τα κλάματα του μωρού δεν την άφηναν ασυγκίνητη. Όμως υπήρχαν και «άνθρωποι» με όλη την σημασία. Περνώντας από το καφενείο του κυρ” Αποστόλη και το τσαγκαράδικο του πεθερού μου Γιώργη, με το μωρό στην αγκαλιά της, γυμνό και σκεπασμένο με την στρατιωτική κουβέρτα, με τα μάτια βουρκωμένα. Την πήγαν στου Φρέκα το μαγαζί και της αγόρασαν ασπρόπανα για πάνες, ρουχαλάκια για να ζεστάνει το μωρό της, κουβερτούλα και από τα μαγαζιά τους γάλατα και παπούτσια. «Σας ευχαριστώ πατριώτες που βρεθήκατε στον δρόμο μου, τους είπε με τον ιδιόρυθμο τρόπο που μίλαγε μασώντας τα λόγια της. Όμως το μωρό αρώστησε, από την μια η παγωνιά, από ρην άλλη οι κακουχίες , η κακή διατροφή και οι κανόνες υγιεινής….Ανάγκασαν την κοινωνική λειτουργό να της παρει το παιδί, και να το πάει στο ΠΙΚΠΑ της Καλαμάτας για καλύτερα. Σε λίγο καιρό το αγγελούδι πέθανε, το φέρανε εδώ στο Κοπανάκι νεκρό για να ταφεί στο νεκροταφείο στο Λάπι το 1958. Όπως μου έλεγε η κυρά Σπυρούλα Σοφού, είχε και τις καλές στιγμές της μέσα στην χαζομάρα της. Κάποτε περνώντας στην δημοσιά μπροστά από το καφενείο του «Ντίντιρι», την ρώτησα: «Τι κάνεις Σταυρούλα μου;» και μου απαντάει…»Τι να κάνω κυρία μου…παίρνει της νοικοκυράδες ο Θεός , αφήνει τα ορφανά στους δρόμους. και αφήνει εμένα να «χασμουδεύει» μαζί μου ο κόσμος»!!! (δηλαδή να κοροϊδεύει). Στο τέλος την περιμάζεψε γύρω στο 1968 – 1970 ο Μήτρο Κατσούλης είχε χάσει την γυναίκα του, τα κορίτσια του είχαν ξενιτευτεί. Συζούσανε με την Σταυρούλα σε ένα φτωχοκάλυβο, μια κάμαρα όλη και όλη, εκεί η κουζίνα με την τραπεζαρία και την  κρεβατοκάμαρα, ολη η περιουσία τους. Η τουαλέτα έξω στην εξοχή, τζάκι δεν υπήρχε, φωτιά άναβε στο χωματένιο δάπεδο και ο καπνός έβγαινε από τα κεραμίδια που έχασκαν μεταξύ τους. Δίπλα ενα καλυβάκι για σταύλο με δύο κατσικούλες και καμιά κότα. Σιγά σιγά την ασφάλησε και της έβγαλε μια μικρή σύνταξη. Λίγα χρόνια έζησαν μαζί, όμως  πέθανε ο γέρο Μήτρο Κατσούλης ο προστάτης και σύντροφος, και η Σταυρούλα έμεινε πάλι μόνη. Που και που στεκότανε έξω από το φαρμακείο, και κοίταζε με προσμονή την γυναίκα μου, περιμένοντας να της δώσει κάποιο φάρμακο που είχε ανάγκη. Στο τέλος μετά από υπόδειξη της κοινωνικής λειτουργού που ήταν επικεφαλής της ομάδας «βοήθεια στο σπίτι»…την πήγαν παρά τις αντιρήσεις της στο γηροκομείο. Εκεί της συνέβει ένα ευχάριστο περιστατικό. Στο γηροκομείο την ρώτησαν αν και ποια σχέση είχε με κάποιο άτομο, που είχε το ονομα του αδελφού της….τον οποίο δεν είχε δει από τότε που την έδιωξε από το χωριό. Δεν ήξερε ουτε και αν ζούσε ο αδελφός της. Μόλις ειδε η μία τον άλλον, το αίμα μίλησε ξεχάστικαν όλα όσα είχαν γίνει, αγκαλιάστικαν και έκλαψαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Η χαρά της δεν βάσταξε και πολύ, σε λίγα χρόνια έφυγε ο αδελφός. και έμεινε πάλι μόνη η Σταυρούλα….Σήμερα ζει με την συντροφιά των άλλων οικοτρόφων στο γηροκομείο, με το φαγάκι, της άνεσή της, το ζεστό περιβάλλον και την περιποίησή της. Πολλές γυναίκες την επισκέπτονται, προς τιμήν τους ακόμη και σήμερα. Όταν τις βλέπει το πρόσωπό της λάμπη από χαρά και ευτυχία.  Άφησε και αυτή τα ίχνη της και την ιστορία της στον τόπο μας. Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ Σταυρούλα. Να είσαι καλά και γερή εκεί που βρίσκεσαι.

Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ ,komianos wordpress.com

Δεκεμβρίου 1, 2010 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Uncategorized | Χωρίς σχόλια

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΡΓΟΣΒΥΝΟΥΝ, «ΞΥΛΟΚΕΡΑΤΑΣ» – «ΜΑΧΑΙΡΑΣ»- «ΜΑΧΑΙΡΟΠΟΙΟΣ», Ή «ΠΙΤΣΙΑΚΣΙΗΣ». Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΠΕΡΙΤΕΧΝΕΣ ΛΑΒΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΙΔΕΣ ΜΑΧΑΙΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΣΟΥΒΑΛΑ (ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ) ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

«Ξυλοκερατάς», λεγεται ο ειδικός τεχνίτης,  που χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη το ξύλο και το κερατο, για την κατασκευή λαβών για μαχαίρια ή άλλα εργαλεία, για οικιακή ή άλλη χρήση. Πολλές φορές ο ξυλοκερατάς είχε ειδικευτεί και στην τέχνη του σιδερά. Αυτό τον βοηθούσε να φτιάχνει τις λάμες και τις αντίστοιχες λαβές τους ταυτοχρόνα. Τα κέρατα που δούλευε ένας ξυλοκερατάς ήταν από κριάρια, μοσχάρια, βουβάλια,από γίδια,τραγιά, χαυλιόδοντες από αγριογούρουνα και το ξύλο της ελιάς, ήταν το πιο σκληρό ξύλο και είχε ωραία χρώματα και νερά.  Παλιά τα εύρισκαν εκεί που έριχναν οι χασάπιδες τα κέρατα από τα κεφάλια των ζώων που έσφαζαν. Τα θεωρούσαν άχριστα. Τα μάζευαν και αφού τα καθάριζαν, τα δούλευαν με το πριόνι. Μετά τα ζεστένανε και μαλακώνανε, έτσι μπορούσαν να τα πλάσουν και να τους δώσουν το σχήμα που ήθελαν. Π.χ. Λαβές για μαχαίρια ή σπαθιά, τσατσάρες, κουμπιά, κουτάλια, πιρούνια και άλλα. Πολλές φορές συνδύαζαν το κερατο με το ξύλο, το αποτέλεσμα ήταν ένα υπέροχο έργο. Το επάγγελμα του μαχαιροποιού δεν το είχαν εκείνη την εποχή σε μεγάλη υπόληψη. Τα χρήματα που εβγαζαν ήταν λίγα, και η δουλειά τους γυρολόγοι, γύριζαν όλα τα χωριά διαλαλώντας το εμπόρευμά τους. Κάθε τεχνίτης είχε και το δικό του εργαστήρι. Οι πρώτοι τεχνίτες ήταν Τούρκοι. Από αυτούς έμαθαν την τέχνη και οι Έλληνες που την συνέχισαν. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν απλά, π.χ. μία φαλτσέτα ή ένα μαχαίρι ή κάποιο αιχμηρό εργαλείο, για σκάψιμο ή για ξύσιμο των κεράτων και του ξύλου και για

ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΜΕ ΛΑΒΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΑΤΑ

διακοσμητικά στολίδια. Η εργασία του ξυλοκερατά ήταν γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Από παλιά δούλευαν τα κέρατα, τους χαυλιόδοντες από αγρογούρουνα και ελέφαντες, σκαλίζοντας περίτεχνα κοσμήματα, περιδαίρια, τσατσάρες, κουμπιά και λαβές εργαλείων. Χρησιμοποιούσαν επίσης και το «Μαγγανοψάλιδο». Ένα εργαλείο με το οποίο κτυπούσαν τις λαβές από κέρατα ή ξύλο, για να κάνουν την τρύπα στις λαβές των μαχαιριών. Ένα αλλο εργαλείο ήταν ο «Ζουμπάς» για να κάνουν την αντίστοιχη τρύπα στην λεπίδα. Αφού έφτιαχναν την λαβή  την «ζουμπάδιαζαν», δηλαδή την τοποθετούσαν χρησιμοποιόντας μεταλικούς πύρους και έδενε γερά . Στη συνέχεια την πλούμιζαν με διάδορα σχέδια. Μεταξύ των μερακλίδων  ξυλοκερατάδων υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός. Πολλές φορές η λαβή του σπαθιού ή του μαχαιριού, μαρτυρούσε την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική  θέση του ανθρώπου που το φορούσε. Οι ξυλοκερατάδες που συνδίαζαν τις περισσότερες φορές το επάγγελμά τους με το επάγγελμα του σιδερά, χρησιμοποιούσαν την «Ξύστρα» για να ξύνουν την λεπίδα. Τον «τροχό» για το τρόχισμα τις λεπίδας, που τα παλιά εκείνα τα χρόνια γύριζε με το πόδι. Το «Σμυριγδόπλακο» για να δώσουν το τελικό τρόχισμα τις λεπίδας. Και το καμίνι που το φυσερό του ήταν φτιαγμένο από δέρμα γουρουνιού και σανίδια. Το χρώμα της λαβής των μαχαιριών ήταν και ανάλογο με το χρώμα του ζώου. Η παμπάλαια τέχνη του μαχαιριού επιβιώνει ακόμα και σήμερα. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, στην Κρήτη, στη Σουβάλα (Πολύδροσο) Παρνασού κ.α. η τέχνη του ξυλοκερατά την συνεχίζουν μέχρι και σήμερα. Στην Λευκάδα συνεχίχεται η παράδοση ακόμη και σήμερα. Λέγεται δε ότι το σπαθί με την περίτεχνη λαβή του Βασιλέως Όθωνα, λευκαδινοί τεχνίτες το είχαν κατασκευάσει.

Εργασία: ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Νοεμβρίου 26, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο

«ΞΕΛΑΣΗ» ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΕΘΙΜΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos,wordpress.com

ΞΕΛΑΣΗ (ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ) ΓΙΑ ΜΑΖΕΜΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ

Ακόμη και για τους μεγάλους κατοίκους της περιοχής κάποιας ηλικίας, είναι πάρα πολύ δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να θυμηθούν την εξήγηση της λέξις » Ξέλαση «. Η λέξη αλληλοβοήθεια, σεμπριά είναι η πλέον γνωστές την σημερινή εποχή.  Πως να εξηγήσει κάποιος στους νέους και στις νεές μας, την σημασία της  λέξης «Ξέλαση»…Ακόμη δυσκολώτερο την σημερινή εποχή της αφθονίας των διατροφικών αγαθών αλλά και της σκληρής αδιαφορίας για τον γείτονα, και γενικά της τεμπελιάς ακόμη και για εργασίες που αφορούν την δική μας περιουσια, τα δικά μας συμφέροντα. Όσο ζουν οι γεροντότεροι υπάρχει και το σχετικό ενδοιαφέρον, διαφορετικά ας είναι καλά η λαϊκή αγορά του Κοπανακίου και του Δωρίου, όοοολα τα καλά έχουν, τώρα σου λέει ο άλλος για τα ζαρζαβατικά θα ενδοιαφέρομαι;…ή για το στάρι και το καλαμπόκι;…Κάποτε όμως αυτά αποτελούσαν τα απαραίτητα υλικά

ΞΕΛΑΣΗ (ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ) ΓΙΑ ΚΤΙΣΙΜΟ ΣΠΙΤΙΟΥ

επιβοιώσεως για αυτούς τους ανθρώπους. τη φαμελιά  και τα ζωντανά τους. Η ξέλαση αποτελούσε στο χωριό βασικό δέσιμο στις ανθρώπινες σχέσεις εκείνης της εποχής, της εποχής της φτώχιας της ανάγκης και της ανέχειας. Αν το σπίτι δεν είχε σιτάρι, λάδι, κρασί και παστό κρέας, τότε τα έφερνε δύσκολα. Η λέξη «Ξέλαση»… πώς να εξηγήσεις και να βάλεις τον σημερινό νέο,  στο κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή, των παππούδων μας και των πετεράδων μας, στις «Σεμπριές» και τις «Δανικαριές». Το έθιμο αφορούσε την συγκέντρωση ενός αριθμού κατοίκων, για την εκτέλεση μιας ορισμένης εργασίας που χρειαζόταν πολλά εργατικά χέρια και ένας χωρικός ή μία φαμελιά, δεν μπορούσε ή δεν προλάβαινε να τη φέρει εις πέρας. Έτσι εκείνος που ήθελε να κάνει ξέλαση, πληροφορούσε για την εργασία που ήθελε στα μαγαζιά ή τους τόπους συγκέντρωσης τους κατοίκους ότι την τάδε Κυριακή ή αργία θα

ΞΕΛΑΣΗ ΓΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

έχει ξέλαση, και παρακαλούσε όλους άνδρες και γυναίκες, να έλθουν και να βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Άλλοι με τα ζωντανά τους, άλλοι με γεωργικά απαραίτητα εργαλεία και άλλοι με χειρονακτική εργασία. Οι συγχωριανοί μάθαιναν τα νέα πολλές φορές και από τον παππά στην λειτουργιά της προηγούμενης Κυριακής. Την ημέρα της ξέλασης ο νοικοκύρης ετοίμαζε φαγητό , το απαραίτητο κρασί και άλλους μεζέδες για τους ξελασίτες. Η νοικοκυρά έκανε μια γύρα, μόλις σταμάταγε να ξαποστάσει με μια κανάτα κρασί ή άλλο ποτό και κέρναγε τους εργάτες για να τους τονώσει και να τους δώσει δύναμη, τα παιδιά γυρνούσαν με το κανάτι ή με την τσίτσα που βάσταγε δροσερό το νερό από την πηγή, και δρόσιζαν τον διψασμένο εργάτη ή εργάτρια. Μέχρι που βράδυαζε η εργασία είχε τελειώσει, μετά καθόντουσαν έπιναν, έτρωγαν και τέλος  έπερναν το δρόμο του γυρισμού γεμάτοι ευθυμία από το κρασάκι και την κοιλιά χωρτάτη. Πολλές φορές εξ αιτίας του κρασιού στο δρομο του γυρισμού, άρχιζαν και το τραγούδι. Άμα είχε βρέξει τον Αύγουστο η σοδειά ήταν πλούσια, η σπιτονοικοκυρά χρειαζόταν πολλά χέρια για νατα φέρει βόλτα. Για αυτό τον λόγο ζητούσε  βοήθεια δηλαδή (ξέλαση), από συγγενείς, φίλους, γείτονες κυρίως γυναίκες και μέσα σε ένα βράδυ μέχρι τις μεγάλες ώρες τελείωνε στο άστραμα η εργασία. Το καθάρισμα έπρεπε να γίνει γρήγορα, αμέσως μετά το μάζεμα της «κούκλας» του καλοαμποκιού δηλαδή, γιατί όπως ήταν στιβαγμένος ο καρπός άναβε από την ζέστη και την υγρασία. Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν να μουχλιάσει και να σαπίσει…Η διαδικασία του καθαρισμού,  δηλαδή να το βγάλουν από το «Τρουμπούκι» του καλαμποκιού τα «Πούσια», τα φύλλα δηλαδή που κάλυπταν τον καρπό. Για να το πετύχουν  έπρεπε να το ξεφλουδίσουν στην κορφή, μετά τράβαγαν τα φύλλα με δύναμη προς τα κάτω και τα πετούσαν στην μπάντα. Τα πούσια τα χρησιμοποιούσαν για προσάναμα στο φούρνο ή στο τζάκι, για να γεμίζουν μαξιλάρια ή στρώματα. Το καθαρό καλαμπόκι το έριχναν στα κοφίνια. Αργότερα όταν ερχόταν ο καιρός το τρίβανε με τις «γκριτζάλες» Για να χωρίσουν τον σπόρο του καλαμποκιου από τα «λουμπούσια» που και αυτά τα χρησιμοποιούσαν για προσάναμα. Η κυρά του σπιτιού σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και στην περίπτωση που έπρεπε να ξάνουν το μαλί για γνέσιμο και για τον αργαλειό, Αυτή κανόνιζε ποιους θα καλέσει ανάλογα με την δουλειά, συνήθως γυναίκες της ίδιας κοινωνικής τάξης, συγγενείς, φίλες και ως επι το πλείστον γειτόνισες. Η κυρά του σπιτιού κανόνιζε τι θα τους προσφέρει την ώρα που δουλευανε, τι φαγητό θα μαγειρέψει. όλοι και όλες όταν ακουγαν την λέξη ξελαση, έτρεχαν με χαρά και το έκαναν πραγματικά με την καρδιά τους, ήταν και ένας τρόπος να ξεδώσουν και συγχρόνως να γελάσουν με τα πειράγματα των άλλων. Επίσης οι πιο γεροντότερες λέγαν και περίεργες ιστορίες, που είχαν σαν συνέπεια να εξάπτουν την φαντασία των παιδιών, τις περισσότερες φορές ιστορίες με παραδείγματα και διδάγματα. Οι  νέοι και οι νέες εύρισκαν τον τρόπο ξεφεύγοντας  από το άγρυπνο μάτι της μάνας ή της γιαγιάς, για κάποια υποτιθέμενη δουλειά να ερωτοτροπήσουν. Στο τέλος ακολουθούσε και η απαραίτητη μπουγάνα και σαν τελείωνε η βραδυά όλοι και όλες με νυσταγμένα τα παιδιά, κινούσαν για τα σπίτια τους ευχαριστημένοι. Η κυρά του σπιτιού την άλλη μέρα θα άπλωνε τον καρπό να ξεραθεί, μετά ακολουθούσε το τρίψιμο με την «γκριτζάλα» εναν τρίφτη ξύλινο, και ξεχώριζαν το αραποσίτι από το λουμπούσι ή κότσαλο. Με τον καρπό θα γέμιζαν τα αμπάρια τους και τα αισθήματά τους. Γιατί ήταν βέβαιοι ότι οι ανάγκες για την  ερχόμενη χρονιά ήταν καλυμένες. Συναισθήματα που οι σημερινοί νέοι νέοι δεν μπορούν να νιώσουν, ή αφθονία και η εύκολη προμήθεια των αγαθών, έχουν αλλάξει τον τρόπο της ζωής τους και τις πρωτεραιότητές τους. Σε μας θα λείψουν τα τραγούδια που μιλούσαν για τα νιάτα και την λεβεντοσύνη, για τα όμορφα μάτια της κοπελιάς, οι ιστορίες για έρωτες, καπρίτσια, τα πειράγματα στις ανύπαντρες και νιόπαντρες, η φρεσκοφουρνισμένη κουλούρα ζεστή ζεστή από περσινό αραποσιτάλευρο, το φαγοπότι, το βαρελίσιο σπιτικό μυρωδάτο κρασί, το ερωτικό από… απόσταση κάλεσμα. Προπαντώς το σχήμα του καλαμποκιού, βοηθούσε της πιο πονηρές κογιόνες να λένε ιστορίες σεξουαλικού περιεχομένου, που έκαναν τις παρευρισκόμενες να κοκκινίζουν και άλλες να ξεκαρδίζονται στα γέλια.

Παραθέτω ένα ποίημα για την ξέλαση, του Κοπανακαίου πατριώτη μας, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΕΛΤΕΜΗ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ) 1918 – 1978. Μεσσήνιος ποιητής και πεζογράφος, γεννήθηκε στο Κοπανακι Της Ορεινής Τριφυλίας το 1918. Μαθήτευσε στο Ημιγυμνάσιο Αετού, στον Γυμνάσιο Μελιγαλά και στο Γυμνάσιο Κυπαρυσσίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάσθηκε ως διοικητικός υπάλληλος του Ι.Κ.Α. Και έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Πηγή : Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια  Βικυπαίδεια.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΕΛΤΕΜΗΣ - ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ μαθητές Ε! Γυμνασίου Κυπαρυσσίας 1936 - 1937

Ξ Ε Λ Α Σ Η

ΑΠΟΣΠΕΡΟΥ ΕΧΕΙ ΞΕΛΑΣΗ ΣΤΗΣ ΜΗΤΡΑΙΝΑΣ Τ” ΑΛΩΝΙ. – ΘΑ ΣΥΝΤΑΧΘΟΥΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΙ” ΟΙ ΚΟΠΕΛΛΙΕΣ ΟΙ ΡΟΥΣΣΕΣ- ΚΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΡΙΕΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΟΙ ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥΣΕΣ – ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΑΣΠΑΛΗ ΤΡΙΓΥΡΩ ΤΟΥΣ ΘΑ ΑΠΛΩΝΕΙ.. ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΚΟΥΚΛΕΣ ΣΤΟ ΣΩΡΟ ΤΑ ΦΛΙΤΣΑ ΞΕΦΛΟΥΔΑΝΕ – ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΤΟΥΣ ΤΡΙΒΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ, ΣΠΕΙΡΙ -  ΣΠΕΙΡΙ ΚΑΙ ΛΕΝΕ – ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ, ΕΝΩ ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΠΗΔΑΝΕ – ΚΙ ΑΝΑΚΑΤΕΥΟΥΝ ΤΟΥΣ ΣΩΡΟΥΣ, ΠΑΛΕΥΟΥΝΕ ΚΑΙ ΚΛΑΙΝΕ. – ΚΙ ΟΤΑΝ ΝΥΣΤΑΞΕΙ Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ, ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΣΕΙ Η ΠΟΥΛΙΑ, – ΚΙ ΑΠΟΣΩΘΟΥΝ ΤΑ ΧΩΡΑΤΑ, ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΛΑΓΑΡΙΣΟΥΝ, – ΘΑ ΠΑΝ ΓΙΑ ΥΠΝΟ ΟΙ ΓΡΙΕΣ ΣΙΓΑ, ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΑ ΜΙΚΡΟΥΛΙΑ, – ΚΙ ΟΙ ΝΙΟΙ ΚΙ ΟΙ ΝΙΕΣ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΦΛΙΤΣΑ ΝΑ ΧΩΡΙΣΟΥΝ….

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

Νοεμβρίου 13, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Χωρίς σχόλια

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ Ο ΚΩΣΤΑ – ΜΑΓΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ. komianos wordpress.com

ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΟΙ ΠΕΤΡΑΔΕΣ ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ, Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΔΕΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΙΑΠΗΣ Ή ΚΩΣΤΑ - ΜΑΓΚΑΣ

Ο μάστρο Πανάγος – Κατσιάπης ήρθε στο Κοπανάκι, από το χωριό «Σέρβου» ένα  από τα χωριά στα Λαγκάδια Αρκαδίας. Γύρω στο 1947, σαν τον Δημήτρη Κοντούλη ή γνωστό σαν «Μήτσο – Μάστορα», τα αδέλφια τους Καρβουνίδες, τον Χρήστο Κωνσταντόπουλο, τον Παναγιώτη Μπόρα και τόσους άλλους, τον καιρό που στο Κοπανάκι και στις γυρω περιοχες, οι φαμελιάριδες άρχιζαν δειλά – δειλά να κτίζουν τα σπιτικά τους. Σέρνοντας μαζί του  όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή,  ένα τσούρμο μαστόρους, βοηθούς, καμιά δεκαπενταριά γαϊδουρομούλαρα, τα απαραίτητα εργαλεία για το σπάσιμο, το σκάλισμα και το κτίσιμο της πέτρας. Μαζί του είχε φέρει και τον γιό του Κώστα ένα αδύνατο παιδί με τα προβλήματά του. Βαριά η δουλειά του πετρά, να σπάζεις την πέτρα, το σκάλισμά της και το κτίσιμο. Ακόμη πιο βαρύ και δύσκολο το φόρτωμα με πέτρα των γαϊδουλομούλαρων, είχε  το πρόβλημα υγείας ο Κώστας και νεαρό παιδί καθώς ήταν, μείωνε τις δυνατότητες αποδόσεως στο δύσκολο έργο του κτίστη πετρά. Όμως ήταν φιλότιμο παλικάρι και καλός δουλευτής…όσο του επέτρεπε βέβαια η υγεία του. Μέχρι που το 1957 ο πατέρας του Πανάγος Κατσιάπης έφυγε για τα Λαγκάδια, να συναντήσει την φαμελιά του και να αποστάσει. Πίσω άφησε τον Γιό του τον Κώστα Κατσάπη ή  Κώστα – Μάγκα σε ηλικία 19 με 20 χρονών, να συνεχίσει την δουλειά του και να ζήσει. Όμως το πρόβλημα υγείας που είχε, δεν του επέτρεπε να κάνει τόσο βαριές δουλειές και έκανε ελαφρότερες, στην αρχή κανένα κοτέτσι, καμιά ξερολιθιά, καμιά μικρή αποθηκούλα κ.α. Συγχρόνως έκανε και την δουλειά του μεταφορέα. Είχε αγοράσει μία χειράμαξα με δύο ρόδες και

ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ Η ΧΕΙΡΑΜΑΞΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ- ΜΑΓΚΑ ΠΕΡΙΠΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΜΟΥΛΑΡΙ ΚΑΙ ΜΕ ΞΥΛΙΝΑ ΠΑΡΑΠΕΤΑ

μπροστά ο Κώστας έκανε την δουλειά του μουλαριού. Αχθοφόρος και μεταφορέας…αρκετά βαριά δουλειά αλλά,  που πληρωνόταν καλά. Άμα τον πείραζες, ήταν προτιμότερο να δεις ένα τρελό σε έξαρση παρά τον Κώστα Μάγκα σε έξαλη κατάσταση. Τότε βλέπεις μου έλεγαν η Σπυρούλα Σοφού και ο Αποστόλης Παυλόπουλος, όλοι οι έμποροι, τα νοικοκυριά και οι αγρότες είχαν ανάγκη να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, λάδια σε βαρέλια, σακιά με γεννήματα, υφάσματα, σκεύη νοικοκυριού, έπιπλα κ.α. Σαν αχθοφόρος έβγαζε καλά λεφτά. Τα επαγγέλματα στο Κοπανάκι ως κέντρο της Ορεινής Τριφυλίας και λόγω του περίφημου Κυριακάτικου ζωοπανήγυρου, ήταν στην άνθισή τους την εμπορική. Όλα τα εμπορεύματα μου έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης μεταφέρονταν με το τραίνο, βαγόνια να δουν τα μάτια σου, όταν περναγε το τραίνο έσερνε πίσω του μια τεράστια ουρά. Όταν έπιανε η κρίση τον Κώστα – Μάγκα για κανά δυο ώρες τον βαστούσε, μετά συνερχόταν και συνέχιζε…Ήταν όμως τιμιώτατος, αν του έδινες χρήματα και του έλεγες να κάνει μια δουλειά. Πήγαινε με προθυμία και έφερνε την παραγγελία, χωρίς δεύτερη κουβέντα και σου έφερνε τα ρέστα μέχρι δεκάρας. Όμως η πληρωμή για το θέλημα έπρεπε να καταβληθεί…!! Το παρατσούκλι που του είχαν κολήσει οι κογιόνηδες, προήλθε από ένα περιστατικό με ένα δικαστικό εισαγγελέα, τον Παπαδόπουλο. Κάποτε του είχε αναθέσει να κάνει κάποια μεταφορά πραγμάτων. Η συμφωνία ήταν 10 δραχμές για την δουλειά που θα έκανε. Σαν τελείωσε την μεταφορά όμως ο εισαγγελέας του έδωσε τα μισά δηλαδή μόνο 5 δραχμές. Τότε του λέει και ο Κώστας…» ΜΑΓΚΑ..ΜΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ «…Η συμφωνία ήταν για 10 δραχμάς μάγκα  μου, και όχι για πέντε.  Το παρατσούκλι που του κόλησαν του άρεσε, και σε κάθε νιτερέσο που έκανε με τους εμπόρους ή τους ιδιώτες ενδιαφερομένους, τους έλεγε ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ… θέλω και τόσα για το αγώϊ. Σιγά σιγά δουλεύοντας και με τις οικονομίες που έκανε, αγόρασε και το σπίτι που έμενε ο γέρο Βασιλόπουλος (Ντούφας),  ο παππούς του Νίκο – Κούγια κοντα στο σπίτι του Παπα-Γιώργη Καράμπελα. Το επισκεύασε, έβαλε και το νοικοκυριό του και έμενε εκεί. Όποιος περναγε την ώρα που καταπιανότανε  με την επισκευή του σπιτιού του, τον ρωτούσε: :» Τι κάνεις Κώστα;» » ΕΔΩ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΥΟΜΑΣΤΕ «…Έτσι κυλούσε η ζωή του ήσυχα και αθόρυβα. Τις μεγάλες γιορτές, πήγαινε όπως συνήθιζαν οι περισσότεροι Λαγκαδιανοί τέτοιες γιορτινές ημέρες, στο χωριό του το Σέρβου Αρκαδίας, κοντά στους συγγενείς του. Κάποτε άδικα περιμένανε την επιστροφή του. Αυτή την φορά το ταξείδι του ήταν χωρίς επιστροφή…Στο χωριό Σέρβου της Αρκαδίας τον αγαπημένο του τόπο, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο μόνος, χωρίς οικογένεια, όπως  και μόνος έζησε.

Όμως και αυτός άφησε την ιστορία του στον τόπο μας και σε όλους εμάς. Αλλά και σε σας τους επισκέπτες αυτού του Blog, που ίσως  έχετε την υπομονή και την περιέργια να διαβάσετε αυτήν την ιστορία…

Σέ όλους τους παλιούς ντόπιους αλλά και περαστικούς επισκέπτες της πόλης του Κοπανακίου, ακόμα ηχεί η φωνή του ΚΩΣΤΑ – ΜΑΓΚΑ. Όταν περιδιαβαίνοντας τα σοκάκια της πόλης, ή από το στέκι του στην πλατεία, διαλαλούσε την δουλειά του: ΕΔΩ Ο ΚΑΛΟΣ ΧΑΜΑΛΗΣ !!!….ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΥΒΑΛΑΩ!!!…ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΑΦΕΡΩ !!!! ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΛΑΤΗ ΜΟΥ…Ο ΔΙΚΟΣ ΣΑΣ ΦΙΛΟΣ ΚΩΣΤΑ – ΜΑΓΚΑΣ. Και ο συνηθισμένος κογιόνης «ποιητής εκ του προχείρου», Γιώργης  Μαραβελής από το χωριό Μοναστήρι, του σκάρωσε το παρακάτω στιχάκι: ΚΩΣΤΑ- ΜΑΓΚΑ ΦΟΥΚΑΡΑ…ΑΠ” ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ – ΠΙΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΧΑΜΑΛΙΚΙ…ΤΟΥΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΣΤΑ ΧΟΝΤΡΑ – ΜΕΤΑΦΕΡΕΙΣ ΤΑ ΥΛΙΚΑ – ΚΟΝΟΜΑΣ ΚΑΙ ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ !!!

Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα του, πάντα θα σε θυμούνται με αγάπη και όμορφα συναισθήματα οι συγχωριανοί σου Κώστα Κατσιάπη ( Κώστα – Μάγκα). Με αγάπη, εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos wordpress.com.

Νοεμβρίου 9, 2010 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Χωρίς σχόλια

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.