Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΕΚΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΞΟΣΛΩΛΗΚΑ, ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ ΜΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΠΟΥ ΕΣΒΥΣΕ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

ΚΟΥΚΟΥΛΙΑ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑ

Εδώ και 4500 χρόνια στην μακρινή Κίνα όπως γράφουν τα αρχαία κείμενα ήταν γνωστή η μεταξουργία ή αλλιώς ονομαζόμενη σηροτροφία, δηλαδή όλα τα στάδια της εκτροφής του μεταξοσκώληκα μέχρι και την παραγωγή του πολύτιμου νήματος από μετάξι. Λέγεται ότι γύρω στο 2500 π.χ. όταν  αυτοκράτειρα ήταν η Σι-Λιγκ-Σι, μία αξιόλογη και με πολλές γνώσεις γυναίκα, ανακαλύφθηκε η πολύτιμη χρήση των κουκουλιών και του μεταξοσκώληκα. Στην συνέχεια με μεγάλη μυστικότητα έφτιαξε μέσα στα ανάκτορά  σηροτροφείο, μεταξουργείο και εργαστήρια παραγωγής νημάτων μεταξιού αναπτύσσοντας συγχρόνως και την ανάλογη υφαντική τέχνη. Σαν εργάτριες την εποχή εκείνη για να μην διαρρεύσει το πολύτιμο μυστικό, χρησιμοποιούσε τις κυρίες της αυτοκρατορικής αυλής. Για χιλιάδες χρόνια οι κινέζοι κατόρθωσαν να κρατήσουν εφτασφράγιστο μυστικό την παραγωγή του φυσικού μεταξιού. Όμως κανένα μυστικό δεν είναι αιώνιο όπως και κανένα κάστρο δεν είναι απόρθητο. Η μεγάλη ζήτηση, αλλά συγχρόνως  η υψηλή τιμή και αξία του υφάσματος, έκανε πάρα πολλούς να σκεφτούν διάφορους τρόπους για την απόκτηση του κινέζικου μυστικού, όμως όλες οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό. Οι μυστικοπαθείς Κινέζοι ήταν επιφυλακτικοί σε κάθε ξένο που τους έκανε περίεργες ερωτήσεις γύρω από αυτό το ζήτημα. Αντιθέτως ήταν ανοικτοί σε ξένους εμπόρους από άλλες χώρες που ενδιαφέρονταν για την αγορά και μόνο του πολύτιμου υφάσματος. Το μονοπώλιο αυτό το κράτησαν μέχρι τον 6οο μ.χ. Αλλά τελικά το μυστικό της σηροτροφίας και παραγωγής της πρώτης ύλης έγινε γνωστό στην ανατολή και μάλιστα στο Βυζάντιο. Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός έστειλε στην Κίνα δύο ιερομόναχους με αποστολή να μάθουν τα μυστικά του μεταξιού. Κατά την εκεί παραμονή τους έμαθαν τα μυστικά εκτροφής και παραγωγής του μεταξιού. Σαν ήλθε ο καιρός έκρυψαν φεύγοντας μέσα στα κούφια ξύλινα μπαστούνια τους μεταξόσπορο και τον μετέφεραν στο Βυζάντιο. Για αρκετά χρόνια η εκτροφή και παραγωγή κρατήθηκε μυστικό. Δεν άργησε όμως να διαρρεύσει και έξω από τα σύνορα. Όλη η Ελλάδα από βορά έως τον νότο ασχολήθηκε με την μεταξουργία. Ειδικά στην Πελοπόννησο… αυτή ήταν και η αιτία που ονομάστηκε Μοριάς ή Μορέας, επειδή εκεί αναπτύχθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό η καλλιέργεια του δένδρου της μουριάς της οποίας τα φύλλα αποτελούν την βασική τροφή για την ανάπτυξη των μεταξοσκωλήκων. Το 1130 μ.χ. διαδόθηκε στην Ιταλία μετά στην Γαλλία και στην συνέχεια σε όλον τον αναπτυγμένο κόσμο. Πάντως σήμερα το μεγαλύτερο μέρος μεταξιού παράγεται στην Κίνα και την Ινδία. Στην Κίνα μόνο, δέκα εκατομμύρια αγρότες τρέφουν μεταξοσκώληκες και παράγουν υφάσματα από μετάξι γύρω στα 600 με 700 εργοστάσια υφαντουργίας. Απολαμβάνοντας τον μερακλίδικο καφέ από τα χέρια της θείας Σπυρούλας Σοφού, στην κάτω ρούγα του Κοπανακίου το έφερε η κουβέντα γύρω από τους μεταξοσκώληκες. Μου έλεγε ότι πριν έρθει η κατοχή, στα χωριά του Λίατα, τη Βαλύρα, Σκάλα, Μελιγαλά, Μπάστα, φιλιάτα στο χωριό Άρη, Σολάκι, Ζευγολατιό, Ματζάρι, Διαβολίτσι, Οιχαλία, Ταναζίρ (Εύα), Μπάστα (Πλατύ), το Νησί και στις γύρω περιοχές ασχολούνταν με την σηροτροφία. Από τον Φεβρουάριο οι έμποροι έφερναν τα αυγά του μεταξοσκώληκα σε χάρτινα τετράγωνα κουτάκια, από την περιοχή της Ξάνθης κυρίως μετρημένα και σχισμένα. Εμείς αγράμματοι άνθρωποι, τότε δεν ξέραμε από ζύγια και τα μετράγαμε με την «δακτυλήθρα». Κάθε κουτάκι για να είναι σωστό έπρεπε να έχει 12 δακτυλήθρες γεμάτες. Αυτό ήταν για μια δόση εκτροφής μεταξοσκώληκα. Τα κουτάκια δεν είχαν τρύπες και τα αυγά μέσα ήταν μικρούλια σαν του σιναπόσπορου και ακόμη πιο μικρά. Την ημέρα του Ευαγγελισμού στις 25 του Μάρτη, η κάθε νοικοκυρά τύλιγε σε μια καθαρή πετσέτα τα κουτάκια με τα αυγά και τα πήγαινε για να τα ευλογήσει ο παππάς στην εκκλησία. Η μία στην άλλη ευχόμασταν καλή επιτυχία και καλή σοδειά…  Μετά  στο δωμάτιο ή στους χώρους που βάζαμε τα αυγά για εκτροφή, τα καθαρίζαμε με μεγάλη σχολαστικότητα, και τα αερίζαμε. Πολύ λίγα σπίτια στα χωριά της Μεσσηνίας δεν είχαν τα λεγόμενα «ΜΠΙΖΙΚΛΙΚΙΑ», (για εκτροφή μεταξοσκώληκα). Ύστερα τα βάζαμε στην ζεστασιά, στρώναμε σε ένα η περισσότερους «Αρίλογους» (κόσκινα), πεντακάθαρο ξασμένο μαλλί, εκεί απλώναμε τα αυγά, το σκεπάζαμε με καθαρό σεντόνι ή πετσέτα και τα κρατάγαμε σε ζεστό περιβάλλον. Σαν έμπαινε ο Απρίλης και ζέσταινε ο καιρός τότε έσκαζαν τα αυγά και εμφανίζονταν οι προνύμφες σαν μικρά μυγάκια. Τότε μαζεύαμε φυλλαράκια από άσπρη μουριά, την αγαπημένη τροφή τους. Αν τρώνε τέτοιου είδους φύλλα, φτιάχνουν πιο λεπτή και ποιοτικά καλύτερη κλωστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και φύλλα θηλυκής μουριάς για την διατροφή τους. Μετά τα ακουμπούσαμε στο αρίλογο και μόλις το φύλλο γέμιζε από μυγάκια, τότε το μεταφέραμε σε άλλο αρίλογο ή σκάφη και αυτή στρωμένη με ξασμένο μαλλί και το σκεπάζαμε με πανί σε περιβάλλον ζεστό. Από μαύρο που ήτανε έβγαζε ένα κεφαλάκι ασπραδάκι και σιγά σιγά μέσα σε 10 περίπου ημέρες γίνονταν μικρά σκουλικάκια με μάκρος μισό πόντο περίπου. Αν τα φύλλα 

ΕΚΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΩΝ ΣΕ ΚΑΛΑΜΩΤΕΣ

μαρανόντουσαν  ή ότι έχει απομείνει αμέσως τα αλλάζουμε με φρέσκα. Ανάλογα με την σειρά τα ονομάζαμε «πρωτάκια», «δευτεράκια» κ.λ.π. Σε λίγο καιρό μετά από συνεχή διατροφή με μουρόφυλλα τα μεταφέραμε στις λεγόμενες «Καλαμωτές». Οι καλαμωτές ήταν φτιαγμένες από καλάμια πλεγμένα εκείνη την εποχή με λουρίδες από κλαριά μουριάς. Κάθε ένα καλαμωτό είχε μέγεθος διπλού κρεβατιού. Τα καλαμωτά τα κρεμάγαμε από τα «πατερά» της οροφής, το ένα κάτω από το άλλο σε 6 – 7 σειρές και αρκετό χώρο, για να μπορούμε να δουλεύουμε με άνεση στην αλλαγή των φύλλων για την εκτροφή των μεταξοσκωλήκων. Μετά περίπου 7-8 εβδομάδες δεν θυμάμαι καλά, είχαν πάρει ένα χρώμα κίτρινο – ροζέ και γκρί, με μάκρος 5-6 εκατοστά σαν το κοπροσκούλικο. Πηγαίναμε στην Αγιά – Σωτήρα το μοναστήρι μαζεύαμε ρύκια και θυμάρια που είναι άφθονα στην γύρω ορεινή περιφέρεια. Ύστερα τα τοποθετούσαμε επάνω στις καλαμωτές. Πολύ παιδεμός για να μεγαλώσεις, έπρεπε να τα ταίσουμε πρωί και βράδυ. Τα φύλλα έπρεπε να μην έχουν καθόλου δροσιά γιατί τα έβλαπτε και ψωφούσαν. Οι μεταξοσκώληκες ανέβαιναν έρποντας στα κλωνάρια, «ΚΛΑΔΩΝΑΝΕ», έτσι λέγαμε, και άρχιζαν την κατασκευή των κουκουλιών ή «βουτουλιών» στις κορυφές τους. Έφτιαχναν πρώτα ένα «βουτούλι» κεφαλάκι εδώ, ένα κεφαλάκι εκεί και στην μέση ζωναράκι. Και μετά άρχιζαν να πλέκουν το κουκούλι τους εκκρίνοντας  μία συνεχή μακριά μεταξένια κλωστή. Σε 6-7 ημέρες το κουκούλι είχε τελειώσει και ήταν έτοιμο για εκμετάλλευση η για πούλημα. Δεν το αφήναμε περισσότερο γιατί αν το τρυπούσε για να βγεί έξω τότε κατέστρεφε την κλωστή, έβγαινε κομάτι- κομάτι και δεν μπορούσες να το πλέξεις. Να σκεφτείς Σπύρο μου, ο μεταξοσκώληκας είναι τόσο πολύ εργατικός που μέσα σε τόσο λίγες ημέρες τελειώνει το κουκούλι του ή όπως το λέγαμε στα μέρη μας, «ΒΟΥΤΟΥΛΙ», κάθε ένα μας έδινε 600 και παραπάνω μέτρα κλωστής. Το καθαρίζαμε το βάζαμε στο τσουβάλι και το πηγαίναμε στην Καλαμάτα για πούλημα, το κιλό έκανε εκείνη την εποχή 200 δραχμές. Η περιοχή δεν γνώριζε πως γινότανε η παραγωγή, το μυστικό το γνωρίζανε μόνο τα γυναικεία μοναστήρια, τα μυστικά τα μάθαμε από γυναίκες που δούλευαν εκεί μέσα, μετά τα υπόλοιπα ήταν εύκολα για όποιο νοικοκυριό ενδιαφερόταν. Αυτή η γνώση μας χρησίμευσε τις μαύρες μέρες της κατοχής. Βλέπεις τότε το εμπόριο σταμάτησε, όλος ο κόσμος είχε τον νου του πώς να βρει φαί να γεμίσει το στομάχι του. Που μυαλό για φρου φρου και αρώματα… Εμείς όμως που γνωρίζαμε τον τρόπο, μόλις οι έμποροι σταμάτησαν να αγοράζουν το βγάζαμε με τον εξής τρόπο: Σε ένα τσουκάλι βράζαμε καυτό νερό που σκοπό είχε να σκοτώσει τα σκουλήκια και να μαλακώσει τα κουκούλια. Ρίχναμε μέσα 20-22 κουκούλια κάθε φορά και με μια αφανίτσα το ανακατέβαμε, με αποτέλεσμα να κολλάνε οι κλωνές επάνω της. Μετά τις πιάναμε όλες μαζί και τις τραβάγαμε μάτσο μάτσο. Ήταν γερές σαν σύρμα, τόσο πολύ, όπως ήταν ενωμένες τις τυλίγαμε με το μαγκάνι και γινόταν μία κλωστή. Μετά την βάζαμε στην ανέμη και γινόταν μια θηλιά και γυρίζοντας έστριβαν όλες μαζί κάνοντας μία σωστή κλωστή. Τότε ήτανε έτοιμο για να το υφάνουμε στον αργαλειό. Και τι δεν φτιάχναμε σεντόνια, νυφικά,

ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑΣ ΚΑΙ ΚΟΥΚΟΥΛΙ

μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντηλα, μαντίλια, υφάσματα για φορέματα ή για πουκάμισα γυναικεία ή ανδρικά, προίκες αξίας να δουν τα μάτια σου Σπύρο μου. Ήταν μπελαλίδικη δουλειά ούτε να τηγανίσουμε  στο σπίτι δεν τολμούσαμε για να μην πάρουν μυρουδιά τα κουκούλια. Ήτανε και νεραϊδιακά… και τα έπιανε το μάτι και το κακό στόμα. Ο μεταξοσκώληκας πολλές φορές έχανε το χρώμα του γινόταν κάτασπρο και ψόφαγε, τους λέγαμε «ΓΑΛΑΤΑΔΕΣ». Και δεν ψόφαγε όταν ήταν μικρός αλλά αφού είχε φάει τον «Άμπακο».. «Πως πας με τα κουκούλια σου;» ρώταγε η μία γειτόνισσα την άλλη… «Άσε… είχα πολλούς γαλατάδες». Στην Μεσσήνη είχε πολλές μουριές, έτσι και έκανες αρχή να μαζεύεις φύλλα η μουριά πέταγε καινούργια, εγώ δεν τα είχα χρησιμοποιήσει ποτέ… το πρώτο χέρι μου ήταν αρκετό. Στην τιμή της αγοράς των κουκουλιών ήταν πληρωμένα όλα και τα εργατικά και τα φύλλα από τις μουριές. Άμα δεν είχα δικά μου κουκούλια πήγαινα σε μια κυρία στο χωριό Λιάτα στη Βαλύρα, είχε δικό της μαγκάνι και κτιστή φωτιά για το θερμό. Εγώ μάζευα τις κλωνές και με πλήρωνε με την μισή παραγωγή. Σε όλα σχεδόν τα κονάκια οι αγρότες έτρεφαν μεταξοσκώληκες από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο. Ο Μάης είναι ο μήνας της πείνας γενικά για τους αγρότες της Μεσσηνίας, όμως όσοι είχανε κουκούλια στα σπίτια τους κονομιόντουσαν. Το πανηγύρι στην Βαλύρα γίνεται του Αγίου Πνεύματος μέχρι και σήμερα. Εάν ερχόταν νωρίς δεν μπορούσαν να φιλοξενήσουν στα σπίτια τους επισκέπτες γιατί δεν είχαν χώρο λόγω της εκτροφής των μεταξοσκωλήκων, και λεγόταν «ΦΤΩΧΟΣ». Αν γινόταν αργά τότε είχαν πουλήσει τα κουκούλια και είχαν αρκετό χώρο στο σπιτικό τους να φιλοξενήσουν τους επισκέπτες και συγγενείς τους.

Εδώ στο Κοπανάκι δεν είχε αξιοποιηθεί ή για να ακριβολογήσω δεν είχε αξιολογηθεί το όφελος της σηροτροφίας, όμως στα γύρω χωριά γυναίκες που είχαν καταγωγή από εκείνα τα χωριά και από την Βόρεια Ελλάδα όχι βέβαια πολλές αλλά αρκετές ασχολήθηκαν με αυτή την τέχνη. Γενικά όμως οι περισσότερες αγόραζαν κλωστές από μετάξι που τις ύφαιναν στον αργαλειό, η αγόραζαν έτοιμα υφάσματα που στα έμπειρα χέρια τους γινόντουσαν έργα τέχνης.

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com   

Μαΐου 19, 2011 Posted by | ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΝΟΥΝ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ - ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΕΣ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Σχολιάστε

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.