Komianos's Blog

Από το Κοπανάκι Μεσσηνίας Πολιτιστικά Δρώμενα.

ΤΡΟΧΙΣΤΗΣ Η ΑΚΟΝΙΣΤΗΣ ΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΥ ΤΟ ΕΣΒΗΣΕ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ – Ο ΜΑΣΤΡΟ ΠΕΤΡΟΣ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΙΡΙΟΛΟΪ ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ, ΑΚΟΝΙΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ konroroes.pblogs.gr.

Η κυρά Σπυρούλα σοφού μου έλεγε πως ο πεθερός μου ο Γιώργης Καράμπελας (Κατσουλόγιαννης), συνήθιζε να λέει ότι: Τα λυσάρικα σκυλιά, τα ξεσαμάρωτα γαϊδούρια, οι ζουρλοί και οι παράλυτοι εδώ στην Δημοσιά  του Κάτω Κοπανακίου περνάνε. Άλλοι την αράζουνε εδώ και άλλοι ανηφορίζουν προς το Πάνω Κοπανάκι.

Σπύρο μου δεν θυμάμαι ακριβώς…πρέπει να ήταν Νοέμβριος ή Δεκέμβριος του 1938, τότε που ήρθε ουρανοκατέβατος στο χωριό… Ο μάστρο Πέτρος, ξυπόλυτος, άπλυτος με μια στρατιωτική χλαίνη με τα κουρέλια να κρέμονται. Για την καταγωγή του ποτέ δεν μάθαμε τίποτα. Ο δάσκαλος ο Αγγελής από την προφορά του υπόθετε ότι πρέπει να καταγόταν από την Ήπειρο η από την Βόρεια Ελλάδα γενικά. Ο ίδιος ο μάστρο Πέτρος δεν του έπερνες κουβέντα, ούτε για οικογένεια μιλούσε ούτε για τόπο καταγωγής, αν κανένας προσπαθούσε να μάθει τίποτα του άλλαζε την κουβέντα ή του γύριζε την πλάτη. Όλα και όλα τα υπάρχοντά του τυλιγμένα σε μια φθαρμένη και ξεβαμένη από την πολύ χρήση στρατιωτική κουβέρτα. Δεμένη με ένα σχοινί περασμένο λοξά στο σώμα του να κρέμεται στον ώμο του. Μια ” πατεντάρικη”  κατασκευή από ρόδα ποδηλάτου, που με την βοήθεια πεντάλ γύριζε μία στρογγυλή ακονόπετρα, για να ακονίζει μαχαίρια, ψαλίδια και ότι άλλο εργαλείο χρειαζόταν ακόνισμα ανάλογα την περίπτωση. Ένα κατσαρόλι μαυρισμένο από την καπνιά, ένα τσίγγινο ταλαιπωρημένο κύπελο και ένα παγούρι, ήταν όλο και όλο το νοικοκυριό του. Από την πρώτη στιγμή που ήρθε στα μέρη μας, γύριζε όλες τις ρούγες και τα γύρω χωριά της Ορεινής Τριφυλίας διαλαλώντας την τέχνη του. Μαχαίρια…ψαλίδια…τσεκούρια…κλαδευτήρια…σκαληστήρια…πλατειές αξίνες ακονίζω…Ο…. ΑΚΟΝΙΣΤΗΣ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΠΕΤΡΟΣ!!!!  Από την πρώτη ημέρα δεν άργησαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμά του οι ενδιαφερόμενες νοικοκυρές. Εμείς η “μαρίδα” παρακολουθούσαμε με θαυμασμό την διαδικασία του τρουχίσματος, πόσο εντύπωση μας προξενούσαν οι σπίθες που πετάγωνταν καθώς  περνούσε τα μεταλικά εργαλεία στον ακονοτροχό. Που και που τον ράντιζε με νερό για να κρυώνει. Τα κυριώτερα εργαλεία του..μια πένσα, το σφυρί, η τανάλια και μια λίμα.   Βρήκε καταφύγιο στο “Μπεζεστένι” του πάνω Κοπανακίου, κοντά στο σημερινό Αστυνομικό τμήμα. Εγκαταστάθηκε εκεί σε μια γωνιά απαγγερή από το ξεροβόρι και προφυλαγμένος από τις βροχές  και την υγρασία της χειμωνιάτικης και καλοκαιρινής νύκτας. Το κρεβάτι για πόδια είχε πέτρες και πλίνθους,  σάπιες ξύλινες τάβλες και άχυρο. Στροσίδι η χιλιοτρυπημένη από τον σκόρο στρατιωτική κουβερτα και για σκέπασμα η χλαίνη. Σιγά σιγά το νοικοκυριό του από τις προσφορές του κόσμου μεγάλωνε, οι νοικοκυραίοι τον φωνάζανε για καμιά δουλειά, η πληρωμή του… καμιά κούπα κρασί, λίγο ψωμί, λίγο φαγητό. Εκείνη την εποχή τα πράγματα ήταν δύσκολα για όλα τα σπιτικά. Πάντως ο μάστρο Πέτρος με την δουλίτσα του, και με την βοήθεια των κατοίκων γλυκομίλητος καθώς ήταν τα κουτσοβόλευε. Οι κακουχίες όμως, ο πόλεμος η κατοχή και η ηλικία του τον κατέβαλαν…Ήρθε η στιγμή που το “λαδάκι” του σώθηκε και κάποιο κρύο πρωϊνό τον Ιανουάριο του 1945 τον βρήκαν κοκκαλομένο στην γωνιά του. Τον “αλφάδιασαν” πάνω σε ένα φύλλο πόρτας που βρήκαν σε μια διπλανή χαμοκέλα (παλιό χάλασμα), για νεκρόκασσα και λίγα αγριολούλουδα.  Ο μάστρο Πέτρος και γύρω του μαζεμένες όλες οι πονεμένες χήρες, μοιρολογούσαν τον δικό τους πόνο και τον συχωρεμένο μάστρο Πέτρο. Το μοιριολόϊ το ξεκίνησε μια που δεν θυμώτανε το όνομά του….κάπως έτσι…ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ ΜΑΥΡΗ ΓΗ ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΟΥ – ΠΟΥ ΠΗΡΕΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΕΚΑΝΕΣ ΔΙΚΟΥ ΣΟΥ – ΚΑΙ ΤΟΥΤΟΣ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΓΗ ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΔΕΝ ΓΥΡΝΑΕΙ – ΑΧ..ΜΩΡΕ ΞΕΝΕ ΜΟΥ, ΑΧ..ΜΩΡΕ ΤΕΤΟΙΕ ΜΟΥ… Και τους απαντάει κάποια που καλίγωνε τον ψίλλο, πανέξυπνη γριά…μοιρολογώντας…ΑΧ….ΜΩΡ΄ΔΕΝ ΤΟΝ ΛΕΓΑΝ ΤΟΝ ΜΑΥΡΟΥΛΗ ΤΕΤΟΙΟ…ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ …ΜΑΣΤΡΟ ΠΕΤΡΟ!!!

Είναι αυτό που συνηθίζει να λέει ο λαός: Γάμος άκλαυστος και κηδεία αγέλαστη!!!

Σήμερα έχει παψει να ακούγεται η φωνή του ακονιστή, άλλο ένα επάγγελμα προστέθηκε θυσία – θύμα στον κατάλογο που η τεχνολογία τα έσβησε σιγά σιγά.

Εργασία ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ, komianos.wordpress.com


Σεπτεμβρίου 4, 2010 Posted by | ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟΙ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΤΥΡΟΚΟΜΟΣ- ΤΥΡΟΠΟΙΟΣ- ΤΥΡΟΒΟΛΗΣ, Η ΠΕΝΙΡΤΖΗΣ, ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΦΕΤΑΣ ΤΗΣ ΜΥΤΖΙΘΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΦΕΛΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ,komianos.wordpress.com

ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΖΙΑΝΝΗ ΛΑΠΙ ΣΤΟ ΑΡΜΕΓΜΑ Ο ΔΗΜΟΣ ΛΕΤΖΕΡΗΣ

Πίνωντας το τσιπουράκι μας παρέα με τον Περικλή Κόνστα από το κάτω κοπανάκι μικροκτηνοτρόφο το επάγγελμα και αγρότη, άριστο γνώστη του αντικειμένου της τυροκόμισης, στη συζήτηση  παρών ο αχώριστος φίλος μας Λυμπερόπουλος Δημήτρης. Ο Περικλής άρχισε την περιγραφή αναλυτικότατος όπως συνηθίζει σε αυτές τις συχνες διηγήσεις του. Που λες αγαπητέ Πίπη μας….

Τα παλιά τα χρόνια, στην Ορεινή Τριφυλία Μεσσηνίας οι μεγαλοι κτηνοτρόφοι και κάθε νοικοκυριό είχε την δική του τυροκομική μονάδα. Μια μάνδρα από ξερολίθιά όπου σταυλιζαν  τα ζωντανά τους, την λέγανε “στρούγγα” ή “στάνη” ή “γαλάρι”. Στα νησιά και στην Κρήτη τα λέγανε “Μητάτα”. Μέσα στην μάντρα σε μια γωνιά ή και έξω από αυτή είχαν κτισμένο το καλύβι τους  κτισμένο από ξερολιθιά. Εκεί κοιμόντουσαν και εκεί είχαν τα απαραίτητα εργαλεία για τυροκόμιση και φύλαξη των προϊόντων τους. Το όνομα τυροκόμος απότελειται  από τις λέξεις Τυρός + Κόμος από το αρχαίο ρήμα κομώ = φροντιζω. Η παραδοσιακή ονομασία “Πενιρτζής” προέρχεται από την τουρκικη λέξη peynir = τυρί και peynirci =  τυροκόμος.  Οι κάτοικοι που είχαν λίγα ζώα τα σταύλιζαν στο κατώϊ και κοιμόντουσαν επάνω από τον σταύλο, επειδή φοβόντουσαν την κλεψιά που εκείνα τα χρόνια οργίαζε στην περιοχή.Το άρμεγμα για την συλλογή του γάλακτος γίνεται το πρωί και το βράδυ. Το βραδυνό γάλα τα παλία χρόνια άλλά και σήμερα εκεί που δεν έχουν ακόμα ηλεκτρικό ρεύμα, το βάζανε στην “Μέτρα” (ένα δοχείο χάλκινο ή ξύλινο) και το κρεμάγανε στα κλαδιά αφού το σκεπάζανε κάτω από την δροσιά ή το κρύο, για να μην “Κόψει”. Αν υπήρχε ψυγείο τότε το βραδυνό γάλα το βάζανε στο ψυγείο. Το πρωί μετά το πρωϊνό άρμεγμα οι τυροκόμοι ή “Τυροβόλοι” ‘οπως τους έλεγαν έσμιγαν  το βραδινό και το πρωϊνό γάλα και αφού το στράγγιζαν με την τσαντίλα για να καθαρίσει από τα σαρίδια που τυχόν υπήρχαν, άρχιζαν να το τυροκομούν. Το ρίχνουν στο λεβέτι ή καζάνι ( μεγάλο χάλκινο δοχείο γανομένο), για μεγάλες ποσότητες. Για μικρές ποσότητες χρησιμοποιούν το “Χαρανί” μικρότερο χάλκινο δοχείο. Τα παλιά χρόνια  ζεστένανε το γάλα σε θερμοκρασίες  χαμηλές. Με το που έγινε γνωστή η ύπαρξη του Μελιταίου Πυρετού το ζεσταίνομε στους 70 βαθμούς Κελσίου. Όταν πέσει η θερμοκρασία του γάλακτος  ρίχνουμε και την ανάλογη πιτιά για να πήξει το γάλα, η ποσότητα είναι και ανάλογα την εποχή, λιγότερη τον Μάρτιο Απρίλιο,  περισσότερη  την εποχή ιουνιου ιουλίου και ανακατεύουμε με την “Ταρακτσή” για λίγο. Αφήνουμε να ηρεμήσει γύρω στα 25 – 30 λεπτά και να πήξει. Η ταρακτσή είναι φτιαγμένη από ξύλο αγριλιάς που τα κλαδιά της τα έχουν γυρίσει στην κορυφή προκειμένου να γίνει σαν κτυπητήρι. Μετά μαζεύουμε το τυρί και το βάζουμε στις τσαντίλες, πανιά αραιής ύφανσης στον αργαλειό εκείνη την εποχή, ή το βαζαμε στις φόρμες φτιαγμένες από καλάμια ή από βούρλα,  και το αφήνουμε για να στραγγίσει μία ημέρα. Πολλοί τυροκόμοι χρησιμοποιούν τα “Τουπιά” ή “Τυροβόλια”. Αυτά χωράνε περίπου μισό έως ένα κιλο τυρί. Στο κάτω μέρος βάζουν δοχεία για να μαζεύουν το τυρόγαλο που στραγγίζει από τις τσαντίλες. Θα τους χρειασθεί αργότερα για να καλύψουν το τυρί στα δοχεία ή στα βαρέλια τις λεγόμενες “Βούτες”. Αλατίζουμε και από τις δύο μεριές τη φέτα και την

ΦΕΤΑ ΒΑΡΕΛΙΣΙΑ

τοποθετούμε σε πάγκο μαρμάρινο ή ξύλινο με ελαφριά κλίση. Το πιέζουμε να φύγουν τα υγρά και να στρώσει ομοιόμορφα. Με ένα ειδικό μαχαιρι το χαράζουμε σε κομάτια και τέλος βάζουμε ένα βάρος ή τάβλα να φύγουν τα υγρά. Μετά 24 ώρες τοποθετούμε μέσα στο  τυρόγαλο που έχουμε μαζέψει για να ψηθούν τα κομάτια του τυριού. Τα αφήνουμε 3 – 4 ημέρες και μετά τα τοποθετούμε με σειρά στα βαρέλια ή στους ντενεκέδες και τα γεμίζουμε με αλατόνερο. Σε τρείς μήνες είναι έτοιμα για το εμπόριο. Πολλοί αγρότες πριν το καταναλώσουν βράζουν σκέτο γάλα και συμπληρώνουν τα κενά στα δοχεία. Τα 2\3 που μένουν στο λεβέτι είναι το τυρόγαλο αφού αφαιρέσουμε την φέτα. Συμπληρώνουμε και ανάλογη ποσότητα γάλακτος για την παραγωγή μυτζίθρας. Το τυρόγαλο φθάνει στο σημείο βρασμού, με συνεχές ανακάτωμα και με την βοήθεια της  ξύλινης “Σπάθης”η “Σπάτουλας” για να ξύνουμε τον πάτο του καζανιού για 20 λεπτά. Το αφρόγαλο το μαζεύουμε σε τσαντίλες με την βοήθεια της τρυπητής του λεγόμενου “Κεψέ”. Μετά 24 ώρες τη βγάζουμε από την τσαντίλα και την χώνουμε στο αλάτι. Αφού την δέσουμε με σχοινάκια, την κρεμάμε στον αέρα για να ξεραθεί και την αφήνουμε από 15 έως 30 ημέρες να ψηθεί και να ξεραθεί. Η Σπυρούλα Σοφού μου μίλησε και για  ένα άλλο είδος τυριού φέτας είναι η λεγόμενη “φέτα της φωτιάς” ή αλλοιώς “Σφέλλα”. Το μείγμα της φέτας το ζεσταίνουμε σε περισσότερη φωτιά για δεύτερη φορά. Μόλις κάψει το βάζουνε στις τσαντίλες και στην συνέχεια ακολουθούμε τον τρόπο όπωσ και στην κανονική . Το τυρί που παράγεται γίνεται πιο σκληρό από την κανονική φέτα. μου έλεγε επίσης ότι η καλύτερη και νοστιμότερη φέτα παράγεται από τα μέσα Ιανουαρίου έως τον μήνα Μάϊο. Μέχρι τότε παίρνουν και οι τυροκόμοι το γάλα από τους κτηνοτρόφους. Στα μέσα του Ιανουαρίου οι κτηνοτρόφοι αποκόβουν τα αρνάκια απο τις μανάδες τους. Μου έλεγε επίσης ότι οι εξωμάχηδες οι τσοπαναραίοι, στήνανε ή για να ακριβολογήσουμε μπήγαν στην γης ένα γερό και δυνατό ξύλο τον “ΚΡΕΜΑΝΤΑΛΑ” με χοντρά κλαδιά στην κορυφή τα λέγανε “Τσουμιά”. Εκεί κρεμάγανε τις μέτρες με το γάλα και τις τσαντίλες με τα τυριά για να μην πάει κανένα ζούδι και τα μαγαρίσει.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΣΠΥΡΟΥ,  komianos.wordpress.com

Σεπτεμβρίου 2, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 1 σχόλιο

ΝΕΡΟΥΛΑΔΕΣ-ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΕΣ-ΥΔΡΟΝΟΜΕΙΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΙΓΑ ΓΙΓΑ ΑΡΓΟΣΒΗΝΟΥΝ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Ο ΠΙΟ ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΝΕΡΟΥΛΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ, ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΟΜΟΣ

Ο ΠΙΟ ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΝΕΡΟΥΛΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ, ΗΤΑΝ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ, Ο ΔΑΦΝΟΣΤΕΦΑΝΟΜΕΝΟΣ ΓΝΩΣΤΟΣ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ. Διακρίθηκε για την ικανότητά του  να τρέχει σαν τον άνεμο, κάποιος έλεγε ότι έτρεχε γρηγορώτερα και από το άλογο. Στις 10 Απριλίου 1896 έτρεξε στο αγώνισμα του Μαραθωνίου, σε χρόνο 2 ώρες 58 λεπτά και πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα. Ο Βασιλιάς Γεώργιος μετά τήν μεγάλη αυτή διάκριση, ρώτησε τον Λούη τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει…και εκείνος του απάντησε: ” ΈΝΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ ΝΑ ΜΕ ΒΟΗΘΑΕΙ ΝΑ ΚΟΥΒΑΛΑΩ ΤΟ ΝΕΡΟ!!!”. Μετά από αυτη την επιτυχία, γύρισε στο χωριό του και έζησε μία ήρεμη ζωή εργαζόμενος σαν νερουλάς και αγρότης. Πάντα φορούσε με περιφάνεια την Ελληνική Εθνική ενδυμασία, έγινε μύθος και εθνικός ήρωας. Νερουλάς ή Σουκατζής, η ονομασία προέρχεται από την Τούρκικη λεξη su που θα πει νερό και sucu  θα πει νερουλάς, με άλλα λόγια ο σουκατζής ήταν ο υπεύθυνος να φυλάει και να μοιράζει το νερό. Εκείνα τα χρόνια, που άρχισαν να φτιάχνονται οι οικισμοί και τα χωριά της Ορεινής Τριφυλίας, τα νοικοκυριά δεν είχαν βρύσες στα σπίτια τους ούτε και σε κοινόχρηστους χώρους ή πλατείες υπήρχαν δημοτικές βρύσες. Τότε το νερό το πέρνανε από κανένα πιγάδι ή πηγές. Συνήθως το μετέφεραν με τα ζωντανά τους ή με τα κάρα τους, πολλές φορες φορτωμένοι στους ώμους με δύο κουβάδες, που κρέμονταν σε μία καμπυλωτού σχήματος  ξύλινη κατασκευή. Στις πόλεις γυρνάγανε τις ρούγες με τα γαϊδουράκια τους η με τα κάρα τους φορτωμένα με νερό, διαλαλώντας η κτυπώντας την κουδούνα. Οι νοικοκυρές έτρεχαν με τα δοχεία τους ή τις στάμνες τους και αγόραζαν το πολύτιμο υγρό. Ταυτόχρονα γινότανε και το σχετικό πηγαδάκι για το κουτσομπολιό της ημέρας. πολλές φορές ο νερουλάς στις πόλεις

ΥΔΡΟΦΟΡΑ ΑΜΑΞΑ ΜΕ ΞΥΛΙΝΗ ΒΑΡΕΛΑ

μετέφερε το νερό στα σπίτια. Η αμοιβή του βέβαια δεν ήταν πολύ μεγάλη, αλλά η παροιμία λέει φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι. Έκανε όμως για να θρέψει την φαμελιά του πολλά και κοπιαστικά δρομολόγια κάθε μέρα. Στα γύρω χωριά από το Κοπανάκι από παλιά τα χωράφια ποτιζόντουσαν από διάφορες πηγές. Κυριώτερη πηγή ήταν του Μίκαρι.Ερχόταν με αυλάκια στην Γύρα, Ραχηντούρ, μέχρι το Λιθερό και έσμιγε με το Αγριλαίϊκο εκεί που είναι το γεφύρι. Γνωστοί νερουλάδες “σουκατζίδες” ή υδρονομείς εκείνης της εποχής ήταν ο Ευστάθιος Παντελής, παντρεμένος με την κυρά Βρυσιϊδα, φιλότιμος γεωργός και υδρονομέας που δεν έκανε διακρίσεις, μοίραζε το νερό τίμια σε όλους και με την ώρα που αναλογούσε στον κάθε ένα γεωργό. Παράλληλα καλός οικογενειάρχης, απέκτησε 4 αγόρια τον Δημήτρη, τον Αποστόλη, τον Λάκη και τον Νίκο. Ένας άλλος ήταν ο αυλακάρης και νερουλάς Τσαρουχάς Δημήτριος πατέρας της θεοφανείας. Και αυτός ήταν υπεύθυνος για το νερό που ερχόταν από την πηγη  του Μίκαρι. Ο Χρήστο-Χάσης και η κυρά του η Χρήσταινα. Ο Χρήστος Χρηστοφιλόπουλος με 5 αγόρια και ένα κορίτσι. Ένας άλλος ήταν ο Σπήλιος Μπερεδήμας, αυτός ήταν υπεύθυνος για τα νερό που ερχόταν από την πηγή του Κρο-Ιμάδι. Από την δέση μέχρι τα καμίνια τον μύλο του Παπασταμάτη. Ο Κατσούλης Λεωνίδας παντρεμένος με την Γιαννούλα Ρούσση είχαν δύο κόρες την Ουρανία και την Χριστίνα. Αυτός ήταν κλητήρας της κοινότητας. Ήταν ο γενικός δερβέναγας, άνοιγε και έκλεινε

ΞΥΛΙΝΟΣ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ ΖΥΓΟΣ ΜΕ ΞΥΛΙΝΟΥΣ ΚΟΥΒΑΔΕΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΝΕΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

το νερό ανάλογα,για πότισμα η για ύδρευση, επέβλεπε αν πήγαινε το νερό στην δεξαμενή για να υδρεύεται το χωριό και πότε έπρεπε να ανοίξει την βάνα για πότισμα. Τα σφάλματα όμως είναι ανθρώπινα…για διάφορους λόγους “ξεχνούσε” να γεμίσει την δεξαμενή, πολλές φορές και για μέρες με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να κρανιάζουν από την δίψα. Άλλες φορές αμελούσε λόγω” ανωτέρας βίας” να ανοίξει την βάνα της δεξαμενής….  στου Μητσακάκη (Παπαδημητρίου), το αποτέσμα, γινόταν χαμός!!! Όλες οι βρύσες ανοικτές….νερό στάλα. Μετά έφεραν και το νερό από την πηγή του Σκορπετσιού και είχαν επάρκεια. Όλα αυτά μέχρι το 1957 που έφεραν το νερό από την πηγή του Μίκαρι στην πόλη του Κοπανακίου μετά από συμφωνία χωρικών και κοινότητος, για κοινή χρήση και με συμφωνία ωραρίου λειτουργίας. Το πρωί 7-8,5 άνοιγε για τα σπίτια, μετά για να ποτίζονται τα χωράφια μέχρι τις 7.00 μ.μ. πού άνοιγε δύο ώρες για τα σπίτια και όλο το βράδυ για να γεμίσει η δεξαμενή υδρεύσεως. Ο αυλακάρης νερουλάς ήταν ο υπεύθυνος να καθαρίζει και να φτιάχνει τα αυλάκια, βέβαια τον βοηθούσαν και οι χωρικοί στην κοπιαστική αυτή εργασία. αυτός κανόνιζε την διανομή του νερού στα αγροτεμάχια. Βέβαια από τότε πέρασαν χρόνια, το κάθε σπίτι έχει πλέον την δική του βρύση, οι νερουλάδες άφησαν τα κάρα τους και τους κουβάδες τους, οι μηχανοκίνητες υδροφόρες τα αντικατέστησαν. Τα αυλάκια που κάποτε έφερναν το πολύτιμο αυτό αγαθό στα χωράφια μας, τα έπνιξαν τα χορτάρια… η αιτία, ο γερασμένος πλυθισμός της υπαίθρου.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ- komianos.wordpress.com

Αυγούστου 24, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΟΙ Ή ΚΕΡΑΜΙΔΑΔΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΣΒΗΣΕ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο  Μήτσογιαννάκος ο “Κεραμιδάς” από την Κρυόβρυση, μου έλεγε ότι τα παλιά χρόνια σαν ήταν νιός, τότε που οι χωρικοί μαζευόντουσαν από τα γύρω χωριά και τους οικισμούς, για να κατοικήσουν στην κομόπολη του Κοπανακίου…Αυτός ο αδελφός του και ο πατέρας του, μαγκιώρος μάστορης και γνώριζε πολλή καλά την δουλειά του. Μας έλεγε ότι: ” όταν ο άνθρωπος  βρεθεί έξω στην ύπαιθρο ή στον δρόμο και αρχίσει να βρέχει, το πρώτο πράγμα που κάνει ασυναίσθητα, είναι να σηκώσει και τα δύο του  χέρια πάνω από το κεφάλι του. Είναι μας έλεγε μία κίνηση που εκφράζει την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να προστατευτεί από αυτό το στοιχείο της φύσεως, συγχρόνως και την ανάγκη να “βάλει το κεφάλι και την φαμελιά του κάτω από μια στέγη”…Βασικό υλικό για την στέγη είναι τα κεραμίδια. Αν είσαστε προσεκτικοί στην δουλειά σας και τα κεραμίδια που φτιάχνεται είναι προσεγμένα και από καλά υλικά…Η δουλειά αυτή έχει μέλλον, αυτό μόνο σας λέω… άμα τα σκαρτέψετε ο πελάτης θα σας φύγει!!! Το κεραμίδι είναι η προστασία για το σπίτι, για την περιουσία τις φαμελιάς και για τους ανθρώπους, με το κεραμίδι τσπίτι αναπνέει, ζει, αερίζεται! Το κεραμίδι κρατάει την υγρασία και το σπίτι δροσερό. Με λίγα λόγια ο συνδιασμός πέτρα, ξύλο και κεραμίδι ειναι υγεία”. Εμείς νοικιάζαμε ένα κομάτι τόπο, κοντά στου Κόλλια το καμίνι, στα Γλυκοριζαίϊκα λίγο πιο πάνω από την γραμμή. Τον χώρο τον νοικιάζαμε για τρία με τέσσερα χρόνια, και κανονίζαμε να έχει και το απαραίτητο υλικό. Εκεί σκάβαμε για

ΚΑΜΑΡΕΣ ΑΠΟ ΨΗΜΕΝΗ ΓΛΙΝΑ ΑΡΓΙΛΟΥ ΚΑΜΙΝΙΟΥ ΓΙΑ ΚΕΡΑΜΙΔΙΑ

να φτιάξουμε το καμίνι, ένα πιγάδι γύρω στα τρία μέτρα. Στην μέση

ΘΑΛΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΙΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΚΕΡΑΜΙΔΙΑ ΚΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΨΗΜΕΝΗ ΓΛΙΝΑ ΑΡΓΙΛΟΥ

του πηγαδιού καλουπόνανε την κολώνα και την γεμίζανε με γλίνα, μετά καλουπόνανε περίπου 7-8 καμέρες καμάρες  από την κεντρική κολώνα μέχρι τα τοιχία του πηγαδιού. Στην συνέχεια καλουπόνανε το δαπεδο και το στρώνανε με παχύ στρώμα γλίνας. Στο δάπεδο του καμινιού ανοίγανε τρύπες για να περνάει η φωτιά τα λεγόμενα “Φανούρια”. Σαν τελειώνανε την κατασκευή τότε  γεμίζανε με κλαριά το καμίνι και του βάζανε φωτιά. Αυτό επαναλαμβανότανε άλλες δύο φορές και η κατασκευή του καμινιού από γλίνα γινότανε πέτρα. Λίγο πιο πέρα το καλύβι για τα εργαλεία μας και τα  στρωσίδια μας για ύπνο. Καθαρίζαμε ένα γύρω πολύ καλά την περιοχή, την κάναμε γυαλί, το λεγόμενο “Αλώνι” ή “Λιάστρα”.  Εκεί άπλωναν τα κεραμίδια για να στεγνώσουν. Ο  Περικλής Κώνστας από το κάτω Κοπανάκι μου έλεγε

ΣΠΑΣΙΜΟ ΑΡΓΙΛΟΜΑΖΑΣ

ότι ο πατέρας του ο Σωτήρης, είχε μόμιμο καμίνι για κεραμίδια δίπλα στο σπίτι του. Η πρώτη ύλη που χρησιμοποιούσαν πάντα για την παρασκευή του πηλού, ήταν ο άργιλος.  Πρόσεχαν πάντα να μην έχει “λύκο”, γιατί στο ψήσιμο πέταγε “φλίδα” και το κεραμίδι ήταν άχρηστο. Η δουλειά του κεραμοποιού άρχιζε από τον Μάη και τελείωνε γύρω στον Σεπτέμβριο. Μία δουλειά βαρειά και που χρειαζόταν πολλές ώρες εργασίας.  Από τις 3 τα ξημερώματα και τελείωναν στις 10 το βράδυ. Η δουλεά άρχιζε από τη “Λάκα”, εκεί ένας ή δύο εργάτες καμιά φορά και ακόμη περισσότεροι, ανάλογα την ζήτηση, οι λεγόμενοι “Λασπάδες” έσκαβαν με τσαπιά και έβγαζαν τον άργιλο. Στο καμίνι του κόλια και γενικά στα γλυκοριζαίϊκα, έβγαζαν την “Κουμουλιά”, είχε χρώμα κιτρινωπό και καλή ποιότητα. Έπειτα το αργιλόχωμα το μετέφεραν με κάρα στα διάφορα καμίνια.  Στην συνέχεια  αφού έσπαζαν με ένα ξύλινο ραβδί που ήταν κατάλληλα γυρισμένο στην άκρη τις χωμάτινες μάζες για να διαλυθούν, το έριχναν στην “Γούρνα”, μία μακρόστενη λαμαρινένια κατασκευή ή ξύλινη και την γεμιζαν με νερό, για να τραβίξει το χώμα. Την άλλη μέρα με τα χέρια αφού έβγαζαν το περισσότερο νερό, την ψαχούλεβαν και αφαιρούσαν κανένα χαλίκι ή κλαδάκι που έβρισκαν. Ακολουθούσε η ζύμωση με τα χέρια ή με τα πόδια, δύο με τρεις φορές άμα η λάσπη προοριζόταν για κεραμίδια,

ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΟΣ ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ

έπρεπε να είναι καλοδουλεμένη. Μετά  μετέφεραν τον άργιλο στον ειδικό πάγγο το “συσκευαστήριο”ή “Ντισουγιάφα”, ή “Τερζάκι”  εκεί είχαν τα σιδερένια καλούπια για τα κεραμίδια, άμμο θαλάσσης, νερό μέσα στο μαστέλο  (τον κουβά), την κόφτρα (ένα ξύλο ορθογώνιο παραλληλόγραμο) και το “Κοπάνι” ( μία ξύλινη κατασκευή σε σχήμα οβάλ). Εκεί στεκόταν ο τεχνίτης που τον λέγαν ¨Κόφτη”….Πασπάλιζε με λίγη άμμο θαλάσσης τον πάγκο του συσκευαστηρίου, έπαιρνε την ανάλογη  ποσότητα αργιλολάσπης και την τοποθετούσε στο καλούπι, την πίεζε δυνατά για να καλύψει σωστά το εσωτερικό του καλουπιου και, μετά έπαιρνε από το μαστέλο την κόφτρα, με δύο κινήσεις επάνω και αντίθετα έστρωνε την λάσπη στο καλούπι και έδιωχνε την λάσπη που περίσευε. Μετά ερχόταν η σειρά των εργατών που τους έλεγαν τα “Ριχτάρια”, η δουλειά τους ήταν να βγάζουν από το καλούπι τον μαλακό πηλό και να τον τοποθετούν στο κοπάνι, εκεί τον αλείφανε με νερό για να κλείνουν οι πόροι, και να πάρει γυαλάδα. Στο κοπάνι έπαιρνε το κοίλο σχήμα του κεραμιδιού. Το καλούπι ήταν δύο πόντους φαρδύτερο από το κοπάνι πάντα. μετά το μεταφέρανε στο αλώνι, το ακουμπούσανε κάτω και αφού το πιέζανε στα πλάγια για να πάρει η λάσπη το κοίλο σχήμα του κεραμιδιού, τραβάγανε το κοπάνι με προσοχή να μη χάσει το σχήμα του το κεραμίδι. Η αναλογία στην παραγγελία ήταν δύο φαρδιά προς ένα στενό κεραμίδι, (δηλαδή τα δύο φαρδιά από κάτω και το ένα καπάκι από πάνω.  Στη λιάστρα στο αλώνι το άφηναν 2 με 3 ημέρες να στεγνώσουν και μετά τα τοποθετούσαν ανα δεκάδες ορθια  στο καλύβι να μην βραχούν σε περίπτωση βροχής. Και όταν συμπληρώνανε τον απαταίτητο αριθμό τα στίβαζαν  στο καμίνι, ανά στρώσεις για “Καμίνιασμα”.  Μόλις γέμιζε, κάθε μαμινιά έπαιρνε 6.οοο έως 8.000 τούβλα, τότε στο κάτω μερος αναβανε την φωτιά και την βαστάγανε για 24 ώρες, στην αρχή με σιγανή φωτιά που σιγά σιγά την δυναμώνανε. Η θερμοκρασία έφτανε μέχρι 900 με 950 βαθμούς. Μετά τα άφηναν κανά δυό ημέρες για να κρυώσουν, βέβαια η κοπιαστική εργασία της κατασκευής των κεραμιδιών στο μεταξύ συνεχιζόταν…Μου έλεγε ο “κεραμιδάς” ότι εκτός από κεραμοποιοί, κατασκεύαζαν και επισκεύαζαν τον χειμώνα σκεπές. Για ξυλεία χρησιμοποιούσαν κυρίως μαλακά ξύλα με σκληρότερο εσωτερικό,  από πεύκο, έλατο ή από σκληρά ξύλα καρυδιά, δρυ, άγριο πεύκο κ.α. Ξύλα που είχαν ρόζους έχαναν την δύναμή τους, έπρεπε να είναι ίσια και χωρίς βαθειές ρωγμές. Τα βυζαντινά κεραμίδια τα βάζαμε “κολυμπητά” με ασβεστοκονίαμα. Ένας καλός μάστωρης πρωτού τοποθετήσει ένα κεραμίδι, το κρατάει και το κτυπάει ελαφρά με το σφυρί του, αν ο ήχος είναι “καμπανάτος” τότε το κεραμίδι είναι αδιάβροχο, αν ο ήχος είναι “κούφιος” τότε μην το χρησιμοποιείς!! Εδώ θα σου πω και μία προσωπική ιστορία: Κάποτε σαν μεγάλωσα και ένιωσα ότι είχα μάθει καλά την δουλειά του κεραμιδά, το είπα στον πατέρα μου, καιρός του είπα γέρο να αναλάβω μόνος μου μια επισκευή….Με έστειλε λοιπόν να επισκευάσω μία στέγη που έσταζε. Πήγα και εγώ έψαξα από εδώ και από εκεί στο τέλος βρήκα την αιτία, χρησιμοποίησα όλη μου την μαεστρία και την έφτιαξα τέλεια!!! Σαν γύρισα το βράδυ στο σπίτι με ρώτησε ο πατέρας μου:” Πως πήγες με την δουλειά παιδί μου ;” και εγώ όλο περιφάνεια του απάντησα: “Η δουλειά έγινε τέλεια…ούτε σε δέκα χρόνια δεν πρόκειται να έχει πρόβλημα ο αφέντης”. Ορίστε και ο κόπος μου του είπα δείχνοντας την πληρωμή μου. Ο γέρος μου, κούνησε το κεφάλι και μου είπε: “Μπράβο γιέ μου!!! Έγινες τεχνίτης τζιμάνι. Όμως αν δεν αφήνεις και κάποια “ατέλεια”…για του χρόνου, ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΖΑΝΤΙΟ, Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΘΑ ΠΕΙΝΑΣΕΙ!!! Τα κεραμίδια προτιμούνται για την καλαίσθητη παραδοσιακή εμφάνηση των σπιτιών. Ο κόσμος δεν θα σταματήσει να τα χρησιμοποιεί…Ο παραδοσιακός τρόπος κατασκευής τους έχει σταματήσει, ας είναι καλά η νέα τεχνολογία. Δυστυχώς σήμερα ελάχιστα καμίνια έχουν απομείνει και αυτά σε άθλια κατάσταση,  περιμένοντας τον αδυσώπητο χρόνο να τους δώσει το τελειωτικό κτύπημα. ΕΤΣΙ ΣΒΥΝΕΤΑΙ  ΜΙΑ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ!!! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΒΕΡΟ;

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Αυγούστου 18, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, Komianos.wordpress.com

Η ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

ΥΦΑΝΤΡΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η χρήση του αργαλειού έχει τις ρίζες της από την αρχαιότητα. Βασικός ο μύθος της ΑΡΑΧΝΗΣ κόρης του βαφέα Ίδμωνα από τον Κολοφώνα. Η κόρη του η Αράχνη, φημιζόταν για την άριστη τέχνη της στην υφαντική. Αλλά είχε ένα ελλάτωμα, ήταν μία αδιόρθωτη υπερόπτης. Το ελλάτωμά της αυτό έγινε και η αιτία που απερίσκεπτα προκάλεσε την ίδια θεά Αθηνά να αναμετρηθούν! Η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε γριά και πλησιάζοντας την κοπέλα, την συμβούλεψε ότι ήταν ασέβεια αυτό που έκανε…Όμως η Αράχνη δεν άκουσε τις συμβουλές της μεταμορφωμένης σε γριά Αθηνάς, και συνέχισε να  προκαλεί την Θεά. Η Αθηνά οργισμένη πήρε την κανονική μορφή της και έκτισε τον αργαλειό της στον ουρανό, ενώ η Αράχνη στη γη. Στο υφαντό της η Αθηνά ύφανε δύο θέματα κατά την μυθολογία…Τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα για την προστασία της πόλης της Αθήνας και στο άλλο, τους ανθρώπους να τιμωρούνται που είχαν τολμήσει να αναμετρηθούν με τους θεούς. Η Αράχνη στο δικό της το υφαντό έφτιαξε σαν θέμα τους έρωτες του Δία και τα διάφορα “κουσούρια” των Θεών. Όμως αυτό που την εξόργισε υπερβολικά την Θεά Αθηνά ήταν όταν είδε τον Θεό Ύφαιστο να τον παριστάνει κουτσό και άσχημο. Θυμωμένη άρπαξε το υφαντό και το έσκισε με οργή, Έπειτα  την μεταμορφωσε σε ένα περίεργο και ασχημο ζώο, με μακρυά ποδια και σώμα παράξενο την σημερινή αράχνη. Και την  καταράστικε να πλέκει στο σκοτάδι, σε βρώμικα, ανήλιαγα και σκονισμένα μέρη τον ιστό της. Η Αθηνά στην αρχαιότητα προστάτευε την τέχνη την υφαντική, την ονόμαζαν “ΕΡΓΑΝΗ ΑΘΗΝΑ”. Η Πηνελόπη ύφαινε την ημέρα και ξύφαινε την νύχτα για να ξεγελά με αυτόν τον τρόπο τους μνηστήρες της, ώστε να περιμένουν να τελειώσει το “ΔΙΑΣΙΔΙ” της. Πόσα και πόσα όνειρα , δουλεύοντας τον αργαλειό με την βοήθεια του αχνοφέγγοντος λυχναριού, μοναχή η ανύπανδρη ή παντρεμένη κοπελιά, κάνει γλυκές σκέψεις για αντάμωμα, για φιλί, για στεφάνι, για αγκάλιασμα, για τον ερχομό του καλού της…  ΕΓΩ ΤΟ ΨΑΔΙ ΘΑ ΓΕΝΩ, ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΤΟ ΣΤΙΜΟΝΙ – ΠΟΥ ΝΑ ΜΠΛΕΧΤΕΙ ΜΕΣ’ ΤΟ ΠΑΝΙ, ΚΑΙ ΠΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΛΥΤΩΝΕΙ. Σκιρτήματα ψυχής, ρομαντικές σκέψεις, κρυφοί καϋμοί, αναστεναγμοί και απογοητεύσεις…και όλα αυτά τα συναισθήματα σαν ξαλάφρωμα ψυχής τα συντροφεύει με λυπητερό ή χαρούμενο προσμονής τραγούδι: ΤΑΚΟΥ – ΤΑΚΟΥ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΟΥ – ΤΑΚΟΥ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΜΟΥ.. και για τις ανύπαντρες: ΤΑΚΟΥ ΚΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΦΤΑΝΕΙ, ΜΕ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΕΦΑΝΙ…Και οι νέοι περνόντας κάτω από τα παραθύρια των αγαπημένων τους τραγουδούσαν: “ΠΕΡΑ -ΔΩΘΕ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΣΟΥ,  ΠΕΡΑ -ΔΩΘΕ ΟΙ ΣΑΪΤΕΣ /  ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΑΣ ΤΡΕΛΑΙΝΕΙ, ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΕΙ / ΝΑΜΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΣΟΥ, ΝΑ ΓΕΝΩ ΠΟΥΛΙ ΓΑΛΑΖΙΟ / ΝΑΡΘΩ ΠΑΛΙ ΣΤΙΣ ΣΑΪΤΕΣ, ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΤΕΝΙ / ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΣΤΑ ΜΙΤΑΡΙΑ, ΣΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ ΓΑΛΑΖΙΟ.” Ο αργαλειός ήταν μία μικρή οικογενειακή βιοτεχνία, με πολλών ειδών παραγωγής ρουχισμού  τόσο για τις οικογενειακές ανάγκες όσο και

ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ Η ΛΑΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

για τις αγροτικές. Το ξεκίνημα γινόταν με το ΠΛΥΣΙΜΟ των μαλλιών και το στέγνωμά τους στον ήλιο ή στην σκιά αναλόγως.  Εν συνεχεία ΞΑΣΙΜΟ του μαλιού ή του βαμβακιού, με την βοήθεια των “λαναριών” για να ξεμπλέξουν και να γίνουν αφράτα. Μετά ακολουθούσε η βασικότερη εργασία το ΓΝΕΣΙΜΟ. Με την βοήθεια της “ρόκας” και του “αδρακτιού”. Σε κάθε ρούγα όλες οι γυναίκες μικρές και μεγάλες, μαθαίνοντας τα νέα, κουτσομπολεύοντας και ανταλάσοντας συνταγές και γνώμες, δεν σταματούσαν γνέσιμο, έπρεπε να ετοιμάσουν τα απαραίτητα νήματα τις “κλώνες” του ιφαδιού. Για να φτιάξουν τις κλώνες πρώτα τοποθετούσαν το μαλί στην κορυφή της ρόκας το λεγόμενο “ΤΟΥΛΟΥΠΙΑΣΜΑ”. Η ρόκα η λεγόμενη και “ΗΛΑΚΑΤΗ” κατασκευαζόταν από εύκαμπτο κλαδί π.χ. αγριλιάς ή λιγιάς ενός μέτρου περίπου και στην κορυφή σχημάτιζε κύκλο. Για να γίνει το γνέμα η κλωστή του ιφαδιού χρειαζόταν το “ΑΔΡΑΚΤΙ” ή “Δρούγα”. Ήταν ένα ραβδί τριάντα πόντους και στο κάτω μέρος είχε για βαρίδι το “ΣΦΟΔΙΛΙ”. Όλες οι γυναίκες έπλεκαν με το αριστερό χέρι, την ρόκα την στερέωναν στην μέση τους, σάλιωναν τα δάκτυλά τους για να στρίβουν το μαλί ή το βαμβάκι ομοιόμορφα. Κάθε

ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ, ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΥΦΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΜΗΟΥΡΓΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

σπίτι είχε και ένα αργαλειό ή “ΛΑΚΟ” ‘οπως τον λέγανε, στο κατώϊ,στην σοφίτα ή στο παράσπιτο. Στο πλάϊ έστεκε η δρούγα και η ανέμη, ετοίμαζαν τα νήματα ή τα καρούλια για  τις σαίτες για να υφάνουν τα πανιά. Τα σπουδαιότερα εξαρτήματα του αργαλειού ήταν ο “ΣΚΕΛΕΤΟΣ” (ξύλινη κατασκευή). Το πίσω “ΑΝΤΙ” εκεί τύλιγαν τις κλωστές το λεγόμενο “βιλάρι”. Το μπροστινό “ΑΝΤΙ” σε αυτό μαζευόταν το υφασμένο βιλάρι. Τα αντιά ήταν χοντρά κυλινδρικά ξύλα που στην κεφαλή τους είχαν τρύπες για το τέντωμα του υφαντού. Άλλα εξαρτήματα ήταν τα “ΠΟΔΑΡΙΚΑ” που τα πατούσαν πότε το ένα και πότε το άλλο και περνούσε η “ΣΑΪΤΑ” με το “ΜΑΣΟΥΡΙ”. Άλλο εξάρτημα ήταν το “ΧΤΕΝΙ” που έμπαινε στο “ΞΥΛΟΚΤΕΝΟ” και κτυπιέται το υφάδι. Επίσης τα “ΜΥΤΑΡΙΑ” που κρέμονται απότην οροφή του αργαλειού με σχοινιά περασμένα σε καρούλια, με την βοήθεια των ποδαριών κινούνται πότε επάνω και πότε κάτω, αφήνοντας κενά ανοίγματα για να περνάει η σαίτα με το μασούρι που είναι τυλιγμένη η κλωστή του υφαδιού. Με το πέταγμα της σαίτας η κλωστή ξετυλίγεται και το νήμα υφαίνεται. Η υφάντρα καθεται στο σκαμνί της με το στήθος στηριγμένο στο μπροστινό αντί. τοποθετεί τα πόδια της στα ποδαρικά, πέρνει στο ένα χέρι της την σαίτα και με το άλλο δουλεύει το ξυλόκτενο. Έτσι και ετοιμασθεί ο αργαλειός… τότε αρχίζει το κέντημα  η υφάντρα την τέχνη της και το ταλέντο της…ο κόπος πολύς και η μοναξιά μεγάλη!! ΤΑΚΟΥ – ΤΑΚΟΥ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΟΥ…..

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ , komianos.wordpress.com

Αυγούστου 15, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΟΥ, Uncategorized | 2 σχόλια

ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ “Τραγιασκάκιας” ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ “ΚΑΡΑϊΣΚΑΚΗ” ΤΑ ΚΑΤΑ ΣΥΝΘΗΚΗΝ ΨΕΥΔΗ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

ΜΗΝ ΓΡΙΝΙΑΖΕΙΣ ΚΑΫΜΕΝΟΥΛΑ ΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΑΡΑΒΩΝΙΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΗ ΤΟΝ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

Οι ανέκδοτες ιστορίες του Μπάρμπα Ανδρέα τελειωμό δεν έχουν.  Δεν ήταν η πρώτη φορά μου έλεγε ο Νίκος Κράμπελας , που ο πατέρας μου ο Μπάρμπα Ανδρέας γύριζε αργά τα ξημερώματα στο τσαρδί του. Βλέπεις η παρέα τα καλαμπούρια και το κρασάκι ήταν οι αιτίες που αργούσε να γυρίσει σπίτι. Η αγωνία όμως της κυρά Δήμητρας, κάθε φορά που αργούσε ο κύρης της ήταν μεγάλη, που να κλείσει μάτι η καψερή. Πίσω από την πόρτα “Τσούτσουρο”περίμενε τον νοικοκύρη, χωρίς τον…μπλάστρη!!! Το μυαλό του μπάρμπα Ανδρέα πριν φτάσει στο σπίτι, είχε σκαρφιστεί κάποια φανταστική ιστορία για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση του. Μόλις πάτησε το πόδι του στο κατώφλι τον βούτηξε η μάνα μου από τα μούτρα. Πάλι έμπλεξες, είναι ώρα αυτή που γυρνάς στο σπίτι; θα σε σκοτώσω! Άσε ρε γριά της λέει, Να ήξερες γιατί άργησα;…Γιατί του λέει η κυρά Δήμητρα. Ε! θα στο πω για να χαρείς καϋμενούλα μου της λέει ο πατέρας μου. “ΑΠΟΨΕ ΑΡΑΒΩΝΙΑΣΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ τον (Καραϊσκάκη)….Τον είχε και ανηψιό και σαν άκουσε τα ευχάριστα νέα, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη….Τι λές μωρέ Ανδρέα μου σοβαρά;… Ναι σου λέω! Αλλά έχουμε και ένα προβλημα, δεν θέλει ο νουνός!! Όμως εσύ γκρινιάζεις, δεν σου λέω άλλο τίποτα! Άσε με τελείωσε…( Νουνός του Καραϊσκάκη ήταν ο παππούς του Μήτρου Καράμπελα, ο Γέρο Μήτρος. Ρε γέρο μην με αφήνεις σε αγωνία…Πεσ’ μου ποιά είναι η τυχερή; Το μυαλό του πατέρα μου σκεπτότανε ποιά γυναίκα να της πει, ότι αραβώνιασε ο Καραϊσκάκης….Θα μου πείς ποια είναι η κοπέλιά; Αυτός όμως απόφευγε γιατί δεν είχε σκεφτεί  τι να της πει….Δεν σου λέω άσε τώρα!…Με τα πολλά βρήκε ένα όνομα και της το

ΤΩΡΑ ΤΑ ΚΑΝΑΜΕ ....ΑΠΟΚΟΥΠΕΣ !!!

ξεφούρνισε. Της λέει: Είναι η τάδε του τάδε. Η αλήθεια είναι, λίγο μεγάλη…αλλά κανένα παιδάκι θα το κάνει…Το έχαψε το παραμύθι η μάνα μου, η χαρά της δεν περιγραφόταν. Θα του βγάλω τα μάτια του νουνού του, αν αφήσει το παιδί ανύπαντρο και χάσει τέτοια τυχη!!! Αυτή η κουβέντα γινόταν ξημερώματα Σαββάτου. Ο μπάρμπα Ανδρέας κοιμήθηκε τον ύπνο του δικαίου. Η μάνα μου δεν έκλεισε μάτι μέχρι να ξημερώσει. Ο αδελφός μου ο Παναγιώτης κοιμότανε στο διπλανό δωμάτιο, από τις 12 1/2 η ώρα άρχισε η κουβέντα και τελείωσε στις 2. Το πρωϊ σαν σηκώθηκε ο γέρος, πρώτη του δουλειά πάει βρίσκει τον Καραϊσκάκη. Τον ρωτάει ο Καραϊσκάκης “Πως τα πέρασες τη νύκτα;” Άστα του λέει ο μπάρμπα Ανδρέας σε….ΑΡΑΒΩΝΙΑΣΑ!!! και την πέρασα κοτσάνι. ” Με ποιά ρε μπάρμπα;” και αυτός  του είπε. Το πρωί σαν κίνησε να πάει στο παζάρι η κυρά Δημητρα, της λέει ο αδελφός μου Παναγιώτης, μάνα πρόσεξε αυτά που σου έλεγε ο γέρος εψές το βράδυ είναι ψέματα. Κύτα μην σου φύγει τίποτα και γίνεις ρεζίλι. Πάει η μάνα μου στο παζάρι, εκείνη την στιγμή φτάνει στο ύψος που είναι σήμερα το ψιλικατζίδικο του Κοράκη. Ο Καραϊσκάκης παρέα με άλλους τρείς και στην μέση από συμπτωση και η κοπέλα, στην μέση του δρόμου. Η κυρά Δήμητρα σκέφτηκε…να και μια φορά  που μου είπε την αλήθεια ο γέρος. Ο Καραϊσκάκης βλέποντας την μάνα μου να έρχεται ντουγρού προς το μέρος τους…. Σκέφτηκε ” τώρα την κάναμε αποκούπες”. Χεσμένος ο Γιώργης φεύγει τρέχοντας και περνόντας στο πλάϊ της, της ψυθιρίζει: “ΔΗΜΗΤΡΩ ΤΙΠΟΤΑ ΜΗΝ ΠΕΙΣ, ΤΙΠΟΤΑ…Τ’ΑΚΟΥΣ;… ΤΙΠΟΤΑ!!! ΔΕΝ Τ’ΟΧΟΥΜΕ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙ ΑΚΟΜΗ.”

Τα κατά συνθήκη ψεύδη, τελειωμό δεν έχουν! Σιγά σιγά έρχονται στην επιφάνεια.

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ , komianos.wordpress.com

Ιουλίου 26, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ Η “ΚΥΡΑΤΖΗΔΕΣ” ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΜΕ ΜΟΥΛΑΡΙΑ ΦΟΡΤΙΩΝ ΑΠΟ ΟΡΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

Η Ελληνική ύπαιθρος είναι κατάσπαρτη από οικισμούς και χωριά, που κτίστηκαν σε δύσβατες ορεινές περιοχές, χωρίς οδικό δύκτιο. Ο μπάρμπα Κυριάκος Μιχελής γνωστός ως “Κουδούνας”, ένας ήρεμος ηλικιωμένος  κατά κύριο επάγγελμα “Κυρατζής”,  στο πρόσωπό του χαραγμένα τα σημάδια του χρόνου, της ταλαιπορίας και των κακουχιών, 93 ετών αν θυμάμαι καλά. Μου έλεγε ότι από παιδάκι 14 ετων 1930 βοηθούσε τον πατέρα του αγωγιάτη και αυτόν, και συνέχισε το επάγγελμα μετά τον θάνατο του πατέρα του μέχρι το 1965 με 1970. Μού έλεγε λοιπόν ότι η επικοινωνία και η μεταφορά φορτίων και ανθρώπων, γινόταν μόνο μέσα από βατά ή  κακοτράχαλα μονοπάτια, ποτάμια που τον χειμώνα φούσκωναν και, το περασμά τους ήταν δύσκολο ή επικύνδυνο για την ζωή τους και το φορτίο που μετέφεραν. Αυτή την δύσκολη διαδρομή μόνον τα υπομονετικά και ανθεκτικά μουλάρια, μπορούσαν να περπατήσουν με σιγουρία και με το βαρύ φορτίο τους. Στο σταύλο του ο κάθε αγωγιάτης συντηρούσε από ένα έως τρία μουλάρια τουλάχιστον, ανάλογα με τον αριθμό των φορτομάτων και το βάρος τους. Τα τάϊζε καλά, τα πότιζε, ο σταύλος καθαριζότανε συχνά και τα πρόσεχε σαν τα μάτια του. Από τα ζώα αυτά και την καλή κατάστασή τους, εξαρτιόταν το ψωμί της φαμελιάς του. Για την μεταφορά των

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΑΞΕΙΔΙΩΤΩΝ

εμπορευμάτων ο αγωγιάτης έπαιρνε ένα χρηματικό ποσό, άλλες φορές πληρωνόταν σε είδος ανάλογα την συμφωνία. Η πληρωμή λεγόταν “Αγώϊ” και κανονιζόταν όπως αναφέρω με συμφωνία, άλλοτε με την διαδρομή την λεγόμενη “Στραθιά” και άλλοτε ανάλογα με το βάρος. Η αμοιβή  που έπαιρνε ήταν σχετικά καλή για τα χρόνια εκείνα. Όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και κοπιαστική. Ο αγωγιάτης ή “Κυρατζής” έκανε μεταφορές διαφόρων ειδών εμπορευμάτων, κρασιά, λάδια μέσα σε ασκιά, μετέφερε ταξιδιώτες, ανήμπορους ανθρώπους, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς. Η μεταφορά ανθρώπων και αγαθών με μουλάρια εκείνα τα χρόνια, ήταν ο κυριώτερος τρόπος….είχε βέβαια και τα ρίσκα του αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Τα μονοπάτια αντικαταστάθηκαν από δρόμους, η επικοινωνία άλλαξε τρόπο και μέσα μεταφοράς προϊόντων και ανθρώπων. Το μεροδούλι έβγαινε δύσκολα, σιγά σιγά σταμάτησαν να μας έχουν ανάγκη. Η εργασία του αγωγιάτη πρόσφερε πολύτιμη βοήθεια στις ορεινές περιοχές, με την μεταφορά και ανταλλαγή των γεωργικών αγαθών. Όλοι στην οικογένεια, κορίτσια, αγόρια, μικροί και μεγάλοι από την βαθειά νύκτα ήταν στο πόδι, με τα λαδοφάναρα στα χέρια, να ετοιμάσουν τα μουλάρια, εάν είχαν φορτώματα να τα φορτώσουν στα ζώα έγκαιρα, για να φτάσουν με την μέρα στον προορισμό τους, να ξεφορτώσουν, να φωρτώσουν  και να επιστρέψουν. Εάν η απόσταση ήταν μεγάλη… τότε

ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΟΥΛΑΡΙΑ ΤΟΥΣ ΦΟΡΤΩΜΕΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ

το βραδυ θα ξεπέζευαν σε κάποιο χάνι, να πάρουν μια ανάσα και να συνεχίσουν το ταξείδι τους.Στις βραδυνές αυτές πορείες τους αχολογούσαν τα κουδουνάκια και τα κρεμασμένα “κύπρια”στους λαιμούς των μουλαριών. Που και που στο πέρασμά τους, όλο και κάποιος ξεχασιάρης χωρικός, τους φώναζε μέσα στην νύκτα καμιά παραγγελία της τελευταίας στιγμής. Πάντα ο αγωγιάτης θα εύρισκε τον απαραίτητο χώρο, για να μην κακοκαρδίσει τον πελάτη. Για αυτές τις περιπτώσεις πάντα έπαιρναν ένα ζώο έστω και δανεικό επιπλέον. Δεν χαλούσαν σε κανένα πελάτη το χατίρι. Πόσες και πόσες συζητήσεις γίνονταν στα χάνια ή στην πολιτεία. Εκεί μάθαιναν τα νέα από τον έξω κόσμο και τα γεγονότα. Αυτοί μετέφεραν μαζί με τις παραγγελίες και τα νέα από τα γύρω χωριά και την πόλη, οι χωρικοί ρούφαγαν στην κυριολεξία τα νέα από τα χείλη τους. Το σκοτάδι, οι νυχτερινές σκιές, οι κακοκαιρίες, το πέρασμα από μονοπάτια μέσα στο δάσος, με φεγγάρι ή χωρίς με περίεργες ιστορίες, έκαναν την φαντασία τους να καλπάζει. Τέτοιες ιστορίες έκαναν τα παιδιά να μαζεύονται φοβισμένα στην πυρογωνιά, ακούγοντάς τες. Στις μέρες μας εάν ψάξεις σε όλη την περιφέρεια της ορεινής τριφυλίας, ζήτημα είναι αν δεις εδώ και έκει  έστω και ένα μουλάρι. Κάποτε κοροϊδεύαμε τα παιδιά της πόλις ότι ακουγαν την λέξη αρνί, γίδα, γαϊδούρι ή μουλάρι και δεν γνωρίζανε τι πράγμα ήταν. Σήμερα και για τα δικά μας παιδιά του χωριού, σε λίγο καιρό τα μουλάρια και όλα αυτά τα τα κατοικίδια ζώα, θα αποτελούν…. ανάμνηση!!! Οι αγωγιάτες ή κυρατζήδες ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Λέγοντας αγώϊ εννοούμε δύο πράγματα…πρώτον τι φορτίο θα φορτώσει,”τι αγώϊ έχεις;”. Και δεύτερο πόσα λεφτά θα πληρωθεί, “τι αγώϊ θα πάρεις;”. Ο αγωγιάτης είναι υποχρεωμένος να φορτώσει και να ξεφορτώσει τα φορτία μόνος του. Μαζί του έχει τα απαραίτητα εργαλεία, σχοινιά, δίχαλα, σακιά, ασκιά, κυρίως αδιάβροχα για να προφυλάξει το φορτίο. Αυτός θα ισομοιράσει το φορτίο θα το “Ταιρομοιράσει” για να μεταφέρει ίδιο φορτίο από κάθε πλευρά. Από την ώρα που θα το φορτώσει είναι υπεύθυνος για όποια ζημιά πάθει το φορτίο. Η πληρωμή γίνεται σαν παραδόση το φορτίο, από τα λεφτά που θα πάρει πληρώνει το φαγητό, τον ύπνο για τον ίδιο και τα μουλάρια του.

Ευχαριστώ τον μπαρμπα Κυριάκο “Κουδουνά”, για τις πληροφορίες και για τον χρόνο που μου διάθεσε.

Αυτά προς το παρόν με  αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ιουλίου 13, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΕΣΒΥΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ “ΛΑΓΑΝΙΑΔΕΣ” ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΧΩΡΙΑΤΙΚΗΣ ΣΚΟΥΠΑΣ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ. komianos.wordpress.com

ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗΣ (ΚΟΤΣΟΝΙΟΣ) ΜΕ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. ΕΝΑΣ ΜΑΓΚΙΩΡΟΣ ΤΕΧΝΙΤΗΣ ΓΙΑ ΛΑΓΑΝΙΕΣ. φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Ευκαιρία γύρευα πίνωντας το καφεδάκι μου, και ακούγωντας από την Σπυρούλα Γ.Σοφού και τον Στάθη Χαμπεσή,για ένα από τα γραφικά επαγγέλματα της παλιάς εποχής  που ήταν ο ” ΛΑΓΑΝΙΑΣ “. Ένα επάγγελμα που με το πέρασμα του χρόνου έσβυσε σιγά σιγά και ξεχάστηκε. Λίγοι είναι αυτοί οι χωρικοί που ακόμα και σήμερα, συνεχίζουν να φτιάχνουν “λαγανιές” μεγάλες και μικρές, όπως και “Σπαρτοσαρώματα”. Ένας από τους λαγανιάδες εκείνης της εποχής ήταν, ο Γιώργης Παπαπαναγιώτου ο γνωστός ως (Κωτσονιός). Έφτιαχνε τις σκούπες εκείνης της εποχής τις λεγόμενες “λαγανιές”. Τα υλικά ήταν από αφάνες, αλλά όχι από

ΚΑΠΕΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ)-ΚΑΠΕΛΙΟΣ ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ (ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ). ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΟΙ ΚΤΊΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΕΣ ΣΕ ΞΥΛΙΝΕΣ ΔΙΧΑΛΕΣ ΓΙΑ ΛΑΓΑΝΙΕΣ. φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

οποιαδήποτε αφάνα. Τις “κατσαφάνες” ή “Γαϊδουροαφάνες”  πράσινες ή ξερές, τις μάζευαν από τις γύρω πλαγιές. Βασικά υλικά ήταν το σκουπόξυλο στο τέλος κατέλιγε σε μία διχάλα από ξύλο λιγιάς, από παλιούρι, ελιά, μουριά κ.α. Για τέτοιες διχάλες μαγκιώροι μάστοροι ήταν ο Καπέλιος Θοδωράκης ο (Καρβουνής)και ο αδελφός του παναγιώτης. Οι περισσότεροι αγόραζαν από αυτόν σκουπόξυλα για λαγανιές και σπαρτοσαρώστρες.  Τις λαγανιές τις κατασκευάζανε ως εξής: Όπως ήταν η γαϊδουροαφάνα στρογγυλή σαν μπάλα, χώνανε τα σκουπόξυλα με τις διχάλες και τις δένανε σφικτά με σύρμα. Μετά με πλάκες πέτρινες βαριές τις πλακώνανε και τις κάνανε πλάκα, εάν ήταν ξερές πρώτα τις βρέχανε μέ μπόλικο νερό να μαλακώσουν και μετά τις πλάκωναν, στο τέλος τις ψαλίδιζαν . Μετά τις πήγαινε στο παζάρι κάθε Κυριακή για πούλημα, η τιμή περίπου ένα τάλαρο το κομάτι.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΤΗΣ ΛΑΓΑΝΙΩΝ ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Στο παζάρι φώναζε διαφημίζοντας το εμπόρευμά του: ” ΕΔΩ ΟΙ ΛΑΓΑΝΙΕΣ ΓΙΑ ΚΥΡΑΔΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΙΕΣ-ΤΡΕΞΤΕ ΟΥΛΕΣ ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΣΑΣ ΝΑ ΣΚΟΥΠΑΤΕ “. Ο γέρο “Κοτσονιός” έκανε και άλλες δουλειές, όπως χαμάλης στο σωματείο, εκφορτωτής στα τραίνα, στα κάρρα και άλλες δουλειές του ποδαριού  απαραίτητες για να ζήσει. Το σπίτι του Ήταν στην Παναγιά  στα Καπελιαίϊκα και Κοτσοναίϊκα. Ο Σωτήρης Διακουμής από το Αρτίκι, μου έλεγε ότι ο πατέρας του ο Διακουμής Κωνσταντίνος (Ντινάκος). Ήταν ένας φιλότιμος και εργατικός φαμελιάρης είχε να θρέψει επτά παιδιά, έφτιαχνε “Σπαρτόσαρώματα” ή “Σαρώστρες” όπως τις λέγανε αλλά και λαγανιές. Μαζεύανε στο βουνό σπάρτα μαζί με μακρυά κοτσάνια, κοιτάζανε να είναι πράσινα και εύπλαστα. Τα πιάνανε δύο δύο ή και πάραπάνω, δένανε τα κοτσάνια μαζί σφικτά και στην συνέχεια την φούντα σε δυο τρία μέρη. Στο τέλος την ψαλιδίζανε να γίνει ίσα στην κάτω μεριά. Την στήνανε όρθια στον τοίχο ή σε μάντρα και, την λυγίζανε στην κάτω μεριά περίπου δεκαπέντε πόντους, εκεί την πλάκωναν με μια πετρινη πετρα και την άφηναν για δέκα δώδεκα ημέρες να ξεραθεί και να πάρει την κλίση της. Ο τελευταίος κατασκευαστής  και πωλητής Λαγανιάς και σπαρτοσαρώστρας είναι ο Γιάννης Κουσκουλιάνος από τον Άϊ Δημήτη του “Ραχηντούρ”, που και που τις φέρνει στο παζάρι για πούλημα. Θα τον βρείτε κάθε Κυριακή πρωί δίπλα στις γραμμές του τραίνου, να περιμένει υπομονετικά τον αγοραστή ή τον συλλέκτη.  Τις λαγανιές τις φιάχνανε μεγάλες και μικρές, μαζί με τις σπαρτοσαρώστρες και τις χρησιμοποιούσαν για σκούπισμα του σπιτιού, της αυλής και των αλωνιών. Τις μικρές λαγανιές για το καθάρισμα στα αλώνια του καρπού από τα κότσαλα και την είρα, επίσης τις χρησιμοποιούσαν στα αλώνια με τις σταφίδες.

Στις μέρες μας τα αλώνια και το αλώνισμα έχουν καταργηθεί. Οι βιομηχανικές σκούπες αντικατέστησαν τις λαγανιές και τα σπαρτωσαρώματα. Λίγες νοικοκυρές τις χρησιμοποιούν. Οι περισσότεροι τις αγοράζουν για σουβενίρ. Ή για τα λαογραφικά μουσεία όπως στο ιδιωτικό οικογενειακό λαογραφικό μου μουσείο, μπορείτε να δείτε δείγματα και από τα δύο είδη. Σε λίγο καιρό θα είναι έτοιμο να δέχεται επισκέπτες και να τους ξεναγεί. Οι επισκέψεις θα είναι δωρεάν. Ετοιμάζω και το σχετικό φωτογραφικό άλμπουμ του μουσείου, το οποίο σύντομα θα δημοσιευθεί.

Με αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. komianos.wordpress.com

Ιουλίου 4, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | 7 σχόλια

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos,wordpress.com

ΠΑΛΑΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ

Η συζήτηση γύρω από το παραδοσιακό λιοτρίβι. Στην αρχή η Σπυρούλα Σοφού και η Κυρά Παναγιώτα Λυμπεροπούλου η γυναίκα του Στάθη Λυμπέρη, άρχισαν να μου διηγούνται τον τρόπο που μάζευαν τον καρπό της ελιάς. ” Για να μαζέψουμε εκείνα τα χρόνια τις ελιές, έπρεπε πρώτα να μαζέψουμε σπάρτα, για να φτιάξουμε στο αργαλειό τον “Λάκο” τα σπαρτόπανα. Τα σπάρτα τα απλώναμε κατά μήκος του Αγριλαίϊκου  ποταμιού. Τα αφήναμε για 15 με 20 ημέρες μα μουλιάσουν στο νερό, μετά τα ξεφλουδίζαμε. Στεγνά ή υγρά τα κτυπάγαμε στο “Μαγγάνι”. Στην συνέχεια τα στριβαμε σε κλωνές με την ρόκκα και ύστερα στον αργαλειό για να υφάνουμε τα σπαρτόπανα. Σαν ερχόταν η ώρα για το μάζεμα της ελιάς, πρώτα στήναμε την “Τέντα” την καλύβα, ήταν πλεκτή από “τραγόμαλλο”. Όση βροχή και αν έπεφτε δεν πέρναγε σταγόνα. Ο καρπός μαζευότανε σε κοφίνια ή σακιά και μετά με τα ζώα στο σπίτι. Ακολουθούσε το “Λίκνισμα”, αυτό γινόταν όταν φυσούσε με τον τενεκέ ή με το φτυάρι για να χωρήσει ο καρπός από τα φύλλα. Και ο καρπός ήταν έτοιμος να ερθει ο “Αγωγιάτης” δηλαδή ο καροτσέρης με το άλογο, για να τον πάρει από τον “αφέντη” έτσι έλεγαν τον κτηματία και να τον πάει στο λιοτρίβι. Όμως μου έλεγε η κυρά Παναγιώτα, τότε τα λιοτρίβια αργούσαν και μπορεί ο καρπός να σάπιζε…γιαυτό κοντά στο παραγώνι μέσα στο σπίτι, φτιάχνανε το λεγόμενο “Ρογί”, ενα μικρό αλωνάκι από αφάνες για να μην έρχεται σε επαφή ο καρπός με το έδαφος. Στρώνανε ένα τσουβάλι και τον καρπό χύμα με ένα πιάτο αλάτι. Το ίδιο με την δεύτερη στρώση και το ίδιο για κάθε τσουβάλι. Όταν ερχόταν η ώρα οι ελιές είχαν γίνει λάσπη… Μόνο με το φτυάρι το μαζεύανε, όμως οι ελιές δεν σάπιζαν και το λάδι έβγαινε διαμάντι!!! μου

ΠΙΕΣΤΗΡΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟΥ

περιέγραφαν η γυναίκα του Πότη Καπέλιου και ο Περικλής Κώνστας, το παλαιό παραδοσιακό λιοτρίβι. Στο κέντρο του ελαιοτριβείου ήταν τοποθετημένο οριζόντια ενα πέτρινο κυκλικό αλώνι από μασίφ πέτρα σκαλιστή  με το χέρι. Στο κέντρο είχε ένα σιδερένιο άξωνα, στις άκρες του στηρίζονταν κάθετα δύο κυκλικα σκαλισμένες πέτρες, πολύ βαριές καθε μία πρέπει να ζυγιζε γύρω στον ένα και παραπάνω τόνο τις αγόραζαναπό τον Πόρο κυρίως. Στο αλώνι τοποθετούσαν μία κυκλική λαμαρίνα, να μην πέφτει ο καρπός έξω. Ο αγωγιάτης έφερνε τον καρπό σε κοφίνια ή σε σακιά και οι εργάτες, έριχναν τις ελιές στα λιθαρια έτσι λέγανε τις πέτρες.  Ανάλογα με το μέγεθος της κατασκευής το “καργάρισμα” κυμαινόταν από 200 έως 250 οκάδες. Ο σιδερένιος άξονας είχε μία υποδοχή στην κοτυφή. Εκεί έβαζαν κυρίως δοκάρια από κυπαρίσσια και έζεναν το ζώο, για να μην ζαλίζεται και ξευφεύγει από τη γύρα του βάζανε στα μάτια  παρωπίδες για να βλέπει μόνο μπροστά. Άλλα μαθέναν και ακολουθούσαν τη γύρα μόνα τους, άλλα τα οδηγούσε ο εργάτης. Με αυτόν τον τρόπο κινούνταν τα λιθάρια κυκλικά και αλέθανε τον καρπό μέχρι να γίνει πολτός. Όταν αρχιζε να φαίνεται στην κορυφή “λαδιά”, να “κορφιάζει” όπως λέγανε τότε ήταν έτοιμο για να μεταφερθεί στην δεξαμενή ή στην γούρνα. Ανοίγανε στο πλάϊ τις λαμαρίνας ένα πορτάκι και ο πολτός έπεφτε στην γούρνα, από εκεί έπρεπε να  μπεί στις

“τσαντίλες”ή  στα “Τσουλιά”. Ήταν σαν φάκελοι τετράγωνοι  από μαλλί τράγινο ραμένοι ή από σχοινί συνήθως. Με την σέσουλα ή με φτυάρι βαζανε και μια ποσότητα πολτού 3 με 4 οκάδες σε κάθα τσαντίλα. Μετά τις τοποθετούσαν στο πιεστήριο την μία πάνω στην άλλη και φτιάχνανε το “Στάμα’. Στην κορυφή του πιεστηρίου ήταν η “Χελιδόνα” με καστάνιες. Πρώτα χρησιμοποιούσαν την μανέλλα και μια μεταλική πλάκα κατέβαινε και πίεζε τις τσαντίλες. Αυτό γινόταν μέχρις ενός σημείου, μετά για να πιεσθεί περισσότερο το “στάμα”, βάζανε ένα μακρύ ξύλο και με την βοήθεια δύο ή τριών εργατών, το σπρώχνανε όσο έπερνε ρίχνωντας συγχρόνως καυτό νερό. Το λάδι με την μούργα έτρεχε στο “λιμπί”μία στενόμακρη σιδερένια δεξαμενή. Το λάδι κορφιαζε και το νερό στο κάτω μέρος έφευγε από ένα σωληνάκι. Αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα λεγόταν “Καραβοκύρης”οι λοιποί εργάτες λέγονταν “μούτσοι”. Με την “Αγκλιά” μία κατασκευή τσίγκινη που χόραγε δύο οκάδες ή με κοχίλια θαλασινά μεγάλου μεγέθους, έπερνε τον κορφιά και το έριχνε στην “λαδούσα”, εκεί το άφηνε περίπου μία ώρα να καθίσει. Όλη η διαδικασία χρειαζόταν πολύ ώρα, δεν ήταν λίγες οι φορές που για να προλλάβουν, δούλευαν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο.  Μετά γέμιζαν τα τουλούμια με το περίφημο αγουρόλαδο της τριφυλιακής γής. Το αθέρμιγο λάδι, την κορυφή του παραγωμένου λαδιού. Βάλσαμο και φάρμακο με υπέροχη γεύση.  Παραδοσιακά λιοτρίβια υπήρχαν σε κάθε χωριό μέχρι το 1955, σιγά τα αντικατέστησε η τεχνολογία. Το άλογο το αντικατέστησε η πετραιομηχανή με τους ιμάντες και τα εργατικά χέρια στο πιεστήριο. Η απόδοση αυξήθηκε και το κόστος παραγωγής μειώθηκε. ΟΜΩΣ Η ΓΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΘΕΡΜΙΓΟΥ ΠΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΛΑΔΙΟΥ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ…ΑΝΑΜΝΗΣΗ!!!

Νοσταλγικά ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ,  komianos.wordpress.com

Ιουνίου 29, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | 4 σχόλια

ΙΟΥΝΙΟΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΤΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ. Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΤΗ ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ, φωτογγραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Ο μήνας Ιούνιος έχει πάρει το όνομά του από την σύζυγο του Δία  την θεά Ήρα, στα λατινικά juno. Ο Ιούνιος είναι ο μήνας  του θερισμού. Για τον λόγο αυτό τον λένε “θεριστή” Στην χώρα μας το σιτάρι αποτελή την βασική τροφή μας. Είναι ο μήνας που παλιά γιόρταζαν οι αρτοποιοί, ζυμώναν και ψήναν το πρώτο ψωμί με το αλεύρι της καινούργιας χρονιάς. Επίσης  σε άλλα πιο ορεινά μέρη που δεν είχαν ποτάμια, είχαν την τιμητική τους και τα γαϊδουράκια, γιατί με αυτά γύριζαν τον μύλο που άλεθε το σιτάρι. Στις 24 Ιουνίου έχουμε την θερινή ισημερία, την ημέρα του Άϊ Γιάννη έχουμε το θερινό λιοτρόπι. Για τον λόγο αυτό ονομάζεται του “Άϊ Γιαννιού του λιοτροπιού”.  Ο ήλιος στρέφεται προς τα νότια. Ο μήνας Ιούνιος ονομάζεται και “Ερινιαστής”, ερινιάζω θα πει γονιμοποιώ την ήμερη συκιά με κλαδί άγριας. Δύο είναι τα σπουδαιότερα έθιμα του Ά¨Γιαννιού, οι φωτιές, τις ονομαζόμενες “Μπουμπούνες”. Αυτοί που πηδούν τις φωτιές, ζώνουν την μέση τους με λυγαριά για να μην τους πονάει,και πηδούσαν τρεις φορές την φωτιά σταυρωτά βαστώντας ένα σιδερο στην μέση τους, για να είναι σιδερένιοι. Από τις φωτιές που ανάβουν στην πατρίδα μου την Κέρκυρα την παραμονή της γιορτής του τον λένε “Λαμπατιάρη”. Το δεύτερο σπουδαιότερο έθιμο είναι το μαντικό μέρος. Η σκιομαντεία, μόλις προβάλει ο ήλιος παρατηρούν την σκιά τους, αν δεν δουν κεφάλι τότε αυτό είναι κακός οιωνός, αν την δουν με δύο κεφάλια, εάν ειναι ανύπαντρη η κοπελιά τότε θα παντρευτει.Σε άλλα μέρη το μεσημέρι  της ημέρας αυτής πηγαίνουν στα πηγάδια, να δουν το πρόσωπο αυτού που θα πάρουν. Το πιο γνωστό μαντικό έθιμο είναι ο “Κλήδωνας”. Μόλις τελειώσουν οι φωτιές ετοιμάζεται ο κλήδωνας. Δύο παιδιά αγόρια ή κορίτσια, πέρνουν από τρείς πηγές ή βρύσες το αμίλητο νερό. Πρέπει να μήν είναι ορφανά και την ώρα που πάνε και γυρνάνε με το νερό, να προσέχουν μην μιλήσουν σε κανένα. Το νερό αυτό το ρίχνουν σε ένα πίληνο δοχείο, που το λένε “Τραγούδα”. Από τό βράδυ όσοι ή όσες θα πάνε το πρωί, ρίχνουν ένα προσωπικό

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

τους σημάδι, π.χ. δακτυλίδι, σκουλαρίκια, χάντρες, βραχιόλια κ.α. Επειτα το σκεπάζουν με ένα κεντητό πανί. Και τραγουδάνε όλοι μαζί, ΚΛΕΙΔΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΛΗΔΟΝΑ ΜΕ Τ’ΑΓΙΑΝΝΟΥ ΤΗ ΧΑΡΗ-ΚΙ ΟΠΟΙΑ  ΕΧΕΙ ΚΑΛΟΡΙΖΙΚΟ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΡΕΙ, και το αφήνουν κάτω από τα άστρα όλο το βράδυ να “Ξαστριστεί”. Ύστερα οι κοπέλες επιστρέφουν στα σπίτια τους, λέγεται ότι την νύκτα αυτή θα δουν στα όνειρά τους τον μελλοντικό τους σύζυγο. Μετά από όλα αυτά, το απομεσήμερο μαζευονται στην αυλή, κορίτσια και αγόρια, ή στην πλατεία του χωριού, και ξεσκεπάζουνε τον κλήδωνα. Δύο μικρά παιδιά βγάζουνε τα σημάδια ένα ένα και όλοι μαζί τραγουδάνε: ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΤΟΝ ΚΛΗΔΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΙΟΥ ΤΗΝ ΧΑΡΗ-ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΡΙΖΙΚΟ ΤΩΡΑ ΘΑ ΤΟ ΠΡΟΒΑΛΕΙ. Μετά τα κορίτσια βγαίνουν στους δρόμους, και όποιο όνομα ακούσουν, τέτοιο όνομα θά έχει και ο άνδρας που θα παντρευτούν. Ένα τραγούδι που συνήθιζαν να τραγουδάνε είναι και το εξής: ΚΟΡΕΣ ΜΕ ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΚΙΝΗΣΑΝ ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΝΕ- ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΑΜΙΛΗΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΟΝ ΚΛΗΔΟΝΑ ΝΑ ΠΑΝΕ.- ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ ΚΛΗΔΟΝΙΑΡΗ, ΠΟΥ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΔΙΝΕΙΣ ΧΑΡΗ,- ΠΟΥ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΔΙΝΕΙΣ ΧΆΡΗ, ΔΙΞΕ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΠΟΙΟΝ ΘΑ ΠΑΡΕΙ. Τα παλιά τα χρόνια …και με αυτό το έθιμο τελειώνω το άρθρο μου για τον θεριστή. Τα παλιά χρόνια αυτός που θέριζε το σιταρι, έκοβε λίγο το χέρι του για να σταξει λίγο αίμα στο χωράφι. ‘Ηταν ένα είδος προσφοράς-θυσίας στον δαίμονα του σιταριού, σαν αντάλαγμα για τον καρπό που του πήραν. Στο χωριό ΣΤΑΥΡΟΣ του Δήμου Αχιλλείων την ιδιαίτερη πατρίδα μου, μου έλεγαν η θεία μου Τσάντα Κομιανού και η εξαδέλφη μου Αγαθή, ότι του Αϊ Γιαννιού το βράδυ στην πλατεία στα Κομιανάτα μπροστά στα σπίτια, τα παλιά χρόνια, οι νοικοκυρές που από τον Μάη είχαν φτιάξει τα στεφάνια τους, μαζί με αυτά εφτιαχναν και τα λεγόμενα “Φρόκαλα”. Αυτά ήταν σκούπες από θρούμπι ή θυμάρι, σαν τις δικές μας “Λαγανιές”. Τα φρόκαλα τα τύλιγαν με δίκτυ και τα κρεμούσαν πάνω από τα πορτόνια μαζί με τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Τα φρόκαλα συμβόλιζαν το καθάρισμα από τα κακά και στο δίκτυ πιάνετε το κακό μάτι. Το βράδυ λοιπόν άναβαν τρείς φωτιες στην γειτονιά. Μέσα στην φωτιά έριχναν  τα φρόκαλα για να φύγει το κακό μάτι και ότι άλλο κακό, τα μαγιάτικα στεφάνια γιατί άλλαζε η μέρα και έπερνε άλλη σροφή ο ήλιος. Μαζί ρίχνανε στη φωτιά και την παλιά ρίγανη, γιατί από την άλλη μέρα ή μάλλον από την ίδια είχαν αρχίσει να μαζεύουν φρέσκια και μυρωδάτη. Πηδούσαν πάνω από της φωτιές τρεις φορές λέγοντας διάφορα ξόρκια. Το πιο απλό ξόρκι ήταν: ΝΑ ΦΥΓΕΙ Ο ΚΑΚΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ- ΝΑ ΕΡΘΕΙ Ο ΚΑΛΟΣ.    Μερικά από τα δίστιχα την ώρα που έβγαζαν τα “σημάδια” από τον Κλήδονα, σε άλλα μέρη της πατρίδας μας  είναι τα παρακάτω δίστιχα, άλλα σκόπτικά, άλλα καλόβολα και άλλα πειραχτικά έτσι για να έχει και νοστιμάδα:

ΜΑΥΡΙΔΕΡΗ ΚΑΙ ΝΟΣΤΙΜΗ ΚΟΝΤΟΥΛΑ ΚΑΙ ΓΕΜΑΤΗ-ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ ΕΣΕΝΑ ΕΧΩ ΣΤΟ ΜΑΤΙ

ΑΓΑΠΗΣΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΝΤΕΛΙΚΑΤΟ-ΟΤΑΝ ΓΥΡΝΑΩ ΝΑ ΤΟΝ ΔΩ ΡΙΧΝΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΤΩ

ΘΑ ΠΑΡΕΙΣ ΑΝΔΡΑ ΟΜΟΡΦΟ ΜΕ ΑΕΤΙΣΙΟ ΜΑΤΙ-ΤΟ ΡΙΖΙΚΟ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ ΤΟΝ ΛΕΕΙ ΑΚΑΜΑΤΗ

ΤΑ ΦΡΥΔΙΑ ΣΟΥ ΣΤΕΝΑ ΣΤΕΝΑ ΧΑΣΑΠΙΚΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ-ΤΟ ΕΝΑ ΜΕ ΣΦΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΣΤΑ ΤΖΙΓΕΡΙΑ

ΣΑΝ ΜΑΘΕΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΓΑΤΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ-ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΥ ΘΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΖΙ

ΓΑΡΥΦΑΛΟ ΤΣΑΤΑΛΩΤΟ ΣΤΟΥΝ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟ ΧΕΡΙ-ΤΟΥΡΚΟΙ ΡΩΜΙΟΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝ ΠΩΣ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΤΑΙΡΙ

Το άρθρο για τον Ιούνιο λόγω υποχρεώσεων εγράφηκε λίγο αργά. Αλλά κάλιο αργά παρά ποτέ!!!

Με αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ .  komianos.wordpress.com

Ιουνίου 25, 2010 Posted by | ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.